ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 3ης Ιουλίου 2019 (*)

«Αίτηση αναιρέσεως – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία για την κήρυξη εκπτώσεως – Λεκτικό σήμα Boswelan – Ουσιαστική χρήση – Δεν υφίσταται – Χρήση του σήματος στο πλαίσιο κλινικής δοκιμής πριν από την κατάθεση αιτήσεως για άδεια κυκλοφορίας στην αγορά ενός φαρμάκου – Εύλογη αιτία για τη μη χρήση – Έννοια»

Στην υπόθεση C-668/17 P,

με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 2017,

Viridis Pharmaceutical Ltd, με έδρα την Τορτόλα, Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τoυς C. Spintig, S. Pietzcker και M. Prasse, Rechtsanwälte,

αναιρεσείουσα,

όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:

το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενο από τον S. Hanne,

καθού πρωτοδίκως

η Hecht-Pharma GmbH, με έδρα το Hollnseth (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους J. Sachs και C. Sachs, Rechtsanwälte,

παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο τμήματος, K. Jürimäe (εισηγήτρια), D. Šváby, S. Rodin και N. Piçarra, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar

γραμματέας: A. Calot Escobar

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1 Με την αίτηση αναιρέσεως, η Viridis Pharmaceutical Ltd (στο εξής: Viridis) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Σεπτεμβρίου 2017, Viridis Pharmaceutical κατά EUIPO – Hecht-Pharma (Boswelan) (T-276/16, μη δημοσιευθείσα, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2017:611), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της για την ακύρωση της αποφάσεως του πέμπτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) της 29ης Φεβρουαρίου 2016 (υπόθεση R 2837/2014-5), σχετικά με διαδικασία εκπτώσεως μεταξύ της Hecht-Pharma GmbH και της Viridis (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).

Το νομικό πλαίσιο

Το διεθνές δίκαιο

2 Η Συμφωνία περί των πτυχών των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας που άπτονται του εμπορίου, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας του Μαρακές για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ 1994, L 336, σ. 1) (στο εξής: Συμφωνία TRIPS). Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της συμφωνίας αυτής αναφέρεται στην υποχρέωση χρήσεως του καταχωρισμένου σήματος ως εξής:

«Αν για τη διατήρηση της καταχώρισης απαιτείται η χρήση του [σήματος κατασκευής ή του] εμπορικού σήματος, η ανάκληση της καταχώρισης επιτρέπεται μόνον αν έχουν μεσολαβήσει τουλάχιστον τρία έτη αδιάλειπτης αχρησίας, εκτός αν το πρόσωπο στο οποίο ανήκει το εμπορικό σήμα επικαλείται και αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιου σοβαρού λόγου που συνιστά εμπόδιο για τη χρήση του σήματος. Γίνεται δεκτό ότι στους σοβαρούς λόγους της αδυναμίας χρήσης συγκαταλέγονται ορισμένες περιστάσεις που δεν εξαρτώνται από τη θέληση του προσώπου στο οποίο ανήκει το εμπορικό σήμα και οι οποίες θέτουν εμπόδια στη χρήση του, όπως είναι οι περιορισμοί που επιβάλλονται στις εισαγωγές αγαθών ή υπηρεσιών που προστατεύονται από το εμπορικό σήμα ή ορισμένες άλλες υποχρεωτικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται από το κράτος σε σχέση με αυτά.»

Το δίκαιο της Ένωσης

3 Ο κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21), ο οποίος ετέθη σε ισχύ στις 23 Μαρτίου 2016. Εν συνεχεία, ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε, από 1ης Οκτωβρίου 2017, από τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2017, L 154, σ. 1). Εντούτοις, δεδομένης της ημερομηνίας καταθέσεως της εν λόγω αιτήσεως για την κήρυξη εκπτώσεως του δικαιούχου, εν προκειμένω της 18ης Νοεμβρίου 2013, που είναι κρίσιμη για τον προσδιορισμό του εφαρμοστέου ουσιαστικού δικαίου, η υπό κρίση διαφορά διέπεται από τις ουσιαστικές διατάξεις του κανονισμού 207/2009.

4 Η αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 207/2009 έχει ως εξής:

«Δικαιολογείται να προστατεύονται τα σήματα [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] και, έναντι αυτών, κάθε σήμα το οποίο έχει καταχωρισθεί προγενέστερα, μόνον εφόσον τα σήματα αυτά πράγματι χρησιμοποιούνται.»

5 Το άρθρο 15 του εν λόγω κανονισμού, που φέρει τον τίτλο «Χρήση του [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης]», προβλέπει, στην παράγραφο 1, τα εξής:

«Εάν, εντός προθεσμίας πέντε ετών από την καταχώριση, ο δικαιούχος δεν έχει κάνει ουσιαστική χρήση του σήματος [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] μέσα στην [Ευρωπαϊκή Ένωση] για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες αυτό έχει καταχωρισθεί, ή εάν έχει αναστείλει τη χρήση του επί μια συνεχή πενταετία, το σήμα [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] υπόκειται στις κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, εκτός εάν υπάρχει εύλογος αιτία για τη μη χρήση.

Κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου, ως χρήση θεωρείται επίσης:

α) χρήση του σήματος [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] υπό μορφή που διαφέρει ως προς στοιχεία τα οποία όμως δεν μεταβάλλουν τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος στην καταχωρισμένη του μορφή·

[…]».

6 Υπό τον τίτλο «Λόγοι έκπτωσης», το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Ο δικαιούχος του σήματος [της Ευρωπαϊκής Ένωσης] κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο [EUIPO] ή μετά από ανταγωγή στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση:

α) εάν, επί διάστημα πέντε συνεχών ετών, δεν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του σήματος στην [Ένωση] για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί και δεν υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση· κανείς δεν μπορεί εντούτοις να επικαλεστεί την έκπτωση του δικαιούχου εκ των δικαιωμάτων του, εάν, κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της λήξης αυτής της περιόδου και της υποβολής της αίτησης ή της άσκησης ανταγωγής, υπήρξε έναρξη ή επανάληψη της ουσιαστικής χρήσης του σήματος· πάντως, η έναρξη ή επανάληψη της χρήσης, εντός προθεσμίας τριών μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης ή την άσκηση ανταγωγής, η οποία δεν αρχίζει να προσμετράται πριν από τη συμπλήρωση της συνεχούς πενταετίας μη χρήσης, δεν λαμβάνεται υπόψη, αν οι προπαρασκευαστικές ενέργειες για την έναρξη ή την επανάληψη της χρήσης συνέβησαν μόνον αφού έλαβε γνώση ο δικαιούχος ότι θα μπορούσε να υποβληθεί η αίτηση ή να ασκηθεί η ανταγωγή·

[…]».

7 Η αιτιολογική σκέψη 24, το άρθρο 18 και το άρθρο 58 του κανονισμού 2017/1001 αντιστοιχούν στην αιτιολογική σκέψη 10, στο άρθρο 15 και στο άρθρο 51 του κανονισμού 207/2009.

8 Η αιτιολογική σκέψη 25 του κανονισμού 2017/1001, η οποία δεν έχει αντίστοιχη στον κανονισμό 207/2009, έχει ως εξής:

«Για λόγους ίσης μεταχείρισης και ασφάλειας δικαίου, η χρήση σήματος της ΕΕ υπό μορφή που διαφέρει ως προς στοιχεία, τα οποία όμως δεν μεταβάλλουν τον διακριτικό χαρακτήρα του σήματος στην καταχωρισμένη του μορφή θα πρέπει να επαρκεί για τη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχονται, ανεξαρτήτως του εάν το σήμα στη μορφή που χρησιμοποιείται είναι επίσης καταχωρισμένο.»

Το ιστορικό της διαφοράς

9 Το ιστορικό της διαφοράς και τα βασικά στοιχεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως προκύπτουν από τις σκέψεις 1 έως 11 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορούν να συνοψισθούν για τις ανάγκες της παρούσας υποθέσεως ως ακολούθως.

10 Στις 30 Σεπτεμβρίου 2003, η Pharmasan GmbH Freiburg, στα δικαιώματα της οποίας έχει υπεισέλθει η Viridis, ζήτησε από το EUIPO την καταχώριση του λεκτικού σημείου «Boswellan» ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα «φαρμακευτικά προϊόντα και προϊόντα υγειονομικής περιθάλψεως» που εμπίπτουν στην κλάση 5 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.

11 Η αίτηση δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 31/2004, της 2ας Αυγούστου 2004, η δε καταχώριση του σήματος (στο εξής: επίμαχο σήμα) έγινε στις 24 Απριλίου 2007.

12 Στις 18 Νοεμβρίου 2013, η Hecht-Pharma υπέβαλε αίτηση για να κηρυχθεί έκπτωτος ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος, σε σχέση με όλα τα προϊόντα για τα οποία είχε καταχωρισθεί, βάσει του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, για τον λόγο ότι δεν είχε προβεί σε ουσιαστική χρήση του.

13 Με απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2014, το τμήμα ακυρώσεων του EUIPO κήρυξε τη Viridis έκπτωτη των δικαιωμάτων της για όλα τα καταχωρισμένα προϊόντα.

14 Στις 6 Νοεμβρίου 2014, η Viridis άσκησε προσφυγή ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO, βάσει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.

15 Με την προσβαλλομένη απόφαση, το πέμπτο τμήμα προσφυγών του EUIPO (στο εξής: τμήμα προσφυγών) απέρριψε την προσφυγή αυτήν.

16 Πρώτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Viridis δεν ήσαν ικανά να αποδείξουν την ουσιαστική χρήση του επίμαχου σήματος εντός της Ένωσης για τα προϊόντα τα οποία αυτό προσδιόριζε επί διάστημα πέντε συναπτών ετών πριν από την αίτηση για την κήρυξη εκπτώσεως. Έκρινε ότι τα στοιχεία αυτά συνδέονται, στην πραγματικότητα, με πράξεις αμιγώς εσωτερικού χαρακτήρα, οι οποίες αφορούσαν κλινική δοκιμή. Τα στοιχεία αυτά εμφανίσθηκαν πολύ πριν από τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά και εκτός πλαισίου ανταγωνισμού. Δεν πρόκειται για πράξεις εξωστρεφείς, ήτοι σχετιζόμενες με τη διάθεση στην αγορά ή τη διαφήμιση των εν λόγω προϊόντων. Ούτε συνιστούν άμεση προπαρασκευαστική πράξη ούτε πράξη που συμβάλλει στην επικείμενη κυκλοφορία τους στην αγορά.

17 Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών, στηριζόμενο ιδίως στον ορισμό της εύλογης αιτίας που προκύπτει από τη διατύπωση της Συμφωνίας TRIPS, έκρινε ότι, εν προκειμένω, η διεξαγωγή κλινικής δοκιμής από μόνη της δεν αποτελούσε λόγο ανεξάρτητο της βουλήσεως της Viridis που δικαιολογούσε τη μη χρήση του επίμαχου σήματος. Η διάρκεια μιας κλινικής δοκιμής εξαρτάται, στην πράξη, από τα χρηματοδοτικά μέσα που αποφασίζει να διαθέσει ο δικαιούχος ενός σήματος, οπότε το στοιχείο αυτό δεν εμπίπτει στην κατηγορία των εμποδίων που είναι ανεξάρτητα της βουλήσεώς του. Η ευθύνη για τη διάρκεια της διαδικασίας μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει μεταφερθεί σε εξωτερική αρχή μόνον αφότου υποβληθεί επίσημο αίτημα για τη διάθεση στην αγορά. Η προστασία που παρέχεται στα σήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον κανονισμό 207/2009 δεν κρίνεται αναγκαία πριν από το εν λόγω επίσημο αίτημα και, εάν μια φαρμακευτική εταιρία αποφάσιζε παρά ταύτα να καταχωρίσει σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πολλά έτη πριν από το αίτημα αυτό, οι καθυστερήσεις στην κλινική δοκιμή θα ανάγονταν στη σφαίρα ευθύνης της.

Η ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση

18 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Μαΐου 2016, η Viridis άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέρος που, με την εν λόγω απόφαση, το τμήμα προσφυγών απέρριψε την προσφυγή της κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων με την οποία κηρύχθηκε έκπτωτη των δικαιωμάτων της όσον αφορά τα φάρμακα για τη θεραπεία της σκληρύνσεως κατά πλάκας.

19 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Viridis επικαλέσθηκε τρεις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορούσε παράβαση του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, καθόσον το τμήμα προσφυγών έκρινε εσφαλμένως ότι τα προβληθέντα πραγματικά περιστατικά και τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν ήσαν επαρκή για να αποδειχθεί η ουσιαστική χρήση του επίμαχου σήματος όσον αφορά τα φάρμακα για τη θεραπεία της σκληρύνσεως κατά πλάκας. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορούσε παράβαση της ίδιας διατάξεως, καθόσον το εν λόγω τμήμα έκρινε εσφαλμένως ότι τα προβληθέντα πραγματικά περιστατικά και τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν ήσαν επαρκή για να αποδειχθεί η ύπαρξη εύλογης αιτίας για τη μη χρήση του εν λόγω σήματος σε σχέση με τα ίδια φάρμακα. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αφορούσε παράβαση του άρθρου 83 του κανονισμού 207/2009 και, ειδικότερα, παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.

20 Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε άπαντες τους ανωτέρω λόγους ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, την προσφυγή στο σύνολό της.

Τα αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου

21 Με την αίτηση αναιρέσεως, η Viridis ζητεί από το Δικαστήριο:

– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·

– να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και

– να καταδικάσει το EUIPO στα δικαστικά έξοδα ή, επικουρικώς, να επιφυλαχθεί επί των δικαστικών εξόδων.

22 Το EUIPO ζητεί από το Δικαστήριο:

– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και

– να καταδικάσει τη Viridis στα δικαστικά έξοδα.

23 Η Hecht-Pharma ζητεί από το Δικαστήριο:

– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·

– να καταδικάσει τη Viridis στα δικαστικά έξοδα.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως

24 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Viridis προβάλλει δύο λόγους αναιρέσεως εκ των οποίων ο μεν πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 2017/1001, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστατο ουσιαστική χρήση του επίμαχου σήματος, ο δε δεύτερος παράβαση της ίδιας διατάξεως, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστατο εύλογη αιτία για τη μη χρήση του εν λόγω σήματος.

Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

25 Αφενός, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Viridis και η Hecht-Pharma παραπέμπουν, στα υπομνήματά τους, στις διατάξεις του κανονισμού 2017/1001. Εντούτοις, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 3 και 7 της παρούσας αποφάσεως, ο κανονισμός 207/2009 έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση και δεδομένου ότι τα άρθρα 18 και 58 του κανονισμού 2017/1001 αντιστοιχούν στα άρθρα 15 και 51 του κανονισμού 207/2009, οι γενόμενες από τους διαδίκους παραπομπές στα πρώτα άρθρα πρέπει να θεωρηθούν ως αφορώσες τα τελευταία αυτά άρθρα.

26 Αφετέρου, οι δύο λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν, κατ’ ουσίαν παραβάσεις του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, θίγουν, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 32 και 33 των προτάσεών του, νομικά ζητήματα σχετικά με την ερμηνεία των εννοιών της «ουσιαστικής χρήσης» και της «εύλογης αιτίας για τη μη χρήση» του κανονισμού 207/2009. Κατά συνέπεια, και εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η Hecht-Pharma, οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, οι οποίοι δεν επιδιώκουν την επανεκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων της υποθέσεως, είναι παραδεκτοί.

Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

27 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Viridis προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο ότι παρέβη το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, υποπίπτοντας, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ουσιαστικής χρήσεως του επίμαχου σήματος, σε δύο νομικά σφάλματα.

28 Πρώτον, η Viridis βάλλει κατά της σκέψεως 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το Γενικό Δικαστήριο έθεσε ως αρχή ότι σήμα που προσδιορίζει φάρμακο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής χρήσεως μόνον εάν έχει χορηγηθεί άδεια κυκλοφορίας στην αγορά (ΑΚΑ) για το φάρμακο αυτό.

29 Κατά την εν λόγω διάδικο, η αρχή αυτή βασίζεται σε συσταλτική ερμηνεία της εννοίας της «ουσιαστικής χρήσης», η οποία δεν είναι δικαιολογημένη, δεδομένου ότι οι πράξεις χρήσεως που εξετάστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση δεν ήσαν παράνομες.

30 Η Viridis υποστηρίζει ότι η ερμηνεία αυτή αντιβαίνει επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, η ουσιαστική χρήση πρέπει να αξιολογείται κατά περίπτωση. Ακόμη και μια ελάχιστη χρήση και μία πώληση σε έναν μόνον πελάτη θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκείς όταν οι πράξεις αυτές δικαιολογούνται από εμπορικής απόψεως. Εξωτερική χρήση δεν σημαίνει ότι η χρήση πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι προσανατολισμένη προς τους τελικούς καταναλωτές.

31 Έπεται ότι η ουσιαστική χρήση δεν μπορεί να αποκλειστεί με το σκεπτικό ότι το εν λόγω προϊόν δεν μπορεί ούτε να διατεθεί στην αγορά ούτε να διαφημιστεί στο κοινό.

32 Αντιθέτως, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα της φαρμακευτικής βιομηχανίας και να θεωρηθεί ότι νόμιμες πράξεις χρήσεως του σήματος, όπως αυτές στις οποίες προέβη η Viridis επ’ ευκαιρία της εν λόγω κλινικής δοκιμής, μπορούν να αποτελούν ουσιαστική χρήση, όταν κρίνονται επαρκείς κατόπιν εκτιμήσεως κατά περίπτωση. Συγκεκριμένα, η πενταετία που προβλέπεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 είναι ανεπαρκής για τις ιδιαιτερότητες του φαρμακευτικού τομέα, λαμβανομένου υπόψη του μικρού κύκλου αγοραστών και του περιορισμένου αριθμού συμμετεχόντων στις κλινικές δοκιμές.

33 Δεύτερον, η Viridis αμφισβητεί τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, στην πρώτη περίοδο της σκέψεως 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η χρήση του επίμαχου σήματος στο πλαίσιο κλινικής δοκιμής έναντι τρίτων δεν μπορεί να εξομοιωθεί με διάθεση στην αγορά ούτε με άμεση προπαρασκευαστική πράξη, διότι πρόκειται για εσωτερική χρήση.

34 Κατά τη Viridis, αποφαινόμενο ότι η χρήση σήματος στο πλαίσιο κλινικής δοκιμής είναι εσωτερική χρήση και μη δεχόμενο ότι η εν λόγω χρήση μπορεί να αποτελέσει ουσιαστική χρήση, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τη νομολογία σύμφωνα με την οποία μπορεί να υφίσταται ουσιαστική χρήση όταν η εμπορία βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας και είναι επικείμενη. Η νομολογία αυτή παρέχει τη δυνατότητα να θεωρηθεί ότι μια χρήση μπορεί να είναι ουσιαστική ακόμη και όταν δεν αφορά σημαντικό αριθμό αποδεκτών.

35 Η Viridis προσθέτει ότι η υποχρέωση χρήσεως καταχωρισμένου σήματος δεν αποτελεί αυτοσκοπό και ότι η απαίτηση περί χρήσεως έχει ως σκοπό να μην επιβαρύνεται το μητρώο με μη χρησιμοποιούμενα σήματα. Συνεπώς, η έννοια της «χρήσης» πρέπει να ερμηνεύεται με κάποια ελαστικότητα, όπως τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 καθώς και η αιτιολογική σκέψη 25 του κανονισμού 2017/1001 επιτρέπουν τη χρήση σήματος υπό μορφή διαφορετική από εκείνη υπό την οποία καταχωρίσθηκε.

36 Το EUIPO και, επικουρικώς, η Hecht-Pharma αμφισβητούν το βάσιμο του πρώτου λόγου αναιρέσεως.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

37 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Viridis υποστηρίζει ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την ουσιαστική χρήση του επίμαχου σήματος πάσχει πλάνη περί το δίκαιο. Συγκεκριμένα, κατά τη Viridis, κακώς το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έθεσε ως αφετηρία του την αρχή ότι συντρέχει χρήση ικανή να εξασφαλίσει τη διατήρηση των δικαιωμάτων επί ενός φαρμάκου μόνον όταν έχει χορηγηθεί ΑΚΑ για το φάρμακο αυτό και, αφετέρου, στη σκέψη 39 της εν λόγω αποφάσεως, απέκλεισε το ενδεχόμενο η χρήση του σήματος στο πλαίσιο κλινικής δοκιμής να αποτελεί ουσιαστική χρήση.

38 Κατά πάγια νομολογία, υφίσταται ουσιαστική χρήση του σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, οσάκις το σήμα χρησιμοποιείται σύμφωνα με τη βασική του λειτουργία, που είναι η εγγύηση της ταυτότητας προελεύσεως των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρίσθηκε, με σκοπό την εξεύρεση ή διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων και υπηρεσιών, αποκλειομένης της συμβολικής χρήσεως που αποσκοπεί μόνο στη διατήρηση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα (αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2003, Ansul, C-40/01, EU:C:2003:145, σκέψη 43, και της 8ης Ιουνίου 2017, W. F. Gözze Frottierweeberei και Gözze, C‑689/15, EU:C:2017:434, σκέψη 37 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

39 Η ουσιαστική χρήση του σήματος προϋποθέτει επομένως τη χρήση του στην αγορά των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα και όχι μόνον εντός της οικείας επιχειρήσεως. Η χρήση του σήματος πρέπει να αφορά προϊόντα ή υπηρεσίες που ήδη διατίθενται στο εμπόριο ή των οποίων επίκειται η εμπορία, την οποία προετοίμασε η επιχείρηση με σκοπό την απόκτηση πελατείας, ιδίως στο πλαίσιο διαφημιστικών εκστρατειών (πρβλ. απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, Ansul, C-40/01, EU:C:2003:145, σκέψη 37).

40 Αντιθέτως, η επίθεση σήματος επί των προϊόντων που δεν διανέμονται με σκοπό να διεισδύσουν στην αγορά των προϊόντων που προσδιορίζονται με την καταχώριση του σήματος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ουσιαστική χρήση του σήματος αυτού, στον βαθμό που η επίθεση αυτή ούτε συμβάλλει στην εξεύρεση αγοράς προς διάθεση των προϊόντων ούτε τα καθιστά, προς το συμφέρον του καταναλωτή, διακριτά από τα προϊόντα άλλων επιχειρήσεων (πρβλ. απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2009, Silberquelle, C-495/07, EU:C:2009:10, σκέψη 21).

41 Κατά την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της χρήσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων που μπορούν να αποδείξουν το υπαρκτό της εμπορικής εκμεταλλεύσεως, ιδίως η χρήση που θεωρείται δικαιολογημένη στον οικείο οικονομικό τομέα για τη διατήρηση ή δημιουργία μεριδίων αγοράς υπέρ των προϊόντων ή των υπηρεσιών που προστατεύει το σήμα, η φύση των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, τα χαρακτηριστικά της αγοράς, η έκταση και η συχνότητα χρήσεως του σήματος (αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2003, Ansul, C-40/01, EU:C:2003:145, σκέψη 43, και της 31ης Ιανουαρίου 2019, Pandalis κατά EUIPO, C‑194/17 P, EU:C:2019:80, σκέψη 83).

42 Στην παρούσα υπόθεση, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε η Viridis ενώπιον του EUIPO, προκειμένου να αποδείξει την ουσιαστική χρήση του επίμαχου σήματος, και τα οποία παρατίθενται στη σκέψη 35 της αποφάσεως αυτής, διαπιστώνεται ότι η Viridis είχε προβεί σε προπαρασκευαστικές πράξεις, οι οποίες συνίσταντο στην εφαρμογή διαδικασίας κλινικής δοκιμής, πραγματοποιηθείσας με σκοπό την υποβολή αιτήσεως για ΑΚΑ και περιλαμβάνουσας ορισμένες πράξεις διαφημιστικού χαρακτήρα σε σχέση με την εν λόγω δοκιμή.

43 Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στην ίδια σκέψη 36, ότι «η δημόσια και προς τα έξω χρήση του σήματος [αυτού] ήταν δυνατή μόνο εφόσον έχει ληφθεί η [AKΑ] από τις αρμόδιες αρχές», δεδομένου ότι η νομοθεσία για τα φαρμακευτικά προϊόντα απαγορεύει τη διαφήμιση φαρμάκων για τα οποία δεν έχει ληφθεί ακόμη AKΑ και, ως εκ τούτου, κάθε πράξη γνωστοποιήσεως που αποσκοπεί στην απόκτηση ή τη διατήρηση μεριδίου αγοράς.

44 Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε περαιτέρω, με τις σκέψεις 37 και 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, μολονότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστική χρήση πριν από οποιαδήποτε διάθεση στην αγορά των προϊόντων που προσδιορίζονται από το σήμα, εντούτοις τούτο συμβαίνει μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η διάθεση στην αγορά είναι επικείμενη. Στην παρούσα υπόθεση, εντούτοις, κατά το Γενικό Δικαστήριο, η Viridis δεν απέδειξε ότι η διάθεση στην αγορά ενός προσδιοριζόμενου από το επίμαχο σήμα φαρμάκου για τη θεραπεία της σκληρύνσεως κατά πλάκας ήταν επικείμενη, καθώς δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η κλινική δοκιμή επρόκειτο να ολοκληρωθεί.

45 Τέλος, ως απάντηση σε ορισμένα επιχειρήματα της Viridis, το Γενικό Δικαστήριο αξιολόγησε, στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τις συγκεκριμένες περιστάσεις χρήσεως του επίμαχου σήματος στην εν λόγω κλινική δοκιμή και διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι η χρήση αυτή ήταν εσωτερική και ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η έκταση της χρήσεως αυτής ήταν σημαντική στον φαρμακευτικό τομέα.

46 Κατ’ αρχάς, από τις εκτιμήσεις που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει συγκεκριμένα ότι, κατά τη νομολογία που υπεμνήσθη στις σκέψεις 38 έως 41 της παρούσας αποφάσεως, αυτό προέβη σε in concreto εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών και των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, προκειμένου να διαπιστώσει αν οι πράξεις χρήσεως που επικαλέστηκε η Viridis ήσαν τέτοιες ώστε να απηχούν χρήση του επίμαχου σήματος σύμφωνη προς τη λειτουργία του ως δηλωτικού της προελεύσεως των εν λόγω προϊόντων και του λόγου εμπορικής τους υπάρξεως, χρήση που συνίσταται στην εξεύρεση ή τη διατήρηση δυνατοτήτων πωλήσεως για τα προϊόντα για τα οποία είχε καταχωρισθεί.

47 Όσον αφορά το επιχείρημα της Viridis, σύμφωνα με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έθεσε ως αφετηρία την αρχή ότι ουσιαστική χρήση καταχωρισμένου σήματος για ένα φάρμακο μπορεί να υφίσταται μόνον όταν έχει χορηγηθεί ΑΚΑ για το εν λόγω φάρμακο, πρέπει να σημειωθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στο να συναγάγει, στο πλαίσιο της in concreto εκτιμήσεώς του, τις συνέπειες της διαπιστώσεώς του ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ένα φάρμακο του οποίου η διάθεση στην αγορά δεν έχει ακόμη εγκριθεί δεν μπορεί καν να αποτελέσει αντικείμενο διαφημίσεως για την απόκτηση ή τη διατήρηση μεριδίου αγοράς. Ως εκ τούτου, είναι αδύνατον να χρησιμοποιηθεί ένα σήμα που προσδιορίζει ένα τέτοιο φάρμακο στην οικεία αγορά, αντιθέτως προς τα όσα επιτάσσει η νομολογία του Δικαστηρίου που παρατίθεται στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως.

48 Πρέπει επιπροσθέτως να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι οι πράξεις χρήσεως που επικαλέστηκε η Viridis ήσαν, όπως η ίδια υποστηρίζει, σύμφωνες με τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις, η περίσταση αυτή δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ο ουσιαστικός χαρακτήρας της χρήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, δεδομένου ότι η εν λόγω χρήση εκτιμάται in concreto υπό το πρίσμα όλων των πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως και δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικώς από τον νόμιμο χαρακτήρα των πράξεων χρήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, εντούτοις, δεν επρόκειτο για χρήση στην αγορά των προϊόντων που προστατεύονται από το επίμαχο σήμα.

49 Στον βαθμό που η Viridis κάνει λόγο για ανεπάρκεια της προβλεπόμενης στο άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 πενταετίας όσον αφορά τον φαρμακευτικό κλάδο, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 45 των προτάσεών του, η πενταετία ισχύει ανεξαρτήτως του οικονομικού τομέα στον οποίον ανήκουν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες για τα οποία έχει καταχωρισθεί το εν λόγω σήμα. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές.

50 Δεύτερον, ως απάντηση σε ορισμένα επιχειρήματα της Viridis, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 39 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, που μνημονεύεται στη σκέψη 45 της παρούσας αποφάσεως, ότι η χρήση του επίμαχου σήματος στο πλαίσιο κλινικής δοκιμής δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με διάθεση στην αγορά ούτε με άμεση προπαρασκευαστική πράξη, αλλά έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε εσωτερικό χαρακτήρα, επειδή έλαβε χώρα εκτός πλαισίου ανταγωνισμού, εντός ενός μικρού κύκλου παρεμβαινόντων, και χωρίς να επιδιώκεται η απόκτηση ή η διατήρηση μεριδίων αγοράς.

51 Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο δεν διαφοροποιήθηκε από τη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως και την οποία επικαλέστηκε η Viridis, σύμφωνα με την οποία μπορεί να υπάρξει ουσιαστική χρήση σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν τα προϊόντα που προσδιορίζονται με αυτό δεν κυκλοφορούν ακόμη στην αγορά. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς υπενθύμισε, στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εν λόγω χρήση μπορεί να διαπιστωθεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η διάθεση στην αγορά των εν λόγω προϊόντων επίκειται και έκρινε, στις σκέψεις 38 και 39 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η Viridis δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αυτό συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.

52 Ειδικότερα, κατά την εξέταση του κατά πόσον η προβαλλόμενη χρήση του επίμαχου σήματος πραγματοποιήθηκε έναντι τρίτων και κατά πόσον η έκταση της χρήσεως ήταν αρκετά μεγάλη δεδομένων των συνθηκών που χαρακτηρίζουν τον φαρμακευτικό τομέα, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τον ουσιαστικό χαρακτήρα της χρήσεως αυτής.

53 Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που παρατέθηκε στις σκέψεις 38 έως 41 της παρούσας αποφάσεως και όπως κατ’ ουσίαν επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 57, 59 και 61 έως 63 των προτάσεών του, πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατά το μέτρο που η ουσιαστική χρήση ενός σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να αποδεικνύεται με πράξεις χρήσεως που έχουν προηγηθεί της διαθέσεως στην αγορά των προσδιοριζόμενων με το σήμα αυτό προϊόντων ή υπηρεσιών παρά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η διάθεση στην αγορά είναι επικείμενη, οι πράξεις χρήσεως που μπορούν να αποδείξουν μια τέτοια ουσιαστική χρήση πρέπει να έχουν εξωτερικό χαρακτήρα και να παράγουν αποτελέσματα για το μελλοντικό κοινό των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών, και τούτο ακόμη και σε στάδιο που προηγείται της διαθέσεώς τους στην αγορά.

54 Τέλος, εν αντιθέσει προς όσα υποστήριξε η Viridis, δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 μια ελαστικότερη ερμηνεία της εννοίας της «ουσιαστικής χρήσης».

55 Πράγματι, βάσει της τελευταίας αυτής διατάξεως, η χρήση του σήματος υπό μορφή άλλη από τη μορφή υπό την οποία καταχωρίσθηκε θεωρείται ότι αποτελεί χρήση, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 207/2009, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μεταβάλλεται ο διακριτικός χαρακτήρας του σήματος υπό τη μορφή υπό την οποία έχει καταχωρισθεί (απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2017, EUIPO κατά Cactus, C‑501/15 P, EU:C:2017:750, σκέψη 65).

56 Συνεπώς, το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, στο μέτρο που δεν απαιτεί απόλυτη ομοιότητα μεταξύ της μορφής που χρησιμοποιείται στο εμπόριο και της καταχωρισμένης μορφής του σήματος, επιδιώκει να παράσχει στον δικαιούχο του σήματος, στο πλαίσιο της εμπορικής εκμεταλλεύσεως του σήματός του, τη δυνατότητα να το διαφοροποιήσει κατά τρόπο που, χωρίς να μεταβάλλει τον διακριτικό χαρακτήρα του, διευκολύνει την προσαρμογή του στις απαιτήσεις της εμπορίας και της προωθήσεως των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών στην αγορά (απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2017, EUIPO κατά Cactus, C-501/15 P, EU:C:2017:750, σκέψη 66).

57 Ως εκ τούτου, μολονότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει έναν ορισμένο βαθμό ευελιξίας ως προς τη μορφή της χρήσεως ενός σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντούτοις η διάταξη αυτή δεν επηρεάζει την εκτίμηση του ουσιαστικού χαρακτήρα της εν λόγω χρήσεως, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στη νομολογία που αναφέρεται στις σκέψεις 38 έως 41 της παρούσας αποφάσεως.

58 Κατόπιν τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αλυσιτελής και εν μέρει αβάσιμος.

Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως

Επιχειρήματα των διαδίκων

59 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Viridis ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο, αποκλείοντας την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τη μη χρήση του επίμαχου σήματος, παρέβη το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009.

60 Κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο, στην εκτίμησή του σχετικά με τους λόγους μη χρήσεως, προσήψε στη Viridis ότι είχε καταχωρίσει πρόωρα το επίμαχο σήμα. Ως εκ τούτου, απέκλεισε τη δυνατότητα αιτιολογήσεως της μη χρήσεώς του σε περίπτωση κατά την οποία το σήμα αυτό χρησιμοποιείται στο πλαίσιο κλινικής δοκιμής για τον σκοπό της προετοιμασίας αιτήσεως για τη χορήγηση ΑΚΑ σύμφωνα με τη φαρμακευτική νομοθεσία, όταν η αίτηση που αφορά την εν λόγω κλινική δοκιμή υποβάλλεται πολύ μετά την καταχώριση του σήματος ή όταν τα χρηματοδοτικά μέσα που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήσαν τα απαιτούμενα για την ολοκλήρωση της κλινικής μελέτης το συντομότερο δυνατόν.

61 Εν προκειμένω, πρώτον, εμμένοντας στο γεγονός της παρελεύσεως του χρόνου, το Γενικό Δικαστήριο κατέστησε άνευ αντικειμένου τη διάταξη του άρθρου 15, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 όσον αφορά την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετία. Συγκεκριμένα, ένα σήμα φαρμάκου για το οποίο η περίοδος αυτή πρόκειται να λήξει ή έχει ήδη λήξει μπορεί πράγματι να καταστεί, εκ του λόγου αυτού, ακατάλληλο προς χρήση, καθότι μόνον η υποβολή αιτήσεως για χορήγηση ΑΚΑ δικαιολογεί τη μη χρήση. Η προθεσμία των τριών μηνών που προβλέπεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, in fine, του κανονισμού 207/2009 δεν αρκεί προς τούτο, διότι δεν επιτρέπει την ολοκλήρωση μιας κλινικής δοκιμής.

62 Δεύτερον, στο μέτρο που λαμβάνονται υπόψη τα χρηματοδοτικά μέσα που έχουν επενδυθεί, η θέση του Γενικού Δικαστηρίου σημαίνει ότι οι οικονομικά εύρωστες επιχειρήσεις έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες να προστατεύσουν τις επενδύσεις τους επαρκώς βάσει της νομοθεσίας περί σημάτων από ό,τι οι οικονομικά ασθενέστερες επιχειρήσεις. Εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο δεν πρέπει να στηρίζεται στο αφηρημένο αξίωμα ότι τυχόν αύξηση των επενδύσεων θα είχε καταστήσει εφικτή την ταχύτερη διεξαγωγή της σχετικής εν προκειμένω κλινικής δοκιμής.

63 Το EUIPO και, επικουρικώς, η Hecht-Pharma θεωρούν ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Εκτίμηση του Δικαστηρίου

64 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Viridis προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στο Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, αποκλείοντας το ενδεχόμενο η διεξαγωγή μιας κλινικής δοκιμής να συνιστά εύλογη αιτία για τη μη χρήση του επίμαχου σήματος.

65 Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, η εύλογη αιτία για τη μη χρήση μπορεί να αντιταχθεί στην κήρυξη του δικαιούχου έκπτωτου εκ των δικαιωμάτων του επί του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω μη ουσιαστικής χρήσεως υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.

66 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μόνον εμπόδια που παρουσιάζουν αρκετά άμεση σχέση με ένα σήμα, καθιστώντας τη χρήση του αδύνατη ή παράλογη, και που είναι ανεξάρτητα από τη βούληση του δικαιούχου του σήματος αυτού μπορούν να χαρακτηριστούν ως «εύλογη αιτία» για τη μη χρήση του σήματος αυτού. Πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση αν ενδεχόμενη μεταβολή στη στρατηγική της επιχειρήσεως με σκοπό την αποφυγή του εμποδίου θα καθιστούσε παράλογη τη χρήση του εν λόγω σήματος (αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2007, Häupl, C-246/05, EU:C:2007:340, σκέψη 54, και της 17ης Μαρτίου 2016, Naazinen Investments κατά ΓΕΕΑ, C-252/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:178, σκέψη 96).

67 Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, της Συμφωνίας TRIPS, στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος και την οποία έχει λάβει υπόψη του το Δικαστήριο στη νομολογία που μνημονεύεται στην προηγούμενη σκέψη, παραθέτει, μεταξύ των παραδειγμάτων εύλογων αιτιών μη χρήσεως σήματος, τις υποχρεωτικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται από το κράτος σε σχέση με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που προσδιορίζει το σήμα αυτό.

68 Στην προκειμένη περίπτωση, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω νομολογίας, η οποία υπενθυμίζεται εν συνόψει στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 61 της αποφάσεως αυτής, ότι, μολονότι η διενέργεια κλινικής δοκιμής μπορεί να συνιστά αιτία μη χρήσεως ενός σήματος, εντούτοις οι πράξεις και τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε η Viridis στην παρούσα υπόθεση και τα οποία αξιολογήθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 55 έως 60 της εν λόγω αποφάσεως, ήσαν εντός του πεδίου επιρροής της και ενέπιπταν στον τομέα ευθύνης της, οπότε δεν αφορούσαν εμπόδια ανεξάρτητα από τη βούλησή της.

69 Ειδικότερα, από τις σκέψεις 55 έως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει κατ’ ουσίαν ότι, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Viridis είχε υποβάλει αίτηση για καταχώριση του επίμαχου σήματος ήδη από το έτος 2003 λόγω δικής της επιλογής και όχι από νομική υποχρέωση, αν και υπήρχε σημαντική αβεβαιότητα τόσο ως προς την ημερομηνία όσο και ως προς τη δυνατότητα διαθέσεως στην αγορά του προϊόντος που προσδιοριζόταν από το σήμα αυτό, στο μέτρο που το προϊόν βρισκόταν στο στάδιο της κλινικής δοκιμής. Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη το γεγονός ότι οι προβληθείσες δυσχέρειες κατά τη διάρκεια της εν λόγω κλινικής δοκιμής, της οποίας η ημερομηνία ολοκληρώσεως παρέμενε κατά τα άλλα αβέβαιη, οφείλονταν σε ανεπαρκείς επενδύσεις της Viridis λόγω των ιδιαιτεροτήτων του οικείου τομέα. Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το αίτημα διεξαγωγής κλινικής δοκιμής από τη Viridis διατυπώθηκε τρία και πλέον έτη μετά την καταχώριση του επίμαχου σήματος.

70 Ως εκ τούτου, εν αντιθέσει προς όσα ισχυρίζεται η Viridis στην παρούσα αναίρεση, το Γενικό Δικαστήριο ουδόλως απέκλεισε το ενδεχόμενο μια κλινική δοκιμή να αποτελεί εύλογη αιτία μη χρήσεως ενός σήματος. Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο εφήρμοσε τη νομολογία του Δικαστηρίου που παρατίθεται στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως, προβαίνοντας σε in concreto εκτίμηση των περιστάσεων που τέθηκαν στην κρίση του.

71 Επίσης, δεν συνιστά πλάνη περί το δίκαιο η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η παρέλευση του χρόνου μεταξύ, αφενός, των ημερομηνιών υποβολής της αιτήσεως και καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος και, αφετέρου, της ημερομηνίας ενάρξεως της κλινικής δοκιμής και της διάρκειάς της και των διατεθέντων οικονομικών μέσων για την ταχεία διεξαγωγή της, εμπίπτουν, κατ’ αρχήν, στη σφαίρα ευθύνης του δικαιούχου του εν λόγω σήματος και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν εμπόδια ανεξάρτητα από τη βούλησή του.

72 Επιπλέον, εν αντιθέσει προς όσα προέβαλε η Viridis, η προσέγγιση που ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο δεν καθιστά κενή περιεχομένου τη διάταξη του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 όσον αφορά την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετία. Η ύπαρξη της εν λόγω χρονικής περιόδου δεν σημαίνει ότι ο δικαιούχος του εν λόγω σήματος δεν πρέπει να ολοκληρώνει εγκαίρως όλες τις απαραίτητες προπαρασκευαστικές ενέργειες ώστε να μπορεί να κάνει ουσιαστική χρήση του σήματος αυτού, άπαξ παρέλθει η περίοδος αυτή.

73 Πράγματι, από την αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού 207/2009 προκύπτει ότι θα ήταν αντίθετο στην οικονομία του άρθρου 51, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού να δοθεί υπερβολικά ευρεία ερμηνεία στην έννοια «νόμιμη αιτία για τη μη χρήση ενός σήματος» (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 14ης Ιουνίου 2007, Häupl, C-246/05, EU:C:2007:340, σκέψη 51).

74 Βάσει των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και, ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επί των δικαστικών εξόδων

75 Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων. Το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 1, αυτού, ορίζει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.

76 Δεδομένου ότι το EUIPO και η Hecht-Pharma ζήτησαν την καταδίκη της Viridis στα δικαστικά έξοδα και ότι η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει, πέραν των εξόδων της, να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το EUIPO και η Hecht-Pharma.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφασίζει:

1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.

2) Η Viridis Pharmaceutical Ltd φέρει, πέραν των δικών της δικαστικών εξόδων, και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) και η Hecht-Pharma GmbH.

(υπογραφές)

* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=215761&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=1295374