• 24 Ιανουαρίου, 2016

    "ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΠΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΛΛΟΔΑΠΟΤΗΤΑΣ * – (Με αφορμή τις υπ’ αριθμ. 53/2012 και 597/2012 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών)" [του Γεωργίου Κ. Αμπατζή Δικηγόρου ε.τ.]

    Οι πάρα κάτω δημοσιευόμενες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δηλαδή οι υπ’αριθ. 53/2012 (προδικαστική) και 597/2012 (οριστική), με αφορμή το τροχαίο ατύχημα που αναφέρεται σε αυτές και το οποίο συνέβη στην αλλοδαπή, κλήθηκαν να αποφανθούν για ζητήματα τα οποία παρουσιάζουν ενδιαφέρον λόγω των στοιχείων της αλλοδαπότητας που εμφανίζει η υπόθεση με την οποία ασχολήθηκαν. Τα ζητήματα αυτά είναι τα ακόλουθα: Α. 1. Η Διεθνής Δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων όταν το ατύχημα συμβαίνει σε άλλο Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό το καθεστώς της συμβάσεως των Βρυξελλών της 27-9-1968 για τη «Διεθνή Δικαιοδοσία και Εκτέλεση αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις», η οποία κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 1814/1988, υπήρξε αντικείμενο έντονης διαφωνίας τόσο στα πλαίσια του τότε ΔΕΚ (σήμερα ΔΕΕ) όσο και της ελληνικής νομολογίας, ως προς τις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να εναχθεί ο αλλοδαπός ασφαλιστής στον τόπο της κατοικίας του παθόντος[1]. Τομή στην πάρα πάνω διακύμανση αποτέλεσε ο Κανονισμός 44/2001, ο οποίος αντικατέστησε τη Σύμβαση των Βρυξελλών και άρχισε να ισχύει στην Ελλάδα από την 1-3-2002, και η ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεών του (αρθ. 9 παρ. 1 στοιχείο β΄και 11 παρ. 2 αυτού) από το ΔΕΚ. Το τελευταίο με την υπ’αριθ. C 463/2006 απόφασή του δέχθηκε ότι ο ασφαλιστής που έχει την έδρα του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου στον οποίο έχει την κατοικία του ο ζημιωθείς. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή αποτελεί ειδικώτερη εκδήλωση της αρχής της εύνοιας προς τον ζημιωθέντα σε τροχαίο ατύχημα που διαπνέει τον πάρα πάνω Κανονισμό, αφού είναι ολοφάνερη η διευκόλυνσή του να εγείρει την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου της χώρας στην οποία κατοικεί σε σύγκριση με τις δυσκολίες που συνεπάγεται γι’αυτόν η έγερση της αγωγής στην αλλοδαπή και μάλιστα στο κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του ο αλλοδαπός ασφαλιστής. Τη θέση αυτή του ΔΕΚ υιοθέτησε με πάγιο τρόπο ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 584/2014, 419/2012, 37/2012, 487/2011 και 640/2010 δημοσιευμένες όλες σε ΕπιθΣυγκΔικ τόμος 2014 σελ. 562 κ.επ. και 566 κ.επ., τ. 2012 σελ. 85 κ.επ., 304 κ.επ. και τ. 2010 σελ. 176 κ.επ., αντίστοιχα). Εκείνο το οποίο πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η έννοια της κατοικίας, προς συγκρότηση της αρμοδιότητας του ημεδαπού δικαστηρίου και της αντίστοιχης διεθνούς δικαιοδοσίας αυτού σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, προϋποθέτει την απόδειξη από τον ενάγοντα των στοιχείων τα οποία θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του ότι αυτός έχει την κατοικία του στην Ελλάδα. Δηλαδή ο ενάγων πρέπει να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν τόσο την υλική πλευρά της πραγματικής εγκατάστασής του σε ορισμένο τόπο της ημεδαπής όσο και το βουλητικό στοιχείο αυτής της μόνιμης εγκατάστασης. Αν ο εναγόμενος ασφαλιστής αμφισβητήσει την ιδιότητα του ενάγοντα ότι αυτός είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας και ο ενάγων δεν αποδείξει ότι οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν στο πρόσωπό του, τότε η αγωγή απορρίπτεται λόγω ελλείψεως κατά τόπον αρμοδιότητας και συνακόλουθης διεθνούς δικαιοδοσίας των ημεδαπών δικαστηρίων (ΑΠ 379/2013 δημοσιευόμενη πάρα κάτω). Τόσο η πρώτη (προδικαστική) όσο και η δεύτερη (οριστική) από τις πάρα πάνω αποφάσεις του ΜονΠρωτΠατρών ακολούθησαν την ερμηνευτική εκδοχή που θέσπισε το ΔΕΚ και οι αποφάσεις του Αρείου Πάγου, η πρώτη μάλιστα από αυτές με εκτενή αιτιολογία. […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 24 Ιανουαρίου, 2016

    Τρόποι είσπραξης διατροφής τέκνου από τον υπόχρεο γονέα

    Γράφει η δικηγόρος Αθηνών, Αναστασία Χρ. Μήλιου. Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, σε περίπτωση διαζυγίου ή διάστασης, οι σύζυγοι υποχρεούνται σε διατροφή των ανήλικων τέκνων τους και των ενήλικων εφόσον αυτά σπουδάζουν. Διατροφή προβλέπεται και από τον έναν σύζυγο στον άλλο, αλλά εκεί υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται. Εφόσον οι σύζυγοι δεν τακτοποιήσουν μόνοι τους το θέμα της διατροφής, το ποσό που θα καταβάλλεται και το χρόνο καταβολής του, αρμόδια είναι τα αστικά δικαστήρια για να ορίσουν το ύψος της διατροφής. Για τον καθορισμό της διατροφής λαμβάνονται υπ’όψιν ο αριθμός των τέκνων, η ηλικία και τα συνήθη μηνιαία έξοδά τους, τα έξοδα και τα έσοδα του γονέα που έχει την επιμέλεια και τα έξοδα και έσοδα του υπόχρεου προς διατροφή γονέα. Συνήθως υπόχρεος προς διατροφή είναι ο πατέρας των τέκνων καθώς την επιμέλεια έχει συνήθως η μητέρα. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η κατάθεση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με προσωρινή διαταγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Η διαδικασία της προσωρινής διαταγής είναι σύντομη, το ποσό και η υποχρέωση διατροφής καθορίζονται σε 2-3 ημέρες από την κατάθεση της αίτησης και η υποχρέωση καταβολής διατροφής ξεκινάει άμεσα, με όλες τις νομικές συνέπειες που θα αναλύσουμε κατωτέρω. Εν συνεχεία, δικάζεται κανονικά η αίτηση των ασφαλιστικών και ακολουθεί η συζήτηση της αγωγής που ισχύει για 2 ή και περισσότερα χρόνια αναλόγως με το τι ζητάμε στο δικόγραφο. Αν δεν ασκηθεί ή δεν συζητηθεί η τακτική αγωγή, η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, ως προσωρινή λύση παύει να ισχύει και ο υπόχρεος δεν έχει πλέον την υποχρέωση διατροφής. Από την έκδοση της απόφασης που ορίζει την διατροφή είτε αυτή προέρχεται από την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ή της τακτικής αγωγής και την γνωστοποίηση αυτής στον υπόχρεο προς διατροφή γονέα, γεννιούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις των δύο πλευρών. Ειδικότερα αν από την στιγμή που έχει κοινοποιηθεί προς τον υπόχρεο γονέα η απόφαση που καθορίζει το ύψος της διατροφής με επιταγή προς πληρωμή επισυναπτόμενη στην απόφαση και δεν καταβάλλει την διατροφή προς το τέκνο ο υπόχρεος γονέας, μπορεί ο έχων την επιμέλεια του τέκνου γονέας, να κινήσει την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Δηλαδή να προβεί σε κατάσχεση της ακίνητης και κινητής περιουσίας του και στη συνέχεια να προβεί σε πλειστηριασμό με σκοπό να ικανοποιηθεί η χρηματική απαίτηση της διατροφής. Πιο σύντομος και οικονομικός τρόπος είναι η κατάσχεση εις χείρας τρίτου, δηλαδή αν εργάζεται μπορεί να γίνει κατάσχεση στα χέρια του εργοδότη από τον μισθό του υπόχρεου, επίσης αν έχει τραπεζικό λογαριασμό μπορεί να γίνει κατάσχεση του ποσού από τον τραπεζικό λογαριασμό του. Στην περίπτωση που ο γονέας που οφείλει διατροφή δεν έχει εισόδημα ούτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ώστε να γίνει κατάσχεση, δεν παύει να οφείλεται διατροφή. Το δικαστήριο δηλαδή, ακόμα και εάν ο υπόχρεος δηλώσει άνεργος και χωρίς περιουσία, θα επιδικάσει διατροφή έτσι και αλλιώς, αν και μειωμένη, διότι θεωρείται ότι ο υπόχρεος οφείλει να φροντίσει να εξασφαλίσει κάποιο εισόδημα, προκειμένου να διαθρέψει τα παιδιά του. Όμως, ακόμα και με μια δικαστική απόφαση στα χέρια, ο έτερος γονέας δυστυχώς δεν θα μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτηση για χάρη των τέκνων, όσο δεν υπάρχουν εισοδήματα ή περιουσία για να κατασχέσει. Εάν όμως ο γονέας που είναι υπόχρεος σε διατροφή, αποκτήσει […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 24 Ιανουαρίου, 2016

    Προθεσμία αποποίησης κληρονομίας και ευεργέτημα απογραφής της για τον ανήλικο.

    Γράφει η δικηγόρος Αθηνών Αναστασία Μήλιου Η προθεσμία αποποίησης κληρονομίας είναι 4 μήνες από τον θάνατο του κληρονομούμενου ή από την δημοσίευση της διαθήκης του αν υπάρχει Η προθεσμία αποποίησης επεκτείνεται στο ένα έτος (με ίδια αφετηρία) στην περίπτωση που ο κληρονομούμενος είχε την τελευταία κατοικία τους στο εξωτερικό ή αν ο κληρονόμος έμαθε την επαγωγή όταν διέμενε στο εξωτερικό. Η προθεσμία αυτή ισχύει και για τους ανήλικους, με την διαφορά ότι για τους ανήλικους, η αποποίηση γίνεται μόνο με δικαστική απόφαση, η οποία πρέπει να κατατεθεί στο Δικαστήριο εντός της τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης, που τρέχει γι’αυτούς. Μάλιστα, πάγια η νομολογία δέχεται ότι τα γεγονότα της γνώσης της επαγωγής και του λόγου αυτής ερευνώνται στο πρόσωπο του νομίμου αντιπροσώπου του ανηλίκου. Συνεπώς, η προθεσμία αρχίζει να τρέχει για τον ανήλικο κληρονόμο από τότε που οι ασκούντες τη γονική μέριμνα έλαβαν γνώση της επαγωγής. Οι ανήλικοι έχουν ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους ενήλικους, όταν αποκτούν την ιδιότητα του κληρονόμου, καθώς είναι εκ του νόμου κληρονόμοι με το λεγόμενο ευεργέτημα της απογραφής, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ευθύνονται με την προσωπική τους περιουσία για τα χρέη της κληρονομιάς, τα οποία μπορούν να ικανοποιηθούν μόνον από την ίδια την κληρονομιαία περιουσία. Ο νόμος ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή ο ανήλικος είναι κληρονόμος εξ απογραφής και δικαιούται να συντάξει την απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας (να καταγράψει, δηλαδή, το ενεργητικό και το παθητικό αυτής σε έκθεση που κατατίθεται στο αρμόδιο δικαστήριο της κληρονομίας) εντός ενός έτους από τότε που θα αποκτήσει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα (δηλ. από την ενηλικίωσή του), αλλιώς χάνει το αναφερθέν ευεργέτημα. Είναι όμως λάθος να πιστεύουμε ότι η προθεσμία αυτή αναφέρεται στην αποποίηση. Η προθεσμία αποποίησης κληρονομίας τρέχει και κατά ανηλίκου. Αν παρέλθει άπρακτη, ο ανήλικος καθίσταται κληρονόμος. Στην περίπτωση αυτή, όμως ο ανήλικος θα πρέπει υποχρεωτικά συντάξει απογραφή εντός έτους από την ενηλικίωσή του. Διαφορετικά χάνει το προνόμιο να μην ευθύνεται για τα χρέη του κληρονομούμενου και με την υπόλοιπη, εκτός της κληρονομίας περιουσίας του. Οι συνέπειες της παρανόησης ενδέχεται να είναι οδυνηρές καθώς οι ανήλικοι καθίστανται κληρονόμοι χωρίς να το γνωρίζουν οι ίδιοι και οι γονείς τους (που νομίζουν ότι η προθεσμία αποποίησης ξεκινά με την ενηλικίωση). Κι αν ξεχάσουν να συντάξουν απογραφή όταν ενηλικιωθούν (ενδεχομένως διότι μεσολαβούν πολλά έτη ή γιατί έχουν αποβιώσει οι γονείς τους και δεν έχουν σχετική ενημέρωση οι ίδιοι οι ενηλικωθέντες κληρονόμοι) τότε βρίσκονται ξαφνικά κατάχρεοι, διότι ο κληρονομούμενος είχε ανεξόφλητες υποχρεώσεις που πλέον εκ του νόμου βαρύνουν τους ίδιους ως απλούς και όχι εξ απογραφής κληρονόμους. Δηλαδή ευθύνονται για τα βάρη της κληρονομιάς που εν αγνοία τους αποδέχθηκαν πολλά χρόνια πριν, με το σύνολο της περιουσίας τους και όχι με την περιουσία που απέκτησε από την κληρονομιά. Oι ανήλικοι κληρονόμοι δεν μπορούν να αποποιηθούν αυτοπροσώπως το κληρονομικό τους δικαίωμα. Οι γονείς που ασκούν τη γονική μέριμνα μπορούν να αποποιούνται κληρονομία ή να παραιτούνται από τη νόμιμη μοίρα κληρονομίας που επάγεται στον ανήλικο εφ’οσον έχουν πάρει προηγουμένως σχετική άδεια δικαστηρίου. Συνεπώς, η δικαστική άδεια αποτελεί απαραίτητο όρο για την ενεργοποίηση των εννόμων συνεπειών ορισμένων πράξεων (αποποίηση) που ενεργούνται από αυτόν που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανηλίκου. Η άδεια δίδεται με απόφαση του δικαστηρίου, […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 20 Ιανουαρίου, 2016

    Ολίγα τινά περί ενόρκων βεβαιώσεων, μετά τον Ν. 4335/ 2015.

    του Γιάννη Κ. Ψαρομήλιγκου Δικηγόρου στο Εφετείο Αιγαίου Μια από τις σημαντικότερες καινοτομίες του νέου Κ.Πολ.Δ. , είναι αναμφίβολα η αναβάθμιση του ρόλου των ενόρκων βεβαιώσεων στην πολιτική δίκη, με τον παράλληλα επιδιωκόμενο εξοβελισμό της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο. Και τούτο, παρά την εντονότατη κριτική που έχει δεχθεί ο θεσμός των ενόρκων βεβαιώσεων , κυρίως λόγω της μειωμένης αξιοπιστίας του περιεχομένου τους, το οποίο πάντως ο νομοθέτης προσδοκά ότι επίσης θα αναβαθμισθεί, στο πλαίσιο των νέων διατάξεων των άρθρων 237 και 238 . Στο πλαίσιο αυτό, για πρώτη φορά περιλαμβάνεται στον Κ.Πολ.Δ. ένα ενιαίο σώμα σχετικών διατάξεων, έστω και ολιγάριθμων, ήτοι εκείνων των άρθρων 421 έως και 424, που μάλιστα τυγχάνουν εφαρμοστέες ενιαία, τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες , αντί της μέχρι τότε αποσπασματικής ρύθμισης του θεσμού, με τις οικείες διατάξεις των (πρώην) παρ. 2 του άρθρου 270 και 1 των άρθρων 650 και 671 . Ωστόσο, παρά την ελλειπτική ρύθμιση των ενόρκων βεβαιώσεων στο προϊσχύσαν δίκαιο, ή μάλλον εξαιτίας αυτής, ο θεσμός γνώρισε έντονη θεωρητική και νομολογιακή επεξεργασία, ως αποτέλεσμα της ανάγκης να δοθούν ερμηνευτικές λύσεις σε πολλά στασιαζόμενα ζητήματα. Στο παρόν πόνημα, θα γίνει μια προσπάθεια προσέγγισης των νέων διατάξεων από καθαρά πρακτική οπτική γωνία. Κύριος σκοπός θα είναι να καταδειχθεί, εάν οι λύσεις που έδωσαν υπό το προγενέστερο δίκαιο η επιστήμη και η νομολογία σε μια σειρά προβλημάτων της πράξης αξιοποιήθηκαν (έστω και έμμεσα) από τον νομοθέτη του Ν. 4335/ 2015, κατά την κατάστρωση των νέων διατάξεων, ή, αντίθετα, εάν πα-ραμένουν θέματα εκτός ευθείας νομοθετικής ρύθμισης, στα οποία περαιτέρω τυγχάνει εξεταστέο το εάν και κατά πόσον μπορούν να βρουν έρεισμα εφαρμογής οι κατά το παρελθόν δοθείσες ερμηνευτικές λύσεις. Φυσικά, ο σχετικός κατάλογος δεν διεκδικεί αξιώσεις πληρότητας, εκτιμώ όμως ότι θίγει ένα αρκετά ευρύ πεδίο θεμάτων της πράξης, ο εντοπισμός των οποίων ίσως φανεί χρήσιμος. Τέλος, αυτονόητο βέβαια είναι, ότι κάθε άλλο παρά δεδομένες θεωρώ τις όποιες λύσεις τολμώ (με μεγάλο δι-σταγμό είναι η αλήθεια) να προτείνω και ως εκ τούτου ουδόλως απεύχομαι την κριτι-κή βάσανό τους. 1. Ο τύπος και το περιεχόμενο της κλήσης. Yπό το προγενέστερο δίκαιο, που αδιαστίκτως έκανε λόγο απλώς για προηγούμενη «κλήτευση του αντιδίκου», θεωρείτο αναγκαία η επίδοση κλήσης, που όμως, αφού ο Νόμος δεν διέκρινε, γινόταν δεκτό, ότι μπορούσε να γίνει είτε αυτοτελώς, είτε με άλλο επιδοτέο στον αντίδικο δικόγραφο, όπως λ.χ. εκείνα της αγωγής, της κλήσης επαναπροσδιορισμού ματαιωθείσας συζήτησης κ.λπ. Πάντως, κατά την κρατούσα γνώμη, γινόταν δεκτό, ότι αρκούσε και δήλωση στο ακροατήριο (εφόσον, βέβαια, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προσκόμισης ενόρκων βεβαιώσεων κατά την προθεσμία της προσθήκης), καταχωρούμενη στα οικεία πρακτικά, υπό τον όρο ότι μνημονεύ-ονταν σ’ αυτήν τα απαραίτητα στοιχεία για τον χρόνο και τον τόπο λήψης της βεβαίωσης , με την εξαίρεση, βέβαια, της περίπτωσης που ο αντίδικος είχε υποβάλλει δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση . Παρ’ ότι ήδη το νέο άρθρο 421 προβλέπει ρητά την επίδοση «κλήσης» προς τον αντίδικο, δεν νομίζω ότι συντρέχει αποχρών λόγος να αποστούμε από τα κατά τα ανωτέρω κρατούντα υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, υπολαμβάνοντας ότι μετά τη νέα ρύθμιση απαιτείται η επίδοση αυτοτελούς δικογράφου, αφού κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να εξυπηρετεί οποιοδήποτε χρήζον προστασίας συμφέρον του αντιδίκου του […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 17 Ιανουαρίου, 2016

    Kανονισμός 1259/2010: Διαζύγιο και Δικαστικός χωρισμός, Εφαρμοστέο δίκαιο.

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε ως στόχο να αναπτύξει έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, θεσπίζοντας μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις. Ταυτόχρονα, η αύξηση της κινητικότητας των πολιτών στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει, αφενός, περισσότερη ευελιξία και, αφετέρου, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2010, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό (ο λεγόμενος κανονισμός Ρώμη ΙΙΙ) διασφαλίζει στους πολίτες ενδεδειγμένες λύσεις από άποψη ασφάλειας δικαίου, προβλεψιμότητας και ευελιξίας, προστατεύει τους ασθενέστερους εταίρους κατά τις διαφορές λόγω διαζυγίων και αποτρέπει την καταχρηστική αναζήτηση της «πλέον ευνοϊκής έννομης τάξης». Επίσης συμβάλλει στην αποφυγή πολύπλοκης, χρονοβόρας και επώδυνης διαδικασίας. Ειδικότερα, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 επιτρέπει στα διεθνή ζευγάρια να συμφωνήσουν εκ των προτέρων το δίκαιο που θα εφαρμοσθεί στη δική τους διαδικασία διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού εφόσον το δίκαιο που επιλέγεται είναι το δίκαιο του κράτους μέλους με το οποίο διατηρούν στενότερο δεσμό. Σε περίπτωση που το ζευγάρι δεν μπορεί να συμφωνήσει, οι δικαστές δύνανται να χρησιμοποιήσουν κοινή μέθοδο για να αποφασίσουν σχετικά με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Ο εν λόγω κανονισμός, εξάλλου, δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα ζητήματα: την ικανότητα δικαίου φυσικών προσώπων, την ύπαρξη, το κύρος ή την αναγνώριση ενός γάμου, την ακύρωση ενός γάμου, το όνομα των συζύγων, τα περιουσιακά αποτελέσματα του γάμου, τη γονική μέριμνα, τις υποχρεώσεις διατροφής και καταπιστεύματα ή κληρονομική διαδοχή. Επίσης δεν επηρεάζει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας. Ο υπόψη κανονισμός αποτελεί μέσο για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών. Η ενισχυμένη συνεργασία επιτρέπει σε ομάδα αποτελούμενη από εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη να εφαρμόσουν μέτρα σε κάποιον από τους τομείς που υπάγονται στις Συνθήκες στο πλαίσιο των μη αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 331 της ΣΛΕΕ, τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να συμμετάσχουν στην καθιερωμένη υπό εξέλιξη ενισχυμένη συνεργασία. (ec.europa.eu) Διαβάστε τον Κανονισμό 1259/2010 για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό : http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2010:343:0010:0016:EL:PDF legalnews24.gr

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 9 Ιανουαρίου, 2016

    Πολιτική αγωγή: εφαρμογή του νέου άρθρου 261 ΑΚ και επί εγκλημάτων που τελέστηκαν πριν την ψήφιση του Ν. 4139/2013.

    (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη, 2015, σελ. 673 επ.) Χαράλαμπος Θ.Σεβαστίδης Πρόεδρος Πρωτοδικών Α. Τοποθέτηση του προβλήματος. Μετά την ψήφιση του Ν. 4139/2013, που τροποποίησε το άρθρο 261 ΑΚ, τα δικαστήρια της ουσίας προβληματίζονται σχετικά με την εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ επί εκκρεμών υποθέσεων. Κύρια αιτία του προβληματισμού είναι η τυχόν απαγόρευση της εφαρμογής αυτής στο άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ , αλλά και στο άρθρο 7 παρ. 1 Συντ. Για την κατανόηση του προβληματισμού θα φέρουμε ένα παράδειγμα: ο Α τελεί ένα πλημμέλημα τον Μάιο του 2008. Ο Β, ζημιωθείς από το πλημμέλημα αυτό, υποβάλλει άμεσα (τον Μάιο του 2008) έγκληση, δηλώνοντας ταυτόχρονα καθ’ όλα σύννομα και παράσταση πολιτικής αγωγής. Τελικά, η υπόθεση προσδιορίζεται να συζητηθεί στο ακροατήριο για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 2013, χωρίς μέχρι τότε να επαναληφθεί η δήλωση παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος. Ερωτάται, λοιπόν, με δεδομένο ότι ο χρόνος έναρξης ισχύος του Ν. 4139/2013 τοποθετείται στις 20.3.2013 (ημερομηνία δημοσίευσής του στο ΦΕΚ), αν ο πολιτικώς ενάγων πρέπει (μετά από σχετική ένσταση του κατηγορουμένου) να αποβληθεί από τη διαδικασία ή όχι. Και τούτο διότι υπό την προγενέστερη μορφή του άρθρου 261 ΑΚ η αξίωση του ζημιωθέντος θα είχε παραγραφεί, ενώ υπό το νέο καθεστώς η διακοπή της παραγραφής διαρκεί μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Β. Η τροποποίηση του άρθρου 261 ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και η επίδρασή της στην ποινική δίκη. Με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 αντικαταστάθηκε το άρθρο 261 ΑΚ, το οποίο προβλέπει πλέον στην παρ. 1 ότι η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ’ άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, στην παρ. 2 ότι αν οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων απ’ αυτούς, η παραγραφή αρχίζει πάλι 6 μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ενώ στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύδει την πρόοδο της δίκης και στην παρ. 3 ότι οι διατάξεις του άρθρου 261 ΑΚ υπό τη νέα της μορφή εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση(1). Με βάση τη νέα αυτή διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτό ότι μετά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία, η οποία συνιστά άσκηση αγωγής(2) και μάλιστα ανεξάρτητα αν η δήλωση αυτή γίνεται στην προδικασία ή στο ακροατήριο, διακόπτεται η παραγραφή, χωρίς να ξαναρχίζει όπως συνέβαινε υπό το προγενέστερο καθεστώς. Η επανέναρξη της παραγραφής τοποθετείται χρονικά μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 261 ΑΚ, που προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων και μη διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικαστικής πράξης, καθώς σε αντίθεση με την πολιτική δίκη η έναρξη και πρόοδος της ποινικής διαδικασίας δεν εξαρτάται από τη βούληση και τις ενέργειες των διαδίκων(3). Επομένως, εφόσον ο ζημιωθείς από το έγκλημα δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας είτε στην προδικασία είτε στη διαδικασία στο ακροατήριο, η παραγραφή της αξίωσής του διακόπτεται και […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 28 Δεκεμβρίου, 2015

    Η ΕΝΟΡΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ Ν. 4335/2015.

    Η ΕΝΟΡΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ Ν. 4335/2015, γράφει ο Βασίλειος Α. Χατζηιωάννου, Λέκτορας Νομικής Σχολής Δ.Π.Θ. *Μνεία γίνεται πως το εν λόγω κείμενο αποτελεί σημείωσεις για το μάθημα “Αστικό Δικονομικό Δίκαιο Ι” στη Νομική Σχολή ΔΠΘ. Αναγνωρίζοντας την αξία του κειμένου ζητήσαμε την αναδημοσίευση και ο κ.καθηγητής ευγενώς μας το διέθεσε. Ένορκη βεβαίωση είναι το επώνυμο αποδεικτικό μέσο με το οποίο πρόσωπο το οποίο έχει την ιδιότητα του μάρτυρα και υπό τις ίδιες με τους μάρτυρες νόμιμες προϋποθέσεις βεβαιώνει ενόρκως αλλά εγγράφως την γνώση του επί πραγματικών περιστατικών. Η ένορκη βεβαίωση, σε αντίθεση με την κατάθεση του μάρτυρα, αποτελεί επώνυμο αποδεικτικό μέσο που παράγεται κατά παρέκκλιση της αρχής της αμεσότητας των αποδείξεων, υπό την έννοια ότι αυτή συντάσσεται και η σχετική γνώση του μάρτυρα εξωτερικεύεται σε χρόνο και υπό συνθήκες που δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές από το δικάζον δικαστήριο. Τα ήσσονα εχέγγυα αξιοπιστίας, που οφείλονται ακριβώς στην κατά παρέκκλιση της αμεσότητας παραγωγή της, αποδέχεται η δικονομική έννομη τάξη προς τον σκοπό επιτάχυνσης της αποδεικτικής διαδικασίας, εφόσον τηρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Μετά το ν. 4335/2015 οι ένορκες βεβαιώσεις αναβαθμίσθηκαν, καθώς ειδικώς στην τακτική διαδικασία υποκαθιστούν την προαιρετική για τον δικαστή εξέταση μάρτυρα. Εφόσον έχουν υποβληθεί με τις προτάσεις, δημιουργούν υποχρέωση του δικαστηρίου, αν διατάξει την εξέταση μαρτύρων, να δεχθεί/διατάξει με την πράξη του ως μάρτυρα έναν ανά πλευρά (396), οπωσδήποτε όμως κάποιον από τους ενόρκως βεβαιούντες (νέο 237 § 6 ΚΠολΔ). Οι προϋποθέσεις υποστατού και παραδεκτού Με το ν. 4335/2015 προστίθενται οι νέες διατάξεις των άρθ. 421-424 ΚΠολΔ οι οποίες, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 237 και 591 ΚΠολΔ προβλέπουν τους εξής όρους του υποστατού/παραδεκτού της ένορκης βεβαίωσης: (α) Κλήτευση των αντιδίκων [αλλά και των ομοδίκων του κλητεύοντος[1]] με επιμέλεια του διαδίκου που επισπεύδει την λήψη ένορκης βεβαίωσης. (β) Τήρηση προθεσμίας κλήτευσης δύο εργασίμων ημερών πριν την προσδιορισμένη από τον επισπεύδοντα διάδικο ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης [βλ. νέο 237 §1 για το χρονοδιάγραμμα: π.χ. 1η Μαρτίου κατάθεση αγωγής, Πέμπτη 9 Ιουνίου κατάθεση προτάσεων, Τετάρτη 8 Ιουνίου ορισμός από τον διάδικο λήψης ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Χ ειρηνοδίκη, κλήτευση αντιδίκου [κι ομοδίκων κλητεύοντος] μέχρι την Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016 [διότι Κυριακή 5 Ιουνίου επίδοση κλήσης απαγορεύεται: 125 § 1 ΚΠολΔ] (γ) πλήρες περιεχόμενο κλήσης σύμφωνα με το νέο άρθ. 422 § 1 ΚΠολΔ: Ημερομηνία και ώρα λήψης, ονοματεπώνυμο και διεύθυνση του συμβολαιογράφου ή αναφορά στον ειρηνοδίκη (ή στον πρόξενο) ενώπιον του οποίου θα λάβει χώρα, αγωγή (ή ένδικο βοήθημα ή μέσο), που αφορά η βεβαίωση, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα[2]. (δ) Λήψη ενώπιον (τουλάχιστον λειτουργικά)[3] αρμόδιου οργάνου [ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου]. (ε) Ιδιότητα μάρτυρα (τρίτο πρόσωπο ως προς τους διαδίκους, ικανό και μη εξαιρεθέν). (στ) Ορκοδοσία. (ζ) Εμπρόθεσμη υποβολή της βεβαίωσης με τις προτάσεις [κι εφόσον αφορά σε αντίκρουση προηγηθείσης ένορκης βεβαίωσης, με την προσθήκη]. Αν δεν πληρούται κάποιο από τους ανωτέρω όρους (ή δεν αναφέρονται στην κλήση τα λοιπά στοιχεία του άρθρ. 118 ΚΠολΔ), η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη [στην περίπτωση ζ’ απαράδεκτη] και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε καν για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων[4]. Ωστόσο, τα ελαττώματα που σχετίζονται με την κλήτευση (υπό α,β,γ ανωτέρω) θεραπεύονταν εμπράκτως δια της παραστάσεως του αντιδίκου […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 25 Νοεμβρίου, 2015

    Μισθώσεις Airbnb: Δεν χρειάζεται πλέον άδεια του ΕΟΤ. Καταργείται ο περιορισμός μίσθωσης των 30 ημερών.

    Tο Μνημόνιο 3 ανοίγει το δρόμο στις βραχυχρόνιες μισθώσεις ακινήτων μεταξύ ιδιωτών και δίνει ανάσα σε εκατοντάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων. Σύμφωνα με το νέο ΦΕΚ 94Α/2015, σελ.935, κάθε ιδιώτης μπορεί πλέον να ενοικιάσει το ακίνητο του σε άλλο ιδιώτη (του εσωτερικού ή του εξωτερικού) μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών όπως η Airbnb, χωρίς τα προαπαιτούμενα του άρθρου 2 § 2 β (ββ’) του Ν. 4276/2014). Σε μια εποχή όπου η ιδιοκτησία ακινήτου είναι δυσβάσταχτη και πολυέξοδη για τον Έλληνα πολίτη ( βλ. ΕΝΦΙΑ, χαράτσι κλπ) το νέο ΦΕΚ 94Α/2015, σελ.935, δίνει μια ανάσα σε εκατοντάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων, καθώς πλέον ιδιώτες μπορούν να αποκτούν έσοδα από την εκμίσθωση του ακίνητο τους σε άλλους ιδιώτες ακόμη και μέσω διαδικτύου, σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες όπως η Airbnb, χωρίς τα εξοντωτικά προαπαιτούμενα του Ν. 4276/2014. Υπενθυμίζεται πως μέχρι σήμερα, βάσει του Νόμου 4276/2014 και ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1, ο νομοθέτης θεωρούσε το ακίνητο που μισθωνόταν για προσωρινή διαμονή του μισθωτή, (για χρονικό διάστημα μικρότερο των τριάντα ημερών) ως «τουριστικό κατάλυμα» ! Έτσι, πάντα βάση του παλαιότερο νόμου, για να μισθώσει κάποιος το σπίτι του σε ιδιώτη, έπρεπε είτε να λάβει Ειδικό Σήμα Λειτουργίας ως Τουριστικό Κατάλυμα είτε η μίσθωση αυτή γίνει με ειδική σύμβαση μεταξύ των δύο εμπλεκομένων πλευρών. Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι παραβάτες αντιμετώπιζαν την απειλή του εξοντωτικού προστίμου των 50.000€! Βάση του νέου ΦΕΚ 94Α/2015, σελ.935, από την 1η Νοεμβρίου, όποιος έχει ένα ακίνητο (διαμέρισμα, μεζονέτα, βίλλα κλπ), μπορεί να το εκμισθώνει με τη μέρα, με την εβδομάδα, με το δεκαήμερο ή για όσο διάστημα επιθυμεί, προκειμένου να έχει έσοδα από το ακίνητο αυτό, χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί το ακίνητο του ως «τουριστικό». Σημειώνεται πως οι ιδιοκτήτες ακινήτων που εμπίπτουν στις διατάξεις του νέου νόμου και ενδιαφέρονται να εκμισθώσουν το ακίνητο τους, έχουν την ελάχιστη υποχρέωση σύμφωνα με την ελληνική φορολογική νομοθεσία, να προχωρήσουν στην εμπρόθεσμη ηλεκτρονική καταχώρηση των στοιχείων της μισθώσεως αυτής μέσω διαδικτυακής εφαρμογής της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.) στο δικτυακό τόπο www.gsis.gr και την εντεύθεν λήψη του μοναδικού αριθμού καταχώρησης της μίσθωσης. Published by: Dafni Batsara, Batsara & Associates.com All publishing rights reserved http://www.batsara.com/#!%CE%9C%CE%B9%CF%83%CE%B8%CF%8E%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-Airbnb-%CE%94%CE%B5%CE%BD-%CF%87%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%BB%CE%AD%CE%BF%CE%BD-%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%95%CE%9F%CE%A4-%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B8%CF%89%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-30-%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BD/c1x23/565467c00cf28214ef5d421d

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 7 Νοεμβρίου, 2015

    Ανανέωση σήματος: Δεν χρειάζεται θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του αιτούντος

    Ανανέωση σήματος: Δεν χρειάζεται θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του αιτούντος Σύμφωνα με ανακοίνωση (6/11/2015) της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή αναφορικά με τα εμπορικά σήματα, οι αιτήσεις για ανανέωση του σήματος που υποβάλλονται έγχαρτα στην Υπηρεσία από το δικαιούχο του σήματος ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεν χρήζουν θεώρησης γνησίου της υπογραφής του αιτούντος. Δείτε επίσης την κοινή ανακοίνωση σχετικά με την Κοινή Πρακτική για το Διακριτικό χαρακτήρα – Απεικονιστικά σήματα που περιέχουν περιγραφικά/στερούμενα διακριτικού χαρακτήρα λεκτικά στοιχεία εδώ (http://gge.gov.gr/wp-content/uploads/2015/09/koinh_praktikh_CP3_02102015.pdf). http://legalnews24.blogspot.gr/2015/11/blog-post_7.html

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 5 Νοεμβρίου, 2015

    Η διαταγή πληρωμής στη διοικητική δίκη

    Η διαταγή πληρωμής στη διοικητική δίκη Της Κλεοπάτρας Καλλικάκη, Εφέτη Δ.Δ. Με το άρθρο 1 του ν.4329/2015 (ΦΕΚ Α 53/2-6-15), το οποίο άρχισε να ισχύει στις 16-9-2015, προβλέφθηκε η δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής για αξιώσεις από διοικητικές συμβάσεις, στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης, με την προσθήκη τρίτου τμήματος στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας με τίτλο: «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ» (άρθρα 272Α έως και 272Ι). Η ανάγκη πρόβλεψης μιας τέτοιας διαδικασίας ανέκυψε μετά την προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 «για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές» (ΕΕ L 48), με την παρ.Ζ του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013 (Α 107). Η διαδικασία αυτή μέχρι τώρα προβλεπόταν μόνο για τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία άλλωστε εξέδιδαν διαταγή πληρωμής (εφόσον συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις) σε βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ., και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απέρρεε η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή, της οποίας εζητείτο η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως επί διαφοράς από σύμβαση δημόσιου έργου (Α.Π. 369/2014, 431/2015, πρβλ. ΑΕΔ 18/2005). Ειδικότερα, με τη διάταξη του νέου άρθρου 272Α καθορίζονται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής πληρωμής. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, διαταγή πληρωμής επιτρέπεται να εκδοθεί μόνο για «μη αμφισβητούμενες» χρηματικές αξιώσεις. Για τον προσδιορισμό της έννοιας «μη αμφισβητούμενες» η ίδια διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 805/2004 (EE L 143). Όπως ορίζεται δε στο άρθρο αυτό: «Αξίωση θεωρείται “μη αμφισβητούμενη”, εάν: α) την έχει αναγνωρίσει ρητά ο οφειλέτης, μέσω αποδοχής της αξίωσης ή μέσω συμβιβασμού που επικυρώθηκε από δικαστήριο ή καταρτίσθηκε ενώπιον δικαστηρίου κατά τη διάρκεια διαδικασίας, ή β) ο οφειλέτης ουδέποτε αντιτάχθηκε προς αυτήν σύμφωνα με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις του δικαίου του κράτους μέλους προέλευσης κατά τη διάρκεια διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, ή γ) ο οφειλέτης δεν παρέστη ή δεν εκπροσωπήθηκε στη σχετική με την εν λόγω αξίωση ακροαματική διαδικασία αφού είχε αντιταχθεί αρχικά στην αξίωση κατά τη διάρκεια διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, εφόσον η συμπεριφορά αυτή ισοδυναμεί με σιωπηρή αποδοχή της αξίωσης ή των πραγματικών περιστατικών τα οποία επικαλέσθηκε ο πιστωτής σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης, ή δ) την έχει αναγνωρίσει ρητά ο οφειλέτης σε δημόσιο έγγραφο». Περαιτέρω, η, κατά τα πιο πάνω «μη αμφισβητούμενη αξίωση» πρέπει να πηγάζει από διοικητική σύμβαση, που έχει συνομολογηθεί στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013 (Α 107), όπως αυτή οριοθετείται εννοιολογικά από την υποπαράγραφο Ζ3. Κατά τη διάταξη αυτή «Εμπορική συναλλαγή» είναι «κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής». Επόμενη προϋπόθεση, η οποία πρέπει να συντρέχει για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι να έχει ολοκληρωθεί ο προληπτικός έλεγχος της σχετικής δαπάνης και να έχει αποβεί θετικός για την πληρωμή της. Ως προληπτικός έλεγχος νοείται ο έλεγχος που διενεργείται πριν από την πληρωμή της σχετικής δαπάνης από το Ελεγκτικό Συνέδριο, εφόσον αυτή εμπίπτει στον έλεγχό του, καθώς και από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου ή τις κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες για την εκκαθάριση της δαπάνης και την έκδοση της σχετικής εντολής πληρωμής. […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 25 Οκτωβρίου, 2015

    Γνησιότητα και πλαστότητα ιδιωτικών και δημοσίων εγγράφων.

    Γνησιότητα και πλαστότητα ιδιωτικών και δημοσίων εγγράφων Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών Ι.- Έννοιες Γνησιότητα υπό στενή έννοια: υποδηλώνει την προέλευση, δηλαδή την κατάρτιση του εγγράφου από τον φερόμενο ως εκδότη του. Γνησιότητα υπό ευρεία έννοια: συμπεριλαμβάνει εκτός από την προέλευση και το γεγονός της μη αλλοίωσης του περιεχομένου του εγγράφου. Ο νόμος (ΚΠολΔ) δεν κάνει σχετικές διακρίσεις. Οι περί γνησιότητας-πλαστότητας διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται κατ’ εξαίρεση και στις εκδηλώσεις της διανοητικής πλαστογραφίας (προκειμένου για δημόσια έγγραφα), μολονότι η παραποίηση δεν αναφέρεται εδώ στο εξωτερικό αλλά στο εσωτερικό περιεχόμενο του εγγράφου (βλ. σχετ. ΑΠ 1974/2008, ΕλλΔνη (2010), 677, NOMOS, ΑΠ 732/1970, ΝοΒ (1971), 314, ΕΕΝ (1971), 182, ΑΠ 753/1970, ΝοΒ (1971), 328, ΠολΠρΑθ 14566/1975, ΕλλΔνη (1980), 736, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 63-64, σημ. 19, Ν.Νίκα, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 542 και 545. Βλ. όμως αντίθ. ΑΠ 228/1970, ΝοΒ (1970), 955). Πάντως, η ψευδής βεβαίωση γεγονότων σε ιδιωτικό έγγραφο δεν συνιστά πλαστογραφία (βλ. ενδ. ΑΠ 467/1985, ΠοινΧρ (1985), 800). ΙΙ.- Η γνησιότητα των εγγράφων Ημεδαπά δημόσια έγγραφα Στα ημεδαπά δημόσια έγγραφα ο ΚΠολΔ απονέμει τεκμήριο γνησιότητας (άρθρο 455 ΚΠολΔ), που καλύπτει τόσο την προέλευση όσο και το ανόθευτο του περιεχομένου τους. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό, αλλά μόνη δυνατότητα «ανταπόδειξης» εναντίον του προβλέπεται η προσβολή του ως πλαστού. Ιδιωτικά έγγραφα Τα ιδιωτικά έγγραφα δεν συνοδεύονται από αντίστοιχο τεκμήριο γνησιότητας (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1764/2012, NOMOS, ΑΠ 915/2011, NOMOS, ΑΠ 1254/2010, ΕλλΔνη (2011), 999, ΑΠ 825/2010, NOMOS, ΑΠ 718/2010, ΝοΒ (2010), 2337 (περίλ.), NOMOS, ΑΠ 575/2010, ΝοΒ (2010), 2063 (περίλ.), ΑΠ 72/2008, ΝοΒ (2008), 2408, ΕλλΔνη (2008), 1024, ΕφΑΔ (2008), 582, ΑΠ 1568/2007, NOMOS, ΑΠ 1798/2006, ΧρΙΔ (2007), 147, ΑΠ 655/2003, ΕλλΔνη (2003), 1381, ΑΠ 1616/2001, ΕλλΔνη (2002), 407, ΑΠ 430/2001, NOMOS, ΑΠ 780/1994, ΕλλΔνη (1995), 840, ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΠατρ 954/2008, ΑχΝομ (2009), 391, ΕφΘεσ 1479/2007, Αρμ (2008), 754, ΕφΘεσ 1440/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 748, ΕφΛαρ 268/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 716, ΕφΔωδ 215/2004, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90, ΕφΑθ 1627/1982, ΕΕμπΔ (1983), 278). Αν αμφισβητηθεί η γνησιότητά τους, ο διάδικος που τα επικαλείται και τα προσκομίζει οφείλει να την αποδείξει, ανεξάρτητα από το είδος του εγγράφου, το πρόσωπο (διάδικο ή τρίτο) από το οποίο προέρχεται (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1764/2012, ό.π., ΑΠ 915/2011, ό.π., ΑΠ 825/2010, ό.π., ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 1798/2006, ό.π., ΑΠ 1149/2002, ΕλλΔνη (2004), 485, ΑΠ 780/1994, ό.π.) ή την εκτίμηση του εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 575/2010, ό.π., ΑΠ 1616/2001, ό.π., ΑΠ 310/1996, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 780/1994, ό.π.). Η απόδειξη της γνησιότητας γίνεται με την ίδια διαδικασία με την οποία δικάζεται η επίδικη διαφορά (ΑΠ 825/2010, ό.π., ΑΠ 655/2003, ό.π., ΕφΑθ 67/2012, ΝοΒ (2012), 576, ΕλλΔνη (2012), 840, ΕφΠειρ 1722/1987, ΠειρΝομ (1987), 470, Ι.Τέντες, εις Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ερμηνεία ΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 458, αριθ. 2, σελ. 817). Για την απόδειξη αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης, ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90). Διαφορετικά (δηλ. αν αμφισβητηθεί η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου, χωρίς αυτή (γνησιότητα) να αποδειχθεί από τον επικαλούμενο το έγγραφο), το ιδιωτικό έγγραφο δεν λαμβάνεται υπόψη για […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 25 Οκτωβρίου, 2015

    Τα δακτυλικά αποτυπώματα ως μέσο στην ποινική δίκη, στην καθημερινή αστυνομική πρακτική, η διάρκεια διατήρησή τους και η τύχη τους σε περίπτωση αθώωσης ή καταδίκης του προσώπου που αφορούν.

    Λάμπρου Σ.Τσόγκα, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τα δακτυλικά αποτυπώματα αποτελούν υλικό, που χρησιμεύει τόσο στην ποινική δίκη όσο και στην αστυνομική δράση για την αναζήτηση και ταυτοποίηση προσώπων. Πρόκειται προφανώς για ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, αφού λόγω της μοναδικότητας της φύσης του, η πληροφορία που τα αποτυπώματα παρέχουν είναι αποκλειστική για το άτομο που αφορούν. Έτσι συνδέονται με την αναγνώριση-ταυτοποίηση συγκεκριμένου προσώπου, με την απόδειξη της παρουσίας του σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και με τη σχέση του με συγκεκριμένα σε τόπο και χρόνο περιστατικά. Μετά από αυτά γίνεται εμφανής η σπουδαιότητα της χρήσης τους στην ποινική δίκη και στην αντεγκληματική δράση της αστυνομίας. Στον Κ.Π.Δ η χρήση των αποτυπωμάτων απαντάται στα άρθρα 181 και 443. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 181 ΚΠΔ κατά τη διεξαγωγή της αυτοψίας εκείνος που την ενεργεί μπορεί να προβεί είτε ο ίδιος είτε με τη συνδρομή ειδικού υπαλλήλου ή εμπειρογνώμονα σε ιχνογραφήματα, φωτογραφίσεις ή απεικονίσεις και ιδίως να πάρει δακτυλικά ή άλλα αποτυπώματα. Μπορεί επίσης να προχωρήσει σε πειράματα με περιεχόμενο την αναπαράσταση του εγκλήματος ή την εξακρίβωση άλλων περιστατικών που είναι χρήσιμα για την ανακάλυψη της αλήθειας. Κατά τη διεξαγωγή των πειραμάτων πρέπει να αποφεύγονται η προσβολή του θρησκευτικού, του εθνικού ή του ηθικού συναισθήματος, ή ο κίνδυνος να διαταραχθεί η δημόσια τάξη, καθώς και η δημοσιότητα. Επίσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 443 ΚΠΔ η αίτηση δικαστικής συνδρομής της περίπτωσης του άρθρου 437στοιχ.α’, που διαβιβάζεται με την διπλωματική οδό πρέπει να επισυνάπτονται το κατηγορητήριο, το ένταλμα σύλληψης ή οποιαδήποτε άλλη δικαστική πράξη που έχει το ίδιο κύρος με αυτά και (αν δεν υπάρχει συνθήκη που να το εμποδίζει) όσα έγγραφα απαιτούνται ώστε να βεβαιωθεί ότι υπάρχουν ενδείξεις ενοχής επαρκείς για να παραπεμφθεί σε δίκη εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση.* Αν πρόκειται για την περίπτωση του άρθρου 437 στοιχ. β”, στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται η απόφαση εναντίον εκείνου για τον οποίο ζητείται η έκδοση και οι αποδείξεις ότι είναι αμετάκλητη. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να διαβιβάζεται ταυτόχρονα αντίγραφο του νόμου ο οποίος ισχύει στο κράτος που ζητεί την έκδοση και τιμωρεί την πράξη.* Ακόμη, συνοπτική περιγραφή των περιστατικών του εγκλήματος και, τέλος, ακριβής περιγραφή των χαρακτηριστικών εκείνου για τον οποίο ζητείται η έκδοση, μαζί με τη φωτογραφία του και τα δακτυλικά του αποτυπώματα αν αυτό είναι δυνατό. Ολα αυτά τα έγγραφα μπορούν να προσκομίζονται και σε αντίγραφα επικυρωμένα από το δικαστήριο ή από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή του κράτους που ζητεί την έκδοση. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις γίνεται σαφές, ότι ο νομοθέτης έχει αναγάγει τα δακτυλικά αποτυπώματα σε βασική πληροφορία λόγω της αξιοπιστίας της για το πρόσωπο που το αφορά τόσο στη διαδικασία της αυτοψίας στη σκηνή του εγκλήματος, όσο και στη διαδικασία της έκδοσης προσώπου. Μάλιστα στην περίπτωση της αυτοψίας η λήψη των αποτυπωμάτων γίνεται χωρίς να το γνωρίζει ο δράστης, χωρίς τη συναίνεσή του προκειμένου να διαπιστωθεί μεταγενέστερα η ταυτότητά του, ενώ στην περίπτωση της έκδοσης η δακτυλοσκόπησή του μπορεί να έχει γίνει με τη συναίνεσή του και ο ίδιος να τελεί σε γνώση ότι τούτη η πληροφορία θα χρησιμοποιηθεί σε βάρος του στο μέλλον σε τυχόν εμπλοκή του σε αξιόποινα περιστατικά. Έτσι πλέον η πληροφορία για τα αποτυπώματα […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ