Α. Δυνάμει του αρθρ. 24 &1 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1998), η εισαγγελία είναι ανεξάρτητη δικαστική αρχή, και δυνάμει των άρθρων 24&5 και 25 &1ι του αυτού Κώδικα, οι εισαγγελικοί λειτουργοί έχουν δικαίωμα να απευθύνουν παραγγελίες.
Δυνάμει του αρθρ. 93&3 του ισχύοντος στη Χώρα Συντάγματος κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.
Δυνάμει δε των νομικών ελληνικών και ευρωπαϊκών (κοινοτικών) κεκτημένων η έννοια του δικαστηρίου είναι ευρύτερη της κλασικής εικόνας και έννοιας του δικαστηρίου που γενικώς είναι άμεσα αντιληπτή.
Δηλαδή σύμφωνα με τις αποφάσεις των δικαστηρίων και ιδία με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, δικαστήριο είναι το όργανο που διαθέτει νομότυπη σύσταση, ασκεί δικαιοδοτική λειτουργία, είναι ανεξάρτητο απέναντι στην εκτελεστική εξουσία και τους διαδίκους, αμερόληπτο, εφαρμόζει την αρχή της διαδικαστικής νομιμότητας και διαθέτει δυνατότητα λήψης δεσμευτικής απόφασης με εκτελεστική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να τροποποιηθεί από μία μη δικαστική αρχή, (απόφαση ΕΣΔΑ της 25.09.2008 επί της υποθέσεως Παραπονιάρη κατά Ελλάδος), και επομένως κάθε όργανο που δρά υπό την ως άνω έννοια και τις ως άνω προϋποθέσεις είναι υποχρεωμένο βάσει του αρθρ. 6 της Σύμβασης της Ρώμης, η οποία αποτελεί και εσωτερικό δίκαιο, να παρέχει όλες τις δικονομικές εγγυήσεις, σύμφωνα με την πάγια και σταθερή νομολογία του ΕΣΔΑ δηλ. δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης στο δικαστήριο, δικαίωμα ακρόασης και δικαίωμα της ισότητος των δικονομικών όπλων των αντιδίκων, και ισχύει σε κάθε υπόθεση, αστικής, ποινικής και διοικητικής φύσεως.
Τέλος σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Α.Π.
« Εκείνοs που διόρισε πραγματογνώμονεs οφείλει να γνωστοποιήσει τα ονόματα τους στους διαδίκους.
Αυτό απαιτείται για να μπορέσει να ασκήσει ο διάδικοs το δικαίωμα εξαίρεσηs του πραγμ/να και να προβεί στο διορισμό τεχνικού σuμβούλου.
Η υποχρέωση υπάρχει και κατά την προκαταρκτική εξέταση. Η παράλειψη τηs γνωστοποίησηs δημιουργεί ΑΠΟΛΥΤΟ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ και παραβιάζεται και το αρθρ. 6 &1 τηs ΕΣΔΑ (δίκαιη δίκη), (Α.Π.(Ολομέλεια) 2176/2007, σ.993 ΝοΒ Δ/ριοs 2008. Ομοίως Α.Π.1701/2007, Α.Π. 2323/2007, Α.Π. 302/2008, Α.Π. 642,685/2008, Α.Π. 759/2008, Α.Π. 1114/2008. »
Β. Εν αντιθέσει με τα ως άνω παγίως παραδεκτά και εφαρμοζόμενα, σοβαρό νομικό ζήτημα έχει δημιουργηθεί με τις εκδιδόμενες παραγγελλίες των Εισαγγελιών Ανηλίκων με τις οποίες παραγγέλλεται η διενέργεια παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες όχι μόνο δεν περιέχουν ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά ούτε στοιχειώδη μνεία του οιουδήποτε στοιχείου που να δικαιολογεί το επαχθές αυτό εις βάρος του ανηλίκου μέτρου, το οποίο συνήθως ελαφρά τη καρδία αιτείται εν ονόματι του συμφέροντος του ανηλίκου από τον ασκούντα γονέα την προσωρινή επιμέλεια αυτού, αλλά στη πράξη χρησιμοποιείται
για την δικαστική εξόντωση του άλλου γονέα.
Επίσης συνήθως (τουλάχιστον σε όσες υποθέσεις έχουμε άμεση γνώση ) δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένο πρόσωπο αρμόδιο υπεύθυνο και υπόλογο προς διενέργεια της ως άνω πραγ/συνης, η επιλογή του οποίου γίνεται από τον αιτούντα γονέα, ο οποίος ευλόγως θα απευθυνθεί στον δικό του άνθρωπο, ο οποίος εν τέλει θα αποφανθεί για το όποιο οικογενειακό θέμα ανελέγκτως, με την σφραγίδα του δημοσίου, και εν τοις πράγμασι θα καθορίσει την τύχη της υποθέσεως ενώπιον των δικαστηρίων ουσίας.
Οι θέσεις των εισαγγελικών λειτουργών και οι απαντήσεις επί των ως άνω ζητημάτων είναι ότι η παραγγελλομένη παιδοψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη είναι άτυπη διαδικασία και δεν τυγχάνουν εφαρμογής δικονομικοί κανόνες.
Γ. Είναι αδύνατον να γίνει αποδεκτό και ανεκτό το άτυπο της διαδικασίας αυτής το οποίο ευρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με ως όσα έχουν εκτεθεί και ισχύουν, γιατί και ο εισαγγελικός λειτουργός, και στις εν προκειμένω περιπτώσεις, πληροί την έννοια του δικαστηρίου, ως άνω έχει παγίως νομολογηθεί από την ΕΣΔΑ, και η ούτως πως «άτυπη» διαδικασία με σοβαρότατες όμως νομικές οικογενειακές και κοινωνικές συνέπειες, είναι απολύτως αντιδικονομική και άκυρη, και αποτελεί παγίδα και μαύρη τρύπα για όλα τα εμπλεκόμενα υπό την όποια ιδιότητα τους πρόσωπα.
Άμεση δε απλή και αποτελεσματική λύση, η κατ’ αρθρ. 24&5α) του ως άνω ισχύοντος Κανονισμού (Ν. 1756/1998), δυνατότητα εκδόσεως οδηγίας από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία θα διασαφηνίζεται ότι και στις εν λόγω περιπτώσεις είναι υποχρέωση της ανεξάρτητης εισαγγελικής δικαστικής αρχής η τήρηση των δικονομικών κανόνων και η παροχή των εγγυήσεων περί δικαίας δίκης.
Άλλωστε με απλό και αποτελεσματικό τρόπο αντιμετωπίστηκε και η δυνάμει του Ν. 3625/2007 προστεθείσα διάταξη του αρθρ.226Α του Κ.Π.Δ. η οποία θέλησε να αποκλείσει την παρουσία τεχνικών συμβούλων και στις δικαστικές πραγματογνωμοσύνες ανηλίκων στα πλαίσια της ποινικής διερεύνησης αδικημάτων που αφορούν ιδία γενετήσια αδικήματα εις βάρος ανηλίκων, η οποία αντιτίθεται στις ως άνω συνταγματικές και ποινικές θεμελιώδεις αρχές και πάγιες παραδοχές, και η τυχόν εφαρμογή της γεννά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατ’ αρθρ. 171 & δ) Κ.Π.Δ..
Με εισαγγελική πρόταση, γενομένη ομοφώνως δεκτή από το Συμβούλιο Πλημ/κων Αθηνών, επετράπη η παρουσία τεχνικού συμβούλου χωρίς δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων, διεσφαλίσθησαν δε ούτως άμα και τα δικαιώματα του κατηγορούμενου πατρός και η εγκυρότητα της συγκεκριμένης διαδικαστικής πράξεως και το κύρος των δικαστηρίων της ουσίας.

ΛΕΝΑ ΠΟΛΙΤΑΚΗ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ