• 20 Ιουλίου, 2017

    Οριζόντιος ιδιοκτησία – Τροποποίηση Κανονισμού.

    Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του ν. 3741/1929, επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες να κανονίσουν με ιδιαίτερη συμφωνία στην οποία είναι απαραίτητη η συναίνεση όλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία το δικαίωμα να λαμβάνει, για το κοινό συμφέρον, κάθε απόφαση σχετική με τη συντήρηση, τη βελτίωση και τη χρήση των κοινών μερών του ακινήτου. Εξάλλου, στο άρθρο 13 § 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, κάθε σύμβαση που κανονίζει ή μεταβάλει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στο βιβλίο μεταγραφών. Τέλος, στο άρθρο 9 του ν. 1562/1985 ορίζεται ότι, με αίτηση της πλειοψηφίας τουλάχιστον 65% των συγκυρίων, μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του Κανονισμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις, που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραπάνω νόμων, ο πρώτος των οποίων εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι, η τροποποίηση της πράξης συστάσεως της οροφοκτησίας και του Κανονισμού της πολυκατοικίας μπορεί να γίνει: α) με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της Γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, εάν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον Κανονισμό. Αναφορικά με τη δεύτερη περίπτωση ισχύουν τα ακόλουθα: Σε περίπτωση που δεν έχει καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον του 60% των συγκυρίων μπορεί να ζητήσει δικαστικώς την κατάρτιση κανονισμού, ενώ σε περίπτωση που έχει καταρτιστεί κανονισμός, ο οποίος όμως εμφανίζει ελλείψεις, μπορεί να ζητηθεί δικαστικώς από την πλειοψηφία τουλάχιστον του 65% των συγκυρίων η συμπλήρωση των ελλείψεων ή και η τροποποίηση του κανονισμού. Για να συμβεί όμως το τελευταίο αυτό, πρέπει να υπάρχουν ελλείψεις στον υπάρχοντα κανονισμό που να εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των διακεκριμένων ιδιοκτησιών και μόνο τότε. Ετσι, αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών χωρίς να εμφανίζει ελλείψεις, αλλά, ορισμένοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι οι διατάξεις του αδικούν αυτούς, οι τελευταίοι δεν έχουν δικαίωμα έστω και αν αποτελούν το 65% της ιδιοκτησίας να ζητήσουν δικαστικώς την τροποποίησή του. Τούτο δε διότι ο ιδιοκτήτης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά την αγορά της έλαβε υπόψη για τη διαπίστωση της αγοραίας αξίας της και τη στάθμιση του συμφέροντός του και την προβλεπόμενη από τον κανονισμό χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας του, η οποία (χρήση), δεν είναι λογικό να μεταβάλλεται εκ των υστέρων εις βάρος του, χωρίς τη θέλησή του από μια πλειοψηφία συνιδιοκτητών (65%), τους οποίους πιθανώς να μην γνώριζε καθόλου και να μην τελούσε σε συμβατικό δεσμό κατά το χρόνο αγοράς της ιδιοκτησίας του. Αρα, αν δεν υπάρχουν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών κατά τον προορισμό τους, δεν επιτρέπεται η κατά τα τον προαναφερομένο τρόπο τροποποιηση του κανονισμου, ο οποίος μπορεί πλέον να τροποποιηθεί μόνο με τον τρόπο, που τυχόν αυτός ορίζει, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 (βλ. σχετ. ΕΑ 4474/96 ΕλλΔνη 38.1919, ΕΑ 4554/1995 ΕΔΠ 1996.69, Ι. Κατρά: «Πανδέκτης […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 22 Ιουνίου, 2017

    "Ζητήματα παραγραφής της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος".

    Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις. Όπως είναι γνωστό, η πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη είναι το δικαίωμα του αδικηθέντος από την αξιόποινη πράξη να συμμετέχει ενεργά στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, επιδιώκοντας την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή την ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής του οδύνης. Μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να ασκηθεί πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Σύμφωνα με την κρατούσα και ορθότερη άποψη η πολιτική αγωγή, όταν εισάγεται στο ποινικό δικαστήριο, έχει «μικτό χαρακτήρα»∙ αστικό και ποινικό[1]. Ο πολιτικώς ενάγων δεν επιδιώκει απλά και μόνο την ικανοποίηση των αστικής φύσεως αξιώσεών του, αλλά κατά πρωτεύοντα λόγο την καταδίκη του κατηγορουμένου. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα και από την πρακτική εφαρμογή του θεσμού, δεδομένου ότι σχεδόν πάντοτε το ύψος των αιτούμενων ποσών είναι ασήμαντο, έως και «εικονικό». Στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας τα δικαστήρια έρχονται συχνά αντιμέτωπα με προβλήματα παραγραφής της ουσιαστικής αξίωσης του ζημιωθέντος και καθορισμού των συνεπειών που η παραγραφή έχει στην ποινική διαδικασία και την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος. Τα προβλήματα γίνονται εντονότερα, όταν ο ζημιωθείς παρίσταται στην ποινική διαδικασία μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Οι λύσεις που δίνονται από τα δικαστήρια δεν είναι πάντοτε ικανοποιητικές, αφού φαίνεται να μην λαμβάνονται υπόψη ο μικτός χαρακτήρας της πολιτικής αγωγής και οι ιδιαιτερότητες της ποινικής έναντι της πολιτικής δίκης. Στα πλαίσια της εισήγησης αυτής θα επιχειρηθεί η αντιμετώπιση δύο επιμέρους ζητημάτων που συνδέονται με την παραγραφή της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος. Το πρώτο αφορά την αντιμετώπιση της παραγραφής μετά την αντικατάσταση του άρθρου 261 ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και ιδίως το ρυθμιστικό πεδίο της νέας αυτής διάταξης και την εφαρμογή της ή μη σε εγκλήματα που τελέστηκαν πριν την έναρξη ισχύος της. Το δεύτερο αφορά την επίδραση ή μη της παραγραφής της αξίωσης του ζημιωθέντος στη δήλωση παράστασής του μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Β. Η παραγραφή της αξίωσης του ζημιωθέντος- Γενικές παρατηρήσεις και αναφορά στα ισχύοντα μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4139/2013. Η αξίωση του ζημιωθέντος μπορεί να παραγραφεί, ακόμα και εν επιδικία. Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση∙ σε κάθε περίπτωση πάντως η αξίωση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Ειδικά για την περίπτωση που η άδικη πράξη είναι συνάμα και ποινικό αδίκημα η παρ. 2 του άρθρου 937 ΑΚ ορίζει ότι ισχύει για την παραγραφή της απαίτησης του παθόντος η μακρότερη παραγραφή που τυχόν προβλέπεται για το ποινικό αδίκημα. Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές είναι προφανές ότι ζήτημα παραγραφής επί πταισμάτων δεν ανακύπτει, δεδομένου ότι ο χρόνος παραγραφής της αστικής αξίωσης είναι μεγαλύτερος από το χρόνο παραγραφής του πταίσματος, ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 111 παρ. 4 ΠΚ σε δύο έτη, μπορεί δε να ανασταλεί κατ’ άρθρο 113 παρ. 3 εδ. α΄ ΠΚ για ένα επιπλέον έτος. Επίσης, σπάνια θα είναι στην πράξη η εμφάνιση του ζητήματος της παραγραφής επί κακουργημάτων, δεδομένου ότι γι’ αυτά το άρθρο 111 παρ. 2 ΠΚ προβλέπει μακρότατη παραγραφή (20ετή και 15ετή κατά τις εκεί διακρίσεις), η οποία υπερισχύει της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ. […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 16 Ιουνίου, 2017

    Η Επιδίκαση της Δικαστικής Δαπάνης των Διαδίκων από τα Δικαστήρια. (Πρακτική εφαρμογή – προβλήματα – προτάσεις).

    Το άρθρο 176 ΚΠολΔ προβλέπει ότι ο διάδικος, που ηττήθηκε στη δίκη, καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί προφανώς στην πλήρη αποζημίωση του διαδίκου, που θα ήταν ημιτελής αν δεν συμπεριελάμβανε και το κόστος προσφυγής στο Δικαστήριο, αλλά και στην αποθάρρυνση του κακόπιστου οφειλέτη, αφού πέραν της οφειλής του, θα κληθεί να καλύψει και τα δικαστικά έξοδα του δανειστή του. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στην περίπτωση που γίνει δεκτή στο σύνολο της η αγωγή, εξαιρουμένων τυχόν παρεπομένων αιτημάτων (π.χ. προσωρινής εκτελεστότητας, προσωποκρατήσεως, τοκοφορίας από δήλη ημέρα). Ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης αποτιμάται χρηματικώς, γινόταν βάσει των άρθρων 100 επ. του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και ήδη από 17-9-2013 με τα άρθρα 63 επ. του Νέου Κώδικα (Ν. 4194/2013). Στη δικαστηριακή πρακτική, σε περίπτωση καταψηφιστικής αγωγής, όταν δεν παρατίθεται ειδικός κατάλογος εξόδων και δεν υπάρχουν ειδικές αποκλίσεις (π.χ. πραγματογνωμοσύνες), τα έξοδα που αποδίδονται, υπολογίζονται, χάριν ευκολίας, σε περίπου 4% για τον ενάγοντα επί του αιτηθέντος (και επιδικασθέντος) ποσού, με βάση τις πρόνοιες του Κώδικα Δικηγόρων (2% για τη σύνταξη αγωγής + 1% για σύνταξη προτάσεων + 1% για αναλογία δικ. Ενσήμου και λοιπά έξοδα), ενώ για τον εναγόμενο σε 2% περίπου (για σύνταξη προτάσεων) [[1]]. Σε περίπτωση δε ευδοκιμήσεως αναγνωριστικής αγωγής τα έξοδα υπολογίζονται σε ποσοστό 3% περίπου για τον ενάγοντα (2% για τη σύνταξη αγωγής + 1% για σύνταξη προτάσεων), συν επιπλέον ποσό ανάλογα και με τον αριθμό των επιδόσεων, ενώ για τον εναγόμενο παραμένει σε 2% περίπου. Πολυπλοκότερος είναι ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση που η αγωγή γίνει εν μέρει δεκτή. Ως γνωστόν η σχετική ρύθμιση περιλαμβάνεται στο άρθρο 178 ΚΠολΔ. Το άρθρο αυτό, κατά την παλαιότερη (έως το έτος 2.000) διατύπωσή του προέβλεπε ότι «σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο συμψηφίζει τα έξοδα ή τα κατανέμει ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός». Σύμφωνα με την τότε κρατούσα άποψη([2]) το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να διατάξει τον ολικό συμψηφισμό των εξόδων ακόμη κι αν η νίκη ή η ήττα ήταν ανισομερής. Έτσι το δικαστήριο, ακόμη κι αν η αγωγή γινόταν δεκτή κατά αξιόλογο μέρος της, μπορούσε να συμψηφίσει πλήρως τη δικαστική δαπάνη. Από πρακτικής πάντως απόψεως τα δικαστήρια επέλεγαν συχνά μια άλλη, ευκολότερη, οδό πλήρους συμψηφισμού, την οποία επέτρεπε τότε το άρθρο 179 ΚΠολΔ, δηλαδή λόγω της «εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης». Η συχνότατη ωστόσο εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως από τα δικαστήρια και ο συχνότατος συμψηφισμός της δικαστικής δαπάνης (ιδίως σε υποθέσεις εργατικών – αυτοκινητικών διαφορών ([3]), οδήγησε το Νομοθέτη (Ν. 2915/2001) στη μεταρρύθμιση της παραπάνω διατάξεως, ώστε ο συμψηφισμός να επιτρέπεται μόνο όταν «η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής». Τροποποίησε ωστόσο και την παράγραφο 1 του άρθρου 178 ΚΠολΔ, ώστε «σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός». Απάλειψε δηλαδή ο Νομοθέτης τη δυνατότητα ολικού συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης, ανεξαρτήτως του μεγέθους της νίκης και ήττας των διάδικων, ώστε η επιδίκασή της να είναι αποκλειστική συνάρτηση της επιτυχούς ή μη εκβάσεως της δίκης. Ποια ήταν όμως […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 31 Μαΐου, 2017

    Ο ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ.

    “Ο ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ” 1.- Θεωρίες περί αιτιώδους συνδέσμου. Στις υποθέσεις ποινικής ιατρικής ευθύνης, τα εγκλήματα που απασχολούν τα ποινικά δικαστήρια είναι δύο : αυτό της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ) και της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρο 314 ΠΚ). Στα εγκλήματα αυτά, μία εκ των προϋποθέσεων είναι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη ιατρού (ως εξωτερική αμέλεια –παραβίαση καθήκοντος επιμέλειας- αντικειμενικό σφάλμα) και του αποτελέσματος που επήλθε (θάνατος ή σωματική βλάβη), που αποτελεί κατά μία άποψη στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος [1], κατά άλλη άποψη λογικό σύνδεσμο μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος[2]. Για το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου (σε όλα τα εγκλήματα γενικώς) έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες, με σημαντικότερες αυτές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (κρατούσα στην ελληνική επιστήμη) και του αντικειμενικού καταλογισμού (κρατούσα στη γερμανική επιστήμη). Σύμφωνα με τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων (conditio sine qua non), όρος ενός αποτελέσματος , είναι κάθε τι το οποίο δεν είναι δυνατόν να απαλειφθεί χωρίς να πάψει αυτόματα να υπάρχει και το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, όλοι δε οι όροι είναι ισοδύναμοι στην αιτιώδη αυτή «αλυσίδα», διότι αν σπάσει ένας από αυτούς, τότε καταστρέφεται και η αλυσίδα. Η θεωρία αυτή έχει κατά βάση οντολογικό περιεχόμενο (ήτοι χωρίς αξιολογικές κρίσεις μεταξύ των όρων), είναι απλή στη σύλληψη και στην εφαρμογή της και προσιδιάζει στην επιθυμία για την κατά το δυνατόν απλούστευση του ποινικού δόγματος που πρέπει να είναι προσιτό και κατανοητό σε όλους, αφού το ποινικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο του τεχνοκράτη (εμπόρου, κοκ), αλλά του κάθε πολίτη. Παρουσιάζει όμως αυτή το σοβαρό μειονέκτημα, ότι η αυστηρή εφαρμογή της οδηγεί σε υπερβολική διεύρυνση των αιτίων (όρων) του αποτελέσματος και του αριθμού των εμπλεκόμενων προσώπων και γι΄ αυτό έγιναν προσπάθειες στην επιστήμη για περιστολή των όρων αυτών, με διάφορες θεωρίες, που πρόσθεταν δεονοτολογικά –αξιολογικά στοιχεία στη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, όπως της (πλέον) ενεργούς αιτίας (causa efficiens που θέτει εις κίνηση τους λοιπούς «σε ηρεμία» όρους) ή της τελευταίας ενεργούς αιτίας, της νομικώς διαφέρουσας αιτιότητας (με βάση το δεοντολογικό νόημα του οικείου κανόνα δικαίου που προσβλήθηκε με την πράξη). Σημαντική είναι η αξιολογική θεωρία της «προσφόρου αιτίας» (causa adaequata) που κρατεί στο αστικό δίκαιο (νομολογία και θεωρία), όχι όμως στο ποινικό δίκαιο και ανάγεται στην επιλογή μεταξύ των πολλών όρων, μόνο του κατάλληλου- πρόσφορου όρου, που, κατά την κοινή πείρα , μπορεί να προκαλέσει το αποτέλεσμα , ως αντικειμενική εκ των υστέρων πρόγνωση[3] . Η θεωρία του αντικειμενικού καταλογισμού (που σημειωτέον προέκυψε κατά την εξέταση των εξ αμελείας τελούμενων εγκλημάτων, αλλά εφαρμόζεται και στα εκ δόλου τελούμενα εγκλήματα), προσπαθεί , με αξιολογικές εκτιμήσεις από όλους τους όρους , να επιλέξει μόνο εκείνους που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του δράστη, εκείνους δηλαδή που μπορούσε αυτός αντικειμενικά να αποφύγει και που αποτελούν «έργο του», αφήνοντας εκτός τους όρους που καθιστούν το αποτέλεσμα τυχαίο. Επομένως, στο επελθόν αποτέλεσμα πρέπει να πραγματώνεται εκείνος ακριβώς ο ανεπίτρεπτος κίνδυνος, που τέθηκε με τη συμπεριφορά του δράστη (συνάφεια κινδύνου) και επιπρόσθετα το επελθόν αποτέλεσμα πρέπει να συγκαταλέγεται σε εκείνο, που αποσκοπούσε να αποτρέψει ο υποκρυπτόμενος στην αντικειμενική υπόσταση […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 14 Μαΐου, 2017

    Το δικαίωμα αίτησης διεξαγωγής αποδείξεων: Νομική κατοχύρωση, θεσμική προώθηση και δικονομικές κυρώσεις επί προβολής του.

    «Το δικαίωμα αίτησης διεξαγωγής αποδείξεων: Νομική κατοχύρωση, θεσμική προώθηση και δικονομικές κυρώσεις επί προβολής του» ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ * ΑΠ 992/2013 Απόσπασμα «…Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει aκυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α` του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου, που βρίσκεται στη δικογραφία. Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφaνθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Εάν πρόκειται για φωτογραφίες, η περιγραφή της απεικονίσεως της καθεμιάς από αυτές είναι δυσχερής. Εφ` όσον, λοιπόν, αυτές κατά κυριολεξία δεν αναγιγνώσκονται, ώτε να ακουσθεί το περιεχόμενό τους, αλλά επισκοπούνται από τα μέλη του δικαστηρίου και τους διαδίκους, δια περιφοράς μεταξύ αυτών, η αναγραφή στα πρακτικά της συνεδριάσεως ότι μεταξύ των εγγράφων που ανεγνώσθησαν περιλαμβάνεται και ορισμένος αριθμός φωτογραφιών έχει την έννοια ότι αυτές τέθηκαν υπ` όψη όλων των παραγόντων της διαδικασίας…» * ΑΠ 898/2013 Απόσπασμα «…Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε για ανάγνωση ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως, κρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή σαφούς προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Για να επέλθει όμως, ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και σε περίπτωση παραλείψεως ανάγνωσης, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση ζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του κατά την ακροαματική διαδικασία να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο απόρριψης της προσφυγής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ (ΑΠ 1773/2010)….» * ΑΠ […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 9 Μαΐου, 2017

    Υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις μελών της οικογένειάς τους.

    Υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις μελών της οικογένειάς τους στις 31 Οκτωβρίου 2015 Α. Εισαγωγικά: Η ασφάλιση στο ΙΚΑ των προσώπων που συνδέονται με συγγενική σχέση με τον εργοδότη αποτελεί βασικό ζήτημα που απασχολεί την πλειοψηφία των οικογενειακών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις ανακύπτουν προβλήματα τα οποία καλούνται να επιλύσουν τα ελληνικά δικαστήρια αλλά και στην πράξη τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ από την εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας και σχετικών εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτής. Πολλές φορές απευθύνονται στο γραφείο μας, λόγω προβλημάτων που ανακύπτουν στην εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής από τα όργανα του ΙΚΑ, πελάτες, οι οποίοι αναζητούν τις νομικές μας συμβουλές πάνω σε θέματα, τα κυριότερα από τα οποία θα προσπαθήσω να θίξω στην παρούσα εισήγησή μου. B. Ειδικές ρυθμίσεις για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται στην επιχείρηση του/ της συζύγου τους ή συγγενών α’ και β’ βαθμού (δηλαδή σε οικογενειακές επιχειρήσεις): Κατ’ αρχάς, η νομική θεωρία δεχόταν στο παρελθόν ότι τα μέλη της οικογένειας του εργοδότη, εφόσον συμβιούν με αυτόν και διατρέφονται απ’ αυτόν, εάν συμβαίνει να απασχολούνται στην επιχείρησή του, θεωρείται ότι δεν υπάρχει το στοιχείο της παροχής εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής, λόγω του στενού οικογενειακού δεσμού που συνδέει αυτά (και δεδομένου ότι στις οικογενειακές σχέσεις η εργασία συνήθως παρέχεται από ηθική και οικογενειακή υποχρέωση για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, βλ. άρθρα 1386-1389, 1508 ΑΚ). Τα τελευταία όμως χρόνια η νομολογία δέχεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συναφθεί και μεταξύ συζύγων ή συγγενών ή φίλων ή συνεταίρων, αλλά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι συντρέχουν οι όροι της συμβάσεως αυτής, μεταξύ των οποίων και η νομική εξάρτηση του μισθωτού από τον εργοδότη (ΑΠ 180/2000, ΑΠ 156/1998 ό.π. ΑΠ 1356/1992 ΕλλΔνη 36.348, ΕΑ 7784/1999 Ελ.Δνη 41.1401, ΕφΑθ 274/1986 ΔΕΝ 42.564). Η υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται στην επιχείρηση του συζύγου ή συγγενών α’ και β’ βαθμού διέπεται από ειδικές διατάξεις (Ν. 1759/1988) και τούτο κρίθηκε αναγκαίο για το νομοθέτη, ενόψει της δυσχέρειας που υφίσταται ως προς τη διακρίβωση της συνδρομής των γενικών προϋποθέσεων υπαγωγής στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων αυτών, ειδικότερα δε ως προς τη διακρίβωση της ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτών και του συζύγου ή συγγενούς που είναι αποδέκτης των υπηρεσιών τους, καθώς και ως προς την αμοιβή τους, λαμβανομένου υπόψη του ότι είναι σύνηθες η απασχόληση των προσώπων αυτών σε οικογενειακές επιχειρήσεις να λαμβάνει χώρα είτε για λόγους ηθικής υποχρέωσης είτε από λόγους κοινού οικογενειακού συμφέροντος, καθώς και ότι η συγγενική σχέση αμβλύνει τη σχέση εξάρτησης[1]. Και όταν αναφέρομαι σε «σχέση εξαρτημένης εργασίας», αυτή υπάρχει σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου όταν οι συμβαλλόμενοι (εργοδότης και εργαζόμενος) αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και τον μισθό και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και πραγματική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίδει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές[2]. Όπως θα δούμε παρακάτω, με τις ειδικές […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 6 Μαΐου, 2017

    "Προϋποθέσεις απόλυσης υπό όρο για λόγους υγείας" .

    “Προϋποθέσεις απόλυσης υπό όρο για λόγους υγείας” [Ευστράτιος Παπαθανασόπουλος, Λέκτορας Εγκληματολογίας-Σωφρονιστικής ΕΚΠΑ Αντεισαγγελέας Εφετών Πειραιώς] ΒΟΥΛΕΥΜΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΕΦΕΤΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 134/2016 Για την εφαρμογή του άρθρου 110Α Π.Κ η αξιολόγηση του ΚΕΠΑ προς διαπίστωση του ποσοστού μόνιμης ή πρόσκαιρης αναπηρίας είναι απαραίτητη η εξέταση του αιτούντος κρατουμένου και όχι η γνωμάτευση βάσει μόνο ιατρικών εγγράφων εκ του φακέλου του κρατουμένου. Κατά την εφαρμογή του άρθρου 110Α Π.Κ η δυνατότητα επιβολής του μέτρου της ηλεκτρονικής επιτήρησης θα πρέπει να επεκταθεί γεωγραφικώς και εκτός Αττικής και Θεσσαλονίκης, για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας. Με τα διαλαμβανόμενα στο υπ’ αριθμ. 134/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Με την προεκτεθείσα, υπ’αριθμ. 124/27-09-2016, πρόταση του Εισαγγελέα νόμιμα φέρεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου (άρθρα 32§1, 138 εδάφ. β’ ΚΠΔ, 110Α ΠΚ) η από 16-03-2016 (αριθμ. πρωτ. 2761/17-03-2016) αίτηση του καταδίκου, κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού «Ο Άγιος Παύλος» Κ.Τ. του Α. και της Α., κατοίκου, σε καθεστώς ελευθερίας, της Τοπικής Κοινότητας του Δ.Α., η οποία διαβιβάστηκε αρμοδίως με το από 28- 03-2016 (αριθμ. πρωτ. 2761/28-03-2016) έγγραφο της διευθύντριας του ανωτέρω σωφρονιστικού καταστήματος και με την οποία ζητεί την απόλυσή του από το σωφρονιστικό κατάστημα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 110Α §3 ΠΚ. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω αίτηση επανεισάγεται ενώπιον του συμβουλίου τούτου, μετά την έκδοση του υπ’ αριθμ. 101/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου τούτου, με το οποίο αναβλήθηκε η εκφορά οριστικής κρίσεως επί της αιτήσεως εωσότου, με επιμέλεια του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, επισυναφθεί, στον σχηματισθέντα με αφορμή την υποβολή της ένδικης αιτήσεως φάκελο, αντίγραφο της γνωματεύσεως της Β΄θμιας υγειονομικής επιτροπής, στην οποία έμελλε να εισαχθεί η περίπτωση του αιτούντος, ώστε να δύναται να κριθεί από το Συμβούλιο τούτο αν ο εξεταζόμενος αιτών πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση των ευεργετημάτων που προβλέπονται στη διάταξη του νόμου την οποία επικαλείται (άρθρο 110Α§3 ΠΚ). Στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 110Α ΠΚ ορίζονται τα ακόλουθα: (στην §3) «3. Σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης ο κρατούμενος που έχει ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω αν έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο πέντε (5) έτη στην περίπτωση που το έγκλημά του δεν ενέχει ανθρωποκτονία, ή δέκα (10) έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτίει το υπόλοιπο της ποινής του στην κατοικία του, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 56§3. Στην περίπτωση αυτή δύναται να επιβληθεί ηλεκτρονική επιτήρηση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 283Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επίσης, είναι δυνατή η επιβολή όρων κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου παράγραφοι 2 και 3 του Ποινικού Κώδικα.», (στην §4) «4. Η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το συμβούλιο πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρατούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το συμβούλιο εφετών. Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγούμενων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας, αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕ.Π.Α. υποβάλλεται από τον εισαγγελέα στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την πρότασή του. Κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Οι λεπτομέρειες σχετικά με την ως άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη καθορίζονται με κοινή απόφαση […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 20 Απριλίου, 2017

    Μετατροπή ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη εταιρεία.

    Δίνεται πλέον η δυνατότητα μετατροπής μιας ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη εταιρεία αφού προστίθεται νέο άρθρο 282Α στο ν. 4072/2012, με την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 4441/2016 (ΦΕΚ Α’ 227/06-12-2016) και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι 06/12/2016, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ιδίου νόμο. Συγκεκριμένα: “Άρθρο 13 Τροποποίηση του ν.4072/2012 «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος – Νέα εταιρική μορφή – Σήματα – Μεσίτες Ακινήτων – Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις.» (Α’86) 1. Η παρ. 1 του άρθρου 281 του Τρίτου Τμήματος του Κεφαλαίου Β’ του Έβδομου Μέρους του ν. 4072/2012 (Α’ 86) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Σε περίπτωση εξόδου, αποκλεισμού ή θανάτου του μοναδικού ομόρρυθμου εταίρου, η ετερόρρυθμη εταιρεία λύνεται, εκτός αν με τροποποίηση της εταιρικής σύμβασης, που πρέπει να καταχωρισθεί μέσα σε τέσσερις (4) μήνες στο Γ.Ε.ΜΗ., ένας από τους ετερόρρυθμους εταίρους καταστεί ομόρρυθμος εταίρος ή αν εισέλθει στην εταιρεία νέος εταίρος ως ομόρρυθμος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 259». 2. Στο τέλος του άρθρου 282 του Τέταρτου Τμήματος του Κεφαλαίου Β’ του Έβδομου Μέρους του ν. 4072/2012 προστίθεται άρθρο 282Α ως εξής: «Άρθρο – 282A Μετατροπή ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη 1. Με ομόφωνη απόφαση των ομορρύθμων εταίρων είναι δυνατή η μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη εταιρεία. Η μετατροπή πραγματοποιείται με τους εξής τρόπους: α) με την είσοδο νέου εταίρου με την ιδιότητα του ετερορρύθμου εταίρου. β) με μετατροπή της ιδιότητας ενός ή περισσοτέρων από τους ομόρρυθμους εταίρους σε ετερόρρυθμο. Σε αυτή τη περίπτωση για τη μετατροπή ακολουθείται η διαδικασία της παρ. 3 του άρθρου 107 του παρόντος νόμου. 2. Από τη συντέλεση των διατυπώσεων δημοσιότητας, η μετατρεπόμενη ομόρρυθμη εταιρεία συνεχίζεται με τη μορφή ετερόρρυθμης εταιρείας. Πριν από την ολοκλήρωση των διατυπώσεων δημοσιότητας του προηγούμενου εδαφίου, η μετατροπή δεν παράγει αποτελέσματα. Η μετατροπή δεν επιφέρει τη διακοπή των εκκρεμών δικών. Οι διοικητικές άδειες που είχαν εκδοθεί υπέρ της μετατρεπόμενης εταιρείας συνεχίζουν να υφίστανται. 3. Ειδικά στη μετατροπή της περίπτωσης β’ της παρ. 1 του παρόντος, κάθε ομόρρυθμος εταίρος ο οποίος μετατράπηκε σε ετερόρρυθμο εξακολουθεί να ευθύνεται εις ολόκληρον και απεριόριστα επί πέντε (5) έτη μετά τη μετατροπή της εταιρίας για όσες εταιρικές υποχρεώσεις γεννήθηκαν μέχρι και την καταχώριση της μετατροπής στο Γ.Ε.ΜΗ. εκτός εάν οι δανειστές της εταιρείας συγκατατέθηκαν εγγράφως στη μετατροπή της εταιρείας.»” Αιτιολογική έκθεση: “Με την παράγραφο 1 αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 281 του ν. 4072/2012 (Α’ 86). Το διάστημα που έχουν στην διάθεσή τους η εταιρεία και οι εταίροι προκειμένου να τροποποιήσουν το καταστατικό της ετερόρρυθμης εταιρείας σε περίπτωση εξόδου, αποκλεισμού ή θανάτου του μοναδικού ομόρρυθμου εταίρου της αυξάνεται από δυο σε τέσσερις μήνες, ενισχύοντας τη δυνατότητα ανάληψης σχετικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Με την παράγραφο 2 προστίθεται στο Τέταρτο Τμήμα του Κεφαλαίου Β’ του Έβδομου Μέρους του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ 86 Α’) άρθρο 282Α. Ρυθμίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις μετατροπής της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη. Η εν λόγω μετατροπή, η οποία δεν ρυθμιζόταν έως σήμερα από τον Ν.4072/2012 γίνεται πλέον επιτρεπτή με τρόπο που να διασφαλίζονται τα συμφέροντα των εταιρικών δανειστών και οποιουδήποτε τρίτου έχει έννομο συμφέρον. Έτσι, ενώ η είσοδος νέου εταίρου με την ιδιότητα του ετερορρύθμου μπορεί να γίνει […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 15 Απριλίου, 2017

    Αδειοδότηση Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος και Άδειες Μουσικής ή Μουσικών Οργάνων κατ’ εφαρμογή του Ν.4442/2016.

    Εκδόθηκε η εγκύκλιος (υπ’ αριθμόν 9) του Υπουργείου Εσωτερικών για την Εφαρμογή του Ν. 4442/2016 (ΦΕΚ Α΄230) – Κεφάλαιο Ζ΄ «Απλούστευση πλαισίου Λειτουργίας Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος, θεάτρων και Κινηματογράφων» κατά τη μεταβατική περίοδο. Συγκεκριμένα και όπως αναφέρεται στην εγκύκλιο, με το νόμο 4442/2016 «Νέο θεσμικό πλαίσιο για την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄230), θεσπίζεται το γενικό πλαίσιο για τη ρύθμιση της άσκησης οικονομικών δραστηριοτήτων. Με το Κεφάλαιο Ζ΄ του νόμου, απλουστεύεται η διαδικασία του πλαισίου λειτουργίας των Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 80 του Ν.3463/2006 (Α΄114) όπως ισχύει, καθώς επίσης και το πλαίσιο λειτουργίας των θεάτρων και των κινηματογράφων. Διευκρινίζεται, μεταξύ άλλων, τι ισχύει μέχρι την έκδοση της ΚΥΑ που προβλέπεται στο άρθρο 36 παρ. 1 του Ν. 4442/2016, αναφορικά με την Αδειοδότηση των Καταστημάτων Υγειονομικού Ενδιαφέροντος και την Άδεια Μουσικής ή Μουσικών Οργάνων, θέματα ιδιαίτερα σημαντικά για τα Καταστήματα Υγειονομικού Ενδιαφέροντος. Έτσι, ως προς την Αδειοδότηση Κ.Υ.Ε.: Μέχρι την έκδοση της ΚΥΑ που προβλέπεται στο άρθρο 36 παρ. 1 του Ν. 4442/2016 (ΦΕΚ Α’ 230), για την αδειοδότηση των Κ.Υ.Ε., εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις των ΚΥΑ ΔΙΑΔΠ/Φ.Α.2.1/31600/2013 (ΦΕΚ Β’ 3106), ΔΙΑΔΠ/Φ.Α.2.1/34824/2013 (ΦΕΚ Β’ 3402), & ΔΙΑΔΠ/Φ.Α.2.1/34825/2013 (ΦΕΚ Β’ 3403), κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38 παρ. 6 του ως άνω νόμου. Και ως προς την Άδεια μουσικής: Σχετικά με την άδεια μουσικής και μέχρι την έκδοση της ΚΥΑ που προβλέπεται στο άρθρο 36 παρ. 1 του Ν. 4442/2016 με την οποία θα ρυθμίζεται, μεταξύ άλλων, η διαδικασία της γνωστοποίησης, εφαρμόζονται τα ακόλουθα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 5 αυτού: Στις περιπτώσεις πρόθεσης χρήσης μουσικής ή μουσικών οργάνων κατόπιν λήξης της υφιστάμενης αδείας ή χρήσης μουσικής για πρώτη φορά, υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία του δήμου απλή γνωστοποίηση με το ακόλουθο περιεχόμενο: “Με την παρούσα ο υπογράφων …………., (ή ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ……….., με έδρα ……….) κάτοικος ………., διατηρώ κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος επί της οδού …………… με την επωνυμία ………… και γνωστοποιώ ότι θα προβώ σε χρήση μουσικής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 4442/2016”. Σημειώνεται , ότι η αρμόδια υπηρεσία του Δήμου θα πρέπει να ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο ότι, εφόσον το κατάστημα κάνει χρήση μουσικής σε υπαίθριο χώρο, οφείλει να διαθέτει και να διατηρεί στο χώρο του καταστήματος τεχνική έκθεση αρμόδιου μηχανικού, συνοδευόμενη από τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο θα αποτυπώνεται η θέση και η φορά των ηχείων. Η τεχνική έκθεση θα 2 αποδεικνύει ότι έχει λάβει όλα τα απαιτούμενα μέτρα ούτως ώστε με μέγιστη ηχοστάθμη 80db να μη δημιουργούνται προβλήματα στα σημεία προστασίας. Στον ενδιαφερόμενο χορηγείται αποδεικτικό υποβολής, στο οποίο επισυνάπτεται αντίγραφο της γνωστοποίησης. Η γνωστοποίηση αποστέλλεται από το Δήμο στην Αστυνομία και στην Υγειονομική Υπηρεσία της Περιφέρειας. Εκκρεμείς αιτήσεις εξετάζονται με βάση τις ισχύουσες πλέον διατάξεις περί γνωστοποίησης. Στους αιτούντες χορηγείται αποδεικτικό υποβολής με συνημμένο αντίγραφο της αίτησης, ενώ επιστρέφονται παράβολα που έχουν καταβληθεί. Η άδεια παράτασης ωραρίου χρήσης μουσικής εξακολουθεί να χορηγείται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 29 παρ. 3 του Ν. 4442/2016, από τα κατά νόμο αρμόδια όργανα, κατόπιν υποβολής της σχετικής αίτησης και την προσκόμιση του αποδεικτικού υποβολής γνωστοποίησης (για όσα ΚΥΕ έχουν ήδη υποβάλλει […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 3 Απριλίου, 2017

    Ζητήματα του δικαίου της απόδειξης κατά τον ΚΠολΔ (μετά το Ν. 4335/2015).

    “Ζητήματα του δικαίου της απόδειξης κατά τον ΚΠολΔ (μετά το Ν. 4335/2015)” [Εισήγηση του Κων/νου Ρήγα, Πρωτοδίκη Πατρών] Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις Στο δίκαιο της απόδειξης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), όπως έχει διαμορφωθεί κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, ανακύπτουν θεμελιώδη ερμηνευτικά ζητήματα, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο δογματικό και πρακτικό ενδιαφέρον. Τα σημαντικότερα από τα περί ων ο λόγος ζητήματα εξετάζονται εν συνεχεία[1], ενώ επιχειρείται η προσέγγιση αυτών υπό το φως της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος απόδειξης, το οποίο απορρέει από το προστατευόμενο μέσω της ρύθμισης του άρθρου 20§1 του Συντάγματος (Σ.) δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας. Η επίλυσή τους επιδιώκεται κατ’ επέκταση με γνώμονα την πληρέστερη πραγμάτωση της πρωταρχικής τελολογίας του εν γένει δικονομικού δικαίου, η οποία συνίσταται, σύμφωνα ιδίως με τις διατάξεις των άρθρων 20§1, 25, 93 επ. Σ., 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., 6§1 ΕΣΔΑ και 2§3 του κυρωθέντος μέσω του Ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, στη διασφάλιση της ορθής και ταχείας εφαρμογής του ουσιαστικού δικαίου για τη διευθέτηση των αγόμενων προς κρίση διαφορών, με απώτερο σκοπό την κοινωνική ευρυθμία και ευημερία. Β. Οι ευρύτερης εμβέλειας τροποποιήσεις του δικαίου της απόδειξης μέσω του Ν. 4335/2015 Ι. Η αποδεικτική διαδικασία 1. Η υποχώρηση των αρχών της προφορικότητας και της αμεσότητας στην τακτική διαδικασία Δυνάμει της ρύθμισης της έκτης παραγράφου του νέου άρθρου 237 ΚΠολΔ, το οποίο ισχύει για τις κατατιθέμενες μετά την 1-1-2016 αγωγές (βλ. την πρώτη παράγραφο του άρθρου ένατου του Ν. 4335/2015), στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας δε λαμβάνει κατά κανόνα χώρα διεξαγωγή μαρτυρικής απόδειξης, παρά μόνον εφόσον κρίνεται από το δικαστήριο απολύτως αναγκαία συνεπεία της μελέτης του φακέλου της δικογραφίας (βλ. και την πέμπτη παράγραφο του άρθρου 237). Εκδίδεται προς τούτο, είτε, στην περίπτωση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, από τον πρόεδρο αυτού είτε, επί Μονομελούς Πρωτοδικείου ή Ειρηνοδικείου, από το δικάζοντα δικαστή, διάταξη για την επανάληψη της (ενιαίας) συζήτησης της υπόθεσης, στο ακροατήριο και σε μη συντομότερο των δεκαπέντε ημερών χρόνο, ώστε να εξετασθεί, ενώπιον του ήδη ορισθέντος εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου (βλ. επιπροσθέτως το ά. 237§4 ΚΠολΔ), ένας συγκεκριμένος μάρτυρας ανά διάδικη πλευρά (βλ. και το ά. 396 του ίδιου κώδικα), στον τόπο, κατά την ημέρα και την ώρα που προβλέπει η προειρημένη διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, εντός του ίδιου δικαστικού έτους, εκτός αν αυτό τυγχάνει χρονικά αδύνατο. Όταν λοιπόν οι διάδικοι έχουν προσκομίσει ένορκες βεβαιώσεις (βλ. επιπλέον τις §§1,2 του άρθρου 237), δεν επιτρέπεται η εν θέματι εξέταση τρίτου προσώπου, διότι οι μάρτυρες προέρχονται τότε υποχρεωτικά από τους ενόρκως βεβαιώσαντες, αλλά η επιλογή των εξεταστέων στο ακροατήριο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. και το ά. 107 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αντιθέτως της μη προσκόμισης ένορκων βεβαιώσεων, η εξέταση μάρτυρα προϋποθέτει σωρευτικά ότι προτείνεται από το διάδικο τέτοιος και το δικαστήριο την αξιολογεί ως σκόπιμη, οπότε πρέπει να καταθέσει ο προτεινόμενος μάρτυρας (βλ. το ά. 106 ΚΠολΔ). Η καταχώριση της διάταξης για την επανάληψη της συζήτησης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων. Η καταχώριση αυτή δύναται επίσης να γνωστοποιείται, ύστερα από πρωτοβουλία του γραμματέα του δικαστηρίου, μέσω της αποστολής […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 23 Μαρτίου, 2017

    Ολίγα τινά περί Διαθηκών.

    Το ελληνικό κληρονομικό δίκαιο προβλέπει τρεις τύπους διαθήκης, την ιδιόγραφη, την μυστική και την δημόσια. Η ιδιόγραφη διαθήκη Η ιδιόγραφη διαθήκη είναι αυτή που γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, υπογράφεται στο τέλος του κειμένου της από τον ίδιο και έχει ημερομηνία και το όνομα του διαθέτη. Η μυστική διαθήκη γράφεται είτε με το χέρι του διαθέτη και υπογράφεται από αυτόν, είτε από τρίτο πρόσωπο, οπότε ο διαθέτης πρέπει να υπογράφει σε κάθε ημίφυλλο και στο τέλος του κειμένου. Η μυστική διαθήκη παραδίδεται σε συμβολαιογράφο, συντασσομένης πράξεως παραδόσεως της διαθήκης. Η δημόσια διαθήκη συντάσσεται σε συμβολαιογράφο παρουσία μαρτύρων και καταχωρείται στο αρχείο του συμβολαιογράφου. Για πολλές δεκαετίες στο ελληνικό κληρονομικό δίκαιο ίσχυε η θεμελιώδης αρχή ότι οι τρεις τύποι διαθήκης που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, δηλ. η ιδιόγραφη, η μυστική και η δημόσια, έχουν ίδια ισχύ και καμία δεν θεωρείται αυξημένης ισχύος έναντι των άλλων. Περαιτέρω, μετά την τροποποίηση του άρθρου 808 παρ.3 ΚΠλοΔ, πρέπει να αναφερθεί πως όταν κληρονόμος του διαθέτη ορίζεται κάποιος ο οποίος δεν είναι σύζυγος του ή δεν έχει συγγενική σχέση μαζί του τουλάχιστον τέταρτου βαθμού, τότε προηγουμένωνς διατάσσεται οπωσδήποτε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να αποδειχθεί η γνησιότητα της γραφής. Στην περίπτωση αυτή καλείται υποχρεωτικά, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, το Ελληνικό Δημόσιο. Με το Νόμο 4182/2013 καθιερώθηκε εξαίρεση της αρχής της ισότητος μεταξύ των τριών τύπων διαθήκης, εις βάρος της ιδιογράφου και της μυστικής. Η διάταξη όριζε ότι αν κάποιος δεν έχει συγγενείς εξ αίματος έως τον τέταρτο βαθμό, δεν έχει δηλαδή εξ αδιαθέτου κληρονόμους, για να αφήσει με διαθήκη την κληρονομία του σε μη συγγενικό του πρόσωπο, που νομικά ονομάζεται εξωτικός, θα πρέπει να το κάνει μόνο με δημόσια διαθήκη. Αν δηλαδή κάποιος που δεν έχει εξ αίματος συγγενείς, επιθυμεί να αφήσει την περιουσία του σε κάποιον μη συγγενή, μπορεί να το κάνει μόνο με δημόσια διαθήκη, που γίνεται σε συμβολαιογράφο, ενώ αν συντάξει ιδιόγραφη ή μυστική διαθήκη, αυτή θα θεωρηθεί άκυρη και δεν θα ισχύσει. Με την διάταξη αυτή, αμφιβόλου συνταγματικότητας, περιορίζεται το δικαίωμα του διατιθέναι, δηλ. της ελευθερίας που έχει κάθε άνθρωπος να διαθέτει τα περιουσιακά του στοιχεία με όποιον τρόπο θέλει, διότι του απαγορεύεται στην ουσία να χρησιμοποιήσει έναν απολύτως έγκυρο και νόμιμο τρόπο διαθήκης, αυτόν της ιδιογράφου, εάν θελει να αφήσει περιουσιακά του στοιχεία σε εξωτικό, δηλαδή σε μη συγγενικό πρόσωπο. Η δικαιολογητική βάση αυτής της διατάξεως είναι η προστασία του συμφέροντος του Δημοσίου, διότι στις περιπτώσεις που κάποιος διαθέτης δεν έχει εξ αδιαθέτου κληρονόμους, κληρονόμος τελικά καλείται το Ελληνικό Δημόσιο. Έχουν πράγματι υπάρξει περιπτώσεις στις οποίες «κατασκευάσθηκαν» διαθήκες ανθρώπων που απεβίωσαν χωρίς συγγενείς, ώστε να επιχειρείται να κληρονομήσει κάποιος τρίτος με πλαστογραφία, ενώ χωρίς την ιδιόγραφη διαθήκη η περιουσία θα κατέληγε υπέρ του Δημοσίου. Η προσπάθεια ωστόσο αποθαρρύνσεως μερικών επιτηδείων που σκέπτονται να πλαστογραφήσουν διαθήκες, δεν δικαιολογεί την στέρηση κάθε ανθρώπου από το δικαίωμά του να συντάσσει όποιον τύπο διαθήκης επιθυμεί και να ορίζει όποιον κληρονόμο αυτός επιλέγει, αλλοιώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την βασική αρχή του ελληνικού δικαίου ότι όλες οι διαθήκες, επομένως και οι ιδιόγραφες, έχουν ισοδύναμη ισχύ. *Γράφει ο Χρήστος Ηλιόπουλος , Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, LLM, Αρχική ΜΥΣΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ: ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 19 Μαρτίου, 2017

    Η περίπτωση ελευθέρωσης του Εγγυητή από την Δανειακή Σύμβαση.

    Αρκετές φορές κάποια προσωπα αναγκάζονται να εγγυηθούν για τα χρεη καποιου άλλου προσώπου-δανειολήπτη (φυσικού ή νομικού προσώπου) που ανήκει στο στενό οικογενειακό κύκλο του εγγυητη και έχει συναισθηματικούς δεσμούς με τον εγγυητη. Ειδικά, τα τελευταία χρονια της οικονομικής ύφεσης, ένα απο τα προβλήματα που έχουν ανακύψει ειναι και η ευθύνη αυτων των εγγυητων σε δανειακή συμβαση, στην υπογραφη της οποίας προέβησαν, πολλές φορές για λόγους όχι με σκοπό την επιδιωξη κέρδους αλλά “χαριστικώς από λόγους οικογενειακής αλληλεγγυης ή ηθικού καθήκοντος” (βλ. ΕιρηνΜαραθ 176/2013 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕιρΗρακλ 611/2011, ΕιρΧαν 393/2012. Πρβλ. Και ΕιρΛαυρ 178/2011 για εγγυηση υπέρ ΟΕ. Ομοίως περι οικογενειακής αλληλεγγύης και ηθικού καθήκοντος σε ΕφΘρακ 104/1992 Αρμ 1992 σ.1121) ή “από λόγους κοινωνικής αλληλεγγύης” (ΕιρΧαν 393/2012, ΕιρΜεσολ 22/2015). Στις δανειακές συμβάσεις στις οποίες τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτούσαν την υπογραφη και δέσμευση και εγγυητή, συνήθως εμπεριέχονταν όροι οι οποίοι στοχο ειχαν να αποκλείσουν την ενάσκηση νομίμων δικαιωμάτων που προβλέπονται εκ του Νόμου υπέρ του εγγυητη, όπως λ.χ.: “Ο εκ τρίτου συμβαλλόμενος εγγυητης δηλώνει οτι εγγυάται προς την Τράπεζα την πιστη, εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κατα κεφάλαιο, τοκους πάσης φυσεως, προμήθειες, φορους, ζημίες και έξοδα ‘ολων των ποσών που οφειλονται ή μπορει να οφειλονται απο τον οφειλέτη προς την δανειστρια Τράπεζα σε εκπλήρωση των υποχρεωσεών του, συμφωνα με τους όρους της παρουσας. Για την εγγύηση αυτη συμφωνούνται τα εξής: α) Ο εγγυητης ενέχεται ως αυτοφειλέτης και παραιτειται ανεπιφύλακτα απο την ένσταση της διζησης (άρθρο 855 ΑΚ) όπως επίσης και απο τις ενστάσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 852, 853, 858, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ. Η παρούσα σύμβαση ισχύει και μετά τον θάνατο του εγγυητη με ευθύνη των κληρονόμων του χωρις να απαιτειται να ανακοινωθει η παρούσα σύμβαση σ΄ αυτούς. β) Καθε αναγνώριση του υπολοίπου του λογαριασμού που γινεται απο τον οφειλέτη προς την δανειστρια Τράπεζα, όπως επίσης και το δεδικασμένο υπέρ της δανειστριας Τράπεζας κατα του οφειλέτη, δεσμευει και τον εγγυητή. γ) Η δανειστρια Τραπεζα δεν εχει καμία ευθύνη προς τον εγγυητη για ενδεχομενα πταίσματα των υπαλλήλων στελεχων ή οργάνων της. Ειδικότερα ο εγγυητης σε καμία περιπτωση δεν θα ελευθερώνεται εαν απο οποιαδηποτε ενέργεια, παραλειψη ή πταίσμα των υπαλλήλων, στελεχών ή οργάνων της δανειστριας Τράπεζας, έγινε ολικά ή μερικά αδυνατη η αποπληρωμή προς την δανειστρια Τραπεζα των ποσών που οφείλονται απο τον οφειλέτη σύμφωνα με τους όρους της παρούσας. δ) Ο εγγυητης αποδέχεται απο τώρα τη μεταβολή οποιουδήποτε όρου της παρούσας συμβασης, η οποία έγινε αποδεκτη απο τον οφειλέτη κατα τα αναγραφομενα στους όρους της παρούσας. ε) Ο εγγυητης δεν ελευθερώνεται αν η δανειστρια Τραπεζα παραιτηθηκε εμπραγμάτων ή προσωπικών ασφαλειών υπέρ αυτης, για τις απαιτησεις της απο τη παρούσα σύμβαση και προσθετα παρεχει την ανέκκλητη συναίνεση του στην δανειστρια Τράπεζα, να παραιτείται οποτεδηποτε των εμπραγμάτων ή προσωπικών αυτων ασφαλειών”. Οι παραπάνω όροι σε μια δανειακή συμβαση αποτελούν καταχρηστικούς όρους με βάση το άρθρο 281 ΑΚ και την ειδικότερη έκφανση αυτού στο άρθρο 2 παρ. 6 του νόμου 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αφού έχει νομολογηθεί, ότι ο γενικός όρος των συναλλαγών περί παραιτήσεως του εγγυητή από τις προαναφερθείσες ενστάσεις είναι απολύτως άκυρος, καθώς διαταράσσεται η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών εις […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ