-
15 Οκτωβρίου, 2013
Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με το νόμο 4198/2013
Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με το νόμο 4198/2013 (ΦΕΚ Α 215 11.10.2013): 1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 226Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 323Β εδάφιο α’, 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 349, 351, 351Α του Π.Κ., καθώς και στα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψης τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. Η εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος διενεργείται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και σε χώρους ειδικά σχεδιασμένους και προσαρμοσμένους για το σκοπό αυτόν και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων.» 2. Μετά το άρθρο 226Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 226Β που έχει ως εξής: «Άρθρο 226Β Μάρτυρες θύματα εμπορίας ανθρώπων και σωματεμπορίας 1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α και 351 του Π.Κ., διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. 2. Ο ψυχολόγος ή ο ψυχίατρος προετοιμάζει τον παθόντα για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του παθόντα και διατυπώνει τις διαπιστώσεις του σε γραπτή έκθεση που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Κατά την εξέταση παρίσταται ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος και ο παθών μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφαση του για σπουδαίο λόγο, ιδίως σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώμενη πράξη. 3. Η κατάθεση του παθόντα συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατόν. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του παθόντα αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας. 4. Η γραπτή κατάθεση του παθόντα αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. 5. Μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά σε πράξεις της παραγράφου 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του παθόντα, αν δεν έχει εξεταστεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξεταστεί συμπληρωματικά. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση του παθόντα γίνεται με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής που διέταξε την εξέταση. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές. 6. Η διάταξη του άρθρου 239 παράγραφος 2 εφαρμόζεται ανάλογα και επί ενήλικων θυμάτων των αναφερομένων στην παράγραφο 1 πράξεων. Στην περίπτωση αυτή η κοινωνική έρευνα μπορεί να διεξαχθεί και από κοινωνικούς λειτουργούς δήμων ή περιφερειών.» 3. Ο τίτλος του άρθρου 253Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Ανακριτικές πράξεις επί εγκληματικών οργανώσεων και εγκλημάτων εμπορίας ανθρώπων και σωματεμπορίας». 4. Οι παράγραφοι 1 και 2 […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
12 Οκτωβρίου, 2013
Παραγραφή αδικημάτων: Τί προβλέπει ο νέος νόμος 4198/2013
ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ Το άρθρο 8 του νόμου 4198/2013 προβλέπει στις παρ.3 και 4 τα εξής για την παραγραφή αδικημάτων: 3.α. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι 31.8.2013: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση των πλημμελημάτων, εάν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, συνεχίζεται η κατ’αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. β. Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης. γ. Οι αστικές αξιώσεις που τυχόν απορρέουν από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. δ. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τις παραβάσεις: α) του άρθρου 358 και του άρθρου 377 του Ποινικού Κώδικα για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, β) του ν. 690/1945, γ) του άρθρου 28 του ν. 3996/2011, δ) του άρθρου 29 του ν. 703/1977 και του άρθρου 44 του ν. 3959/2011, ε) του ν. 2168/1993, στ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 593),ζ) του άρθρου 6 του ν. 456/1976 και η) του άρθρου 41 ΣΤ΄ του ν. 2725/1999. 4. α. Ποινές στερητικές της ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. β. Οι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. γ. Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 167, 189, 235, 236, 237,242, 256, 258, 259, 292, 309, 334 παράγραφος 3, 372, 382 και 390 του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως εξαιρούνται […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
6 Οκτωβρίου, 2013
Μπορούν οι τράπεζες να προβαίνουν σε κατάσχεση μισθού ή σύνταξης για οφειλές προς αυτές;
Με δεδομένη τη δύσκολη οικονομική συγκυρία και το ολοένα αυξανόμενο φαινόμενο δανειολήπτες να μην μπορούν να είναι συνεπείς με την ομαλή αποπληρωμή των δανείων ή των πιστωτικών καρτών τους, ανακύπτει το ζήτημα της κατάσχεσης από τις Τράπεζες, συνήθως με τη μορφή της αυτόματης παρακράτησης, της δόσης του δανείου από το μισθό ή τη σύνταξη του δανειολήπτη. Ωστόσο, σε ποιο βαθμό αυτό είναι νόμιμο; Πρόσφατα έγινε γνωστό ότι επιβλήθηκε πρόστιμο συνολικού ύψους 260.000 ευρώ σε τρία πιστωτικά ιδρύματα για την πρακτική αυτή. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, και συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, αναφορικά με την κατάσχεση εις χείρας τρίτου, εξαιρούνται από την κατάσχεση, μεταξύ άλλων, απαιτήσεις μισθών ή συντάξεων ή ασφαλιστικών παροχών, εκτός αν με την κατάσχεση ικανοποιείται απαίτηση για διατροφή πηγάζουσα από το νόμο ή για συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες ή για απαίτηση που στηρίζεται σε διάταξη τελευταίας βούλησης, οπότε μπορεί να γίνει κατάσχεση επί του μισθού μέχρι το μισό του μισθού ή της σύνταξης το πολύ, αφού ληφθούν υπόψη κάποιες επιπλέον παράμετροι. Ωστόσο, γίνεται σαφές ότι κατάσχεση μισθού ή σύνταξης, ολόκληρου ή μέρους αυτού, δεν μπορεί να γίνει για οφειλές σε τράπεζες από δάνεια ή πιστωτικές κάρτες. Για τέτοιου είδους χρέη, ο μισθός ή η σύνταξη παραμένουν ακατάσχετα. Τι γίνεται όμως σε περίπτωση που ο μισθός ή η σύνταξη κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό; Μπορεί να γίνει κατάσχεση επί του τραπεζικού λογαριασμού μετά την κατάθεσή του; Επ’ αυτού, ο νόμος, πάλι στο άρθρο 982 ΚΠολΔ είναι σαφής, προβλέποντας ότι η εξαίρεση του μισθού ή της σύνταξης από την κατάσχεση ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη σε πιστωτικό ίδρυμα μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης. Δηλαδή, πρακτικά, καταρχήν κατάσχεση επί του μισθού ή της σύνταξης δεν μπορεί να γίνει με δέσμευση του ποσού «στην πηγή του», προτού δηλαδή καταβληθεί στον δικαιούχο (οφειλέτη). Ωστόσο, ο μισθός ή η σύνταξη, και αν ακόμα κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό, είναι ακατάσχετα μέχρι την επόμενη ημέρα της καταθέσεως και για το ύψος στο οποίο (ο μισθός ή η σύνταξη) ανέρχονται. Δεν εξαιρείται της κατάσχεσης το ποσό που υπερβαίνει έναν μηνιαίο μισθό ή μία σύνταξη του οφειλέτη. Επίσης, δεν εξαιρείται της κατάσχεσης αν το καταβληθέν ποσό παραμείνει στον τραπεζικό λογαριασμό πέραν της επομένης ημέρας από εκείνη που καταβάλλεται. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο μισθός ή η σύνταξη δεν μπορεί να δεσμεύεται ή να κατάσχεται αμέσως μόλις καταβληθεί. Πρέπει το αναλογούν ποσό να παραμείνει εντός του λογαριασμού πέραν της επομένης της ημέρας καταβολής για να είναι δυνατή η κατάσχεσή του. Αυτό είναι εύλογο με δεδομένο ότι η εξαίρεσή των μισθών ή των συντάξεων από την κατάσχεση προβλέπεται για να εξασφαλίσει στον δικαιούχο τους αναγκαίους πόρους για την επιβίωσή του και την κάλυψη των στοιχειωδών βιοποριστικών του αναγκών, οι οποίες προέχουν της εξυπηρέτησης οποιασδήποτε οφειλής προς τρίτους (τη εξαιρέσει των υποχρεώσεων για διατροφή, με τους όρους που προαναφέρθηκαν). Αν όμως το ποσό του μισθού ή της σύνταξης που καταβλήθηκε παραμείνει μέσα στο λογαριασμό, τότε, κατά κάποιο τρόπο, απεμπολεί το χαρακτήρα […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
3 Οκτωβρίου, 2013
Κατάργηση του ελάχιστου ποσού κεφαλαίου και για τις Ε.Π.Ε. – Τροποποιήσεις και στον νόμο των ανωνύμων εταιριών
Κατάργηση του ελάχιστου ποσού κεφαλαίου και για τις Ε.Π.Ε. – Τροποποιήσεις και στον νόμο των ανωνύμων εταιριών Κατάργηση του ελάχιστου ποσού κεφαλαίου και για τις ΕΠΕ με τον νόμο4156/2013. Υπενθυμίζουμε ότι με τον νόμο 4155/2013 καταργήθηκε ο περιορισμός του κεφαλαίου για την σύσταση των ΙΚΕ (Ιδιωτικών κεφαλαιουχικών Εταιριών). Τώρα ο νόμος 4156/2013 τροποποιεί καταργεί πλέον το ελάχιστο ποσό κεφαλαίου για την σύσταση των ΕΠΕ, το οποίο προηγουμένως είχε ήδη περιοριστεί με τον νόμο 4111/2013 στα 2.400,00 ευρώ. Ο νόμος 4156/2013 τροποποιεί και μερικές διατάξεις του νόμου 2190/1920 (Περί ΑΕ). Αναλυτικά οι αλλαγές στον νόμο 3190/1955 (ΕΠΕ) και στον νόμο 2190/1920 (ΑΕ) που επέφερε ο νόμος4156/2013 : ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3190 Περί Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης Αρθρο 4 Παράγραφος 1 4111/2013 (2013-01-25) (Προηγούμενη διάταξη) Μετά την τροποποίηση του 4156/2013 (2013-05-31) 1. Το κεφάλαιο της εταιρείας δεν δύναται να είναι κατώτερο των δύο χιλιάδων και τετρακοσίων (2.400,00) ευρώ, ολοσχερώς καταβεβλημένο κατά την κατάρτιση της εταιρικής σύμβασης. Το ήμισυ τουλάχιστον του ποσού αυτού πρέπει να είναι καταβεβλημένο σε μετρητά. Σε περίπτωση κατά την οποία το πιο πάνω κατώτατο όριο δεν επαρκεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 2 τούτο αυξάνεται κατά το αναγκαίο ποσό. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την αύξηση του κεφαλαίου των υφιστάμενων εταιριών. 1. Το κεφάλαιο της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης καθορίζεται από τους εταίρους χωρίς περιορισμό. Κάθε διάταξη περί ελάχιστου καταβεβλημένου κεφαλαίου της εταιρείας καταργείται. Αρθρο 4 Παράγραφος 2 2842/2000 (2000-09-27) (Προηγούμενη διάταξη) Μετά την τροποποίηση του 4156/2013 (2013-05-31) 2. Η μερίς συμμετοχής του εταίρου δεν δύναται να ορισθή κατωτέρα των τριάντα (30) ευρώ ή πολλαπλασίου του ποσού τούτου. Έκαστοςεταίρος μετέχει της εταιρείας μόνον δια μιας μερίδας συμμετοχής και δια πλειόνων δε εταιρικών μεριδίων αποτελούντων την μερίδα συμμετοχής του, αν η εισφορά αυτού είναι πολλαπλάσια του κατά το καταστατικόν ελαχίστουποσού μερίδος συμμετοχής. 2. Κάθε εταίρος μετέχει στην εταιρεία μόνον με μία μερίδα συμμετοχής και με περισσότερα εταιρικά μερίδια, τα οποία αποτελούν την μερίδα συμμετοχής του, αν η εισφορά του είναι πολλαπλάσια του ελάχιστου ποσού της μερίδας συμμετοχής σύμφωνα με το καταστατικό. Αρθρο 4 Παράγραφος 3 2842/2000 (2000-09-27) (Προηγούμενη διάταξη) 4156/2013 (2013-05-31) 3. Επί εισφορών εις είδος, εάν η αποτίμησις της εισφοράς είναι κατώτερα των τριάντα (30) ευρώ ή πολλαπλασίου αυτών συμπληρούται δια δραχμώνμέχρι των ποσώντούτων. 3. Για τις εισφορές σε είδος εάν η αποτίμηση της εισφοράς είναι κατώτερη της οριζόμενης στο καταστατικό ή πολλαπλάσιου αυτής συμπληρώνεται με ευρώ μέχρι τα ποσά αυτά. ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2190 Περί Ανωνύμων Εταιρειών Αρθρο 22 Παράγραφος 3 3604/2007 (2007-08-08) (Προηγούμενη διάταξη) Μετά την τροποποίηση του 4156/2013 (2013-05-31) 3. Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη. Μπορεί επίσης να επιτρέπει στο διοικητικό συμβούλιο ή να το υποχρεώνει να αναθέτει τον εσωτερικό έλεγχο της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μη μέλη του ή, εάν ο νόμος δεν το απαγορεύει και σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους. Κατά την ίδρυση της εταιρείας ο διορισμός προέδρου, αντιπροέδρου, διευθύνοντος ή εντεταλμένου συμβούλου ή προσώπων με άλλη ιδιότητα και αρμοδιότητες για το πρώτο διοικητικό συμβούλιο μπορεί να γίνει και με το καταστατικό. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί οποτεδήποτε να προβεί σε διαφορετική κατανομή των ανωτέρω ιδιοτήτων μεταξύ των μελών του. 3. Επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
6 Σεπτεμβρίου, 2013
Τι πρέπει να γνωρίζετε πριν προχωρήσετε στην ενοικίαση επαγγελματικού χώρου (εστίασης).
Καταφέρατε να βρείτε το χώρο που θα στεγάσει την επιχείρηση που θέλετε να ανοίξετε; Πριν ξοδέψετε χρήματα και υπογράψετε, μάθετε τι είδους έγγραφα θα χρειαστείτε και ποιες είναι οι κινήσεις στις οποίες πρέπει να προβείτε. Τα έγγραφα που θα πρέπει να ζητήσει ο επιχειρηματίας από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος είναι κατ’ αρχήν ένα αντίγραφο της οικοδομικής άδειας και τον κανονισμό της πολυκατοικίας όπου βρίσκεται το κατάστημα. Με την οικοδομική άδεια θα μπορέσει να ζητήσει ο μηχανικός του επιχειρηματία τον φάκελο του καταστήματος από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία για να μπορέσει να γίνει ένας έλεγχος του πως εμφανίζεται ο χώρος του καταστήματος στα θεωρημένα σχεδιαγράμματα της πολεοδομίας και πως είναι η υφιστάμενη κατάσταση. Με τον κανονισμό της πολυκατοικίας -εφόσον αυτός υπάρχει- θα διαπιστωθεί ποιες χρήσεις του καταστήματος απαγορεύονται και ποιες επιτρέπονται. Θα πρέπει να προσεχθεί ότι οι απαγορεύσεις του κανονισμού ισχύουν ακόμα και αν ομόφωνα όλοι οι ένοικοι ή ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών συναινούν για την χρήση του καταστήματος που επιθυμεί ο επιχειρηματίας. Εφόσον δεν υπάρχει κανονισμός πολυκατοικίας, θα πρέπει ο διαχειριστής της πολυκατοικίας να υπογράψει μία υπεύθυνη δήλωση που θα δηλώνει ότι η πλειοψηφία των ιδιοκτητών των κατοικιών της πολυκατοικίας επιτρέπουν την ίδρυση και τη λειτουργία τέτοιου είδους καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος. Έλεγχος από δημόσιες υπηρεσίες Στη συνέχεια, θα πρέπει να ελεγχθούν από πλευράς δημόσιων υπηρεσιών, αν οι χρήσεις γης επιτρέπουν την ίδρυση και λειτουργία τέτοιου είδους καταστήματος και αν υπάρχει κάποια τοπική κανονιστική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου που απαγορεύει ή θέτει περιορισμούς στην έκδοση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος. Πρέπει να προσεχθεί ότι τοπικές κανονιστικές αποφάσεις μπορεί να θέτουν περιορισμούς ή απαγορεύσεις και για την άδεια χρήσης μουσικής στα καταστήματα, καθώς και για την άδεια χρήσης κοινόχρηστου χώρου (άδεια τραπεζοκαθισμάτων). Αφού συγκεντρωθούν και τα έγγραφα/αντίγραφα από τους παραπάνω ελέγχους, προτείνεται ο επιχειρηματίας να καταθέσει φάκελο στον αρμόδιο δήμο για την έκδοση προέγκρισης άδειας ίδρυσης για το κατάστημα. Για να εκδοθεί η προέγκριση δεν απαιτείται να έχει μισθωθεί το κατάστημα. Στην τελική ευθεία Εφόσον πληρούνται όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις, τότε ο επιχειρηματίας θα μπορεί να έρθει σε επαφή με κάποιο διακοσμητή/ εξειδικευμένη εταιρεία για να ξεκινήσει η κατασκευή του καταστήματος. Πριν ξεκινήσει η υλοποίηση και η διαμόρφωση του καταστήματος, καλό θα ήταν τα σχέδια με το πώς θα μοιάζει το κατάστημα στην τελική του μορφή, να ελεγθούν από έμπειρους επαγγελματίες που γνωρίζουν τις απαιτήσεις των εμπλεκόμενων υπηρεσιών (Υγειονομικό, Πυροσβεστική, Δήμος) ή που γνωρίζουν το σε ποιες αρμόδιες υπηρεσίες πρέπει να απευθυνθούν προκειμένου να αποφευχθούν κατασκευαστικά λάθη, τα οποία κοστίζουν και σε χρήμα και σε χρόνο. Κείμενο: Δημήτριος Ε. Κορωνάκης
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
6 Σεπτεμβρίου, 2013
Άδειες μουσικής: όλες οι εξελίξεις και οι αλλαγές
Η νέα υγειονομική διάταξη (Φ.Ε.Κ. 2718/2012, τεύχος β’) έφερε πράγματι σημαντικές αλλαγές στη διαδικασία έκδοσης της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας καταστήματος, αλλά και της άδειας μουσικών οργάνων. Ας δούμε, λοιπόν, ποιες είναι αυτές! Σε πρώτο επίπεδο θα προσεγγίσουμε τις σημαντικές αλλαγές που έχουν λάβει χώρα για την έκδοση άδειας μουσικών οργάνων με ενισχυτή. Το άρθρο: Συγκεκριμένα, στο άρθρο 14, Β, 2 παράγραφος 2 προβλέπεται ρητά ότι “δεν θεωρούνται Κέντρα Διασκέδασης οι επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών στις οποίες, κατόπιν αδείας της αρμόδιας Δημοτικής Αρχής ή άλλης αρχής και σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις, γίνεται χρήση μουσικών οργάνων ή στερεοφωνικού συγκροτήματος μικρής ισχύος, με μεγίστη Α-ηχοστάθμη κατά τη λειτουργία του καταστήματος 80 db”. Τι σημαίνει: Από την διάταξη αυτή, προκύπτει ότι δεν υπάρχουν πλέον οι περιορισμοί που έθετε η καταργηθείσα πλέον Υγειονομική διάταξη Α1β/8577/1983 στο άρθρο 41, η οποία όριζε ότι “δεν θεωρούνται Κέντρα Διασκεδάσεως τα καταστήματα των άρθρων 37, 38 και 39, στα οποία, κατόπιν άδειας της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής και σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές Αστυνομικές Διατάξεις, γίνεται χρήση ορισμένων έγχορδων μουσικών οργάνων (πιάνο, βιολί, κιθάρα κ.τ.όμ.), χωρίς ενισχυτή και μεγάφωνα, ή στερεοφωνικού μηχανήματος μικρής ισχύος, ανάλογης με τον χώρο, για τη δημιουργία ευχάριστης ατμόσφαιρας στο κατάστημα. Στα καταστήματα αυτά δεν επιτρέπεται ο χορός”. Επιτρέπεται δηλαδή σήμερα, σε ένα κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος να έχει ζωντανή ορχήστρα (live music) με όλα τα μουσικά όργανα που επιθυμεί ο επιχειρηματίας και με χρήση ενισχυτή και μεγαφώνων, αρκεί η μέγιστη Α-ηχοστάθμη να μην υπερβαίνει τα 80db. Στην πράξη: Το πρακτικό αποτέλεσμα στη λειτουργία της επιχείρησης είναι ότι πλέον οι επιχειρηματίες δεν θα φοβούνται την διαδικασία του αυτοφώρου, όταν έχουν ζωντανή ορχήστρα στα καταστήματά τους, αρκεί αυτή να παίζει μέχρι τα 80db. Επίσης, δε θα έχουν τις συνέπειες των διοικητικών κυρώσεων, ότι δηλαδή μετέτρεψαν το κατάστημά τους σε κέντρο διασκέδασης, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν με ανάκληση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας του καταστήματός τους. Το πρόβλημα: Μέχρι και την 29η Δεκεμβρίου 2012 πολλοί επιχειρηματίες πήγαιναν στους οικείους δήμους για να ζητήσουν άδεια μουσικών οργάνων, χωρίς τον περιορισμό που έθετε η προηγούμενη υγειονομική διάταξη, όμως λόγω ελλιπούς ενημέρωσης των δημοτικών υπαλλήλων, οι τελευταίοι δεν δέχονταν τις αιτήσεις. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι οι δημοτικοί υπάλληλοι δεν είναι αρμόδιοι να κρίνουν αν ένα κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος μπορεί να έχει ζωντανή ορχήστρα ή ηχεία στον εξωτερικό χώρο. Αρμόδια για την γνωμοδότηση επί των θεμάτων αυτών είναι η αντίστοιχη Υγειονομική Υπηρεσία. Τι πρέπει να γνωρίζετε: Αριστερά, μπορεί να δει κανείς ένα υπόδειγμα αίτησης για άδεια μουσικών οργάνων με ενισχυτή. Σε περίπτωση που κάποιος δημοτικός υπάλληλος αρνηθεί να παραλάβει την αίτησή σας με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, θα του ζητήσετε να την πρωτοκολλήσει και να την αποστείλει στη Υγειονομική Υπηρεσία για γνωμοδότηση. Ηχεία στον εξωτερικό χώρο Ας δούμε τώρα ποιες εξελίξεις έχουν δρομολογηθεί για την ύπαρξη ηχείων στον εξωτερικό χώρο. Το άρθρο: Η νέα υγειονομική νομοθεσία επιτρέπει πλέον στους επιχειρηματίες να θέτουν ηχεία στον εξωτερικό χώρο του καταστήματός τους υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει η νέα νομοθεσία. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 14, Β, 2 αναφέρει: “Στην περίπτωση που διαθέτουν και επιθυμούν χρήση μουσικής σε υπαίθριο χώρο θα υποβάλλουν τεχνική έκθεση αρμόδιου μηχανικού σε τρία αντίτυπα, που θα συνοδεύεται με τοπογραφικό διάγραμμα με τη θέση και τη […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
5 Σεπτεμβρίου, 2013
Παραγραφή αξιόποινου και παύση δίωξης για αδικήματα με μικρή κοινωνική απαξία
Τροπολογία με την οποία παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη για αδικήματα με μικρή κοινωνική απαξία που έχουν τελεσθεί μέχρι 31.8.2013, κατατέθηκε σήμερα στη Βουλή από τον υπουργό Δικαιοσύνης Χαράλαμπο Αθανασίου. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις επιδιώκεται η αποσυμφόρηση των ποινικών δικαστηρίων από μεγάλο αριθμό δικογραφιών που ουσιαστικά αφορούν αδικήματα με μικρή κοινωνική απαξία και η επιτάχυνση έτσι της ποινικής διαδικασίας. Η παραγραφή του αξιόποινου δεν ισχύει για την παράβαση του ποινικού κώδικα σε περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, σε περιπτώσεις παράβασης της εργατικής νομοθεσίας (μη καταβολή δεδουλευμένων κλπ) και για παράβαση διατάξεων για τη λειτουργία του Ανταγωνισμού. Επίσης παραγράφονται και δεν εκτελούνται ποινές στερητικές της ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του υπό ψήφιση νόμου (σ.σ. η τροπολογία έχει κατατεθεί στο νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας), εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευσή του, με τις οριζόμενες εξαιρέσεις και όρους. Της προτεινόμενης ρύθμισης εξαιρούνται τα αδικήματα σχετικά με την υπηρεσία (παθητική και ενεργητική δωροδοκία, δωροδοκία δικαστή, ψευδής βεβαίωση και νόθευση από υπάλληλο, απιστία σχετική με την υπηρεσία). Ειδικότερα εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 235, 236, 237, 242, 256, 258, 259 και 390 του Ποινικού Κώδικα. Με την ίδια τροπολογία προτείνεται η κατάργηση της παραγράφου 3 του άρθρου 235 του Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία δεν συνιστά δωροδοκία, η απλή υλική παροχή προς έκφραση ευγνωμοσύνης. Όπως αναφέρει το υπουργείο Δικαιοσύνης, η κατάργηση της διάταξης αυτής προτείνεται λόγω των παρερμηνειών που έχουν δημιουργηθεί. Ως προς τα αδικήματα με μικρή κοινωνική απαξία, προβλέπεται ότι παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι 31.8.2013: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση των πλημμελημάτων, εάν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, συνεχίζεται η κατ΄ αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για νέα πράξη. Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατήγορου. Οι αστικές αξιώσεις που τυχόν όμως απορρέουν από τις πράξεις αυτές δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης δεν ισχύει για τις παραβάσεις που σχετίζονται με την παράβαση της εργατικής νομοθεσίας και την παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Αναφέρεται ειδικότερα ότι η παραγραφή δεν αφορά παραβάσεις α) του άρθρου 358 και του άρθρου 377 του Ποινικού Κώδικα για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, β) του ν. 690/1945 (σ.σ. μη καταβολή δεδουλευμένων), γ) του άρθρου 28 του ν. 3996/2011 (ποινικές κυρώσεις για παράβαση διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας) και δ) του άρθρου 44 του νόμου 3959/2011 (ποινικές κυρώσεις για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, εναρμονισμένες […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
5 Αυγούστου, 2013
Προσημείωση υποθήκης και αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου πριν από την τροπή σε υποθήκη
Προσημείωση υποθήκης και αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου πριν από την τροπή σε υποθήκη / Ανάγκη δικαιοπολιτικής, δικαιοσυστηματικής και τελεολογικής ερμηνείας του άρθρου 41 ΕισΝΚΠολΔ (εξ αφορμής της ΑΠ 1134 / 2012) Βασίλειος Ηλ. Σταματόπουλος Δικηγόρος, Μέλος Ενώσεως Ελλήνων Δικονομολόγων, Μέλος Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών Η εν θέματι υπ΄ αριθμ. 1134/2012 απόφαση ΑΠ εξεδόθη υπό το ερμηνευτικό φως της υπ΄ αριθ. 14 / 2006 αποφάσεως της Τακτικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου (ΝοΒ 2006, 1264 με παρατηρήσεις Π. Μάζη). Κατ΄ αρχάς, η υπό ανάλυσιν απόφαση, συμφώνως μάλιστα και προς τα διαχρονικά διδάγματα της θεωρίας και τα πορίσματα παγίας νομολογίας (βλ. εντελώς ενδεικτικώς ΑΠ 756/2001, ΕλλΔνη 2002, 1395), επικυρώνει την θέση ότι η διαδικασία της κατατάξεως παραμένει ενιαία (με τη σύνταξη ενός πίνακα για όλους τους δανειστές) πλην όμως όχι και αδιαίρετη, με αυτόθροη συνέπεια ότι το δεδικασμένο της αποφάσεως (ενν. κατά το διαγνωστικό σκέλος του διατακτικού της) περιορίζεται μόνο στους διαδίκους της δίκης της ανακοπής, χωρίς να επηρεάζει τη θέση των άλλων δανειστών, εις τρόπον ώστε το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή να περιορίζεται στα όρια του αιτήματος αυτής και να μην έχει εξουσία να προβεί αυτεπαγγέλτως στην αναδιάρθρωση του πίνακα κατατάξεως. Περαιτέρω, κατά την κρατούσα στη νομολογία θέση με την οποία συντάσσεται και η εν θέματι απόφαση, στη δίκη της ανακοπής κατά του πίνακος κατατάξεως δεν δημιουργείται μεταξύ των πλειόνων ανακοπτόντων δανειστών σχέση αναγκαστικής ομοδικίας. Ώστε η ανακοπή του άρθρου 979 § 2 ΚΠολΔ δεν είναι αναγκαίο να στρέφεται εναντίον πάντων των αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, αλλά μόνον εναντίον εκείνου του οποίου η κατάταξη προσβάλλεται. Συνακολούθως δε, δεν είναι απαράδεκτο και το ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε επί της ανακοπής, αν δεν απευθύνεται εναντίον όλων των δανειστών που μετείχαν στη δίκη ως ομόδικοι. Για λόγους όμως πληρότητος δέον να επισημανθεί και η altera pars περί (των ειδικών προϋποθέσεων δημιουργίας) επιγενομένης αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των πλειόνων ανακοπτόντων (άρθρο 76 § 1 περ. α΄ ΚΠολΔ – ενιαία ρύθμιση διαφοράς), όπως εξειδικεύεται στην ΑΠ 175 / 2011 (ΝοΒ 2011, 1261 με σχόλιο Β. Χατζηιωάννου) Πέραν τούτων, στην επίδικη περίπτωση ετέθη ως ζητούμενο η κατάφαση ή μη του δικαιώματος του προσημειούχου δανειστού να αναγγελθεί σε επισπευδόμενο πλειστηριασμό πριν από την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη. Διαφορετικό, αν και απολύτως συναφές, είναι το εριζόμενο σε θεωρία και νομολογία ζήτημα εάν και πάντως βάσει ποίων διατάξεων δικαιούται ή όχι ο προσημειούχος δανειστής όχι απλώς να αναγγελθεί αλλά να ασκήσει αυτός ο ίδιος την εμπράγματη υποθηκική αγωγή (actiohypothecaria in rem) η οποία προσνέμεται κατά την γραμματική διατύπωση των άρθρων 1291επ. ΑΚ μόνο στον ενυπόθηκο δανειστή. Ερωτάται, άλλως ειπείν, ποιες είναι οι ειδικές προϋποθέσεις και ποιος ακριβώς ο βαθμός και τα τυχόν άκρα όρια της δικονομικής εξομοίωσης του προεχόντως εξασφαλιστικού χαρακτήρος θεσμού της προσημείωσης με το πλήρες δικαίωμα της υποθήκης ιδίως δε στο κρίσιμο εν προκειμένω πεδίο της αναγκαστικής εκτελέσεως. Η νομολογιακώς κυμαινόμενη απάντηση στο ερώτημα αυτό, είτε καταφατική είτε αποφατική, δεν είναι πάντως καθόλου αυτονόητη και απαιτεί, φρονούμε, ως εκ της sui generis μικτής φύσεως της προσημειώσεως, δικαιοσυγκριτική και συστηματική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό η εν θέματι απόφαση δέον εν πρώτοις να σημειωθεί ότι καταφάσκει το δικαίωμα του προσημειούχου δανειστού να αναγγελθεί (972 ΚΠολΔ), πριν από […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
16 Ιουλίου, 2013
ΣυμβΕφΑιγαίου 17/2013, Προϋποθέσεις επιβολής προσωρινής κράτησης – Αντικατάσταση προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους
Περίληψη) Αντικαθίσταται η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου με περιοριστικούς όρους (εγγύηση 50.000 ευρώ, εμφάνιση σε Α.Τ. και απαγόρευση εξόδου από τη χώρα). Συγκεκριμένα, ναι μεν οι αποδιδόμενες στον αιτούντα αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις, για τις οποίες απειλείται στο νόμο η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, εμφανίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: α) του μεθοδευμένου και εξακολουθητικού τρόπου τέλεσής τους για μακρό χρονικό διάστημα με κίνητρα την κερδοσκοπία και τον παράνομο πλουτισμό, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του Δήμου Μυκόνου, β) της παραβατικής συμπεριφοράς που ενέχει μεγάλη κοινωνική απαξία, η οποία κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Διοίκηση, όμως, εξ αυτών δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί πλέον πιθανότητα τέτοιου μεγέθους περί τέλεσης νέων εγκλημάτων στο μέλλον, επιπλέον δε η επί τριμήνου προσωρινή του κράτηση κρίνεται ότι οπωσδήποτε επέδρασε επ’ αυτού θετικά, παρέχουσα όχι μόνο την ελπίδα αλλά και την εύλογη προσδοκία ότι έχει ασκήσει ευεργετική επίδραση επί του ψυχοβουλητικού πλέγματος των στοιχείων που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και έχει συνεπιφέρει αντίστοιχο (θετικό) σωφρονιστικό αντίκρισμα, υπό την έννοια ότι θα τον αποτρέψει από κάθε έκνομη ενασχόληση και παραβατική δραστηριότητα, μεταξύ των οποίων και αυτής της συσκοτίσεως και παρεμποδίσεως του έργου της ήδη περατωθείσης ανακρίσεως. […] Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 282 ΚΠΔ, όσο διαρκεί η προδικασία, αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερομένων στο άρθρο 296 σκοπών και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 παρ. 1 του Ν 3811/2009 (ΦΕΚ Α΄ 231/18.12.2009) και το δεύτερο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 παρ. 1 του Ν 4055/2012 (ΦΕΚ Α΄ 51/12.3.2012, έναρξη ισχύος από 2 Απριλίου 2012), προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους –εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι οι τελευταίοι δεν επαρκούν– εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μόνο αν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στη χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειες για να διευκολύνει τη φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής, εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό, όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Εάν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη ή εάν το έγκλημα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν, με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογημένα, ότι αν αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 296 του ΚΠΔ, όπως και αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το αυτό άρθρο 24 παρ. 3 του παραπάνω Ν 3811/2009, ο σκοπός των περιοριστικών όρων είναι να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
16 Ιουλίου, 2013
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Εκχώρηση ενοικίων στο δημόσιο
Τον τελευταίο καιρό λόγω και της οικονομικής κρίσης όλο και περισσότεροι ενοικιαστές αδυνατούν να πληρώσουν τα ενοίκια στους ιδιοκτήτες των ακινήτων. Από το νόμο ορίζεται ότι τα δεδουλευμένα ενοίκια δηλώνονται στην εφορία, προστίθενται με τα άλλα εισοδήματα και φορολογούνται κανονικά ανεξάρτητα αν έχουν εισπραχθεί ή όχι. Τι μπορεί όμως να κάνει κάποιος που δεν έχει εισπράξει, ούτε πρόκειται να εισπράξει τα ενοίκια, από το ακίνητό που έχει νοικιασμένο, για να μην φορολογηθεί; ΠΡΟΣΟΧΗ: Αν εκχωρηθούν τα ανείσπρακτα ενοίκια στο δημόσιο, μόνον το δημόσιο μπορεί να εισπράξει τα ενοίκια που εκχωρήθηκαν. Εκχώρηση ενοικίων στο δημόσιο. Υπάρχει πρόβλεψη στο νόμο για ενοίκια που είναι δεδουλευμένα και θεωρούνται εισόδημα, τα οποία αποδεδειγμένα δεν έχουν εισπραχθεί από το δικαιούχο, να μη θεωρηθούν εισόδημα και να μη φορολογηθούν αν εκχωρηθούν στο δημόσιο χωρίς αντάλλαγμα (Άρθρο 4 παρ. 7 ν. 2238/1994). Δήλωση εκχώρησης Πώς γίνεται η εκχώρηση των ενοικίων; Η εκχώρηση των ενοικίων γίνεται με απλή έγγραφη δήλωση του εκμισθωτή (ιδιοκτήτη). Πού θα βρούμε αυτή τη δήλωση; Η δήλωση αυτή είναι ένα συγκεκριμένο έντυπο που το δίνει δωρεάν η εφορία σε όσους θέλουν να εκχωρήσουν ενοίκια στο δημόσιο. Πού υποβάλλεται η δήλωση; Η δήλωση υποβάλλεται στην εφορία την οποία φορολογείται αυτός που δεν εισέπραξε τα ενοίκια και συνήθως είναι η εφορία που υπάγεται ο ιδιοκτήτης του ακινήτου. Ποιος την υποβάλλει; Η δήλωση εκχώρησης ενοικίων υποβάλλεται απαραίτητα προσωπικά από τον ίδιο το φορολογούμενο ή από ειδικά εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στην αρμόδια ΔΟΥ, μέσα στο χρόνο φορολογίας των εκχωρούμενων μισθωμάτων, πριν ή μετά την υποβολή της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Η δήλωση εκχώρησης μπορεί να υποβληθεί ηλεκτρονικά; Η δήλωση εκχώρησης ενοικίων που δεν έχουν εισπραχθεί ακολουθεί διαφορετική διαδικασία υποβολής από τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος και δεν μπορεί να υποβληθεί ηλεκτρονικά. Υποβάλλεταιεγγράφως (σε χαρτί) στο τμήμα φορολογίας εισοδήματος και παίρνει αριθμό στο πρωτόκολλο της αρμόδιας εφορίας (ΠΟΛ.1096/6.4.2001). Είναι δύσκολη η συμπλήρωσή της; Η συμπλήρωση του εντύπου της «Δήλωσης εκχώρησης μη εισπραχθέντων μισθωμάτων ακινήτου» (έτσι τι λένε) είναι εύκολη και μπορεί να γίνει από τον καθένα, δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις για τη συμπλήρωσή της. Τι στοιχεία πρέπει να γνωρίζουμε; Αυτά που κυρίως γράφονται πάνω στη δήλωση είναι τα δικά σας στοιχεία (εκμισθωτή- εκχωρητή), τα στοιχεία του ενοικιαστή (μισθωτή-οφειλέτη), τα στοιχεία του νοικιασμένου ακινήτου, το ποσό των ενοικίων που εκχωρούνται και το χρονικό διάστημα που αφορούν τα εκχωρούμενα ενοίκια. Πού θα βρω τα στοιχεία του ενοικιαστή; Αυτά υπάρχουν πάνω στο συμβόλαιο που κάναμε όταν νοικιάστηκε το ακίνητο. Πρέπει η δήλωση να γίνει αποδεκτή; Η εκχώρηση των ενοικίων ολοκληρώνεται μόνο με τη μονομερή δήλωση του εκχωρητή, μέσα στο έτος που τα εισοδήματα αυτά υπόκεινται σε φόρο, χωρίς να χρειάζεται προηγούμενη ρητή αποδοχή της εκχώρησης από το Δημόσιο και χωρίς να χρειάζεται να γίνει αναγγελία σε αυτόν που χρωστάει τα ενοίκια. Πότε δεν γίνεται δεκτή η δήλωση; Η δήλωση εκχώρησης ενοικίων όταν υποβληθεί εκπρόθεσμα δεν γίνεται δεκτή. Εκπρόθεσμη είναι η δήλωση που υποβάλλεται μετά το τέλος του οικονομικού έτους που έπρεπε να φορολογηθούν τα ενοίκια που εκχωρούνται. Παράδειγμα: Τα ενοίκια που δεν εισπράχθηκαν και εκχωρούνται στο Δημόσιο αφορούν το χρονικό διάστημα από 1η Ιουνίου 2011 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2011. Η δήλωση εκχώρησης των ενοικίων στο δημόσιο γίνεται στην εφορία στις 25 Φεβρουαρίου 2013. […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
12 Ιουλίου, 2013
Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους.
Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους γράφει η Δούφου Αθηνά – Μαρκία Η σπουδαιότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, έγκειται κυρίως στην προσβολή της ιδιοκτησίας του οφειλέτη μέσω του κρατικού καταναγκασμού, προς ικανοποίηση αξιώσεων του δανειστή[1], καθώς αυτός δεν έχει δικαίωμα στην αυτοδίκαιη προστασία του ουσιαστικού του δικαιώματος. (α. 20 παρ. 1 Σ, α.6 παρ. ΕΣΔΑ). Για τον λόγο αυτό, στα πλαίσια της δικαιοδοτικής λειτουργίας του Κράτους, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει ανατεθεί σε όργανα εκτός των δικαστηρίων, δηλαδή σε κρατικά εκτελεστικά όργανα, όπως είναι ο συμβολαιογράφος και ο δικαστικός επιμελητής, τα οποία διατάσσονται από το Δικαστήριο να προβούν στην εκτέλεση του εκδοθέντος τίτλου. [2] Ο ρόλος όμως του δικαστηρίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να τελειώνει στην διάγνωση του ουσιαστικού δικαιώματος για πολλούς λόγους. Καταρχήν, ο δανειστής προελαύνει έναντι του οφειλέτη με αρωγό τα δημόσια όργανα εκτέλεσης δίχως αυτά να έχουν την δυνατότητα ή την υποχρέωση διάγνωσης ουσιαστικών ή δικονομικών ελαττωμάτων της αρχόμενης διαδικασίας. Συνοδευόμενο δε και με την λογική ότι ο οφειλέτης δέχεται κρατικό εξαναγκασμό, ακόμα και χωρίς προηγούμενη συζήτηση, κατά την οποία να μπορεί να αντιλέξει, όπως στην διαταγή πληρωμής (άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ), πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να προβάλει τις αντιρρήσεις του ακόμα και ως προς αυτό το ουσιαστικό δικαίωμα, την ικανοποίηση του οποίου επιδιώκει ο δανειστής. Περαιτέρω, βασική αρχή της αναγκαστικής εκτελέσεως επιτάσσει ότι καμία πράξη της διαδικασίας δεν είναι άκυρη από μόνη της αλλά ακυρούται μετά από προβολή των λόγων ακυρότητας αυτής και έκδοση αποφάσεως που να την απαγγέλλει. Αυτή είναι η έννοια της «δικονομικής ακυρότητας» (ΑΚ 159), διαφοροποιούμενης από την έννοια της ακυρότητας κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και δεν έχει ανάγκη προηγούμενης προβολής.[3] Για αυτό ο νομοθέτης θέσπισε ένα πλέγμα διατάξεων στο αντίστοιχο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες καλύπτουν την άμυνα των παραγόντων, με πρακτικότερη σημασία όλων τις ανακοπές του άρθρου 933 (Αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης ) και 936 ( Ανακοπή Τρίτου) ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ: ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ Ενεργητική νομιμοποίηση: Η ενεργητική νομιμοποίηση στην ανακοπή του 933 του καθ’ ου η εκτέλεση δεν εδράζεται μόνο στο άρθρο αυτό. Αυτή εδράζεται και στο άρθρο 583 ΚΠολΔ [4], που βρίσκεται στις γενικές διατάξεις των ενδίκων μέσων (ΚπολΔ 495 επ.). Ως εκ τούτου αποκλείεται από την άσκηση της ανακοπής αυτής ο επισπεύδων, αλλά και υποδεικνύεται ότι όπου δεν ρυθμίζεται ειδικά κάποια ανακοπή κατά της εκτέλεσης, τότε είτε ρητά παραπέμπει ο νομοθέτης στο α. 583 ΚΠολΔ ή σιωπηρά έχουν αναλογική εφαρμογή. Βέβαια, καθ’ ου η εκτέλεση είναι ένας όρος που συναντάται στην αναγκαστική εκτέλεση τόσο με στενή έννοια, περιλαμβάνοντας μόνο τον οφειλέτη, που βάσει του τίτλου είναι ο υπόχρεος προς εξόφληση, όσο και με την ευρεία έννοια. Στην ευρεία έννοια εντάσσονται όλα εκείνα τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται παθητικά όταν επισπεύδεται εναντίον τους αναγκαστική εκτέλεση (άρθρα 919, 920)[5]. Επίσης πρόσωπα που υποκαθιστούν τον οφειλέτη[6]. Μάλιστα, στην περίπτωση που νομιμοποιούνται περισσότερα πρόσωπα για την άσκηση της ανακοπής, δύνανται, εφόσον οι λόγοι της ανακοπής και η πράξη εκτέλεσης κατά της οποίας αυτή στρέφεται είναι οι ίδιοι για όλα τα πρόσωπα, να ασκήσουν από κοινού μία ανακοπή. Αν γίνει αυτό , τότε η […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
10 Ιουλίου, 2013
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ Άρθρο 105 Τροποποίηση διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. 1. Η παράγραφος 4 του άρθρου 691 του ΚΠολΔ αντικαθίστανται ως εξής: «4. Η συζήτηση της προσωρινής διαταγής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο ημερών από την κατάθεση της αίτησης. Αν ο δικαστής κρίνει ότι είναι αναγκαία η εμφάνιση του καθού η αίτηση τον καλεί με οποιονδήποτε τρόπο μέσα στην παραπάνω προθεσμία. Αν γίνει δεκτό το αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής η σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε τριάντα ημέρες, άλλως προσωρινή διαταγή δεν χορηγείται. Σε περίπτωση αναβολής της συζήτησης για οποιοδήποτε λόγο παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής. Ο δικαστής μόνο μετά το πέρας της κατ’ ουσίαν συζήτησης της αίτησης μπορεί να χορηγήσει προσωρινή διαταγή ή να παρατείνει την ισχύ της. Αν η συζήτηση της αίτησης ματαιωθεί, δεν επιτρέπεται χορήγηση νέας προσωρινής διαταγής. Σε κάθε περίπτωση ο καθού η αίτηση διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής.» 2. Στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 691 του ΚΠολΔ προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Αν η προσωρινή διαταγή παραταθεί κατά την παράγραφο 4 ή χορηγηθεί κατά τη συζήτηση της αίτησης, η απόφαση του Δικαστηρίου δημοσιεύεται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη συζήτηση.» 3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 693 του ΚΠολΔ αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο αιτών οφείλει μέσα σε τριάντα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης, να ασκήσει τη σχετική αγωγή, εκτός αν το δικαστήριο ορίσει επί πλέον προθεσμία μέχρι είκοσι ημερών. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις υποθέσεις που διατάχθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο προσημείωση υποθήκης, κατόπιν ομολογίας ή αποδοχής της αίτησης από τον καθού η αίτηση, και στις υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων νομής ή κατοχής. Ειδικώς επί διαφορών για άκυρη απόλυση εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αν η αγωγή δεν έχει ασκηθεί μέχρι τη συζήτηση της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη.» 4. Στο άρθρο 672 Α του Κ.Πολ.Δ. προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής: «2. Επί διαφορών για άκυρη απόλυση εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή μεταβολής της εργασιακής του κατάστασης, η πραγματική απασχόληση του οποίου έχει διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο, αναβολή της συζήτησης της αγωγής επιτρέπεται μόνο μία φορά και μόνο αν συντρέχει περίπτωση ανώτερης βίας και η αναβολή γίνεται σε δικάσιμο μέσα σε σαράντα ημέρες, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο που έχει διαταχθεί. Επί των διαφορών αυτών η απόφαση εκδίδεται μέσα σε προθεσμία 60 ημερών από τη συζήτηση της αγωγής. Αν η συζήτηση της αγωγής ματαιωθεί, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο που έχει διαταχθεί.Επίσης αίρεται αυτό αυτοδικαίως, σε περίπτωση κατάργησης της δίκης με παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης σε βάρος εκείνου που έχει ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο.» Άρθρο 106 Μεταβατικές και καταργούμενες διατάξεις 1. Αγωγές για άκυρη απόλυση εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η πραγματική απασχόληση του οποίου έχει διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο, οι οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς και έχουν προσδιοριστεί να εκδικαστούν μετά την 1.11.2013 εκδικάζονται υποχρεωτικά, ύστερα από κλήση οποιουδήποτε διαδίκου μέχρι την 1.11.2013, διαφορετικά αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
