• 25 Οκτωβρίου, 2015

    Διαδικασίες απέλασης αλλοδαπού σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 4 εδ. α΄ και β΄ ΠΚ, μετά το Ν. 4322/2015.

    ΓνωμΕισΑΠ 1/2015 (διαδικασίες απέλασης αλλοδαπού σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 4 εδ. α΄ και β΄ ΠΚ, μετά το Ν. 4322/2015), http://diaskepsi.gr/wp-content/uploads/2015/06/%CE%93%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%95%CE%B9%CF%83%CE%91%CE%A0-1-2015.pdf

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 25 Οκτωβρίου, 2015

    ΓνωμΕισΑΠ 4/2015: Περί της ισχύος ή μη της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2 Ν. 2523/1997, μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

    ΓνωμΕισΑΠ 4/2015: Περί της ισχύος ή μη της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2 Ν. 2523/1997, μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ( Ν. 4174/2013, όπως συμπληρώθηκε με το Ν.4254/2014) http://diaskepsi.gr/wp-content/uploads/2015/10/%CE%93%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%95%CE%B9%CF%83%CE%91%CE%A0-4-2015.pdf

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 25 Οκτωβρίου, 2015

    Εγκλήματα φοροδιαφυγής μετά το Ν. 4337/2015 (Ενημερωτικό Σημείωμα Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος)

    ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Με το Ν 4337/2015 («Μέτρα για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», ΦΕΚ Α’ 129/17-10-2015), επήλθαν σημαντικές μεταβολές στα μέχρι τώρα ισχύοντα εγκλήματα φοροδιαφυγής Ν 2523/1997 κ.λπ. Με σκοπό μια πρώτη ενημέρωση και προς διευκόλυνση των συναδέλφων, σας παραθέτουμε το Σημείωμα που ακολουθεί, με αποδελτιωμένες τις βασικές τροποποιήσεις του νόμου. Εγκλήματα Φοροδιαφυγής Επελθούσες μεταβολές μετά τη θέση σε ισχύ του Ν 4337/2015 (ΦΕΚ Α’ 129/17-10-2015), με το άρθρο 8 του οποίου τροποποιήθηκαν τα άρθρα 66-71 Ν 4174/2013. [Α] Τυποποιούμενα εγκλήματα (διατάξεις, ποινές αρμοδιότητα) Ι. Ανακριβείς δηλώσεις (Ι.i) άρθρο 66 § 1 α’ Ν 4174/2013 : μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος–ΕΝΦΙΑ–ΕΦΑ και καταχώρηση εικονικών δαπανών προς μείωση της φορολογητέας ύλης με απόκρυψη αναλογούντος φόρου άνω των 100.000 € ανά διαχειριστικό έτος : φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών – Τριμελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 3 α Ν 4174/2013). (Ι.ii) ….με απόκρυψη αναλογούντος φόρου άνω των 150.000 € ανά διαχειριστικό έτος : κάθειρξη (κύρια ανάκριση, άρθρο 66 § 4 α Ν 4174/2013). ΙΙ. Μη απόδοση εισπραχθέντων φόρων (ΙΙ.i) άρθρο 66 § 1 β-γ’ Ν 4174/2013 : μη απόδοση εν όλω ή εν μέρει, απατηλή είσπραξη συμψηφισμός ή έκπτωση παρακρατούμενων & επιρριπτόμενων φόρων (και πλοίων) άνω των 100.000 € ανά διαχειριστικό έτος : φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών – Τριμελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 3 β περ. ββ Ν 4174/2013). (ΙΙ.ii) μη απόδοση κ.λπ….φόρων άνω των 150.000 € ανά διαχειριστικό έτος : κάθειρξη (κύρια ανάκριση, άρθρο 66 § 4 β Ν 4174/2013). ΙΙΙ. Μη απόδοση ΦΠΑ (ΙΙΙ.i) άρθρο 66 § 1 β’ Ν 4174/2013 : μη απόδοση εν όλω ή εν μέρει, απατηλή είσπραξη συμψηφισμός ή έκπτωση ΦΠΑ άνω των 50.000 € ανά διαχειριστικό έτος : φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών – Τριμελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 3 β’ περ. αα Ν 4174/2013). (ΙΙΙ.ii) μη απόδοση…ΦΠΑ άνω των 100.000 € ανά διαχειριστικό έτος : κάθειρξη – (κύρια ανάκριση, άρθρο 66 § 4 α’ Ν 4174/2013). IV. Έκδοση-αποδοχή πλαστών/εικονικών φορολογικών στοιχείων (VI.i) άρθρο 66 § 5 Ν 4174/2013 : έκδοση – αποδοχή πλαστών – εικονικών φορολογικών στοιχείων ανεξαρτήτως της αποφυγής φόρου : φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών – Μονομελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 5 α’ Ν 4174/2013). (VI.ii) έκδοση – αποδοχή πλαστών – εικονικών φορολογικών στοιχείων για παντελώς ανύπαρκτη συναλλαγή συνολικής αξίας άνω των 75.000 € : φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους – Τριμελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 5 β’ περ. α Ν 4174/2013). (VI.iii) έκδοση – αποδοχή πλαστών – εικονικών φορολογικών στοιχείων για παντελώς ανύπαρκτη συναλλαγή συνολικής αξίας άνω των 200.000 € : κάθειρξη (κύρια ανάκριση, άρθρο 66 § 5 β’ περ. β Ν 4174/2013). VII. Μη καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο (VII.i) άρθρο 71 § 2 N 4337/2015 : τροποποιεί τα ποσά του ορίου του αξιοποίνου που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 25 § 1 Ν 1882/90 ως ισχύει σε 100.000 και 200.000 €, αντίστοιχα (από 50.000 και 150.000 €, αντίστοιχα), ενώ η ποινική κύρωση παραμένει ως έχει (φυλάκιση 1 και 3 ετών, αντίστοιχα). [Β] Ουσιώδεις μεταβολές στη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης (i) Εισάγεται περίπτωση εκ του νόμου φαινομενικής συρροής μεταξύ των λοιπών εγκλημάτων φοροδιαφυγής και της έκδοσης – αποδοχής πλαστών/εικονικών φορολογικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο για […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 17 Οκτωβρίου, 2015

    Αύξηση ορίου ληξιπρόθεσμων χρεών για την επιβολή ποινής φυλάκισης. Διαμορφώνεται από τα 50.000 στα 100.000 ευρώ.

    Αυξάνεται από τα 50.000 ευρώ στα 100.000 ευρώ το όριο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο, πάνω από το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ενώ αντίστοιχα αυξάνεται από τα 150.000 στα 200.000 ευρώ το ληξιπρόθεσμο (άνω των τεσσάρων μηνών) χρέος προς το δημόσιο, το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών. Πρόκειται για διάταξη που περιλαμβάνεται στο τελικό κείμενο του πολυνομοσχεδίου που κατατέθηκε στη Βουλή μαζί με τις υπόλοιπες διατάξεις που υπήρχαν στο σχέδιο που είχε δοθεί σε διαβούλευση. Ειδικότερα διευκρινίζεται ότι «αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από εκατό χιλιάδες ευρώ και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. »Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις Προϊσταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων για χρέη κατώτερα αυτού του ποσού, δεν εισάγονται για συζήτηση. »Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των εκατό χιλιάδων ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής». tovima.gr

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 9 Οκτωβρίου, 2015

    ΓνδτΕισΑΠ 4/2015, Ποινική δίωξη στις φορολογικές διαφορές.

    ΓνδτΕισΑΠ 4/2015 Ποινική δίωξη στις φορολογικές διαφορές -. Γνωμοδότηση κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για την κατάργηση πλέον της δυνατότητας παύσης των ποινικών συνεπειών για τον φορολογούμενο, λόγω αποδοχής των πράξεων του φορολογικού ελέγχου και αντίστοιχης καταβολής των φορολογικών υποχρεώσεων και κυρώσεων. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Αθήνα 25/9/2015 Τηλ. : 210-6411526 Αρ Πρωτ. 3135 Fax : 210-6411523 Αρ. Γνωμοδ. 4 Προς Υπουργείο Οικονομικών Γενική Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Σχετ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΕΛ Β 1088784 ΕΞ 2015 έγγραφο σας. Θέμα: Περί της ισχύος ή μη της διάταξης του άρθρου 24 παρ.2 του Ν. 2523/1997, μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013, όπως συμπληρώθηκε με το Ν. 4254/2014. Με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΕΛ.Β 1088784 ΕΞ 2015 έγγραφο της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, ζητείται η γνώμη μας περί του εάν η διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 του Ν 2523/1997 εξακολουθεί να ισχύει και μετά την θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013), καθώς επίσης και περί επίδρασης ή μη του ιδίου Κώδικα στο άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 2523/1997 και τις εξ’ αυτού απορρέουσες υποχρεώσεις των οργάνων της φορολογικής αρχής προς υποβολή μηνυτήριων αναφορών για την δίωξη εγκλημάτων φοροδιαφυγής. Επί του ζητήματος αυτού η γνώμη μας είναι η εξής: Με την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του Ν. 2523/1997, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν. 2753/1999 και στη συνέχεια με το άρθρο 75 παρ. 4 του Ν 3842/2010 ορίζεται ότι «Στις περιπτώσεις του συνολικού για κάθε φορολογία διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού ή της με άλλο τρόπο ολικής διοικητικής περαίωσης της διαφοράς δεν εφαρμόζονται οι ποινικές διατάξεις του παρόντος». Με την διάταξη αυτή που αποτελεί πάγια ρύθμιση, παρά το ότι περιλαμβάνεται στις μεταβατικές διατάξεις του Ν 2523/1997, εισάγεται για τα εγκλήματα του Ν. 2523/1997 ένας «ιδιόμορφος αντικειμενικός λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου» της πράξεως, ή κατ’ άλλη άποψη, ένας «ιδιόρρυθμος μηχανισμός adhoc αποκλεισμού του αρχικού αδίκου» (βλ σχετ. Θ. Παπακυριάκου, Φορολογικό Ποινικό Δίκαιο, έκδοση 2005, σελ. 350 και Γ. Δημήτραινα, Εγκλήματα Φοροδιαφυγής, έκδοση 2011 σελ. 231, 232). Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία των ως άνω συμβιβασμών, περιγράφονταν: α) του μεν συνολικού για κάθε φορολογία διοικητικού συμβιβασμού, στο άρθρο 70 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος του έτους 1994 (Ν. 2238/1994) με την παρ. 1 του οποίου οριζόταν ότι ο υπόχρεος, σε βάρος του οποίου είχε εκδοθεί το φύλλο ελέγχου, μπορούσε, αν αμφισβητούσε την ορθότητα του, να προτείνει τη διοικητική επίλυση της διαφοράς μεταξύ αυτού και του αρμόδιου προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, κατά τα λεπτομερώς οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους β) του δε δικαστικού συμβιβασμού, αφ’ ενός μεν στο άρθρο 71 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994), με το εδάφιο α της πρώτης παραγράφου του οποίου οριζόταν ότι ο δικαστικός συμβιβασμός με βάση αυτό το νόμο, ήταν δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρεπόταν και όπως προβλεπόταν διοικητική επίλυση της διαφοράς, αφ’ ετέρου δε στο άρθρο 1 του Ν.Δ 4600/1966, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2717/1999), με τις παραγράφους 1 και 2 του οποίου οριζόταν ότι «Δικαστικός συμβιβασμός κατά το παρόν νομοθετικό διάταγμα είναι δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται και όπως προβλέπεται […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 20 Αυγούστου, 2015

    Η διάταξη του νέου νόμου 4322/15 που επιτρέπει την αποφυλάκιση καταδικασθέντων σε φυλάκιση και κάθειρξη

    Το άρθρο 12 του νόμου 4322/2015 (νόμου Παρασκευόπουλου) προβλέπει τη δυνατότητα απόλυσης υπό προϋποθέσεις κρατουμένων οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας, ποινή κάθειρξης μέχρι 10 έτη και ποινή κάθειρξης πάνω από 10 έτη. Δείτε αναλυτικά τι προβλέπει το άρθρο 12 του ν. 4322/2015 που τιτλοφορείται “Έκτακτα μέτρα για την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης”: 1. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, κατά τις εξής διακρίσεις: α) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μέχρι τρία έτη, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δέκατο αυτής, β) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης της κάθειρξης, καθώς και εάν η ποινή φυλάκισής τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτής. 2. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής. 3. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης άνω των δέκα ετών απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα αν έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και σε χρονικό διάστημα μέχρι ενός έτους από τη δημοσίευσή του. 5. Όσοι απολύονται, κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 4, αν υποπέσουν μέσα σε πέντε έτη από την αποφυλάκιση τους, σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη και καταδικαστούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη των δύο ετών, εκτίουν αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής για την οποία είχαν απολυθεί υπό όρο. 6. Στους απολυόμενους, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με την ίδια διάταξή του, μπορεί να επιβάλει: α) την υποχρέωσή τους να εμφανίζονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές αρχές του τόπου όπου διαμένουν, β) τη μη απομάκρυνσή τους, χωρίς έγγραφη άδεια του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, από τον ως άνω τόπο, γ) οποιονδήποτε άλλον όρο από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 Π.Κ. κρίνει σκόπιμο. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, κατά την επιβολή των ως άνω όρων, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του την προσωπικότητα, καθώς και τις ατομικές, οικογενειακές και επαγγελματικές ανάγκες του απολυόμενου. Σε περίπτωση που ο τελευταίος παραβαίνει τους όρους που του έχουν τεθεί, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών διατάσσει την ανάκληση της απόλυσης. 7. Οι διευθυντές των καταστημάτων κράτησης υποβάλλουν μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στον εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής, τους φακέλους των καταδίκων, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου. […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 24 Ιουλίου, 2015

    Προστασία δανειοληπτών από κατάσχεση και πλειστηριασμό

      Η προστασία των δανειοληπτών από την άμεση κατάσχεση και τον πλειστηριασμό των ακινήτων έχει ιδιαίτερη σημασία μετά τις τροποποιήσεις του Κ.Πολ.Δ.  Με τις νέες τροποποιήσεις του Κ.Πολ.Δ για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Επίσης, ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Με δεδομένη τη ρευστή οικονομική κατάσταση την οποία διέρχεται η χώρα, και την μεγάλη κρίση στο χώρο των ακινήτων, οι εμπορικές αξίες είναι όχι μόνο μικρές αλλά ανύπαρκτες, καθόσον δεν αγοράζει πλέον κανείς στην ελεύθερη αγορά, και αν αγοράσει θα αγοράσει σε εξευτελιστικές τιμές από ανθρώπους που έχουν άμεση ανάγκη. Η διενέργεια λοιπόν πλειστηριασμού αυτή την χρονική στιγμή σε συνδυασμό με την διάταξη του προσδιορισμού της εμπορικής αξίας και όχι της αντικειμενικής, προκαλεί ανεπανόρθωτη  βλάβη στα συμφέροντα των δανειοληπτών. Με δεδομένο τον προσδιορισμό από τις Τράπεζες πολύ χαμηλής εμπορικής αξίας, οι δανειολήπτες θα  αποσβένουν αντίστοιχα μικρότερο ποσό χρέους και το κέρδος των τραπεζών θα συνίσταται έτσι αφενός μεν ότι το υπόλοιπο της οφειλής του δανειολήπτη θα εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, αφετέρου δε η ίδια η τράπεζα μπορεί να πλειοδοτήσει και κατ΄ αυτόν τον τρόπο να αποκτά περιουσιακά στοιχεία των οφειλετών σε χαμηλές (εμπορικές) αξίες. Οι δανειολήπτες δε και οι εγγυητές αυτών, που τυχόν έχουν στην κυριότητά τους και άλλα ακίνητα, πρέπει να γνωρίζουν ότι θα εκπλειστηριαστούν και αυτά, εφόσον δεν θα έχει εξοφληθεί η οφειλή ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΗ ΤΟΥ  ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΜΕΝΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ. Εν μια νυκτί θα χαθούν ανεπιστρεπτί περιουσίες μιας ζωής!!! Τα περιουσιακά δε αυτά στοιχεία σε λίγα χρόνια όταν θα έχουμε βγει από την κρίση θα αποκτήσουν και πάλι την αξία τους αλλά δυστυχώς δεν θα βρίσκονται στην κυριότητα των δανειοληπτών αλλά των Τραπεζών οι οποίες θα τα μοσχοπουλήσουν. Πως μπορούν να προστατευτούν άμεσα οι δανειολήπτες; Η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι ο εκτελεστός τίτλος που οδηγεί στην κατάσχεση και στον πλειστηριασμό του ακινήτου. Όσο υπάρχει εκκρεμοδικία από προηγηθείσα άσκηση αγωγής οι δανειολήπτες δεν απειλούνται από κατάσχεση και πλειστηριασμό. Οι δανειολήπτες με δάνεια σε ρήτρα ελβετικού φράγκου προστατεύονται από την έκδοση διαταγής πληρωμής εάν ήδη έχουν ασκήσει ΑΤΟΜΙΚΑ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ. Το ίδιο ισχύει και για τους δανειολήπτες σε ευρώ (τόσο στεγαστικών όσο και επαγγελματικών δανείων) εφόσον υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες και παράνομες χρεώσεις στις συμβάσεις δανείων τους μπορούν να ασκήσουν αναγνωριστική αγωγή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 221 ΚΠολΔ, η άσκηση της αγωγής δηλαδή κατάθεση και επίδοση αυτής, έχει ως συνέπεια την εκκρεμοδικία. Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα (βλ. Βαθρακοκοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας αρ. 222 παρ. 6 σελ. 39). Η εκκρεμοδικία από την άσκηση τακτικής αγωγής καθιστά επίσης απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής που αφορά την ίδια αξίωση και η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται με ανακοπή (ΠΠΒερ 3248/84 ΑρχΝ 35/539, Μπέης αρ. 222 σελ. 1008, Κατρά Ελλ.Δ/νη 37.169, Βαθρακοκοίλης Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας αρ. 221 παρ. 25 σελ. 18, Τριανταφυλλίδη Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής σελ. 396, […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 14 Ιουλίου, 2015

    Παράνομη η μη αποδοχή πληρωμής με κάρτα.

    Σε άμεση συμπλήρωση των διατάξεων που αφορούν την τραπεζική αργία προχώρησε η κυβέρνηση μετά το φαινόμενο που παρατηρήθηκε με επιχειρήσεις (σουπερ μαρκετ, ξενοδοχεία, εστιατόρια κ.τ.λ.) να μην αποδέχονται αυθαιρέτως την πληρωμή με πιστωτική κάρτα. Ετσι σύμφωνα με τις νέες διατάξεις «Όποιος, κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, αρνείται την πληρωμή με τα μέσα που προβλέπονται στις περιπτώσεις β), γ) και δ) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου της παρούσας τιμωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 288 παρ. 1 και 452 του Ποινικού Κώδικα, και των διατάξεων του άρθρου 13α του Ν. 2251/1994 (Α΄ 191), του άρθρου 18α Ν. 146/1914 (Α΄ 21), και του άρθρου 19 Ν. 4177/2013 (Α΄ 173), όπως ισχύουν». Η παρ.2 β’,γ’,δ’ της ΠΝΠ της 28ης Ιουνίου έχει ως εξής: «Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται: β) συναλλαγές άνευ περιορισμών, πέραν αυτών που ίσχυαν πριν την έκδοση της παρούσας με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα. γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας. Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν. δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής Web Banking ή συναλλαγές διά της τηλεφωνίας), για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα”. Οι παραβάτες που αρνούνται την πληρωμή με τα παραπάνω μέσα τιμωρούνται σύμφωνα με αρθρο 288 Π. Κ. Παρεμπόδιση αποτροπής κοινού κινδύνου και παράλειψη οφειλόμενης βοήθειας που προβλέπει « Οποιος με πρόθεση ματαιώνει ή δυσχεραίνει την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ή να κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται τιμωρείται με Φυλάκιση, αν δεν συντρέχει περίπτωση αυστηρότερης τιμώρησης σύμφωνα με άλλη διάταξη». Και το αρθρο 452 ΠΚ: Αρνηση αποδοχής νομισμάτων«Οποιος αρνείται να δεχτεί για πληρωμή νομίσματα που έχουν νόμιμη κυκλοφορία στο κράτος τιμωρείται με πρόστιμο». Οι καταγγελίες των καταναλωτών εναντίον προμηθευτή, γα τα ανωτέρω, υποβάλλονται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, από την οποία διαβιβάζονται στον προμηθευτή, με πρόσκληση για απάντηση, με κάθε πρόσφορο τρόπο, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης δια του ταχυδρομείου. Ο προμηθευτής υποχρεούται να απαντά, εγγράφως, επί των καταγγελιών εντός της προθεσμίας που τάσσεται από τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, των Κανόνων Ρύθμισης της Αγοράς Προϊόντων και της Παροχής Υπηρεσιών και διατάξεων άλλων ειδικών νομοθετημάτων, σε βάρος των προμηθευτών που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου επιβάλλεται, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, κατόπιν καταγγελίας ή και αυτεπαγγέλτως μια ή περισσότερες από τις παρακάτω κυρώσεις: Σύσταση για συμμόρφωση, εντός οριζόμενης προθεσμίας και άρση της προσβολής και παράλειψης στο μέλλον. Πρόστιμο από χίλια πεντακόσια (1.500) έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. Σε περίπτωση που εκδοθούν σε βάρος του ίδιου προμηθευτή περισσότερες από τρεις (3) αποφάσεις επιβολής προστίμου, το ανώτατο όριο προστίμου διπλασιάζεται. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματος της για χρονικό διάστημα από τρεις (3) μήνες έως ένα (1) έτος σε περίπτωση που εκδοθούν σε βάρος του ίδιου προμηθευτή περισσότερες από τρεις (3) αποφάσεις επιβολής προστίμου.» Σε βάρος του προμηθευτή που δεν απαντά σε καταγγελίες καταναλωτών ο Υπουργός […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 14 Ιουλίου, 2015

    ΕΚΤΕΛΕΣΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟΥ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ

          Μετά από ερωτήματα συναδέλφων προς τον ΔΣΑ ως προς την εκτελεστότητα αποφάσεων συναινετικού διαζυγίου, που εκδόθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1441 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4055/2012, διευκρινίζουμε τα εξής:   α) από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι οι αποφάσεις των Μονομελών Πρωτοδικείων απλώς επικυρώνουν τις συμφωνίες των συζύγων ως προς τα ζητήματα της επιμέλειας, της επικοινωνίας και διατροφής των ανηλίκων τέκνων, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στο διατακτικό τους, με αποτέλεσμα οι εν λόγω αποφάσεις να μην μπορούν να κηρυχθούν εκτελεστές.   β) Το ζήτημα της εκτελεστότητας δεν είναι δυνατό να επιλυθεί, όπως  προτείνεται από ορισμένους συναδέλφους, με την απλή επισύναψη στην απόφαση επικυρωμένου από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου συμφωνητικού των συζύγων, που προδήλως δεν καθιστά την απόφαση  τίτλο εκτελεστό, αφού δεν περιλαμβάνεται στο διατακτικό της.   Για να αποτελούν τίτλο εκτελεστό οι εν λόγω αποφάσεις είναι αναγκαίο, εκτός από το αίτημα της απαγγελίας λύσης του γάμου, το συνολικό περιεχόμενο της συμφωνίας των συζύγων ( επιμέλεια, διατροφή, επικοινωνία) να αποτελεί μέρος του ιστορικού και ειδικό αίτημα στην αίτηση που κατατίθεται στο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή, το διατακτικό της εκδιδομένης απόφασης λύσης του γάμου θα περιλαμβάνει και τη συνολική συμφωνία των συζύγων εξασφαλίζοντας την εγκυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση προς το δικαστικό επιμελητή, όπως οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων.   Αθήνα  12.7.2015 dsa.gr

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 17 Ιουνίου, 2015

    Λύση προσωπικής εταιρείας – Έξοδος εταίρου από προσωπική εταιρεία (Ν. 4072/2012).

    Η αίτηση για να αναγνωρισθεί ότι προσωπική εταιρεία έχει λυθεί με καταγγελία για σπουδαίο λόγο και ότι ο αιτών είναι εκκαθαριστής, υπάγεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. Το αίτημα για λύση της εταιρείας με δικαστική απόφαση κατ’ άρθ. 259 § 1 δ του ν. 4072/2012  υπάγεται στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου (βλ. και ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1426/2015 ).   Η Έξοδος εταίρου από προσωπική εταιρεία επιτυγχάνεται με μονομερή δήλωση – Εξώδικος καταγγελία (άρθρο 261 Ν. 4072/2012). Με το άρθρο 264 παρ. 2  Ν. 4072/2012 ο εξερχόμενος εταίρος έχει αξίωση κατά της εταιρείας για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του, η οποία καταβάλλεται σε αυτόν στο τέλος της εταιρικής χρήσης (άρθρο 261 παρ. 2 Ν. 4072/2012) και σε περίπτωση Διαφωνίας το ύψος αυτής καθορίζεται από το Μον. Πρωτοδικείο δικάζον κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρο 264  παρ. 2 Ν. 4072/2012). Η συνδρομή σπουδαίου λόγου είναι αδιάφορη, όσον αφορά τις εταιρείες αορίστου χρόνου, ενώ είναι ουσιώδης στις εταιρείες ορισμένου χρόνου (άρθρο 261 παρ. 3 Ν. 4072/2012, όπου η διάταξη εξαρτά την καταβολή της συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου, από την ύπαρξη σπουδαίου λόγου). (βλ. και ΜονΠρωτΘεσσαλονίκης 8343/2014).   Λύση Ετερόρρρυθμης με Δικαστική απόφαση ένεκα σπουδαίου λόγου, έπειτα από αίτηση εταίρου(ων) της εταιρείας.  Η ετερόρρυθμη διέπεται από τα άρθρα 271 – 283  Ν. 4072/2012. Κατά το άρθρα 259 παρ.  1 εδ. α στοιχ. δ  Ν. 4072/2012, που παραπέμπει στο άρθρο 271 παρ. 2 Ν. 4072/2012, η εταιρεία – ανεξαρτήτως του αν είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου – λύνεται, εκτός των άλλων τρόπων, με Δικαστική Απόφαση ένεκα σπουδαίου λόγου, έπειτα από αίτηση εταίρου(ων) της εταιρείας. Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις, πρέπει να αφορά και να αναφέρεται στις σχέσεις τις εταιρείας, και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός εάν τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο, να εμφανίζει το στοιχείο της μονιμότητας, να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρείας, να καθιστά, σύμφωνα με τις αρχές της Καλής Πίστης και τα Συναλλακτικά Ήθη, επαχθή την εξακολούθηση της εταιρείας για εκείνον που αιτείται την λύση της εταιρείας. Τέτοια περιστατικά είναι η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, η έλλειψη συνεργασίας, οι διαφωνίες, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης, η άσχημη πορεία των εταιρικών υποθέσεων, η έλλειψη κερδών. Κατά τα άρθρο 261 του Ν. 4072/2012, το οποίο επίσης παραπέμπει στο άρθρο 271 παρ. 2 Ν. 4072/2012, ο εταίρος έχει δικαίωμα να εξέλθει από την εταιρεία, εφόσον το Καταστατικό αυτής δεν προβλέπει διαφορετικά. ΕΠΟΜΕΝΩΣ, το δικαίωμα προς λύση της εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της διατήρησης τησ επιχείρησης, αλλά και το γεγονός ότι στον Νόμο προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου (άρθρο 261),  συνιστά ΕΣΧΑΤΟ ΜΕΣΟ προς αντιμετώπιση της κατάστασης, που ανέκυψε με την συνδρομή του σπουδαίου λόγου, και ασκείται μόνον στην περίπτωση που δεν βρεθεί άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου (ΜονΠρΘεσσαλ 4842/13 NOMOS). Από τον συνδιασμό των διατάξεων 259, 271 παρ. 2, 281 παρ. 1 εδ. β Ν. 4072/2012, που εφαρμόζεται και στις εταιρείες που κατά την δημοσίευση του παρόντος Νόμου δεν τελούν σε εκκαθάριση ή πτώχευση (άρθρα 294 και 330), συνάγεται ότι η ετερόρρυθμη εταιρεία λύνεται με : 1) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, 2)  με απόφαση όλων των εταίρων, 3) με την κήρυξή της […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 25 Απριλίου, 2015

    Ανάλυση D.N.A.: Το άρθρο 200Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

    To άρθρο 200Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας υπό τον τίτλο “Ανάλυση DNA”προστέθηκε με το άρ. 5 Ν. 2928/2001: «1. Όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ένα πρόσωπο έχει τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν υποχρεωτικά γενετικό υλικό για ανάλυση του δεοξυριβονουκλεικού οξέος (Deoxyribonucleic Acid – DNA) προς το σκοπό της διαπίστωσης της ταυτότητας του δράστη του εγκλήματος αυτού.» Η ανάλυση περιορίζεται αποκλειστικά στα δεδομένα που είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση αυτή και διεξάγεται σε κρατικό ή πανεπιστημιακό εργαστήριο.Την ανάλυση του D.Ν.Α. του κατηγορουμένου δικαιούται να ζητήσει ο ίδιος για την υπεράσπισή του. 2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανάλυση αποβεί θετική, το πόρισμά της κοινοποιείται στο πρόσωπο από το οποίο προέρχεται το γενετικό υλικό, που έχει δικαίωμα να ζητήσει επανάληψη της ανάλυσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. Το δικαίωμα επανάληψης της ανάλυσης έχει και ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας σε κάθε περίπτωση. «Μετά την ολοκλήρωση της ανάλυσης το γενετικό υλικό καταστρέφεται αμέσως, ενώ τα γενετικά αποτυπώματα του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η πράξη, τηρούνται σε ειδικό αρχείο γενετικών τύπων που συνιστάται και λειτουργεί στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, εποπτευόμενο από τον εισαγγελικό λειτουργό του άρθρου 4 του Ν. 2265/1994, μέχρι την έκδοση αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος ή αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή θέσεως της υπόθεσης στο αρχείο κατ’ άρθρο 43 παράγραφοι 2 και 3, εκτός αν η σύγκρισή τους με αταυτοποίητα όμοια αποτυπώματα, που τηρούνται στο ίδιο αρχείο, αποβεί θετική, οπότε η τήρησή τους παρατείνεται μέχρι την αμετάκλητη αθώωση των προσώπων που αφορούν οι οικείες υποθέσεις». [Τα στοιχεία αυτά τηρούνται για την αξιοποίηση στη διερεύνηση και εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων και καταστρέφονται σε κάθε περίπτωση μετά το θάνατο του προσώπου που αφορούν. Η λειτουργία του αρχείου εποπτεύεται από αντεισαγγελέα ή εισαγγελέα εφετών, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά τις κείμενες διατάξεις, με θητεία δύο (2) ετών.»] 3. Η κατά την παράγραφο 2 καταστροφή του γενετικού υλικού και των γενετικών αποτυπωμάτων γίνεται παρουσία του δικαστικού λειτουργού που εποπτεύει το αρχείο. Στην καταστροφή καλείται να παραστεί με συνήγορο και τεχνικό σύμβουλο το πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε το γενετικό υλικό.» 4. Όλα τα κρατικά και πανεπιστημιακά εργαστήρια, που διεξάγουν αναλύσεις ΟΝΑ στο πλαίσιο πραγματογνωμοσύνης κατόπιν παραγγελιών δικαστικών ή ανακριτικών αρχών, κοινοποιούν τα πορίσματα των αναλύσεών τους στο ειδικό αρχείο δεδομένων γενετικών τύπων της παραγράφου 2.» [Το παρόν άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2928/2001 (Α΄ 141/27.6.2001). – Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του παρόντος τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 3251/2004 (Α΄ 127/9.7.2004). – Η παρ. 5 προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3727/2008 (Α΄ 257/18.12.2008). -Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 , το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του παρόντος τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν και στη συνέχεια οι παρ. 3 και 5 καταργήθηκαν ενώ η παρ. 4 αναριθμήθηκε (σε 3), με το άρθρο 12 του ν.3783/2009 ΦΕΚ Α 136. – Το τέταρτο εδ. της παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147/14.7.2014). – Η παρ. 4 […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 23 Απριλίου, 2015

    Παύει αναδρομικά η ποινική δίωξη για οφειλές στο δημόσιο μέχρι 50.000 ευρώ.

    Με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015, η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.» Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις Προϊσταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων ή ένδικα μέσα κατά αποφάσεων για χρέη κατώτερα αυτών που ορίζονται ανωτέρω, δεν εισάγονται για συζήτηση. Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής. Η παραγραφή του αδικήματος, του οποίου κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν έχει συμπληρωθεί το μετά την πάροδο τετραμήνου χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ