• 15 Δεκεμβρίου, 2013

    Διοικητικές Προσφυγές: Καταργείται η άμεση προσφυγή στη δικαιοσύνη – Η Γενική Γραμματεία Εσόδων υποκαθιστά τα Διοικητικά δικαστήρια της χώρας – Επιβολή ενδικοφανούς προσφυγής για φορολογικές υποθέσεις – Νομικός και Ουσιαστικός έλεγχος της υπόθεσης και δικαιοδοτική κρίση από επιτροπή του Υπουργείου σε διοικητικές προσφυγές – Υποχρεωτική καταβολή του 50% της οφειλής από το φορολογούμενο χωρίς αναστολή της εκτελεστότητας της πράξης

    διοικητικές προσφυγές Από επιτροπή θα εξετάζονται οι υποθέσεις τον φορολογουμένων για φοροδιαφγή αντί για τα διοικητικά δικαστήρια. Πρωτοφανή περιορισμό της ελευθερίας του κάθε πολίτη να προσφύγει στη δικαιοσύνη (κόντρα σε κάθε Συνταγματική επιταγή) έβαλε απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών σε συνέχεια ψηφισθέντος νόμου (4152/2013) για το ζήτημα των προστίμων της εφορίας για φοροδιαφυγή. Αδιαμαρτύρητα και από 1-8-2013 η δικαιοδοτική κρίση ενός δικαστηρίου αντικαθίσταται από μια επιτροπή του υπουργείου οικονομικών η οποία ονομάζεται «Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης» Ο νόμος και η συγκεκριμένη απόφαση υποχρεώνουν τα διοικητικά δικαστήρια της χώρας να απορρίπτουν όλες τις προσφυγές εναντίον της εφορίας ως απαράδεκτες εάν πρώτα το ζήτημα δεν έχει εξεταστεί «νομικά και ουσιαστικά» από την επιτροπή του υπουργείου. Η άσκηση οποιασδήποτε άλλης διοικητικής προσφυγής κατά των υποκειμένων στην ενδικοφανή προσφυγή πράξεων των φορολογικών αρχών, είναι απαράδεκτη. Η ενδικοφανής αυτή προσφυγή όπως ονομάζεται θα κατατίθεται στην εφορία, η οποία είναι υποχρεωμένη να την προσκομίζει το ταχύτερο δυνατό στην επιτροπή η οποία πρέπει να εκδίδει απόφαση εντός 60 ημερών. Θα πρέπει να ανακοινώσουν όμως σε ποια χώρα εφαρμόζεται αυτό το σύστημα γιατί στην Ελλάδα οι παραπάνω προθεσμίες ακούγονται σαν όνειρο θερινής νυχτός, δεδομένου ότι οι εφορίες δεν έχουν προσωπικό και ο φόρτος εργασίας είναι τεράστιος με τις εκκαθαρίσεις δηλώσεων. Ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή ο υποδιευθυντής Επανεξέτασης, εφόσον ο τελευταίος εξουσιοδοτείται σχετικώς, εκδίδει και κοινοποιεί αιτιολογημένη απόφαση μετά από εισήγηση του ορισθέντος ή των ορισθέντων υπαλλήλων, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της ενδικοφανούς προσφυγής. Ειδικά, στην περίπτωση των ενδικοφανών προσφυγών που υποβάλλονται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέχρι τις 28.2.2014, η προθεσμία έκδοσης και κοινοποίησης στον υπόχρεο της απόφασης, επεκτείνεται σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες. Βέβαια θα δίδεται η δυνατότητα στον φορολογούμενο να θεωρεί ότι η ενδικοφανής προσφυγή του έχει απορριφθεί εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την έκδωση απόφασης από την επιτροπή. Με μεγάλη βεβαιότητα θεωρούμε ότι σε μόνιμη βάση η επιτροπή δεν θα εκδίδει αποφάσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας από το νόμο. Εάν εντός της κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν εκδοθεί ή δεν έχει κοινοποιηθεί η απόφαση στον υπόχρεο, τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας. ΠΡΟΣΟΧΗ!!! κανείς δεν αναφέρει το παράθυρο που ανοίγει ο νόμος σε βάρος των φορολογουμένων!!! Το πρώτο διάστημα εφαρμογής του νόμου, η επιτροπή θα έχει το δικαίωμα να απαντά σε 120 ημέρες. Δηλαδή ο φορολογούμενος θα καταθέτει της ενδικοφανή προσφυγή και θα περιμενει από την επιτροπή να κάνει έλεγχο νομικό και ουσίας της υπόθεσης. Ας υποθέσουμε ότι σε 120 ημέρες δεν θα εκδοθεί απόφαση οπότε θεωρείται από το νόμο ότι ήταν απορριπτική. Τότε λέει ο νόμος δίδεται η δυνατότητα στο φορολογούμενο να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Το εύλογο ερώτημα όμως που δημιουργείται; Τι μέτρα θα έχει επιβάλλει η εφορία για την είσπραξη του ποσού μέσα σε αυτή τη προθεσμία την οποία η ίδια έχει αφήσει να παρέλθει άπρακτη; Μέτρα αναγκαστικής είσπραξης όπως δέσμευση λογαριασμών, μισθών, καταθέσεων, κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και κάθε άλλο μέτρο που είναι εφικτό. Πως θα γνωρίζει η εφορία τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων; Με την κατάθεση της αίτησης ο φορολογούμενος είναι υποχρεωμένος να καταθέσει […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 15 Δεκεμβρίου, 2013

    Δρακόντειος ο νόμος για την φοροδιαφυγή

    Αυτόφωρο και φυλάκιση έως και 20 χρόνια για μεγαλοοφειλέτες, προβλέπει το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο παρουσίασε στο υπουργικό συμβούλιο ο Υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Εξειδικεύοντας τα μέτρα ο κ. Παπακωνσταντίνου ανακοίνωσε ότι το νομοσχέδιο προβλέπει την επιβολή αυτόφωρου για την μη καταβολή βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο για διάστημα πάνω από τέσσερις μήνες, για την παράλειψη ή μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ. Παράλληλα, αυξάνει ως και τα 20 χρόνια κάθειρξης τις ποινές που θα επιβάλλονται για φοροδιαφυγή πάνω από τα όρια που αυτή θεωρείται κακούργημα. Σημειώνεται ότι κακούργημα θεωρείται σήμερα η μη απόδοση ΦΠΑ πάνω από 75.000 ευρώ και εισοδήματος πάνω από 150.000 ευρώ. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τις βασικές διατάξεις του νομοσχεδίου: 1. Θεσπίζεται τριετές Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αντιμετώπισης της Φοροδιαφυγής, το οποίο θα περιέχει συγκεκριμένες δράσεις και μετρήσιμους στόχους. Το πρώτο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα θα δημοσιοποιηθεί από το Υπουργείο Οικονομικών μέχρι τέλος Μαρτίου 2011. Το Πρόγραμμα θα εγκρίνεται με απόφαση της αρμόδιας Κυβερνητικής Επιτροπής για την Αντιμετώπιση της Φοροδιαφυγής, την οποία θα απαρτίζουν οι Υπουργοί Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Προστασίας του Πολίτη και Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. 2. Καθιερώνεται ο θεσμός του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ο οποίος είναι ανώτερος εισαγγελικός λειτουργός και έχει κατά προτεραιότητα αρμοδιότητα σε ολόκληρη τη χώρα να διενεργεί προανακριτικές πράξεις, καθώς και να εποπτεύει, να συντονίζει και να καθοδηγεί τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων από τους γενικούς ή ειδικούς ανακριτικούς υπαλλήλους (υπαλλήλους ΣΔΟΕ τελωνείων και φοροελεγκτικών υπηρεσιών). Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος θα συντονίζει και θα κατευθύνει τα στάδια της προδικασίας, δηλαδή της ουσιαστικής έρευνας των οικονομικών εγκλημάτων από όλες τις συναρμόδιες διωκτικές αρχές, έτσι ώστε οι φάκελοι της δικογραφίας που παραλαμβάνουν οι “Οικονομικοί Εισαγγελείς” των κατά τόπους Εισαγγελιών να είναι πλήρεις. 3.  Αλλάζει το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με ποινικά αδικήματα της φοροδιαφυγής να τιμωρούνται άμεσα και αποτελεσματικά έτσι ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερη φορολογική συμμόρφωση. Ειδικότερα: Θεσπίζονται ως διαρκή και επομένως, ως συνεχή αυτόφωρα, τα ακόλουθα αδικήματα: της μη καταβολής βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, με χρόνο τέλεσης του αδικήματος το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η πράξη στην περίπτωση αυτή μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται στο Δημόσιο εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό, της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος και της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση Φ.Π.Α και λοιπών παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών, με χρόνο τέλεσης αυτών το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Αυξάνονται οι πλημμεληματικές ποινές της μη καταβολής βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο. Αυξάνονται οι κακουργηματικές ποινές που σχετίζονται με φοροδιαφυγή (πλην των ληξιπροθέσμων) από κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, σε κάθειρξη μέχρι είκοσι έτη. Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει για καμία από τις περιπτώσεις των αδικημάτων αυτών, αν αυτός κατά του οποίου πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη έχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, κατά του Δημοσίου, ποσού ίσου ή μεγαλύτερου από αυτό για το οποίο διώκεται. Στα […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 15 Δεκεμβρίου, 2013

    Οι ποινές που προβλέπει ο νέος φορολογικός νόμος 3943/2011

    Tις ποινές που προβλέπει ο νέος φορολογικός νόμος για όσους έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη προς το δημόσιο, ή διαπράττουν το αδίκημα της φοροδιαφυγής με τη μη καταβολή φόρου εισοδήματος ή τη μη απόδοση ΦΠΑ, καταγράφει σε αναλυτικό σημείωμά του το υπουργείο Οικονομικών. Θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως, ως συνεχές αυτόφωρο, το αδίκημα της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, αλλά με χρόνο τέλεσης του αδικήματος το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών από τότε που έγιναν ληξιπρόθεσμα μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου ίσου με το 1/3 της προθεσμίας παραγραφής. Το νέο φορολογικό νομοσχέδιο ψηφίσθηκε επί της αρχής στην επιτροπή οικονομικών της Βουλής. Ειδικότερα οι ρυθμίσεις και οι ποινές του νέου φορολογικού νομοσχεδίου είναι οι ακόλουθες: ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΑ Θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως, ως συνεχές αυτόφωρο, το αδίκημα της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, αλλά με χρόνο τέλεσης του αδικήματος το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών από τότε που έγιναν ληξιπρόθεσμα μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου ίσου με το 1/3 της προθεσμίας παραγραφής. Δηλαδή για χρονικό διάστημα 20 μηνών από τότε που παρήλθε χρόνος 4 μηνών από την ημερομηνία που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα (Παράδειγμα: χρέος που έγινε ληξιπρόθεσμο την 31-1-2011. Από την 1-6-2011 αρχίζει να «μετράει» το 20μηνο του αυτοφώρου που λήγει στις 28-3-2012). Αυξάνονται οι ποινές: Μέχρι 5.000 ευρώ δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα Από 5.000 – 10.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση έως 1 έτος. Από 10.000 – 50.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση 6 τουλάχιστον μήνες. Από 50.000 έως 150.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση 1 τουλάχιστον έτος. Από 150.000 ευρώ και άνω, επιβάλλεται φυλάκιση 3 τουλάχιστον έτη. Εάν το ποσό που οφείλεται στο Δημόσιο εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό, η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη. Πώς ασκείται η ποινική δίωξη Ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου υποβάλει αίτηση με πίνακα χρεών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου, ο οποίος ασκεί την ποινική δίωξη. Αν δεν υποβληθεί τέτοια αίτηση, δεν ασκείται ποινική δίωξη. Αν η αίτηση υποβληθεί μέσα στο χρονικό διάστημα των 20 μηνών που το αδίκημα είναι αυτόφωρο, ο εισαγγελέας κρίνει κατά πόσο θα τον παραπέμψει να δικαστεί με την αυτόφωρη διαδικασία δηλαδή χωρίς καμία προδικασία στο ακροατήριο του μονομελούς ή του τριμελούς πλημμελειοδικείου, ανάλογα, συνήθως σε δικάσιμο μετά από 15 ημέρες. Αν υποβληθεί αίτηση, αλλά έχει παρέλθει το 20μηνο του αυτοφώρου, τότε ο εισαγγελέας εάν δεν διατάξει προανάκριση, μπορεί να παραπέμψει τον κατηγορούμενο με κλητήριο θέσπισμα απευθείας στο ακροατήριο. ΑΔΙΚΗΜΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ ΣΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ Θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως ως συνεχές αυτόφωρο, το αδίκημα της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος, εφόσον από την παράλειψη ή των ανακρίβεια της δήλωσης δεν αποδόθηκε ο οφειλόμενος φόρος. Μέχρι 15.000 ευρώ δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα. Από 15.000 – 150.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους. Από 150.000 ευρώ και άνω, επιβάλλεται από 5 ως 20 χρόνια κάθειρξη. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος αυτού είναι το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, δηλαδή στα πλημμελήματα 20 μήνες και στα κακουργήματα 5 χρόνια από τότε που παρέλειψε να υποβάλει ή υπέβαλε […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 15 Δεκεμβρίου, 2013

    Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο – Νέος φορολογικός νόμος 3943/2011

    Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο   Α) Ν. 1882/1990 (22/23-3-1990). Το άρθρο 25 παρ.1 Ν.1882/1990 στην αρχική του μορφή (ισχύς από 23-3-1990 μέχρι 31-12-1997) είχε ως εξής:   α)   Άρθρο 25 (Ν. 1882/1990 αρχική μορφή)   1. Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής,  κατά  τις  ισχύουσες  κάθε φορά  διατάξεις,  των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ` όσον αυτή αναφέρεται  στη  μη  καταβολή  τριών συνεχών  δόσεων,  ή  προκειμένου  για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο  μηνών  από  τη  λήξη  του  χρόνου καταβολής  τους,  διώκεται  ύστερα  από  αίτηση  του  προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της  έδρας  τους  και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α)  Τεσσάρων  τουλάχιστον  μηνών προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και δύο τουλάχιστον μηνών  προκειμένου  περί  των λοιπών  φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές προκειμένου περί  παρακρατουμένων ή  επιρριπτομένων  φόρων και τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά. β)  Έξι  τουλάχιστον  μηνών  προκειμένου  περί  παρακρατούμενων   ή επιρριπτόμενων  φόρων  και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της  ληξιπρόθεσμης για  την  καταβολή  οφειλής,  μαζί  με  τις  κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων  ή  επιρριπτομένων  φόρων  και  το   ένα   εκατομμύριο (1.000.000)  δραχμές  προκειμένου  περί  των  λοιπών  φόρων  και χρεών γενικά γ)  Ενός  τουλάχιστον  έτους  προκειμένου  περί  παρακρατούμενων  ή επιρριπτόμενων  φόρων  και  έξι τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης  για την  καταβολή  οφειλής,  μαζί  με  τις κάθε είδους προσαυξήσεις, είναι μεγαλύτερο από ένα εκατομμύριο (1.000.000)  δραχμές  προκειμένου  περί παρακρατουμένων  ή  επιρριπτόμενων  φόρων  και  του  ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών προκειμένου περί  των  λοιπών φόρων και χρεών γενικά. Η  παραβίαση  της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής δύναται να κριθεί ατιμώρητος  εφ`  όσον  η  καθυστέρηση  οφείλεται  σε λόγους  ανωτέρας  βίας  και  το  οφειλόμενο  ποσό καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.   Κατά το χρόνο ισχύος της άνω διατάξεως στην αρχική της μορφή, η διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ (κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα) είχε ως εξής: ΄΄Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου  προσώπου  συνιστούν εξακολούθηση  του  ίδιου  εγκλήματος,  το  δικαστήριο  μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει  μία  και  μόνο ποινή. Για  την  επιμέτρησή  της  το  δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.΄΄ Δεν ήταν επομένως δυνατόν σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του άρθρου 98 ΠΚ να ληφθεί υπόψη το σύνολο των επιμέρους ληξιπρόθεσμων οφειλών για την στοιχειοθέτηση του απαιτούμενου ποσού της κάθε περίπτωσης (αν λ.χ. υπήρχαν 10 οφειλές 105.000 δρχ. η κάθε μία δεν μπορούσε να γίνει υπαγωγή στην περ.γ΄ αρθρ. 25 παρ.1 αλλά υπήρχε τέλεση του ποινικού αδικήματος της ανωτέρω περιπτώσεως α΄ κατ΄ εξακολούθηση ή εάν υπήρχαν 10 οφειλές των 12.000 δρχ. η κάθε μία δεν υπήρχε ποινικό αδίκημα ). Το ίδιο επίσης ισχύει για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 (έναρξη ισχύος άρθρου 23 παρ.1 Ν. 2523/1997 που αντικατέστησε την παρ.1 άρθρου 25 Ν. 1882/1990) μέχρι και 2-6-1999. Με το νόμο 2721/1999 (αρθρ.14), που ισχύει από 3-6-1999 το άνω κείμενο […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 6 Δεκεμβρίου, 2013

    Διαδικασία κοινοποίησης κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων

     ΦΕΚ B 3099/2013  ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ Αριθμ. ΠΟΛ: 1257 (1) Διαδικασία κοινοποίησης κατασχετηρίων για την επιβο− λή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και δήλωσης αυτών με ηλεκτρονικά μέσα κατ’ εφαρμογή των άρθρων 30Α και επόμενα του Ν.Δ. 356/1974 (Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων). http://www.ministryofjustice.gr/site/kodikes/%CE%95%CF%85%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF/%CE%9A%CE%A9%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%A3%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%95%CE%A9%CE%A3%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%A9%CE%9D%CE%95%CE%A3%CE%9F%CE%94%CE%A9%CE%9D/tabid/255/language/el-GR/Default.aspx Αρθρο: 30 Ημ/νία: 01.01.2002 Ημ/νία Ισχύος: 01.07.1974 Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ   Τίτλος Αρθρου Κατάσχεσις εις χείρας τρίτων Λήμματα Κατάσχεση σε χέρια τρίτων Σχόλια Αντικειμενό της μπορεί να είναι και απαίτηση υπό αίρεση ή προθεσμία, προσδιοριστέα κατ’είδος και οφειλέτη κατά το χρόνο επιβολής, όχι δε απαραίτητα κατά ποσό (π.χ αποζημίωση εκμισθωτή προς μισθωτή για καταγγελία σύμβασης μίσθωσης). ΕφΑθ 3416/1990, ΕλλΔνη 32/1206. Η εντός ” ” παρ. 4 του παρόντος άρθρου προστέθηκε και οι παρ. 4 και 5 αναριθμήθηκαν σε 5 και 6, αντιστοίχως του παρόντος άρθρου, με την παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 2648/98 (Α’ 238), ισχύουν δε από 22.10.1998. – Η εντός ” ” παρ. 5 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την περ. στ του άρθρου 18 του Ν. 2948/2001 (Α 242), και σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ίδιου ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2002. Κείμενο Αρθρου Γ’ ΚΑΤΑΣΧΕΣΙΣ ΚΙΝΗΤΩΝ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΩΝ 1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ’ αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, τα δε παρ’ αυτώ ευρισκόμενα κινητά πράγματα παραδώση εις τον εν τω κατασχετηρίω οριζόμενον συμβολαιογράφον ή φύλακα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των εν άρθροις 14-19 και επόμενα του παρόντος Ν.Διατάγματος οριζόμενα. Εάν τα πράγματα ταύτα συνίστανται εις ξένα νομίσματα ή χρεώγραφα παραδίδονται εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, επί εκδόσει γραμματίου παρακαταθήκης υπέρ του Δημοσίου εξοφλουμένου εντολή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου όστις εν συνεχεία τρέπει τα ξένα νομίσματα εις εγχώριον νόμισμα ή εκποιεί τα χρεώγραφα κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις. Εν περιπτώσει μη συμμορφώσεως ο εις χείρας ούτινος η κατάσχεσις υποχρεούται προς τούτο και δια προσωπικής κρατήσεως ανεξαρτήτως εάν είχε τοιούτον κατ’ αυτού δικαίωμα ο πιστωτής του οφειλέτης του Δημοσίου. 3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως. “4. Η κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ποσό ή ποσοστό, μετά από αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε.” “5. Εάν η αξία των κατασχεθέντων κινητών πραγμάτων δεν υπερβαίνη το ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, πάσα άλλη μεταγενεστέρα κατάσχεσις, πλην των υπό του Δημοσίου και δια τα προς αυτό οφειλόμενα ποσά επιβαλλομένων, είναι αυτοδικαίως άκυρος”. 6. Η κατάσχεσις […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 23 Νοεμβρίου, 2013

    Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους

    Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους  γράφει η Δούφου Αθηνά – Μαρκία Η σπουδαιότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, έγκειται κυρίως στην προσβολή της ιδιοκτησίας του οφειλέτη μέσω του κρατικού καταναγκασμού, προς ικανοποίηση αξιώσεων του δανειστή[1], καθώς αυτός δεν έχει δικαίωμα στην αυτοδίκαιη προστασία του ουσιαστικού του δικαιώματος. (α. 20 παρ. 1 Σ, α.6 παρ. ΕΣΔΑ). Για τον λόγο αυτό, στα πλαίσια της δικαιοδοτικής λειτουργίας του Κράτους, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει ανατεθεί σε όργανα εκτός των δικαστηρίων, δηλαδή σε κρατικά εκτελεστικά όργανα, όπως είναι ο συμβολαιογράφος και ο δικαστικός επιμελητής, τα οποία διατάσσονται από το Δικαστήριο να προβούν στην εκτέλεση του εκδοθέντος τίτλου. [2] Ο ρόλος όμως του δικαστηρίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να τελειώνει στην διάγνωση του ουσιαστικού δικαιώματος για πολλούς λόγους. Καταρχήν, ο δανειστής προελαύνει  έναντι του οφειλέτη με αρωγό τα δημόσια όργανα εκτέλεσης δίχως αυτά να έχουν την δυνατότητα ή την υποχρέωση διάγνωσης ουσιαστικών ή δικονομικών ελαττωμάτων της αρχόμενης διαδικασίας. Συνοδευόμενο δε και με την λογική ότι ο οφειλέτης δέχεται κρατικό εξαναγκασμό, ακόμα και χωρίς προηγούμενη συζήτηση, κατά την οποία να μπορεί να αντιλέξει, όπως στην διαταγή πληρωμής (άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ), πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να προβάλει τις αντιρρήσεις του ακόμα και ως προς αυτό το ουσιαστικό δικαίωμα, την ικανοποίηση του οποίου επιδιώκει ο δανειστής. Περαιτέρω,  βασική αρχή της αναγκαστικής εκτελέσεως επιτάσσει ότι καμία πράξη της διαδικασίας δεν είναι άκυρη από μόνη της αλλά ακυρούται μετά από προβολή των λόγων ακυρότητας αυτής και έκδοση αποφάσεως που να την απαγγέλλει. Αυτή είναι η έννοια της «δικονομικής ακυρότητας» (ΑΚ 159), διαφοροποιούμενης από την έννοια της ακυρότητας κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και δεν έχει ανάγκη προηγούμενης προβολής.[3] Για αυτό ο νομοθέτης θέσπισε ένα πλέγμα διατάξεων στο αντίστοιχο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες καλύπτουν την άμυνα των παραγόντων, με πρακτικότερη σημασία όλων τις ανακοπές του άρθρου 933 (Αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης ) και 936 ( Ανακοπή Τρίτου) ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ: ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ Ενεργητική νομιμοποίηση: Η ενεργητική νομιμοποίηση στην ανακοπή του 933 του καθ’ ου η εκτέλεση δεν εδράζεται μόνο στο άρθρο αυτό. Αυτή εδράζεται και στο άρθρο 583 ΚΠολΔ [4], που βρίσκεται στις γενικές διατάξεις των ενδίκων μέσων (ΚπολΔ 495 επ.). Ως εκ τούτου αποκλείεται από την άσκηση της ανακοπής αυτής ο επισπεύδων, αλλά και υποδεικνύεται ότι όπου δεν ρυθμίζεται ειδικά κάποια ανακοπή κατά της εκτέλεσης, τότε είτε ρητά παραπέμπει ο νομοθέτης στο α. 583 ΚΠολΔ ή σιωπηρά έχουν αναλογική εφαρμογή. Βέβαια, καθ’ ου η εκτέλεση είναι ένας όρος που συναντάται στην αναγκαστική εκτέλεση τόσο με στενή έννοια, περιλαμβάνοντας μόνο τον οφειλέτη, που βάσει του τίτλου είναι ο υπόχρεος προς εξόφληση, όσο και με την ευρεία έννοια. Στην ευρεία έννοια εντάσσονται όλα εκείνα τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται παθητικά όταν επισπεύδεται εναντίον τους αναγκαστική εκτέλεση (άρθρα 919, 920)[5]. Επίσης πρόσωπα που υποκαθιστούν τον οφειλέτη[6]. Μάλιστα, στην περίπτωση που νομιμοποιούνται περισσότερα πρόσωπα για την άσκηση της ανακοπής, δύνανται, εφόσον οι λόγοι της ανακοπής και η πράξη εκτέλεσης κατά της οποίας αυτή στρέφεται είναι οι ίδιοι για όλα τα πρόσωπα, να ασκήσουν από κοινού μία ανακοπή. Αν γίνει αυτό , τότε η ενεργητική ομοδικία θα […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 17 Νοεμβρίου, 2013

    Ο N. 4057/2012 – “Πειθαρχικό Δίκαιο – Πειθαρχικό παράπτωμα”

    Αρχικά, το τι συνιστά πειθαρχικό αδίκημα προσδιορίζει ευθέως ο ίδιος ο υπαλληλικός κώδικας στο άρθρο 106, όπως το μέρος Ε’ αυτού με γενικό τίτλο “Πειθαρχικό Δίκαιο” τροποποιήθηκε και ισχύει μετά το νόμο 4057/2012. Έτσι, “Το πειθαρχικό παράπτωμα συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου που μπορεί να του καταλογισθεί”. Στοιχεία, λοιπόν, του πειθαρχικού αδικήματος είναι: Α) πράξη ή παράλειψη του υπαλλήλου: πρόκειται για την “αντικειμενική υπόσταση” του πειθαρχικού αδικήματος (ΣΕ 3607/1981, 3608/1981). Απαιτείται φυσικά η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη να έχει τελεστεί από πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου. Β) Υπαιτιότητα: ήτοι δόλος ή αμέλεια (ΣΕ 2030/1976). Δόλος υπό την έννοια ότι ο δημόσιος υπάλληλος ηθελημένα και με γνώση ότι συνιστά πειθαρχικό αδικήμα τελεί την ανωτέρα πράξη ή παράλειψη – Αμέλεια, όταν ο υπάλληλος δεν επέδειξε την προσοχή και περίσκεψη που είχε υποχρέωση να επιδείξει κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Εαν δεν υπάρχει το στοιχείο της υπαιτιότητας, η πράξη ή η παράλειψη οφείλεται σε ανυπαίτια υπηρεσιακή ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα του υπαλλήλου. Το στοιχείο της υπαιτιότητας αποτελεί την “υποκειμενική υπόσταση” του πειθαρχικού αδικήματος. Η υπαιτιότητα αίρεται σε περίπτωση που ο υπάλληλος ενήργησε κάτω από συνθήκες βίας. Γ) Καταλογισμός: υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη εξαρτάται, θετικά ή αρνητικά, από τη βούληση του υπαλλήλου (ΣΕ 715/1981). Καταλογισμός δεν υπάρχει όταν συντρέχουν ψυχικές καταστάσεις που επηρεάζουν τη βουλητική ικανότητα (ΣΕ 123/1972), όπως μπορεί να είναι η ασθένεια, ανυπαίτια κατάσταση μέθης ή ανυπαίτια παραφορά. Εν συνεχεία ο υπαλληλικός κώδικας, εκτός από τον ορισμό του πειθαρχικού αδικήματος, περιέχει και απαρίθμηση συγκεκριμένων πειθαρχικών αδικημάτων (άρθρο 107 § 1). Πρόκειται για ενδεικτική απαρίθμηση και αποσκοπεί, με την παράθεση ορισμένων χαρακτηριστικών περιπτώσεων, να κάνει πιο συγκεκριμένη τη γενική έννοια του πειθαρχικού αδικήματος, προκειμένου να ενημερωθούν οι υπάλληλοι και να καθοδηγηθούν τα αρμόδια για την επιβολή ποινών όργανα. Από το άρθρο 107 § 1 ενδεικτικά ξεχωρίζουμε στην παρούσα απόφαση και αναφέρουμε τα ακόλουθα πιο χαρακτηριστικά παραπτώματα: 107 §1 στοιχείο δ: “η απόκτηση οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς όφελος του ιδίου του υπαλλήλου ή τρίτου προσώπου, κατά την άσκηση των καθηκόντων του ή εξ αφορμής αυτών”, 107 §1 στοιχείο ε: “η αναξιοπρεπης ή ανάρμοστη ή ανάξια για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας“, 107 §1 στοιχείο ι: “η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων“, 107 §1 στοιχείο ιβ: “η άρνηση παροχής πληροφόρησης στους πολίτες και τις αρχές”, 107 §1 στοιχείο ιγ: “η μη έγκαιρη απάντηση σε αιτήσεις και αναφορές πολιτών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις”, 107 §1 στοιχείο ιζ: “η άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής που γίνεται δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, με σκόπιμη χρήση εν γνώση εκδήλως ανακριβών στοιχείων ή με χαρακτηριστικά απρεπείς εκφράσεις“. Ειδικά ως προς την τελευταία περίπτωση να σημειωθεί ότι “η υπό πολιτικού δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υποβολή αναφορών ή διενέργεια καταγγελιών εις βάρος προϊσταμένων ή άλλων οργάνων της υπηρεσίας των, έστω και καθ’ υπέρβασιν της υπηρεσιακής ιεραρχίας, συνιστά νόμιμον αυτού ευχέρειαν και δεν στοιχειοθετεί, αυτή και μόνη, ελλείψει ρητής περί του αντιθέτου διατάξεως, πειθαρχικό αδίκημα” (ΣΕ 3407/1982).

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 14 Νοεμβρίου, 2013

    Χορήγηση αδειών διαμονής σε ιδιοκτήτες ακινήτων στην Ελλάδα – Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 4146/2013 [EγκΥΠΕΣ 58305/7.11.2013]

    ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ & ΚΟΙΝ. ΕΝΤΑΞΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ Αθήνα, 7 Νοεμβρίου 2013 Αριθ. Πρωτ: 58305. Εγκύκλιος αριθ. 20 Θέμα : Εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 6 του ν. 4146/2013 Σε συνέχεια ερμηνευτικών εγκυκλίων της υπηρεσίας μας (αριθ. 13, 15 και 18) αναφορικά με τηνεφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 4146/2013 (άρθρο 36 Α΄ του ν.3386/2005) και λόγω αυξημένου ενδιαφέροντος από πολίτες τρίτων χωρών που επιθυμούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο των υπόψη διατάξεων και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος, θεωρούμε σκόπιμο να σας παρέχουμε συγκεντρωτικές οδηγίες για την επίλυση δυσλειτουργιών που παρουσιάστηκαν κατά το διάστημα εφαρμογής του νόμου. Η παρούσα εγκύκλιος ενσωματώνει τις διευκρινήσεις που είχαν παρασχεθεί με τις εγκυκλίους 13, 15 και 18 οι οποίες εφ’ εξής αντικαθίστανται από την παρούσα. Α΄ Δικαιούχοι Δικαιούχος δικαιώματος διαμονής πενταετούς διάρκειας είναι: Α.1. Πολίτης τρίτης χώρας που έχει προσωπικά ή μέσω νομικού προσώπου, υπό την προϋπόθεση ότι του ανήκουν εξ’ ολοκλήρου οι μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, το ελάχιστο ύψος της οποίας ανέρχεται σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ. Στην περίπτωση συνιδιοκτησίας ακινήτου, αξίας 250.000 ευρώ, δικαίωμα διαμονής παρέχεται, μόνο εφόσον οι ιδιοκτήτες του ακινήτου είναι σύζυγοι που κατέχουν το ακίνητο εξ’ αδιαιρέτου. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις συνιδιοκτησίας, το δικαίωμα διαμονής παρέχεται μόνον εάν το ποσό που έχει επενδύσει ο κάθε συνιδιοκτήτης, ανέρχεται σε 250.000 ευρώ. Α.2. Πολίτης τρίτης χώρας που έχει συνάψει τουλάχιστον δεκαετούς διάρκειας μίσθωση ξενοδοχειακών καταλυμάτων ή τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών σε σύνθετα τουριστικά καταλύματα του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4002/2011(ΦΕΚ Α΄180), εφόσον το ελάχιστο ύψος της μίσθωσης ανέρχεται σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ Α.3. Πολίτης τρίτης χώρας που είτε διαμένει νόμιμα, με τίτλο διαμονής, στην Ελλάδα είτε επιθυμεί να εισέλθει και να διαμείνει στη χώρα, ο οποίος έχει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, που αγόρασε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4146/2013, εάν το τίμημα που είχε καταβάλει κατά την αγορά ανερχόταν σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ ή η σημερινή αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας του ανέρχεται σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ. Α.4. Πολίτης τρίτης χώρας που έχει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ακίνητη περιουσία στην Ελλάδα, το ελάχιστο ύψος της οποίας ανέρχεται σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ και η οποία περιουσία περιήλθε σε αυτόν με δωρεά ή γονική παροχή. Το δικαίωμα διαμονής σε αυτήν την περίπτωση ασκείται μόνο από τον δωρεολήπτη ή τον αποδέκτη της γονικής παροχής. Α.5. Πολίτης τρίτης χώρας που αγοράζει αγροτεμάχιο ή οικόπεδο και προβαίνει σε ανέγερση κτιρίου, εάν το άθροισμα της αξίας του συμβολαίου αγοράς και του εργολαβικού συμφωνητικού ανέγερσης κτιρίου ανέρχεται τουλάχιστον σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες (250.000) ευρώ. Α.6. Πολίτης τρίτης χώρας που έχει συνάψει δεκαετούς διάρκειας χρονομεριστική μίσθωση βάσει των διατάξεων του ν. 1652/1986. Σύμβαση χρονομεριστικής μίσθωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 1652/1986, είναι η ανάληψη υποχρέωσης από τον εκμισθωτή να παραχωρεί κατ’ έτος, στο μισθωτή, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, τη χρήση τουριστικού καταλύματος και να παρέχει σ’ αυτόν συναφείς υπηρεσίες για καθορισμένο από τη σύμβαση χρονικό διάστημα και ο μισθωτής να καταβάλλει το μίσθωμα που συμφωνήθηκε. Α.7. Τα μέλη των οικογενειών των ανωτέρω πολιτών τρίτων χωρών. Ως μέλη οικογένειας που δικαιούνται εισόδου και διαμονής νοούνται: α. Οι σύζυγοι, […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 13 Νοεμβρίου, 2013

    Διακοπή και αναστολή παραγραφής

    Διακοπή και αναστολή παραγραφής Από τις διατάξεις των άρθρων 261 παρ.1 Α.Κ., 215 παρ.1 και 221 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η επίδοση στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής επιφέρει διακοπή της παραγραφής, αφού αυτή είναι αποτέλεσμα που το ουσιαστικό δίκαιο ορίζει ότι επέρχεται με την έγερση της αγωγής, και επομένως για να επέλθει το αποτέλεσμα απαιτείται η εγκυρότητα της επίδοσης και του επιδιδομένου στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ. κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγουμένη αγωγή, εφόσον η αγωγή επιδόθηκε εγκύρως. Ωστόσο, ο νόμος αναγνωρίζει σοβαρούς λόγους, εξ αιτίας των οποίων η πάροδος του χρόνου δεν έχει δυσμενείς συνέπειες για τον δικαιούχο της εξ αδικοπραξίας απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι είναι οι, κατ` άρθρο 255 Α.Κ., λόγοι αναστολής της παραγραφής από δικαιοστάσιο ή ανωτέρα βία, των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, μέσε στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 257 του ΑΚ, το χρονικό διάστημα της αναστολής, δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής, ενώ όταν λήξει ο διακωλυτικός της ασκήσεως της αξιώσεως λόγος, η προθεσμία συνεχίζεται αλλά δεν λήγει πριν περάσουν έξι μήνες ή όταν είναι μικρότερης διάρκειας, όταν παρέλθει η μικρότερη αυτή προθεσμία. Εάν, όμως, κατά την διάρκεια της τελευταίας προθεσμίας ανακύψει νέος λόγος αναστολής, η παραγραφή συνεχίζεται και πάλι μετά την παύση της νέας αναστολής και συμπληρώνεται μόλις παρέλθει η τελευταία προθεσμία. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανωτέρας βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής, συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που προτείνεται από το εναγόμενο, και ερείδεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 255 ΑΚ. (areiospagos.gr)

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 13 Νοεμβρίου, 2013

    Ποια είναι τα καθήκοντα του διαχειριστή της πολυκατοικίας;

    Ο διαχειριστής είναι ο εντολοδόχος των συνιδιοκτητών για την διαχείριση των κοινοχρήστων πραγμάτων ενός κτηρίου. Η εντολή στον διαχειριστή δίδεται από την συνέλευση των συνιδιοκτητών, που συγκαλείται σύμφωνα με τον κανονισμό και το αντικείμενο της εντολής αυτής δηλαδή οι αρμοδιότητες του διαχειριστή προσδιορίζονται επίσης από τον κανονισμό της πολυκατοικίας. Σε γενικές γραμμές όμως οι αρμοδιότητες αυτές είναι: Εξόφληση όλων των λογαριασμών κοινοχρήστων δαπανών , όπως ΔΕΗ, ύδρευσης, καθαριότητας, πετρελαίου κλπ. Επίβλεψη των τακτικών (π.χ. καθαριότητα) και εκτάκτων εργασιών (π.χ. επισκευή των βλαβών) στους κοινόχρηστους χώρους και εγκαταστάσεις του κτηρίου. Κατανομή των κοινοχρήστων δαπανών και έκδοση αναλυτικού λογαριασμού για κάθε διαμέρισμα χωριστά, ανάλογα με τα χιλιοστά συμμετοχής του. Είσπραξη των οφειλών των διαμερισμάτων. Έλεγχος του αποθέματος και προμήθεια του πετρελαίου θέρμανσης κατά τους χειμερινούς μήνες. Φροντίδα για τα διοικητικά θέματα όπως προβλέπει ο κανονισμός, δηλαδή σύγκληση συνέλευσης του κτιρίου αν υπάρξει ανάγκη και τήρηση των πρακτικών της. Γρήγορη ανταπόκριση όταν οι ένοικοι ζητούν την παρέμβασή του για την αποκατάσταση κάποιας ζημιάς ή βλάβης. Πρακτικά τώρα, ο διαχειριστής είναι το εκτελεστικό όργανο και αφεντικό του είναι η συνέλευση της πολυκατοικίας. Ο διαχειριστής όμως, εκτός ακραίων περιπτώσεων, πρέπει να αφήνεται απερίσπαστος να εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με την κρίση του. Οι συνιδιοκτήτες πρέπει να κατανοήσουν ότι ο διαχειριστής δεν υφίσταται για να ικανοποιεί τα καπρίτσια λίγων, αλλά για να υπηρετεί τα συμφέροντα όλων των ενοίκων. Από την άλλη μεριά ο διαχειριστής πρέπει να αφιερώνει χρόνο για το κτήριο, να ακούει τις γνώμες των συγκατοίκων του αλλά να ενεργεί πάντα κατά την κρίση του και με γνώμονα το μακροπρόθεσμο συμφέρον των πολλών. Τι είναι ο κανονισμός; Κανονισμός πολυκατοικίας είναι το κείμενο που ρυθμίζει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών και γενικά την λειτουργία της πολυκατοικίας. Το κείμενο αυτό είναι μέρος του συμβολαίου που ο κάθε ιδιοκτήτης υπογράφει κατά την αγορά κάθε ιδιοκτησίας. Με την υπογραφή λοιπόν του συμβολαίου, κάθε ιδιοκτήτης αποδέχεται τον κανονισμό της πολυκατοικίας και δεσμεύεται για την εφαρμογή του. Ακόμα κάθε ιδιοκτήτης υποχρεούται σε περίπτωση ενοικίασης της ιδιοκτησίας του σε τρίτο, να δεσμεύει με το συμφωνητικό μισθώσεως τον ενοικιαστή στην τήρηση του κανονισμού.  Τι είναι το αποθεματικό της πολυκατοικίας; Βασική ενέργεια για την έναρξη λειτουργίας της πολυκατοικίας είναι ο σχηματισμός του αποθεματικού της πολυκατοικίας, όπως προβλέπει ο κανονισμός. Το αποθεματικό είναι ένα ταμείο το οποίο σχηματίζεται με την συμμετοχή όλων των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας. Τα χρήματα αυτά επιτρέπουν στον διαχειριστή να αντιμετωπίσει τις δαπάνες της πολυκατοικίας μέχρι την έκδοσή και είσπραξη των κοινοχρήστων. Το ύψος του αποθεματικού ταμείου της πολυκατοικίας πρέπει να είναι περίπου 50% περισσότερο από το μέσο μηνιαίο ύψος των δαπανών, για να μπορεί να καλύψει και πιθανές καθυστερήσεις στην εξόφληση οφειλών. Επίσης πρέπει να προσαρμόζεται τακτικά στην άνοδο των δαπανών. Διαφορετικά ο διαχειριστής θα αναγκάζεται να καλύπτει μέρος των δαπανών της πολυκατοικίας από την τσέπη του. Τι γίνεται αν κάποιος αρνηθεί να πληρώσει τα κοινόχρηστα; Το δυσκολότερο καθήκον ενός διαχειριστή είναι η είσπραξη των κοινοχρήστων. Επειδή η πρόληψη είναι πάντα καλύτερη από την θεραπεία ο διαχειριστής πρέπει να φροντίζει οι χρεώσεις να είναι καθαρές διαφανείς και αιτιολογημένες. Κάθε απορία πρέπει να επιλύεται άμεσα και πειστικά. Η κατανομή των δαπανών πρέπει να γίνεται όσο είναι δυνατόν ομαλά για να μην παρουσιάζονται […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 13 Νοεμβρίου, 2013

    Ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη ως προϋπόθεση επιβολής εκ περιτροπής εργασίας μονομερώς (επισκόπηση νομολογίας)

    Γράφει ο Κοκκινογέννης Ιωάννης Επισκόπηση των ορισμένων θέσεων των νομολογίας για την έννοια του «περιορισμού της δραστηριότητας του εργοδότη» ως προϋπόθεσης που πρέπει κατά νόμον να συντρέχει προκειμένου ο εργοδότης να μπορεί να επιβάλει μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας Ερμηνευτικά Σχόλια Η μονομερώς εκ περιτροπής εργασία υπό το φώς του νόμου, είναι η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες    την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός   αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο. Ωστόσο, πρέπει να συντρέχουν και κάποιες προϋποθέσεις για την επιβολή της μονομερούς εκ περιτροπής εργασίας, οι οποίες είναι οι κάτωθι : περιορισμός των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζόμενων και τέλος η εργασία εκ περιτροπής απασχόλησης που υπερβαίνει τους 9 μήνες είναι παράνομη, δηλαδή το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 9 μήνες μέσα στο ίδιο έτος και για να είναι νόμιμη ( η εργασία) πρέπει να έχει προϋπάρξει ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζόμενων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 240/2006 και του ν. 1767/1988. Σύμφωνα με στοιχεία, η εκ περιτροπής εργασία, εμφανίζεται να έχει υποστεί αλλαγές δύο φορές, πρωτίστως με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010 « Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» και εν συνεχεία με το άρθρο 17 του ν. 3899/2010 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας»1. Αξίζει να σημειωθεί τι δείχνουν τα στοιχεία του ΣΕΠΕ ήδη από το 2010, κάτι το οποίο ειπώθηκε και από την Αυτόνομη Παρέμβαση από την αρχή , « πως η εκ περιτροπής εργασία θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από τους εργοδότες προκειμένου, να εγκλωβίσουν τους εργαζόμενους ανάμεσα στην ανεργία και στη φτώχεια κάνοντας …..χάρη στους εργαζόμενους που δεν τους απολύουν, και μάλιστα χωρίς να διασφαλίζονται στο μέλλον οι θέσεις εργασίας2». Ειδικότερα, η Συνήγορος του Πολίτη, αναφέρεται σε δική της ειδική έκθεση το 2012 σε « επιβολή με μονομερή απόφαση του εργοδότη εκ περιτροπής απασχόλησης, σε γυναίκες εργαζόμενες στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίες επιστρέφουν στην εργασία τους μετά από άδεια μητρότητας…. Οι εργαζόμενες ανέφεραν ειδικότερα ότι η εκ περιτροπής εργασία αφορούσε μόνο αυτές από όλο το προσωπικό της επιχείρησης, ότι η επίκληση οικονομικών δυσκολιών ήταν προσχηματική και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η χρονική διάρκεια της εκ περιτροπής εργασίας ήταν αόριστη». Στοιχεία δείχνουν ότι , το 2010 οι συμβάσεις εργασία πλήρους απασχόλησης αντιπροσώπευαν το 66.9%, το 2011 οι συμβάσεις ίδιου χαρακτήρα αντιπροσώπευαν το 59.7%, και τέλος το 2012 οι ίδιες συμβάσεις αντιπροσώπευαν το 55%. Εν προκειμένω, αντιλαμβάνεται κανείς πως μέσα σε τρία χρόνια αυξήθηκαν κατά το ήμισυ οι συμβάσεις μερικής ή εκ περιτροπής εργασίας3. Ι. Επισκόπηση νομολογίας σε συνδυασμό με την θεωρία Α. Η υπ’αριθ. 12426/2012 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Η υπόθεση αφορά την λύση που επιλέχθηκε από την εν λόγω εταιρεία, να θέσει τους εργαζόμενους της επιχείρησης της σε εκ περιτροπής εργασία, διάρκειας μία ημέρα την εβδομάδα για το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων και δύο ημερών για 64 εργαζόμενους, αντίκειται στην διάταξη 281 ΑΚ ως καταχρηστική και τούτο διότι συνιστά στην πραγματικότητα εκμηδένιση της απασχόλησης των αιτούντων, εφόσον φαίνεται η δυσαναλογία μεταξύ χρονικών διαστημάτων εργασίας και μη εργασίας τους4. Η προκύπτουσα δυσαναλογία έχει ως αποτέλεσμα την […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 11 Νοεμβρίου, 2013

    Οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις που επιφέρει ο Ν 4164/2013 στη διαδικασία κτηματογράφησης και τη δημιουργία κτηματολογίου

    Οι κυριότερες μεταρρυθμίσεις που επιφέρει ο Ν 4164/2013 στη διαδικασία κτηματογράφησης και τη δημιουργία κτηματολογίου Παρατηρήσεις στο Ν 4164/2013 (παρατ. Zαφείριος Τσολακίδης, Λέκτορας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών) Με το Ν 4164/2013 επήλθαν σημαντικής έκτασης τροποποιήσεις στο Ν 2308/1995, που διέπει τη διαδικασία κτηματογράφησης για τη δημιουργία κτηματολογίου, και στο Ν 2664/1998, που διέπει τη λειτουργία του κτηματολογίου ως συστήματος δημοσιότητας. Ο Ν 4164/2013 συνεχίζει μια μακρά σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων στους Ν 2308/1995 και 2664/1998 (μεγαλύτερης έκτασης τροποποιήσεις περιλάμβαναν οι Ν 3127/2003 και 3481/2006). Οι παρεμβάσεις αυτές δεν ήταν πάντοτε επιτυχείς, αφού είχαν συχνά αποσπασματικό χαρακτήρα και ρύθμιζαν λεπτομερειακά ζητήματα, τα οποία είχαν απασχολήσει την πράξη και ενίοτε είχαν ήδη αντιμετωπισθεί από τη νομολογία. Αποτέλεσμα τούτου είναι η εμφάνιση σχοινοτενών διατάξεων (πρβλ. λ.χ. το άρθρο 18 Ν 2664/1998, όπως ισχύει) και η πολλαπλή ρύθμιση συναφών ζητημάτων (λ.χ. της διοικητικής διόρθωσης των εγγραφών), συχνά χωρίς συντονισμό και μέριμνα για την εναρμόνιση των διδόμενων λύσεων, με συνέπεια να μην αποφεύγονται οι ερμηνευτικές αμφισβητήσεις και οι αντινομίες. Οι διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις δεν διακρίνονται εν τέλει από ενιαία λογική και συστηματικό χαρακτήρα, αλλά αντιθέτως εισάγουν, ως επί το πλείστον, περιπτωσιολογικές λύσεις, με αποτέλεσμα την αλλοίωση του εσωτερικού συστήματος και της συνοχής της ρύθμισης. Οι κυριότερες από τις μεταρρυθμίσεις που επιφέρει ο Ν 4164/2013 μπορεί να συνοψισθούν στις ακόλουθες: Με το άρθρο 1 καταργείται το ΝΠΔΔ «Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδας» (Ο.Κ.Χ.Ε.) και οι αρμοδιότητές του μεταφέρονται στην ανώνυμη εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», η οποία μετονομάζεται σε «ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ Ανώνυμη Εταιρεία». Εγκαταλείπεται, δηλαδή, το πρότυπο της προώθησης των κτηματογραφήσεων και της εποπτείας των κτηματολογικών γραφείων από ένα ΝΠΔΔ και ένα ΝΠΙΔ, με διακριτές μεταξύ τους αρμοδιότητες, και ανατίθεται το σύνολο των σχετικών διαδικασιών στην ανώνυμη εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΕ», ήδη «ΕΚΧΑ ΑΕ». Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι δεδομένης της φύσης της «ΕΚΧΑ ΑΕ» ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, οι αρμοδιότητες του Ο.Κ.Χ.Ε. που προσήκουν σε ΝΠΔΔ (όπως η έκδοση κανονιστικών πράξεων ή η ανάπτυξη και η λειτουργία της Εθνικής Υποδομής Γεωχωρικών Πληροφοριών) δεν μεταφέρθηκαν σε αυτήν, αλλά θα ασκούνται εφεξής από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Με το άρθρο 2 επήλθαν τροποποιήσεις στο Ν 2664/1998, το νόμο δηλαδή που διέπει τη λειτουργία του κτηματολογίου ως συστήματος δημοσιότητας των εμπραγμάτων σχέσεων επί ακινήτων. Ορισμένες από τις μεταβολές συνιστούν απλώς νομοτεχνικές βελτιώσεις ή διευκρινίσεις και άλλες αποτελούν ουσιαστικότερες τομές. Οι πιο ενδιαφέρουσες τροποποιήσεις μπορεί να συνοψισθούν ως εξής: Με το άρθρο 2 παρ. 2 τροποποιείται το άρθρο 6 παρ. 2 Ν 2664/1998 και παρατείνεται εκ νέου η προθεσμία για την άσκηση αγωγής διόρθωσης των πρώτων εγγραφών όσον αφορά στις περιοχές που κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφηση πριν από την έναρξη ισχύος του Ν 3481/2006 σε δώδεκα έτη κατ’ αρχήν και δεκατέσσερα έτη για το Ελληνικό Δημόσιο και τους κατοίκους εξωτερικού. Η διαρκής, με διαδοχικά νομοθετήματα, παράταση της (αρχικώς πενταετούς και επταετούς) προθεσμίας, κάθε φορά λίγο προτού αυτή παρέλθει και πάντοτε με επίκληση της διαπίστωσης ότι η παράταση είναι αναγκαία διότι ορισμένα πρόσωπα δεν έχουν μεριμνήσει για την εμπρόθεσμη αμφισβήτηση των εγγραφών, ενθαρρύνει την αβελτηρία των δικαιούχων και αναβάλλει διαρκώς την πραγμάτωση της δικαιοπολιτικής επιδίωξης του νομοθέτη, της οριστικοποίησης των πρώτων εγγραφών και της συνακόλουθης διαμόρφωσης σταθερής βάσης για […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ