-
5 Ιουλίου, 2013
Μον.Πρωτ.Μεσολ. 45/2013: Εκτέλεση κατά του Δημοσίου – ΝΠΔΔ βάσει διαταγής πληρωμής.
Αντισυνταγματική η ρύθμιση που εξαιρεί από την έννοια της δικαστικής απόφασης τις διαταγές πληρωμής. «(…)Στο άρθ. 1 του ν. 3068/2002 (ΦΕΚ Α 274/14-11-2002), όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί από το άρθ. 20 του ν. 3301/2004 που εκδόθηκε προς εκτέλεση του άρθρου 94 παρ. 4 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: “Το Δημόσιο, οι οργανισμοίτοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει”. Επακολούθησε ο ν. 3301/2004 και με το άρθρο του 20 προστέθηκε στο άρθρο 1 του ν. 3068/2002 εδάφιο, με το οποίο ορίστηκε ότι δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του νόμου αυτού και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ-ζ της παρ. 2 του άρθ. 904 ΚΠολΔ, (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι διαταγές πληρωμής που εκδίδονται σύμφωνα με τα αρθ. 623 επ. ΚΠολΔ), πλην των αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων που κηρύχθηκαν εκτελεστές. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλο του, με το ν. 2462/1997, άρχισε να ισχύει στην Ελλάδα από 5-8-1997 (βλ. ανακοίνωση Υπουργείου Εξωτερικών Φ.0546/62/Α 1292/Μ.2870/7-5- 1997), και έχει υπερνομοθετική ισχύ σύμφωνα με το αρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ορίζεται ότι: “Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση: α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο, θα παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεση του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και αν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητα τους, β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική αρχή θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής, γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή”. Εξάλλου, στο αρθ. 14 παρ. 1α του ίδιου Συμφώνου ορίζεται ότι: “Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί από δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα”. Με τη διάταξη αυτή συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο που καθιερώνεται με το αρθ. 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, καθώς και με το αρθ. 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνο διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές εγγυώνται όχι μόνο την ελεύθερη πρόσβαση σε δικαστήριο, αλλά και την πραγματική ικανοποίηση του δικαιώματος που επιδικάσθηκε από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαίωμα αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς την οποία η προσφυγή στο δικαστήριο θα απέβαλλε την ουσιαστική αξία και χρησιμότητα της (ΟλΑΠ 21/2001 ΤΝΠ Νόμος). […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
1 Ιουλίου, 2013
Mον. Πρωτ. Αθηνών 1932/2011: Έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει email που εμπίπτει στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου
Mον. Πρωτ. Αθηνών 1932/2011: Έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει email που εμπίπτει στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου. (…) Ως ηλεκτρονικό έγγραφο θεωρείται το σύνολο των εγγραφών δεδομένων στον μαγνητικό δίσκο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, οι οποίες, αφού γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας, αποτυπώνονται με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο είτε στην οθόνη του μηχανήματος είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή του. Το ηλεκτρονικό έγγραφο δεν συγκεντρώνει μεν τα στοιχεία του παραδοσιακού εγγράφου κατά τον ΚΠολΔ, λόγω κυρίως της έλλειψης του στοιχείου της σταθερότητας κατά την ενσωμάτωση του σε υλικό που παρουσιάζει διάρκεια ζωής, αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο αυτοψίας, όπως κατά μία άποψη υποστηρίζεται, αλλά πρόκειται για μια ενδιάμεση μορφή,την οποία ο νομοθέτης ορθώς εξομοίωσε προς τα ιδιωτικά έγγραφα, ενόψει της εγγύτητας προς αυτά (βλ. Κουσούλη, Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, 1992,138/142). Σύμφωνα με τα διδάγματα τη κοινής πείρας, για τη λειτουργία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) ως μέσου επικοινωνίας στο διαδίκτυο απαιτείται -εκτός της σύνδεσης με κάποιον διαμετακομιστή, ο οποίος παρέχει την υπηρεσία αυτή μέσω ειδικού λογισμικού που έχει εγκαταστήσει μόνιμα ο χρήστης στον υπολογιστή του- η χρήση ενός ειδικού κωδικού, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται ο χρήστης στο σύστημα είτε ως αποστολέας είτε ως λήπτης ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο κωδικός αυτός αποτελεί την ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail) του χρήστη, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται κατά πρωτότυπο τρόπο από τον ίδιο με τη χρήση χαρακτήρων της επιλογής του, οι οποίοι συνδυάζονται με το σύμβολο, και με χαρακτήρες που θέτει ο διαμετακομιστής, κατά τέτοιον τρόπο ώστε ο συγκεκριμένος συνδυασμός χαρακτήρων να αφορά μόνον στον χρήστη που τον έχει ορίσει, χωρίς να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί νόμιμα από άλλον. Η απεικόνιση της διεύθυνσης του αποστολέα πάνω στο μήνυμα καθιστά αυτόν απολύτως συγκεκριμένο για τον παραλήπτη, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να επέλθει σύγχυση του με άλλον χρήστη του ίδιου συστήματος, ενώ η ταύτιση του με το περιεχόμενο του μηνύματος είναι άρρηκτη. Κρίσιμο στοιχείο για την υπαγωγή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους κανόνες των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ αποτελεί η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του, διότι αυτό δεν είναι απλά ένα ηλεκτρονικό έγγραφο το οποίο υπάρχει αποθηκευμένο στο λογισμικό ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ένα έγγραφο του οποίου η απεικόνιση μεταφέρεται ενσύρματα ή ασύρματα (τηλεομοιοτυπία, τηλετύπημα). Η τεχνική αποστολής του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οδηγεί υποχρεωτικά στην ταύτιση μηνύματος και αποστολέα, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην είναι μεταβιβάσιμο το μήνυμα, αν δεν συνοδεύεται από την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και βεβαίως δεν έχει και συγκεκριμένο, υπαρκτό παραλήπτη. Αυτό έχει ως λογική συνέπεια ότι, κατά την αποστολή ενός μηνύματος μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η δήλωση βούλησης του αποστολέα ταυτίζεται με την ηλεκτρονική του διεύθυνση, αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να καταστεί δυνατή τεχνικά η παραλαβή της από τον παραλήπτη και φυσικά είναι ήσσονος σημασίας η μορφή ή η διάταξη με την οποία απεικονίζεται μηχανικά στο έντυπο. Επομένως, ο καθορισμός της ηλεκτρονικής διεύθυνσης κατά τρόπο μοναδικό από τον ίδιο το χρήστη και η δήλωση της σε κάθε αποστελλόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα συνιστά απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη του και, κατ` αναλογία με τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 ΚΠολΔ, η μηχανική του απεικόνιση σε έντυπο εμπίπτει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 444 περ.3 ΚΠολΔ, στην […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
30 Ιουνίου, 2013
ΕιρΠατρ 25/2013 – Μεταρρύθμιση της απόφασης για ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου λόγω επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της αιτούσας
Περίληψη: Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα – Αίτηση μεταρρύθμισης απόφασης -. Δεκτή αίτηση μεταρρύθμισης της απόφασης για ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, λόγω επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της αιτούσας. Καθορισμός μικρότερου ποσού μηνιαίων καταβολών προς τις πιστώτριες τράπεζες. Η τροποποιούμενη ρύθμιση αφορά αποκλειστικά και μόνο στην αιτούσα και δεν ασκεί καμία επιρροή στη ρύθμιση των χρεών του συζύγου της ούτε και αποδυναμώνει τις συνέπειες που παράγει ως προς αυτόν. Αριθμός 25/2013 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Πατρών Παρασκευή Αναστασοπούλου, με την παρουσία της Γραμματέα Ασημίνα Κακογιάννη. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 14 Δεκεμβρίου 2012 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ: Της αιτούσας: ……, συζύγου ……., κατοίκου Πατρών, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Παναγιώτη Σταυρόπουλου. Των μετεχόντων στη δίκη πιστωτών, οι οποίοι κατέστησαν διάδικοι μετά τη νόμιμη κλήτευσή τους [άρθρα 5 ν.3869/2010 και 748 παρ.2 ΚΠολΔ] και παρίστανται ως εξής: 1) Η ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «……..» και τον διακριτικό τίτλο «…….», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε. 2) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…….» και τον διακριτικό τίτλο”……..”, (πρώην «…….» (ΑΡΙΘΜ. Κ2-5558/02.08.2012 απόφαση Δ/νσης ΑΕκα Πίστεως της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου – ΦΕΚ 8195/2012) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Θεοφάνη Κατσίνα. 3) Η ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «…….», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου της δικηγόρου Αριστέας Χειμαργιώτη. 4) Η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «……» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Νικολ. Φιλόπουλου. 5) Η Κυπριακή Δημόσια Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «……», που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου (…..) και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάσθηκε η Τράπεζα με την επωνυμία «………» και έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία (trading name)/διακριτικό τίτλο «……..» και«……..», με διεύθυνση φορολογικής εγκατάστασης οδός…… και …..Θεσσαλονίκη και διεύθυνση αλληλογραφίας ……Μαρούσι Αττικής, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….», καθολικής διαδόχου της τράπεζας με την επωνυμία «………» κατόπιν συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως των ανώνυμων τραπεζικών εταιριών «…….» «……..» και ……….» με απορρόφηση των δύο τελευταίων από την πρώτη, όπως εκπροσωπείταιν όμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Χρήστου Δελδήμου. Η αιτούσα με την υπό ημερομηνία 21-8-2012 αίτηση της, που απηύθυνε προς το Δικαστήριο τούτο και για όσους λόγους εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά της. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 1054/2012 πράξη της Ειρηνοδίκη, δικάσιμος εκείνη που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Το δικαστήριο μετά την εκφώνηση των υποθέσεων από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά της εγγραφής τους σ’ αυτό. Μελέτησε τη δικογραφία. Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8 παρ.4 του Ν.3869/2010 και 758 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι εκδοθείσες κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας οριστικές αποφάσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου μετά τη δημοσίευση τους να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το Δικαστήριο […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
30 Ιουνίου, 2013
ΔιατΕισΕφΑθ 101/2013 [Προσφυγή κατά κλητηρίου θεσπίσματος – Ακυρότητες προδικασίας – Υπερασπιστικά δικαιώματα κατηγορουμένου] (παρατ. Π. Πανταζής)
(Περίληψη) Οι ακυρότητες της προδικασίας δεν αποτελούν λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αφού δεν ορίζεται τούτο από το νόμο, όμως είναι δυνατόν η ακυρότητα πράξεως της προδικασίας, εφόσον δεν προτάθηκε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου, να προταθεί με την κατ’ άρθρο 322 ΚΠΔ προσφυγή ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, εφόσον συνάπτεται με τη βασιμότητα της παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.Εν προκειμένω, απορρίπτονται οι προσφυγές των κατηγορουμένων κατά του κλητηρίου θεσπίσματος διά του οποίου παραπέμφθηκαν αυτοί να δικασθούν για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα, προκύπτει με απόλυτη βεβαιότητα ότι η επίδικη κατηγορία εξετέθη στους προσφεύγοντες και ότι αυτοί πληροφορήθηκαν την εν λόγω κατηγορία και ενημερώθηκαν γι’ αυτήν, ότι κατά την προανακριτική διαδικασία εφαρμόσθηκαν οι επιταγές των ισχυόντων σχετικώς κανόνων δικαίου και τηρήθηκαν οι παραδοχές της διαμορφωθείσας νομολογίας του ΑΠ και του ΕΔΔΑ, ότι οι προσφεύγοντες επέλεξαν να μην απολογηθούν, εγγράφως ή προφορικώς, παρά την κατά τα ανωτέρω σύννομη ενημέρωσή τους και ότι εν κατακλείδι δεν συντρέχει περίπτωση ούτε απόλυτης ακυρότητας της προδικασίας, ούτε, βεβαίως, κηρύξεως της ακυρότητας του υπό κρίση κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία επικαλούνται οι προσφεύγοντες, προκειμένου να επιστραφεί η δικογραφία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για να λάβουν γνώση του εις βάρος τους κατηγορητηρίου, του οποίου όμως ήδη έλαβαν γνώση, ώστε να αντιμετωπίσουν την κατηγορία που τους αποδίδεται. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 322 παρ. 1 του ΚΠΔ, ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε απευθείας με κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημ/κείου έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών εντός προθεσμίας δέκα ημερών, η οποία δεν παρεκτείνεται εξ αιτίας της απόστασης, επικαλούμενος ουσιαστικούς ή τυπικούς λόγους για την εσφαλμένη παραπομπή του. Για την προσφυγή αυτή, που συνιστά «οιονεί» ένδικο μέσο, υπό την έννοια ότι δι’ αυτής προσάπτεται μομφή κατά πράξεως του Εισαγγελέα και όχι κατά βουλεύματος ή αποφάσεως της οποίας κριτήριο αποτελεί το είδος του δικαστηρίου, στο οποίο παραπέμπεται ο προσφεύγων και όχι αυτή καθ’ εαυτή η πράξη (Α. Παπαδαμάκης, Ποινική Δικονομία, εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, β΄ έκδοση αναθεωρημένη, 2004, Κεφ. Δ΄, παρ. 1.5.1 σελ. 405-407 και κατ’ αυτόν, Μαργαρίτης, Ποινική Δικονομία, Ένδικα Μέσα, 2000, Καλφέλης, Η προσφυγή κατά της απευθείας κλήσεως, 1990, σελ. 44 επ.), συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ή του γραμματέα του Ειρηνοδικείου της διαμονής του προσφεύγοντος. Ο Εισαγγελέας Εφετών αποφασίζει: «… απορρίπτοντας την προσφυγή (αν κρίνει ότι η παραπομπή στο ακροατήριο είναι ορθή) ή διατάσσοντας προανάκριση ή και συμπλήρωση της προανακρίσεως που προηγήθηκε μετά την ολοκλήρωση της οποίας ο Εισαγγελέας (Εφετών) ή απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο. Μπορεί επίσης να διατάξει την ενέργεια κυρίας ανάκρισης, μετά την ολοκλήρωση της οποίας εφαρμόζονται όσα προβλέπονται στο άρθρο 308 παρ. 3 ΚΠΔ, χωρίς να επιτρέπεται όμως νέα προσφυγή» (άρθρο 322 παρ. 2α΄ ΚΠΔ). Επίσης, με το άρθρο 33 παρ. 3 Ν 4055/2012 και με το άρθρο 93 παρ. 2Β΄ Ν 4139/2013, στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 322 ΚΠΔ, όπως η εν λόγω παράγραφος συμπληρώθηκε προστέθηκαν εδάφια έχοντα ως εξής: «Ο προσφεύγων υποχρεούται να καταθέσει παράβολο υπέρ του Δημοσίου ποσού τριακοσίων (300) ευρώ. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αν δεν κατατεθεί […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
30 Ιουνίου, 2013
ΜΠρ Αθ 93/2012 : “Παρουσίαση του έργου στο κοινό σύμφωνα με το ν. 2121/1993 νοείται και η τοποθέτηση τηλεοράσεων σε δωμάτεια ξενοδοχείου / εύλογη αμοιβή για χρήση οπτικοακουστικού έργου”
Περίληψη: Εύλογη αμοιβή για τη χρησιμοποίηση οπτικοακουστικού έργου -Παρουσίαση έργου στο κοινό – Τηλεοράσεις σε δωμάτια ξενοδοχείου – Οργανισμοί Συλλογικής Διαχείρισης Δικαιωμάτων -. Η απλώς και μόνο τοποθέτηση από τον ξενοδόχο στα δωμάτια του ξενοδοχείου συσκευών τηλεόρασης και η σύνδεσή τους με εγκατεστημένη στο ξενοδοχείο κεντρική κεραία, χωρίς καμμία άλλη ενέργεια ή μεσολάβηση ή παρέμβαση του ξενοδόχου αποτελούν παρουσίαση του έργου στο κοινό. Δεκτή η αγωγή του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης και προστασίας συγγενικών δικαιωμάτων των ιδιωτικών τηλεοπτικών οργανισμών ως παραγωγών οπτικοακουστικών έργων κατά ανώνυμης εταιρίας που εκμεταλλεύεται ξενοδοχείο, στα δωμάτια του οποίου έχει τοποθετήσει συσκευές τηλεόρασης συνδεδεμένες με την κεντρική κεραία, μέσω των οποίων οι πελάτες είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τα εκπεμπόμενα τηλεοπτικά προγράμματα μεταξύ των οποίων και αυτά μελών του οργανισμού, χωρίς όμως η εταιρία να έχει λάβει την άδειά τους και να έχει καταβάλει την ελάχιστη εύλογη αμοιβή, βάσει του καταρτισθέντος αμοιβολογίου. Παράνομη και υπαίτια προσβολή συγγενικών δικαιωμάτων. Η εναγομένη υποχρεούται σε αποζημίωση που ανέρχεται στο διπλάσιο της αμοιβής η οποία συνήθως καταβάλλεται για το είδος αυτό εκμετάλλευσης, δηλ. βάσει του αμοιβολογίου. (…) Το άρθρο 3 της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Μαΐου 2001 για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας ορίζει: «1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος. 2. Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος: α) στους καλλιτέχνες ερμηνευτές ή εκτελεστές, όσον αφορά την εγγραφή σε υλικό φορέα των ερμηνειών ή εκτελέσεων τους, β) στους παραγωγούς φωνογραφημάτων, όσον αφορά τα φωνογραφήματα τους, γ) στους παραγωγούς της πρώτης υλικής ενσωμάτωσης ταινιών, όσον αφορά το πρωτότυπο και τα αντίγραφα των ταινιών τους, δ) στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής αναμετάδοσης». Η εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού και αυστηρού συστήματος προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι πόροι και να διασφαλιστούν η αυτονομία και η αξιοπρέπεια των δημιουργών και των ερμηνευτών. Ήτοι για να συνεχίσουν τη δημιουργική και καλλιτεχνική τους εργασία, οι δημιουργοί ή οι ερμηνευτές και εκτελεστές καλλιτέχνες, όπως και οι παραγωγοί, για να μπορούν να χρηματοδοτούν αυτές τις δημιουργίες, πρέπει να λαμβάνουν εύλογη αμοιβή για τη χρήση των έργων τους και χρειάζεται κατάλληλη έννομη προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύλογη αμοιβή και η ικανοποιητική απόδοση των σχετικών επενδύσεων (βλ. σχετ. αριθμούς 10 και 11 αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 2001/29/ΕΚ). Εν συνεχεία, χρησιμοποίηση ενός οπτικοακουστικού έργου για «παρουσίαση στο κοινό» κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης (παρ. 1) της οδηγίας συντρέχει και στην περίπτωση της διανομής σήματος από ξενοδοχειακό συγκρότημα μέσω συσκευών τηλεοράσεως σε πελάτες που διαμένουν στα δωμάτια του, ασχέτως της τεχνικής μεταδόσεως […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
30 Ιουνίου, 2013
Καταχρηστικοί όροι σε συμβάσεις χορήγησης πιστωτικών καρτών και βιβλιαρίων κατάθεσης
Σύμφωνα με την απόφαση του ΑΠ 650/2010 οι παρακάτω Γενικοί Όροι Συναλλαγών σε συμβάσεις χορήγησης πιστωτικής κάρτας και βιβλιαρίων καταθέσεως κρίθηκαν καταχρηστικοί: 1. Χρέωσης κατόχου πιστωτικής κάρτας για ανάληψη μετρητών από κατάστημα ή ΑΤΜ της ίδιας Τράπεζας 2. Χρέωσης ποσού 50 ευρώ ως έξοδα εξέτασης αιτήματος βεβαίωσης οφειλών και χρέωσης εφάπαξ δαπάνης εξέτασης αιτήματος δανειοδότησης και προέγκρισης δανείων λόγω αοριστίας και υπέρμετρης χρέωσης σε περίπτωση μη έγκρισης (βλ. 961/2007 ΠΠρΑθ) 3. Χρέωσης σε ακίνητους λογαριασμούς και χρέωσης εξόδων τήρησης σε λογαριασμούς με μικρό υπόλοιπο 4. Καθορισμού κάθε φορά αριθμών ημερών δέσμευσης και μετάθεσης της έναρξης τοκοφορίας ποσών που κατατίθενται ή αναλαμβάνονται από άλλο κατάστημα από αυτό που τηρείται ο λογαριασμός 5. Αποκλεισμού της ευθύνης της Τράπεζας για δόλο ή βαρειά αμέλεια, εφόσον πραγματοποιήσει πληρωμή σε μη δικαιούχο, πριν την ενημέρωση του κατόχου για απώλεια του βιβλιαρίου 6. Γνωστοποίησης της τροποποίησης συμβατικών όρων μέσω φυλλαδίων ή ανακοινώσεων στα καταστήματα. Έγκυρος ο όρος για μεταβολή του συμβατικού επιτοκίου πιστωτικής κάρτας μέχρι και 200% του ποσού της διαφορας μεταξύ του παλαιού και του νέου επιτοκίου σε συνδυασμό με τη μεταβολή του Βασικού Παρεμβατικού Επιτοκίου της ΕΚΤ. Επίσης με την απόφαση του ΠολΠρωτΑθ 961/2007κρίθηκαν καταχρηστικοί οι όροι πιστωτικών καρτών για αναδρομική χρέωση συμβατικών τόκων, για δικαίωμα μεταβολής συμβατικού επιτοκίου μόνο σε περίπτωση αυξήσεως του παρεμβατικού, για έξοδα ανάληψης μετρητών. Είναι επίσης καταχρηστικοί οι όροι τραπεζικών εντύπων για εφάπαξ δαπάνη εξέτασης αιτήματος δανειοδότησης, για χρεώσεις σε ακίνητους λογαριασμούς καταθέσεων. Είναι καταχρηστικοί οι όροι βιβλιαρίων καταθέσεων ταμιευτηρίου που προβλέπουν δικαίωμα της τράπεζας να διαφοροποιεί τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια ανάλογα με το υπόλοιπο του λογαριασμού, καθορίζουν κάθε φορά αριθμό ημερών δέσμευσης της διαθεσιμότητας και μετάθεσης της έναρξης της τοκοφορίας (valeur), που αποκλείουν την ευθύνη της τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια, αν αυτή πραγματοποιήσει πληρωμή σε άλλο πρόσωπο με βάση το χαμένο βιβλιάριο ή και με πλαστή υπογραφή, εξόδων τήρησης-παρακολούθησης και κινήσεων για μέσο μηνιαίο υπόλοιπο μικρότερο εκείνου που ορίζει η τράπεζα, που επιτρέπουν στην τράπεζα να μεταβάλλει τους όρους λειτουργίας του λογαριασμού και τις τυχόν επιβαρύνσεις του, γνωστοποιώντας τις αλλαγές μέσω ενημερωτικών φυλλαδίων ή ανακοινώσεων που διατίθενται ή αναρτώνται στα καταστήματά της. (πηγή: Συνήγορος του Καταναλωτή)
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
30 Ιουνίου, 2013
ΑΠ 891/2012 – Αποδεικτική δύναμη της εξοφλητικής απόδειξης
«(…) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α’ ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της. Ο εργοδότης, ως οφειλέτης του μισθού επί συμβάσεως εργασίας (ΑΚ 648, 653), προβαίνοντας σε καταβολή των νομίμων ή των συμφωνημένων αποδοχών, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εργαζόμενο, ως δανειστή, αντιστοίχως, να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη. Η απόδειξη πρέπει να είναι αναλυτική, να αναφέρει δηλαδή τα επί μέρους ποσά που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου, καθώς και τις αιτίες καταβολής τους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση αρνήσεως, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφ’ όσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δηλώσεως από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΚΠολΔ 460, 461, 463, βλ. ΑΠ 1254/2010). Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό. Ειδικότερα, εάν το ιδιωτικό έγγραφο είναι εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, ο αντίδικος του διαδίκου που το επικαλείται διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι το περιεχόμενό του δεν είναι αληθινό. Διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της καταβολής, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί, όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΚΠολΔ 352 παρ.2, 354, βλ. ΑΠ 646/2009). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, δεσμευτικά γι’ αυτά. Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα (ΚΠολΔ 340) συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη μεταξύ τους, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική σπουδαιότητα ή αξιοπιστία σε κάποια από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΚΠολΔ 561 παρ.1)». (δημοσίευση: areiospagos.gr)
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
30 Ιουνίου, 2013
ΜΠλημμ Σάμου 634/2012 – Η χρησιμοποίηση παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται και κατά του κατηγορουμένου τουλάχιστον σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις / κλειστικό κύκλωμα τηλεοράσεως σε κατάστημα
Περίληψη: Παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα – Αρχή της αναλογικότητας – Συνταγματικά δικαιώματα – Κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης σε κατάστημα -. Η χρησιμοποίηση παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από την αρχή της αναλογικότητας και κατά του κατηγορουμένου τουλάχιστον σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η εν λόγω απαγόρευση οδηγεί σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη σε δικαστική ακρόαση και προστασία. απορρίπτεται η προβληθείσα από μέρους του κατηγορουμένου για την πράξη της υπεξαίρεσης ένσταση περί μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο των φωτογραφιών που προσκόμισε η παθούσα, οι οποίες προέρχονται από κλειστό κύκλωμα καταγραφής βίντεο, το οποίο λειτουργεί εντός του καταστήματος (ψησταριά) της παθούσας, διότι, αν και αποτελούν παράνομο αποδεικτικό μέσο, αφού το συγκεκριμένο σύστημα λειτουργούσε χωρίς άδεια από την ΑΠΔΠΧ και κατέγραφε κοινόχρηστο χώρο, ωστόσο αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο στο οποίο το θύμα δύναται να στηρίξει την καταγγελία του, καθώς, λόγω της ώρας τέλεσης του αδικήματος, δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες. Επικουρικά δε, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κάμερα λειτουργούσε απαγορευμένα εντός του χώρου εστιάσεως, παρά ταύτα στην προκείμενη περίπτωση θα χαρακτηριζόταν επιτρεπτή η λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης, διότι η συγκεκριμένη κάμερα ήταν τοποθετημένη έτσι ώστε να καταγράφει κινήσεις στο σημείο εισόδου και εξόδου του καταστήματος και στο ταμείο αυτού για την προστασία των αγαθών της επιχείρησης, ενώ η λειτουργία της αφορούσε μόνο τις νυχτερινές ώρες, που το κατάστημα δεν λειτουργούσε, και, συνεπώς, δεν καταγράφονταν κινήσεις πελατών ή υπαλλήλων. Ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται νόμιμη η δικονομική αξιοποίηση των συγκεκριμένων φωτογραφιών, ως του μοναδικού αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει η άδικη πράξη, πρωτίστως διότι στην προκειμένη περίπτωση το παραβιασθέν συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορουμένου στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων δεν άπτεται άμεσα του σκληρού πυρήνα της προσωπικής του σφαίρας – δεδομένου ότι οι κάμερες κλειστού κυκλώματος κατέγραφαν τις κινήσεις του σε δημόσιο χώρο και όχι στην οικία του – ενώ σε αντίθετη περίπτωση η ενλόγω απαγόρευση θα οδηγούσε σε κατάργηση του δικαιώματος του παθούσας σε δικαστική ακρόαση και προστασία, αφού δεν θα μπορούσε να γίνει χρήση του μοναδικού αποδεικτικού μέσου, στο οποίο βασίζεται η καταγγελία της, με αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων, ήτοι αγαθών υπέρτερων, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας. Άλλωστε, η συμπεριφορά του δράστη, όπως αποτυπώθηκε στην κάμερα κλειστού κυκλώματος, δεν αποτελεί ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, αλλά συνέχιση της κατάπτωσής της, που άρχισε με το έγκλημα και γι’ αυτό δεν μπορεί να τύχει συνταγματικής διαφύλαξης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α του Ν. 2472/1997 έχει εκδώσει τις με αριθμούς 1122/2000 και 1/2011 οδηγίες για το θέμα των κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης. Σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες η λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με κλειστό κύκλωμα τηλεόραση, που λειτουργεί μονίμως, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα δεν επιτρέπεται, διότι προσβάλλει την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Κατ εξαίρεση, τέτοιου είδους λήψη (μόνιμη, συνεχής ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα) και επεξεργασία είναι νόμιμη, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, υπό τις προϋποθέσεις του Ν. 2472/1997, εφόσον ο σκοπός της επεξεργασίας είναι η προστασία προσώπων ή αγαθών ή η ρύθμιση της κυκλοφορίας. Κριτήριο για τη νομιμότητα της επεξεργασίας είναι: α) η […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
23 Ιουνίου, 2013
Εφ Πειρ 203/2013 – Ενστάσεις κατά επιταγής / κακόπιστος κομιστής/ αοριστία ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής
Περίληψη: Ενστάσεις κατά κομιστή επιταγής – Κακή πίστη κομιστή – Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής – Αοριστία ανακοπής – Συμπλήρωση αοριστίας με τις προτάσεις ή την έφεση -. Κατ εξαίρεση, επιτρέπεται η προβολή ενστάσεων που πηγάζουν από τις προσωπικές σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, με την προϋπόθεση ότι ο κομιστής, κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής, αφενός γνώριζε την ύπαρξη των ενστάσεων αυτών και αφετέρου ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη. Η κακή πίστη του κομιστή πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση του. Δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, αφού νέοι λόγοι, που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά, παρά μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Αριθμός 203/2013 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσούλα Πλατιά, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Γεωργία Λογοθέτη. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των : ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (δ.τ. «PROBANK»), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αρχοντία Βογιατζάκη Πολύδωρα. ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) , κατοίκου Πειραιώς και 2) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία « », που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι εφεσίβλητοι και εταιρεία με την επωνυμία « », άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 2-7-2009 και με αριθ. εκθ. καταθ. 6644/ 2009 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 45/ 2010 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με την από 5-3-2012 και με αριθ. εκθ. καταθ. 385/ 2012 έφεση, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τις υπ αριθμ. 8062 Β΄/29-11-2012 και 8107 Β΄/6-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, , τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νομίμως η εκκαλούσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης με την αντίστοιχη πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους εφεσίβλητους (άρθρα 126 παρ. 1 α΄ και δ΄, 128 παρ. 4 ΚΠολΔ). Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και, συνεπώς, πρέπει να δικασθούν ερήμην. Η συζήτηση, ωστόσο, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α΄ ΚΠολΔ). ΙΙ. Η υπό κρίση από 5-3-2012 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
23 Ιουνίου, 2013
ΕφΛαρ 24/2013 – Προσβολή προσωπικότητα δια τύπου / αντικειμενική ευθύνη εκδότη / αρχή αναλογικότητας και συντρέχον πταίσμα
Περίληψη: Τύπος – Δημοσίευμα – Προσβολή προσωπικότητας – Ιδιοκτήτης εντύπου – Συντάκτης -Εκδότης – Αντικειμενική ευθύνη – Ηθική βλάβη – Συντρέχον πταίσμα – Αναλογικότητα – Ελάχιστη χρηματική ικανοποίηση -. Ο νόμος 1178/81 περί αντικειμενικής ευθύνης και ελάχιστης χρηματικής ικανοποίησης αφορά μόνο στον ιδιοκτήτη του εντύπου, όχι και στο συντάκτη, εκδότη ή διευθυντή σύνταξης, που ευθύνονται για τη ζημία από δημοσίευμα κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Επί προσβολής προσωπικότητας, αξίωση άρσης και μη επανάληψης, αποζημίωσης, αλλά και ικανοποίησης ηθικής βλάβης με πληρωμή ποσού, δημοσίευμα ή ό,τι επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προσδιορισμός, αναιρετικά ανέλεγκτος, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης, κατά την κοινή πείρα και λογική, χωρίς υποχρέωση διαταγής αποδείξεων. Επί συντρέχοντος πταίσματος, κατ ένσταση, δυνατή μη επιδίκαση ή μείωση του ποσού. Αντίθετη στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας η πρόβλεψη στο νόμο ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης, με μόνο στοιχείο τον τόπο έκδοσης της εφημερίδας. Ηθική βλάβη μέτριας ένστασης από δημοσίευμα αναληθές, καθόσον εναντίον του ενάγοντος δεν ασκήθηκε ποτέ ποινική δίωξη για εμπόριο ανθρώπινων οργάνων και οι εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα, ως ιδιοκτήτης και εκδότης εφημερίδας, ούτε συνέτρεχε λόγος να το δημοσιεύσουν. Σκοπός εξύβρισης με τη χωρίς λόγο χρήση της μειωτικής λέξης «πρεζέμπορος», αφού υπήρχαν μεν δύο καταδίκες για ναρκωτικά, όχι όμως για εμπορία. ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΣΑΣ 24/2013 Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφου με αριθμούς /08.09.2011 και /08.09.2011, τις οποίες συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής Η. Ζ. και προσκόμισε νόμιμα ο εκκαλών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με επίκληση, προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη δικάσιμο της 14.12.2012 και να συμμετάσχουν στη συζήτηση της ένδικης έφεσης. Ειδικότερα, η κλήτευση των εφεσίβλητων διενεργήθηκε με νόμιμη επίδοση αντιγράφου της ένδικης έφεσης, όπου ήταν συνημμένη πράξη ορισμού της 14.12.2012 ως δικασίμου και κλήση για συζήτηση, προς τον υπάλληλο της 1ης εφεσίβλητης και συνεργάτη του 2ου εφεσίβλητου, Θ. Χ., διότι κατά τη στιγμή της επίδοσης ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης εφεσίβλητης βρισκόταν στα γραφεία αυτής ούτε ο 2ος εφεσίβλητος βρισκόταν στον χώρο της εργασίας του, (βλ. άρθρα: 126 § 1, 127 § 1, 129 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, μολονότι δεν εμφανίστηκαν οι εφεσίβλητοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη διάρκεια της δικασίμου 14.12.2012 ούτε έλαβαν μέρος στη συζήτηση της έφεσης αυτής, πρέπει να προβεί η διαδικασία ως προς την έφεση σαν να ήταν παρόντες στη δίκη αμφότεροι οι εφεσίβλητοι, (βλ. άρθρο 524 § 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). ΙΙ. Η ένδικη έφεση με ημερομηνία 05.05.2011 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 149/07.07.2011 εναντίον της οριστικής απόφασης ειδικής διαδικασίας αριθμ. 63/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε ως προς την από 19.01.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 41/25.01.2010 αγωγή χρηματικής ικανοποίησης εξαιτίας ηθικής βλάβης, την οποία άσκησε ο ήδη εκκαλών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μέσα στην προθεσμία των τριών ετών από την ημέρα (28.03.2011), οπότε δημοσιεύτηκε η εκκαλούμενη απόφαση, (βλ. άρθρα 518 § 2, 591 § 1 ΚΠολΔ), η οποία λαμβάνεται υπόψη στην επίδικη υπόθεση ως προθεσμία της έφεσης, αφού κανείς από τους διαδίκους δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε ότι επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση προς κάποιον από αυτούς, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 681-Δ § 5 ΚΠολΔ, και φέρεται νόμιμα προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, υλικά […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
25 Μαΐου, 2013
Eιρ.Αθηνών 422/2013:Αποζημίωση οδηγού από εταιρία εκμετάλλευσης αυτοκινητοδρόμου για εμπόδιο στο οδόστρωμα που προκάλεσε ζημία στο όχημά του
Eιρ.Αθηνών 422/2013: Στην έννοια του “καταναλωτή” υπάγεται και εκείνος που χρησιμοποιεί αυτοκινητόδρομο, καταβάλλοντας διόδια. «Παρέχων υπηρεσίες» θεωρείται η εταιρεία, που έχει την ευθύνη της συντήρησης του αυτοκινητοδρόμου και την εκμετάλλευση του. Αυτοκίνητο, που υπέστη ζημία από εμπόδιο (σίδερο) στο οδόστρωμα του αυτ/δρομου. Αγωγή του ζημιωθέντος ιδιοκτήτη του οχήματος, για αποζημίωση εκ μέρους της εταιρείας για τη ζημία που υπέστη το αυτοκίνητο και για ηθική βλάβη. «(…) Δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων αποτελεί και η δραστηριότητα εταιρείας, στην οποία έχουν εκχωρηθεί δικαιώματα και η οποία έχει την εκμετάλλευση αυτοκινητόδρομου. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 1 παρ. 3 και 4 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι οι διατάξεις που προστατεύουν τους καταναλωτές ισχύουν στον ιδιωτικό τομέα και στις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, συνάγεται, ότι καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται οι υπηρεσίες που προσφέρονται ή κάνει χρήση τέτοιων υπηρεσιών, ασχέτως αν η χρήση, για την οποία προορίζεται, είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 733/2011, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 289/2004 Νόμος),εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Παράλληλα, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, μπορεί να είναι ακόμη και εταιρεία, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΜΠρΙωαν 316/2011 ΕΦΑΔ 2011, 1181) και η ευθύνη της ως παρέχοντος υπηρεσίες μπορεί να είναι ενδοσυμβατική, αλλά και αδικοπρακτική. Με την κρινόμενη αγωγή εκθέτει ο ενάγων ότι οδηγώντας το αυτ/το του όπως αυτό αναφέρεται ειδικά στο δικόγραφο κινείτο στην Νέα Εθνική Οδό Αθηνών- Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση από Λαμία προς Αθήνα. Στο ύψος του Αγίου Κων/νου κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας είδε έξαφνα πάνω στο οδόστρωμα ένα κομμάτι σίδερο μήκους 1.5μ, του οποίου τμήμα προεξείχε από το επίπεδο του δρόμου έχοντας καμπύλο σχήμα. Δεν μπορούσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, διότι δίπλα του στη μεσαία λωρίδα κινείτο ένα φορτηγό και βρισκόταν στο ίδιο ύψος με το δικό του αυτ/το. Παρά το ότι προσπάθησε να φρενάρει, δεν ήταν δυνατό να αποφύγει το σίδερο, με αποτέλεσμα να πέσει πάνω σε αυτό, να σκάσουν και τα δύο λάστιχα του αυτ/το του και να κινδυνέψει. Τελικά, κατάφερε όντας ψύχραιμος να ανακτήσει τον έλεγχο του οχήματός του και να το ακινητοποιήσει λίγο πιο κάτω, όπου βρισκόταν επίσης παρκαρισμένο ένα ακόμη αυτ/το, που είχε υποστεί επίσης βλάβη από την ίδια αιτία. (…)Η ίδια (εταιρία) έχει την εκμετάλλευση της οδού, όπως έχει και την ευθύνη για την συντήρηση και την καλή λειτουργία της. Αν, αναλογιστεί δε, κανείς, ότι η συντήρηση των δρόμων αυτών κοστίζει αστρονομικά ποσά, κατά την παρουσίαση και κρίση των εταιρειών, που έχουν την ευθύνη της καλής λειτουργίας τους και οι οποίες εκμεταλλεύονται τη χρήση τους, δεν μπορεί να ισχυρίζεται η εναγομένη ότι δεν ευθύνεται. Διότι, η συντήρηση και η ομαλή χρήση των δρόμων αυτών αποτελεί τον λόγο, που οι καταναλωτές χρησιμοποιούν την οδό και θεωρούν εύλογα, ότι η χρήση αυτή θα είναι ασφαλής. Δεν περιμένει ο καταναλωτής, ότι τη στιγμή που κινείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, που υποδηλώνει ότι τα αυτ/τα αυτά μπορούν να κινούνται με την μεγαλύτερη επιτρεπτή ταχύτητα, θα βρει μπροστά του, σε έναν πολυσύχναστο και ακριβό δρόμο, εμπόδια στο οδόστρωμα και θα κινδυνεύσει η ζωή του. Αν ήταν έτσι δεν θα τη χρησιμοποιούσε, αλλά θα επέλεγε να κάνει χρήση […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
25 Μαΐου, 2013
Μον.Πρωτ.Αθ.669/2013 : Αντισυνταγματική η αύξηση του δικαστικού ενσήμου
Μον.Πρωτ.Αθ.669/2013: Αντισυνταγματική η αύξηση του δικαστικού ενσήμου από 4 σε 8 τοις χιλίοις με το ν.4093/2012: «(…)Υπό την εκδοχή ότι το μέτρο αυτό εξυπηρετεί την λειτουργία της δικαιοσύνης, με την έννοια αφενός της συμμετοχής κάθε πολίτη, που ζητεί έννομη προστασία, στο κόστος λειτουργίας του θεσμού αυτού αφετέρου της αποφυγής προπετούς άσκησης της αγωγής, η υπό τις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αύξηση (και συγκεκριμένα ο υπερδιπλασιασμός) του ποσού του δικαστικού ενσήμου, συνιστά μέτρο προδήλως αντισυνταγματικό και ανίσχυρο, αφού παραβιάζονται τα άρθρα 20 παρ. 1 Συντ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, ο επικαλούμενος σκοπός της αποφυγής προπετούς άσκησης αγωγών είναι αναμφίβολα θεμιτός. Αντίθετα, δεν ισχύει το ίδιο και για το σκοπό συμμετοχής του πολίτη κατά ένα μέρος στο κόστος λειτουργίας του θεσμού της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι η Δικαιοσύνη αποτελεί δημόσια λειτουργία, συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από το Δημόσιο και δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας. Σε κάθε περίπτωση το θεμιτό του σχετικού περιορισμού πρέπει να έχει ως αφετηρία την σκέψη ότι η συμμετοχή του πολίτη στο κόστος λειτουργίας των Δικαστηρίων δεν σημαίνει κάλυψη όλων των σχετικών δαπανών, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να υπολογιστούν και να επιμεριστούν σε κάθε διάδικο, αλλά επιβολή ενός μικρού χρηματικού ποσού, που μπορεί να καταβάλει κάθε πολίτης, ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση. Οι επιδιωκόμενοι αυτοί σκοποί, πάντως, δεν είναι αρκετοί για την δικαιολόγηση της προαναφερόμενης αύξησης του δικαστικού ενσήμου. (…) Περαιτέρω, ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη με την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού της συμμετοχής των πολιτών στο κόστος λειτουργίας του θεσμού της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι ο επί πολλές δεκαετίες υπολογισμός του δικαστικού ενσήμου σε ποσοστό 4%ο κάλυπτε τις λειτουργικές ανάγκες της δικαιοσύνης, χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα αύξησης του σχετικού ποσού. Επομένως, δεδομένου ότι το κόστος λειτουργίας των δικαστηρίων έχει σήμερα μειωθεί κατά πολύ, λόγω της συγχώνευσης σημαντικού αριθμού Δικαστηρίων, μείωσης των αποδοχών των Δικαστικών Λειτουργών και των γραμματέων των Δικαστηρίων, ο υπερδιπλασιασμός του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν κρίνεται αναγκαίος για την επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού. Επίσης, με την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου, υπό τις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, δηλ. την μείωση των αποδοχών όλων των εργαζομένων σε υψηλά ποσοστά, που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά και το 50% και την υπέρμετρη (άμεση και έμμεση) φορολόγηση κάθε μορφής επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας, θίγεται πλέον ο πυρήνας του ατομικού δικαιώματος για παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, καθώς σημαντικός αριθμός πολιτών δεν μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από το αντικείμενο της αγωγής που προτίθεται να ασκήσει. (…)Η πρόβλεψη υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου είχε χαρακτηριστεί αρχικά από τη νομολογία του Αρείου Πάγου ως μέτρο με φορολογικό χαρακτήρα (βλ. έτσι και ΑΠ 624/1972, ΝοΒ (21/1973), 21). Η άποψη αυτή, όμως, προσαρμόστηκε στη συνέχεια στη νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο έκρινε ότι οι θεσπιζόμενοι κάθε φορά περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για να είναι συμβατοί με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ πρέπει να επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και να επιβάλλονται από το συμφέρον χρηστής απονομής της δικαιοσύνης. Οπως, όμως, ήδη αναφέρθηκε η αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου με τον Ν.4093/2012 εντάσσεται στην νομοθετική επιλογή για αύξηση της σχετικής επιβάρυνσης των πολιτών, με κύριο σκοπό […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
