• 26 Μαΐου, 2015

    ΑΠ 371/2012: Κίνδυνος σύγχυσης στην περίπτωση σύγκρουσης διακριτικού γνωρίσματος και domain name

    Περίληψη Η δημιουργία στο διαδίκτυο (internet) μίας ηλεκτρονικής διεύθυνσης που επιτρέπει την πρόσβαση των υποψήφιων πελατών – χρηστών και την κατάρτιση συναλλαγών με τον κάτοχο αυτής, καλείται «domain name» (όνομα περιοχής) και επιτελεί μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος, λόγω του ότι οι κάτοχοι των «domain name», πρακτικά, εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα που είναι ήδη γνωστοί στον υλικό κόσμο. Ο κίνδυνος σύγχυσης στην περίπτωση σύγκρουσης διακριτικού γνωρίσματος και domain name θα πρέπει να αξιολογείται ευρέως. Απαιτείται πάντως κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων (βλ. περίπτ. επιτρεπόμενης διαδικτυακής χρήσης σήματος, για την προβολή άσχετων προϊόντων και συνεπώς δεν μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος σύγχυσης). Το ομοειδές του «domain name» και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, συνηγορεί υπέρ της κατάφασης προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ παρεμφερών σημάτων – διακριτικών τίτλων ως προς την προέλευση των προσφερομένων και διαφημιζομένων υπηρεσιών, εφόσον αφενός αφορούν διαφορετικούς τομείς δραστηριότητας και παροχής υπηρεσιών (υπηρεσίες μετάφρασης, διερμηνείας, εφαρμογές πληροφορικής στον τομέα μετάφρασης και ιδιωτική εκπαίδευση – εκμάθηση ξένων γλωσσών και πληροφορικής) και αφετέρου οι αποδέκτες των παρεχόμενων από τις αντιδίκους υπηρεσίες δεν είναι ταυτόσημοι, ούτε εμφανίζουν μεταξύ τους συγγένεια Αριθμός 371/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1′ Πολιτικό Τμήμα (…) ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, AΠ 633/2011). Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν (ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 1506/2007, ΑΠ 1445/2007, ΑΠ 1188/2007). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 110, 117-118 και 216 ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή το απαράδεκτο, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως αναγόμενο στην αφορώσα τη δημόσια τάξη προδικασία, εκτός των αναφερομένων στα άρθρα 118 και 117 στοιχείων, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 21 Μαΐου, 2015

    ΜΠρΠατρών (ΑσφΜ) 158/2015 : Πρωτότυπη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων: συγχωρείται η έκδοση μη οριστικής απόφασης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάσσεται διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την ψυχική κατάσταση της αιτούσας – μητέρας.

    ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ   Αριθμός Απόφασης 158/2015 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Βασιλική Καρβέλα. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 24-09-2014, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει:   Α) Την από 24-06-2014 (με αριθμό κατάθεσης 820/30-06-2014) αίτηση :   ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ : …, κατοίκου Πατρών, ως εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων της …., κατοίκων ομοίως, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου της Αδαμαντίας Παχουμίου (Δ.Σ. Πατρών) και κατέθεσε σημείωμα,   ΚΑΤΑ   ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ : …, κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Γαλανόπουλου (Δ.Σ. Πατρών) και κατέθεσε σημείωμα.   Β) Την προφορικώς στο ακροατήριο ασκηθείσα ανταίτηση :   ΤΟΥ ΑΝΤΑΙΤΟΥΝΤΟΣ : …, κατοίκου Πατρών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασιλείου Γαλανόπουλου (Δ.Σ. Πατρών) και κατέθεσε σημείωμα,   ΚΑΤΑ   ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΤΑΙΤΗΣΗ : …, κατοίκου Πατρών, ως εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων της …, κατοίκων ομοίως, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου της Αδαμαντίας Παχουμίου (Δ.Σ. Πατρών) και κατέθεσε σημείωμα.   Η αιτούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η άνω αίτηση της, της οποίας η συζήτηση προσδιορίσθηκε για τις 04-08-2014, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.   Ο καθ’ ου η άνω αίτηση άσκησε προφορικώς στο ακροατήριο ανταίτηση και ζήτησε να γίνει δεκτή.   Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.     ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ     I. Στην υπό κρίση αίτηση της, η αιτούσα ζητεί Α) να της ανατεθεί προσωρινά η αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της …, τα οποία απέκτησε στις 10-04-2002, στις 31-10-2003 και στις 21-09-2006 αντίστοιχα από το γάμο της με τον καθ’ ου, ο οποίος τελέσθηκε, κατά το δόγμα της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, στην Πάτρα στις 02-01-2000, Β) να υποχρεωθεί ο καθ’ ου να της καταβάλλει εντός του πρώτου πενθήμερου εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από την επίδοση της αίτησης και νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης έως την εξόφληση, ως προσωρινή μηνιαία διατροφή των άνω τέκνων της, τα οποία στερούνται εισοδημάτων και περιουσίας, το ποσό των 350 ευρώ για την … και το ποσό των 300 ευρώ για έκαστο των λοιπών δύο τέκνων (…), επικαλούμενη ότι ο καθ’ ού αποκερδαίνει από την εργασία του ως τεχνικού γραφέα στη ΔΕΗ Πατρών το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως, η δε απασχόληση του κατά τις απογευματινές ώρες ως ηλεκτρολόγου – υδραυλικού – σιδηρουργού για την επισκευή ηλεκτρολογικών και λοιπών εγκαταστάσεων αυξάνει τις μηνιαίες αποδοχές του κατά 500 ευρώ, κατά τρόπον ώστε αυτές να ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 2.000 ευρώ, ενώ διαθέτει την αναφερόμενη στο δικόγραφο κινητή και ακίνητη περιουσία, Γ) να διαταχθεί η προσωρινή μετοίκηση του από την κείμενη επί της οδού … στην Πάτρα συζυγική εστία (υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της εκεί πολυώροφης οικοδομής), της αποκλειστικής αυτού κυριότητας και να απαγορευθεί η επάνοδος του σε αυτήν διότι από λόγους που ανάγονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του καθ’ ού, όπως αυτοί λεπτομερώς εκτίθενται στο δικόγραφο, έχει καταστεί αφόρητη πλέον για την ίδια η εξακολούθηση της έγγαμης με εκείνον συμβίωσης […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 13 Μαΐου, 2015

    AΠ 137/2015 – Ακυρότητα επίδοσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος

    Ακυρότητα επίδοσης παραπεμπτικού βουλεύματος (νομολογία) AΠ 137/2015 – Ακυρότητα επίδοσης παραπεμπτικού βουλεύματος: «Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί µε επίδοση σε αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισµό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να µπορεί να προετοιµάσει την υπεράσπισή του. Η κλήση για την εμφάνιση πρέπει να αναφέρεται στο προεπιδοθέν παραπεμπτικό βούλευμα και να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα. Κατά τις διατάξεις όµως, των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1, και 174, του ΚΠΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α’ ΕΣΔΑ προστατευόµενα δικαιώµατα του κατηγορουµένου, η ακυρότητα από τη µη τήρηση των διατάξεων αυτών (320-321 ΚΠΔ), από μη κλήτευση ή από άκυρη κλήτευση, είναι σχετική, ως αναγόµενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι’ αυτό και αν δεν ο κατηγορούμενος παραστεί στον πρώτο βαθμό και δεν προβάλλει κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης αντιρρήσεις στην πρόοδο αυτής, η σχετική αυτή ακυρότητα καλύπτεται. Εφόσον όµως, ο κατηγορούµενος κατ’ αυτή δεν εµφανίστηκε ή εµφανισθείς πρόβαλε την ακυρότητα αυτή και το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισµό του αυτόν, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και µπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθµιο δικαστήριο, σε περίπτωση καταδίκης, µόνο όµως, µε ειδικό λόγο έφεσης του κατηγορουμένου κατά της απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης, καλύπτεται. Γι’ αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού µέσου ή την όρκιση του πρώτου µάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ’ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 174 η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσµατος και της κλήσης στο ακροατήριο του κατηγορουμένου καλύπτεται αν ο κατηγορούµενος εµφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου η μη επίδοση ή η ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος και εκ του λόγου αυτού προβληθεί αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθµιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούµενος, αν εµµένει σε αυτήν, πρέπει να επαναφέρει στο εφετείο την πρόταση της μη επίδοσης ή της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας ή να την προβάλλει το πρώτον, αν καταδικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διαλαµβάνοντας στην τυχόν ασκηθείσα έφεσή του ειδικό λόγο εφέσεως περί αυτού. Αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για να µπορεί να προτείνει παραδεκτά και πάλι στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισµό του και τούτο θα γίνει πριν την ανάπτυξη της έφεσής του από τον εισαγγελέα ή πριν την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού µέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Η μη έγκυρη δε επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης αυτού στο ακροατήριο, η οποία και πάλιν μπορεί να καλυφθεί κατά τα παραπάνω. Τούτο ισχύει, πολύ περισσότερο, και στην περίπτωση που η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε πριν καταστεί αμετάκλητο, παρά τα οριζόμενα στα άρθρα 314 και 319 παρ.5 ΚΠΔ, οπότε και στην περίπτωση αυτή και η επίδοση του βουλεύματος είναι άκυρη. Το αμετάκλητο όμως του παραπεμπτικού βουλεύματος […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 3 Μαΐου, 2015

    ΑΠ 1691/2014: Χρηματική κατάθεση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Νομική φύση των έννομων σχέσεων που θεμελιώνονται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως

    1691/2014 ΑΠ ( 639709)   (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Χρηματική κατάθεση σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό. Νομική φύση των έννομων σχέσεων που θεμελιώνονται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Μετά τη κατάθεση αποκόπτεται κάθε δεσμός μεταξύ καταθέτη και καταθέσεως, δικαιούχος της οποίας είναι αυτός υπέρ του οποίου έγινε η κατάθεση, η δε τράπεζα, από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων, έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλει στον δικαιούχο, όταν της ζητηθεί, ενώ τρίτος καθίσταται ο κύριος των κατατεθέντων χρημάτων, αμέσως μετά την κατάθεσή τους και δεν επηρεάζεται από τον μεταγενέστερο θάνατο του καταθέτη. Θάνατος ενός εκ των καταθετών. Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της καταθέσεως, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της καταθέσεως που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών, εκτός και αν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της καταθέσεως που αναλογούσε σ’ εκείνον. Και αν όμως δεν έχει τεθεί ο όρος αυτός, οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν υπεισέρχονται ως προς την κατάθεση στην έναντι της τράπεζας θέση του κληρονομηθέντος, και επομένως η ανάληψη του ποσού αυτού από τον επιζώντα καταθέτη, και στην περίπτωση που αυτός είναι συγχρόνως και κληρονόμος του αποθανόντος γίνεται έναντι της τράπεζας ιδίω ονόματι και όχι με την ιδιότητα του κληρονόμου. Σύμβαση εντολής. Λύση αυτής. Επί ατομικού προθεσμιακού λογαριασμού, στον οποίο περιέχεται όρος, όπως το προϊόν του λογαριασμού περιέλθει κατά τη λήξη της προθεσμίας σε άλλο λογαριασμό του ίδιου διαθέτη ή σε κοινό λογαριασμό του διαθέτη με τρίτο, που τηρούνται στην ίδια ή άλλη τράπεζα, ή κατατεθεί το προϊόν αυτού σε λογαριασμό τρίτου ιδίως αν αυτό γίνεται σε εκπλήρωση υποχρεώσεως του καταθέτη προς τον τρίτο, τότε, σε περίπτωση θανάτου του καταθέτη πριν τη λήξη της προθεσμίας, η εντολή αυτή δεν λύεται. Σφάλμα του Εφετείου. Αναιρεί την υπ’αριθμ. 285/2012 απόφαση του Εφετείου Θράκης. Παραπέμπει. Αριθμός 1691/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2` Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Κ. συζ. Γ. Χ., το γένος Κ. Ζ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Θεώνη Σγουράκη- Παπασπυροπούλου, που ανεκάλεσε την από δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία “….. ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ”, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 285/2012 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 1 Μαΐου, 2015

    ΜΟΝ ΠΡΩΤ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1426/2015 : ΛΥΣΗ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ – ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ.

    ΛΥΣΗ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ – ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ. Αίτηση για να αναγνωρισθεί ότι ετερόρρυθμη εταιρεία έχει λυθεί με καταγγελία για σπουδαίο λόγο και ότι ο αιτών είναι εκκαθαριστής, υπάγεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. Το αίτημα για λύση της εταιρείας με δικαστική απόφαση κατ’ άρθ. 259 § 1 δ του ν. 4072/2012. υπάγεται στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1426/2015 Δικαστής: Χρήστος Κωστόπουλος, Πάρεδρος. Δικηγόρος: Σωτ. Πανουσάκη. Από το ενιαίο της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων συνάγεται κατ’ αρχήν ότι αίτηση, που εισάγεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί υποθέσεως μη υπαγόμενης σε αυτήν, εφόσον συντρέχουν οι όροι εκδίκασής της κατά την αμφισβητούμενη δικαιοδοσία, όπως κλήτευση του αντιδίκου είτε εξ αρχής είτε κατ’ άρθρο 748 § 3 ΚΠολΔ, δικάζεται αμέσως κατά την εκάστοτε προσήκουσα διαδικασία. Η δικονομική αυτή δυνατότητα τελεί υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι με το δικόγραφο ζητείται η παροχή εκείνης της μορφής ένδικης προστασίας, που μπορεί να παρασχεθεί από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου κανονικά θα έπρεπε να εισαχθεί η υπόθεση, καθώς και ότι το δικαστήριο όπου εισήχθη είναι καθ’ ύλη αρμόδιο. Αν δεν συντρέχουν οι όροι αυτοί, η αίτηση παραπέμπεται σε άλλη συζήτηση κατά την προσήκουσα διαδικασία ή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά το άρθρο 46 ΚΠολΔ. Αν αντιστρόφως υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας εισαχθεί εσφαλμένα κατά τις διατάξεις της αμφισβητούμενης απορρίπτεται ως απαράδεκτη χωρίς να υπάρχει περιθώριο παραπομπής κατ’ άρθρο 46 ΚΠολΔ και τούτο διότι η υποβολή της σχετικής αίτησης δεν συνδέεται με δικονομικές ή ουσιαστικές συνέπειες που διατηρούμενες θα πρέπει να προστατευθούν (ΕφΑθ 5722/2011, ΕφΑθ 6033/1995 ΤΝΠ-Νόμος, Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, έκδ. 2000, τόμος ΙΙ, σ. 1457, 1458). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών εκθέτει στην αίτησή του: Ότι αυτός και ο καθ’ ου είναι τα μόνα μέλη της ετερόρρυθμης εταιρίας ορισμένου χρόνου με την επωνυμία «Π.Σ.–Β.Π. και Σία ΕΕ» και ειδικότερα ότι ο ίδιος είναι ομόρρυθμος εταίρος και διαχειριστής και ο καθ’ ου ετερόρρυθμος εταίρος. Ότι μεταξύ άλλων προβλεπόταν στο καταστατικό της εταιρίας ως ένας από τους τρόπους λύσης της η καταγγελία του ενός εκ των εταίρων για σπουδαίο λόγο, καθώς και ότι μετά τη λύση της εκκαθαριστής θα αναλάμβανε ο διαχειριστής της. Ότι συνεπεία της κακής οικονομικής πορείας της εταιρίας και της εντεύθεν αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της μεταξύ των οποίων και η καταβολή των οφειλόμενων μισθωμάτων των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2014 προς τους εκμισθωτές των χώρων που λειτουργούσε η επιχείρησή της, οι τελευταίοι πέτυχαν την έκδοση από το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης των αναφερόμενων στην αίτηση διαταγών απόδοσης μισθίου. Ότι σε συμμόρφωση προς τις διαταγές αυτές την 26.6.2014 παρέδωσε τα μίσθια καταστήματα στους ιδιοκτήτες τους και έκτοτε η εταιρία στερείται έδρας, αντικειμένου και σκοπού. Ότι με εξώδικη δήλωσή του την οποία επέδωσε προς τον καθ’ ου την 7.7.2014 κατήγγειλε την εταιρία για σπουδαίο λόγο συνιστάμενο στην αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της μετά την αποβολή από το μίσθιο με συνέπεια έκτοτε να έχει επέλθει η λύση της. Βάσει του ως άνω ιστορικού ζητεί: α) να αναγνωριστεί ότι επήλθε η λύση της εταιρίας λόγω της ως άνω καταγγελίας που έγινε για σπουδαίο λόγο άλλως να λυθεί η εταιρία με απόφαση του Δικαστηρίου για σπουδαίο λόγο και β) να αναγνωριστεί ως εκκαθαριστής σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο καταστατικό […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 25 Απριλίου, 2015

    AΠ 137/2015 – Ακυρότητα επίδοσης παραπεμπτικού βουλεύματος

    AΠ 137/2015 – Ακυρότητα επίδοσης παραπεμπτικού βουλεύματος: «Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί µε επίδοση σε αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισµό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να µπορεί να προετοιµάσει την υπεράσπισή του. Η κλήση για την εμφάνιση πρέπει να αναφέρεται στο προεπιδοθέν παραπεμπτικό βούλευμα και να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα. Κατά τις διατάξεις όµως, των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1, και 174, του ΚΠΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α’ ΕΣΔΑ προστατευόµενα δικαιώµατα του κατηγορουµένου, η ακυρότητα από τη µη τήρηση των διατάξεων αυτών (320-321 ΚΠΔ), από μη κλήτευση ή από άκυρη κλήτευση, είναι σχετική, ως αναγόµενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι’ αυτό και αν δεν ο κατηγορούμενος παραστεί στον πρώτο βαθμό και δεν προβάλλει κατά την έναρξη της πρωτόδικης δίκης αντιρρήσεις στην πρόοδο αυτής, η σχετική αυτή ακυρότητα καλύπτεται. Εφόσον όµως, ο κατηγορούµενος κατ’ αυτή δεν εµφανίστηκε ή εµφανισθείς πρόβαλε την ακυρότητα αυτή και το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισµό του αυτόν, τότε η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται και µπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθµιο δικαστήριο, σε περίπτωση καταδίκης, µόνο όµως, µε ειδικό λόγο έφεσης του κατηγορουμένου κατά της απόφασης. Εφόσον η εν λόγω ακυρότητα δεν προταθεί ως λόγος έφεσης, καλύπτεται. Γι’ αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 του ΚΠΔ να προταθεί εωσότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική απόφαση, πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στο πρωτοβάθµιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού µέσου ή την όρκιση του πρώτου µάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατ’ άρθρο 174 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 174 η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσµατος και της κλήσης στο ακροατήριο του κατηγορουμένου καλύπτεται αν ο κατηγορούµενος εµφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθµίου δικαστηρίου η μη επίδοση ή η ακυρότητα της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος και εκ του λόγου αυτού προβληθεί αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθµιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούµενος, αν εµµένει σε αυτήν, πρέπει να επαναφέρει στο εφετείο την πρόταση της μη επίδοσης ή της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας ή να την προβάλλει το πρώτον, αν καταδικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, διαλαµβάνοντας στην τυχόν ασκηθείσα έφεσή του ειδικό λόγο εφέσεως περί αυτού. Αυτό αποτελεί την προϋπόθεση για να µπορεί να προτείνει παραδεκτά και πάλι στο Εφετείο τον σχετικό ισχυρισµό του και τούτο θα γίνει πριν την ανάπτυξη της έφεσής του από τον εισαγγελέα ή πριν την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού µέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτος. Η μη έγκυρη δε επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης αυτού στο ακροατήριο, η οποία και πάλιν μπορεί να καλυφθεί κατά τα παραπάνω. Τούτο ισχύει, πολύ περισσότερο, και στην περίπτωση που η κλήση στο ακροατήριο επιδόθηκε πριν καταστεί αμετάκλητο, παρά τα οριζόμενα στα άρθρα 314 και 319 παρ.5 ΚΠΔ, οπότε και στην περίπτωση αυτή και η επίδοση του βουλεύματος είναι άκυρη. Το αμετάκλητο όμως του παραπεμπτικού βουλεύματος στις περιπτώσεις των άρθρων 314 […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 25 Απριλίου, 2015

    ΑΠ 332/2014 (ΠΟΙΝ) : Ενσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, λόγω προηγηθέντος συμβιβασμού, και λόγω παραγραφής εν επιδικία της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση ένεκα ηθικής βλάβης. Η παραγραφή εν επιδικία δεν έχει εφαρμογή επί αποσβεστικών προθεσμιών, όπως αυτή της εγέρσεως αγωγής κακοδικίας.

    332/2014 ΑΠ (ΠΟΙΝ) ( 639735)   (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Καταδίκη για κακουργηματική υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας άνω των 73.000 € από εντολοδόχο κατ΄ εξακολούθηση και για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Απόλυτη ακυρότητα. Ενσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής, λόγω προηγηθέντος συμβιβασμού των μερών, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα την απόσβεση της αξιώσεως, και λόγω παραγραφής εν επιδικία της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση ένεκα ηθικής βλάβης. Συμβιβασμός. Αναγνώριση της οφειλής από το ένα μέρος και παραίτηση από την απαίτηση αποζημιώσεως για περιουσιακή βλάβη από το άλλο μέρος. Ωστόσο ο εγκαλών δεν παραιτήθηκε και από την απαίτησή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου και προθεσμία αυτής (εξάμηνη). Αντικείμενο της αγωγής κακοδικίας κατά δικηγόρου δύναται να είναι και η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η οποία δύναται και να επιδιωχθεί δια παραστάσεως πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία. Παραγραφή εν επιδικία. Η παραγραφή εν επιδικία δεν έχει εφαρμογή επί αποσβεστικών προθεσμιών, όπως αυτή της εγέρσεως αγωγής κακοδικίας. Απορριπτέος και αυτός ο λόγος αναιρέσεως. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Αριθμός 332/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Α. Φ. του Φ., κατοίκου ……. , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Κάσση, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 242/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Χ. Μ. του Γ., κάτοικο …, που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Οκτωβρίου 2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1324/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 384 του ΠΚ όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 6, του Ν. 3904/21-12-2010: “1. Το αξιόποινο των εγκλημάτων των άρθρων 372-374, 375-377, 381 και 382 εξαλείφεται, αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές αποδώσει χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου το πράγμα ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα. Η μερική μόνο απόδοση ή ικανοποίηση εξαλείφει το αξιόποινο κατά το αντίστοιχο μόνο μέρος. 2. Εάν ο υπαίτιος των πράξεων της παρ. 1 μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης, χωρίς παράνομη βλάβη τρίτου αποδώσει το πράγμα και δηλώσει ο παθών ή οι κληρονόμοι του ότι δεν έχουν άλλη αξίωση από την πράξη ή ικανοποιήσει εντελώς τον ζημιωθέντα, καταβάλλοντας αποδεδειγμένα ή κατά δήλωση του παθόντος ή των κληρονόμων του το κεφάλαιο και τους τόκους υπερημερίας, δεν κινείται ποινική δίωξη και η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 23 Απριλίου, 2015

    Κληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου

    Μον.Πρωτ.Ρόδου 259/2012 : Κληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου : “Σύµφωνα µε το άρθρο 1711 ΑΚ ο κυοφορούµενος µπορεί να κληρονοµήσει τόσο εκ διαθήκης όσο και εξ αδιαθέτου. Η ρύθµιση βρίσκεται σε αρµονία µε την ΑΚ 36. Συνεπώς ο κυοφορούµενος έχει πλήρη ικανότητα να κληρονοµήσει, υπό την αναβλητική νοµική αίρεση (condition iuris) ότι θα γεννηθεί ζωντανός. Αν η αίρεση πληρωθεί, ο κυοφορούµενος θεωρείται ότι ήταν ήδη κατά το θάνατο του κληρονοµούµενου (ενέργεια ex tunc) γεννηµένος. Συνεπώς είχε κατά τον ίδιο χρόνο την ικανότητα να κληρονοµήσει και γι`αυτό αποκτά και κληρονοµικό δικαίωµα (ΑΚ 36, 1710 παρ.1). Αν όµως η πλήρωση της αίρεσης µαταιωθεί, η συνέπεια είναι, ότι ο κυοφορούµενος δεν είχε ποτέ την ικανότητα να κληρονοµήσει και ούτε έγινε ποτέ κληρονόµος. Γι’ αυτό στην κληρονοµία καλούνται τα πρόσωπα που θα καλούνταν αµέσως µε την επαγωγή αν δεν υπήρχε ο κυοφορούµενος. Ο τελευταίος, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις υπεισέρχεται όχι µόνο στα δικαιώµατα αλλά και στις υποχρεώσεις της κληρονοµίας. Αυτή άλλωστε είναι και η έννοια της καθολικής διαδοχής. Άλλο είναι το ζήτηµα ότι κατ`ανάλογη εφαρµογή της ΑΚ 1912 ο κυοφορούµενος κληρονοµεί πάντοτε µε το ευεργέτηµα της απογραφής (Απόστολου Γεωργιάδη-Μιχαήλ Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ κατ`άρθρο Ερµηνεία Κληρονοµικό δίκαιο Τόµος ΙΧ άρθρο 1711 σελ.50-51)”. (τνπ Nomos)

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 17 Απριλίου, 2015

    ΑΠ 277/2014: Η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, κατά το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη. Προϋπόθεση όμως της έρευνας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο.

    Αριθμός 277/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο – Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Β. Μ. του Σ., κατοίκου …, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Βγόντζα και 2. Γ. Μ. του Ν., κατοίκου …, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόλη, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 6210/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Κ. του Ι., κάτοικο … που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Αρώνη. […] ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ […] Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, κατά το άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις βάσει των οποίων το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική της αιτήσεως αυτής κρίση του. Προϋπόθεση όμως της έρευνας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή το χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του (ΑΠ 125, 602/2013, 1621/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που κατ` άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα , αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ` αυτά, οι συνήγοροι και των δύο κατηγορουμένων, όταν τους δόθηκε ο λόγος επί της ενοχής, προέβαλαν τον αυτοτελή ισχυρισμό συνδρομής στο πρόσωπο των κατηγορουμένων ελαφρυντικών περιστάσεων από το άρθρο 84 παρ. 2 α` και 2 ε` ΠΚ και συγκεκριμένα α) ο μεν συνήγορος του δευτέρου κατηγορουμένου Γ. Μ. αορίστως, χωρίς παράθεση κανενός πραγματικού περιστατικού και β) οι συνήγοροι του πρώτου κατηγορουμένου Β. Μ. πρόβαλαν και ισχυρίσθηκαν τα παρακάτω: “Στο πρόσωπό μου πρέπει να αναγνωρισθούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α` και ε` του Π.Κ. Ειδικότερα: 1. Όπως αποδεικνύεται και από το υπάρχον στη δικογραφία δελτίο ποινικού μου μητρώου, από τα έγγραφα, που προσκόμισα στο Δικαστήριο Σας και αναγνώστηκαν, αλλά και από την κατάθεση των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιόν Σας, μέχρι την τέλεση της επίδικης πράξης έζησα απολύτως έντιμη προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή και δεν έδωσα ποτέ αφορμή, ως άνθρωπος και υπάλληλος, να αμφισβητηθεί το ήθος και η ακεραιότητά μου. Εχω λευκό ποινικό μητρώο και ουδέποτε έχω απασχολήσει την ποινική ή πειθαρχική δικαιοσύνη για κάποια υπόθεση πέρα από την κρινόμενη ενώπιόν Σας. Η υπηρεσιακή μου συμπεριφορά μέχρι τα επίδικα περιστατικά ήταν άμεμπτη. […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 17 Απριλίου, 2015

    AΠ 446/2014 : Αποφαίνεται υπερ της ύπαρξης δεδικασμένου μεταξύ του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών στο δημόσιο και της μη απόδοσης ΦΠΑ για την ίδια οφειλή. Η εν λόγω απόφαση κινείται στο ίδιο πλαίσιο με την προγενέστερη ΑΠ 357/2013 του ίδιου τμήματος (Έ). Από το Ζ τμήμα εκδόθηκε η αντίθετη ΑΠ 558/2014.

    Απόφαση 446 / 2014 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 446/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά – Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Σ. Δ. του Θ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Μανουσόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 819/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1240/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 57 παράγραφος 1 του Κ.Ποιν. Δ. “αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διάφορος χαρακτηρισμός”, και κατά την παράγραφο 3 “αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, 2) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο, και 3) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Η “πράξη”, κατά το άρθρο 57, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα. Για την ταυτότητα της πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως, μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέστηκε. Στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλεια της, για την συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητας των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διάρκειας στην τέλεση αυτών. Εξ άλλου, η από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή αυτούς που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 17 Απριλίου, 2015

    ΠεντΕφΒορΑιγ 86/2013 : Xρήση του "βάρους απόδειξης" και του τεκμηρίου της αθωότητας. Το ΣΔΟΕ δεν έλεγξε τις αποθήκες της εταιρίας, για να διαπιστώσει αν υπήρχαν τα εμπορεύματα.

    ΠεντΕφΒορΑιγ 86/2013 (δημ. ΠοινΔικ 2014, σελ. 245) Πρόεδρος Φ. Μανώλαρος Μέλη Β. Χάσκαρη (Εφέτης Πειραιώς), Α. Σιάπκα, Κ. Σιδηρόπουλος, Ε. Ασημακοπούλου Εισαγγελέας Π. Στραγάλης Δικηγόροι Ι. Πετρέλλης, Γ. Αναγνωστόπουλος άρθρο 19 Ν 2523/1997 Έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων (…) Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης των κατηγορουμένων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, από τα πρακτικά συνεδριάσεως και την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα οποία αναγνώσθηκαν και απ’ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και αναφέρονται ανωτέρω, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και απ’ όλη την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην Τ.Σ. και στον Ν.Σ. αποδίδεται η ακόλουθη κατηγορία: Στον κατωτέρω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας από κοινού, εξέδωσαν εικονικά φορολογικά στοιχεία αξίας άνω των 150.000 ευρώ. Ειδικότερα, στη … Μυτιλήνης, στις 6.9.2004, όντας ομόρρυθμα μέλη, ήτοι διαχειριστής και ταμίας, αντίστοιχα, της εκεί εδρεύουσας εταιρίας με την επωνυμία «…» και αντικείμενο την ανακύκλωση μετάλλων και κατασκευή μεταλλικών αντικειμένων, δρώντας από κοινού, ήτοι μετά συναπόφαση και με κοινό δόλο, εξέδωσαν στο όνομα της ανωτέρω εταιρίας τα κατωτέρω αναφερόμενα, ως προς τον αριθμό και ημερομηνία, καθαρή αξία, ΦΠΑ και συνολική αξία συναλλαγής, αντίστοιχα, φορολογικά στοιχεία (δελτία αποστολής, τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής-τιμολόγια πώλησης), τα οποία παρέδωσαν στη λήπτρια αυτών εταιρία με την επωνυμία «…», με έδρα το Αιγάλεω Αττικής (…) και καταχώρησαν στα λογιστικά βιβλία της ανωτέρω εταιρίας τους, μολονότι αυτά ήταν εικονικά, καθώς: α) Η αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσής τους ήταν προγενέστερη της ημερομηνίας θεώρησής τους από την αρμόδια ΔΟΥ Μυτιλήνης, που πραγματοποιήθηκε στις 6.9.2004, για τα κάτωθι υπό στοιχείο αύξοντα αριθμού 1 έως 50 αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία και β) δεν είναι δυνατόν το θεωρηθέν κατά την ανωτέρω ημερομηνία (6.9.2004) στέλεχος δελτίων αποστολής υπ’ αρ. 200 έως και 349 να βρίσκεται την ίδια ημέρα και 90 λεπτά προ της θεωρήσεως από τη ΔΟΥ Μυτιλήνης στον Ασπρόπυργο Αττικής, ώστε να εκδοθούν τα κάτωθι υπό στοιχείο αύξοντα αριθμού 1-8 αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία. Με τα δελτία αποστολής και τιμολόγια αυτά εμφανίζονταν ότι μεταξύ της λήπτριας και της ως άνω εταιρίας («…») έλαβαν χώρα εμπορικές συναλλαγές (αγοραπωλησίες μετάλλων και μεταλλικών αντικειμένων), οι οποίες, όμως, ήταν ανύπαρκτες. Η αξία, δε, των εικονικών φορολογικών στοιχείων είναι άνω των 150.000 ευρώ, καθώς ανέρχεται συνολικά σε 221.839,16 ευρώ πλέον ΦΠΑ 39.930,27 ευρώ. Όμως, η ως άνω κατηγορία, που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, δεν αποδείχθηκε. Αυτοί ήσαν ομόρρυθμα μέλη της εταιρίας με την επωνυμία «…», η οποία αγόραζε σκραπ (παλιοσίδερα) από την εταιρία με την επωνυμία «…» και τα πωλούσε στην εταιρία με την επωνυμία «…» για ανακύκλωση. Επειδή, η εταιρία «…», που αγόραζε σκραπ (παλιοσίδερα) για ανακύκλωση από την εταιρία των κατηγορουμένων, βρισκόταν στην Αθήνα και η εταιρία «…», η οποία αγόραζε τα ως άνω σκραπ (παλιοσίδερα) από την εταιρία των κατηγορουμένων, βρισκόταν στο Αιγάλεω Αττικής, τα εν λόγω εμπορεύματα η εταιρία «…» αντί να τα μεταφέρει στη Μυτιλήνη Λέσβου, αφού τα παρελάμβανε από την εταιρία «…» και στη συνέχεια, να τα μεταφέρει πάλι στην εταιρία «…», στο Αιγάλεω Αττικής, τα μετέφερε απ’ ευθείας από την εταιρία, που τα αγόραζε, στην εταιρία, που τα πωλούσε. Οι εταιρίες ανακύκλωσης απαλλάσσονταν από το ΦΠΑ και γι’ αυτό στην ως άνω τριγωνική συναλλαγή η εταιρία […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 15 Απριλίου, 2015

    AΠ 145/2014 – Συγχώνευση Ποινών

      AΠ 145/2014 – Συγχώνευση Ποινών: «Κατά τη διάταξη του άρθρου 551 του Κ.Π.Δ., αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του ποινικού νόμου για τη συρροή, δηλαδή τα άρθρα 94 επ. αυτού και κατά της αποφάσεως που καθορίζει συνολική ποινή επιτρέπεται αναίρεση στον καταδικασμένο και τον Εισαγγελέα, για τους περιλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. λόγους. Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Π.Κ. κατά του υπαίτιου δύο η περισσότερων εγκλημάτων, που πραγματώθηκαν με δύο ή περισσότερες πράξεις, που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται μετά την επιμέτρηση τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, επαυξημένη από τις άλλες συντρέχουσες ποινές. Η επαύξηση όμως αυτή δεν μπορεί να είναι ανώτερη από τα 3/4 του αθροίσματος των συντρεχουσών αυτών, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε έτη όταν πρόκειται για κάθειρξη, τα δέκα έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση και τους έξι μήνες όταν πρόκειται για κράτηση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 97 του ίδιου κώδικα η παραπάνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εφαρμόζεται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαρισθεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικασθεί για άλλη αξιόποινη πράξη οποτεδήποτε και αν αυτή τελέσθηκε. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 105, 108 και 109 του Π.Κ. η υπό τον όρο της ανακλήσεως χορηγούμενη απόλυση του καταδίκου σε στερητική της ελευθερίας ποινή δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της, που επιδιώκει την αποτροπή υποτροπής με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (Ολ.Α.Π. 106/1991). Επομένως μπορεί η ποινή στην οποία αυτή αναφέρεται, να συγχωνευθεί με άλλες ποινές αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση και εφόσον οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας, διότι τότε επέρχεται άρση της αναστολής και οι ποινές εκτίονται αθροιστικώς. Το δικαστήριο υποχρεούται κατά νόμο να προβεί στον καθορισμό συνολικής ποινής και στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία συναντώνται στην εκτέλεση στερητικές της ελευθερίας ποινές των οποίων ζητείται η προσμέτρηση, κατ’ άρθρο 551 ΚΠΔ, με άλλες συρρέουσες ποινές για τις οποίες έχει καθορισθεί συνολική ποινή που εξαντλεί το ανώτατο όριο των 25 ετών επί καθείρξεως ή των δέκα ετών επί φυλακίσεως. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο πρέπει να προβεί στον καθορισμό νέας συνολικής ποινής με ποινή βάση εκείνη των 25 ετών κάθειρξης η δέκα ετών φυλάκισης, που δεν θα διασπασθεί γιατί είναι η βαρύτερη, στην οποία θα προσμετρήσει και τις λοιπές μη προσμετρηθείσες ποινές που φέρονται προς εκτέλεση. Η συνολική ποινή όμως που θα επιβληθεί τελικά, παρά τις προσαυξήσεις, δεν μπορεί και πάλι να υπερβαίνει το ανώτατο όριο των 25 ετών κάθειρξης ή δέκα ετών φυλάκισης, που προβλέπεται από το άρθρο 94 παρ 1 Π Κ, γιατί απαγορεύεται ρητά κάθε υπέρβαση ταυ ορίου αυτού επί συρροής εγκλημάτων, χωρίς διάκριση της βαρύτητας ή του αριθμού αυτών. Ο τρόπος αυτός καθορισμού συνολικής ποινής επιβάλλεται από το νόμο και δεν μπορεί να τον αρνηθεί το δικαστήριο, αφού δεν αναγνωρίζεται η συνέκτιση των ποινών, ενώ εξάλλου αντίκειται στις […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ