Ο νέος νόμος 4239/2014 για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της πολιτικής και ποινικής δίκης

23 Φεβρουαρίου, 2014

  Δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ Α’ 43/20-02-2014) ο Νόμος 4239/2014 για τη Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλες διατάξεις. Είχε προηγηθεί ο νόμος 4055/2012 με την αντίστοιχη διαδικασία όσο αφορά στη Διοικητική Δικαιοσύνη. Σύμφωνα με το άρθρο 5 που προβλέπει τα κριτήρια για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και την επιδίκαση αποζημίωσης «το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα.  Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και επομένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής, λαμβάνοντας υπόψη και την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, μεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης, κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις. Αν γίνει δεκτή η αίτηση, επιβάλλονται στο Δημόσιο τα έξοδα του αιτούντος για τη σύνταξη της αίτησης και την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου, τα οποία δεν μπορεί να υπερβαίνουν το εκάστοτε οριζόμενο ποσό για την άσκηση και συζήτηση της παρέμβασης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, μπορεί , κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να επιβάλλεται δαπάνη υπέρ του Δημοσίου». legal news24

Read more

H τροπολογία για τις επαγγελματικές μισθώσεις

19 Φεβρουαρίου, 2014

Κατατέθηκε η τροπολογία για τις εμπορικές μισθώσεις του υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας στο νομοσχέδιο για τη Σύσταση του Ενιαίου Φορέα Εξωστρέφειας. Υπάρχουν και άλλες ρυθμίσεις που αφορούν το ΓΕΜΗ, τον επενδυτικό νόμο και την απλούστευση του ΠΔΕ. Ειδικότερα, για τις εμπορικές μισθώσεις το υπουργείο υποστηρίζει ότι με την αλλαγή που προτείνει εκλογικεύεται το καθεστώς προστασίας των εμπορικών μισθώσεων και προσαρμόζεται στις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντα σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι νέες ρυθμίσεις, όπως υπογραμμίζει το υπουργείο, λαμβάνουν υπόψη την κρίση και τις συνέπειές της στην αγορά ακινήτων και αίρουν εμπόδια που τίθενται σήμερα με τις μακροχρόνιες μισθώσεις, προκειμένου οι ιδιοκτήτες που θέλουν να μισθώσουν τα ακίνητά τους για μικρότερο χρονικό διάστημα σε χαμηλότερες τιμές, να μπορούν να το κάνουν χωρίς να φοβούνται τη μακροχρόνια δέσμευση της περιουσίας τους η οποία με τις ισχύουσες διατάξεις μπορεί να φθάσει και τα 16 χρόνια. Με τον ίδιο τρόπο, διευκολύνεται η είσοδος νέων εμπόρων στην αγορά, με χαμηλότερα ενοίκια. Παράλληλα, όμως λαμβάνεται μέριμνα ώστε να μην υπάρξει αιφνιδιασμός και ανατροπή του καθεστώτος για τους εμπόρους που είναι ήδη εγκατεστημένοι στις υφιστάμενες μισθώσεις. Γι’ αυτό και γίνεται διαχωρισμός μεταξύ υφισταμένων και νέων μισθώσεων.   Ειδικότερα, όπως αναφέρει το υπουργείο, με την τροπολογία: – Καθορίζεται ελάχιστη διάρκεια για τις νέες εμπορικές μισθώσεις η τριετία. Επιτρέπεται κάθε συμφωνία ιδιοκτητών – ενοικιαστών για μεγαλύτερη διάρκεια της μίσθωσης, όπως και η λύση της μίσθωσης πριν την λήξη της τριετίας, εφόσον συμφωνήσουν και οι δύο πλευρές. Για τις υφιστάμενες μισθώσεις εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο καθεστώς, δηλαδή η 12ετής ελάχιστη διάρκεια. – Καταργείται η λεγόμενη άυλη εμπορική αξία, δηλαδή η καταβολή αποζημίωσης ύψους 24 ενοικίων από τον ιδιοκτήτη στον ενοικιαστή που προέβλεπε η νομοθεσία για τη λήξη της μίσθωσης μετά την παρέλευση 12ετίας, με δεδομένες τις συνέπειες της κρίσης στην οικονομία και ειδικότερα την αγορά ακινήτων. Επιπλέον, και μόνο για τις υφιστάμενες μισθώσεις: – Προβλέπεται ότι οι ενοικιαστές μπορούν να καταγγείλουν τη μίσθωση δύο χρόνια μετά την έναρξή της με εξάμηνη προειδοποίηση του ιδιοκτήτη και με καταβολή αποζημίωσης τεσσάρων ενοικίων. (Υπενθυμίζεται ότι με το καθεστώς που ισχύει τώρα οι ενοικιαστές μπορούν να καταγγείλουν τη μίσθωση έναν χρόνο μετά την έναρξή της με τρίμηνη προειδοποίηση και με αποζημίωση ίση με ένα ενοίκιο). – Περιορίζονται οι αποζημιώσεις για λύση της μίσθωσης λόγω ιδιόχρησης ή ανοικοδόμησης. Συγκεκριμένα οι αποζημιώσεις για ιδιόχρηση καθορίζονται σε 8 ενοίκια (από 16 που ήταν ως τώρα) και για ανοικοδόμηση σε 6 ενοίκια (από 12). Με απόφαση του Δικαστηρίου, μπορούν να αυξάνονται αντίστοιχα έως και σε 15 ενοίκια για ιδιόχρηση (από 30 που ίσχυε με τον προηγούμενο καθεστώς) και 9 για ανοικοδόμηση (από 18). Σχετικά με το ΓΕΜΗ δίνεται η δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής εγγράφων με απλή ηλεκτρονική αντί για ψηφιακή υπογραφή. Η ηλεκτρονική υπογραφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ηλεκτρονική υποβολή αιτημάτων μεταβολών, στις οποίες προβαίνει, είτε το ίδιο το νομικό πρόσωπο, δηλαδή η επιχείρηση, είτε φυσικό πρόσωπο το οποίο την εκπροσωπεί. Επισπεύδεται κατά έξι μήνες η αποκλειστική ηλεκτρονική υποβολή και ηλεκτρονική έκδοση αντιγράφων, αποσπασμάτων των πράξεων και στοιχείων που εμφανίζονται στη Μερίδα και πιστοποιητικών από το ΓΕΜΗ. Συγκεκριμένα, η δυνατότητα έγγραφης υποβολής αίτησης και η έντυπη χορήγηση αντιγράφων κλπ θα λήξει στις 30 Ιουνίου 2014. […]

Read more

Μόνο ένα παράβολο έφεσης επί ομοδικίας – Ν. 4139/2013

17 Φεβρουαρίου, 2014

        Η σύγχυση που είχε δημιουργηθεί με τις τελευταίες διατάξεις του Ν. 4055/2012 ο οποίος τροποποίησε σε μεγάλο βαθμό τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας , σχετικά με το παράβολο των 200€ που έπρεπε να καταβάλλει ή όχι, αυτοτελώς, ο κάθε εκκαλών σε περίπτωση ομοδικίας ,  ως προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκηθείσης εφέσεως  , λύθηκε αρχικώς νομολογιακώς, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 162/2013 απόφασης του ΕφΘΕΣΣΑΛ και εν συνεχεία δυνάμει του νεοψηφισθέντος Ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/20-3-2013) , ο οποίος τροποποίησε εκ νέου τη διάταξη του άρθρου 495§4 του ΚΠολΔ που πλέον ορίζει οτι “β. Σε περίπτωση που ασκήθηκε ένα ένδικο μέσο από ή κατά περισσότερων διαδίκων κατατίθεται ένα παράβολο από τους εκκαλούντες, αναιρεσείοντες ή αιτούντες.”       Η αιτιολογία της προρρηθείσης απόφασης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι η εξής :     “Ο σκοπός της επιβολής διαφορετικών τελών, χαρακτήρα που έχει και το ως άνω παράβολο του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, δεν αποβλέπει σε δημοσιονομικά οφέλη του Δημοσίου, αλλά συνιστά οικονομική υποχρέωση του διαδίκου, ως προϋπόθεση για την αποτροπή αβασίμων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων. Ο σκοπός όμως αυτός, ικανοποιείται, σε περίπτωση ομοδικίας, ανεξάρτητα του είδους αυτής, με την καταβολή ενός και μόνο παραβόλου από την ομάδα των ομοδίκων – εκκαλούντων. Διαφορετική ερμηνεία και θεώρηση του ζητήματος (ιδιαίτερα στην περίπτωση που υπάρχει πολυάριθμη ομοδικία, ενεργητική και παθητική), θα οδηγήσει στην επιβολή δυσβάστακτων οικονομικών προϋποθέσεων για την πρόσβαση ενός πολίτη στη δικαιοσύνη, συνέπεια η οποία έρχεται σε αντίθεση με το καταχωρημένο στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δικαίωμα για ελεύθερη πρόσβαση στη δικαιοσύνη, αφού με τέτοιες οικονομικές προϋποθέσεις, ουσιαστικά αναιρείται ο πυρήνας του δικαιώματος αυτού.” http://lawyer-net.blogspot.gr/

Read more

ΑΠ 988/2013: Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα νόμιμου εκπροσώπου ή μέλους διοικήσεως διάδικου νομικού προσώπου

17 Φεβρουαρίου, 2014

Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα νόμιμου εκπροσώπου ή μέλους διοικήσεως διάδικου νομικού προσώπου ΑΠ 988/2013: Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα νόμιμου εκπροσώπου ή μέλους διοικήσεως διάδικου νομικού προσώπου : “Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 του ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ συνάγεται, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι’ αυτό να έχει (κατ’ αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για τη ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους. Η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρέπεται όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου – λύση προδήλως άτοπη (Ολ.ΑΠ 1328/1977). Συνεπώς, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή του μέλους της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, το δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να λαμβάνει υπόψη, κατά την ως άνω διαδικασία, και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α’ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ανεξάρτητα αν είχε προβληθεί ή όχι οποτεδήποτε προηγουμένως σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται περί ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 882/2009‚ 1386/2006)”. (areiospagos.gr)

Read more

ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ζ1-798/2008 – ΦΕΚ 1353/Β’/11.7.2008 Απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών

16 Φεβρουαρίου, 2014

ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ζ1-798/2008 – ΦΕΚ 1353/Β’/11.7.2008 Απαγόρευση αναγραφής Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.   Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ   Έχοντας υπόψη: Τις διατάξεις:   1. Του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ 98/Α’/2005) «Κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα Κυβερνητικά Όργανα».   2. Του άρθρου 13 παρ. 21 του ν. 3587/2007 (ΦΕΚ 152/Α’/10.7.2007) «Τροποποίηση και συμπλήρωση του ν. 2251/1994 «Προστασία των Καταναλωτών», όπως ισχύει, Ενσωμάτωση της οδηγίας 2005/29 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L149)».   3. Του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 (ΦΕΚ 191/Α’/1994) «Προστασία των Καταναλωτών», όπως ισχύει.   4. Του π.δ. 397/1998 «Οργανισμός του Υπουργείου Εμπορίου», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.   5. Του π.δ. 27/1996 «Συγχώνευση των Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης» (ΦΕΚ 19/Α’/1.2.1996), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μετά την έκδοση του π.δ. 122/2004 (ΦΕΚ 85/ Α’/17.3.2004).   6. Του π.δ. 59/1996 «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Εμπορίου στο Υπουργείο Ανάπτυξης και καθορισμός των αρμοδιοτήτων της» (ΦΕΚ 51/Α’/18.3.1996).   7.  Του π.δ. 197/1997 «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή και καθορισμός των αρμοδιοτήτων της» (ΦΕΚ 156/Α’/30.7.1997).   8. Του π.δ. 206/2007 «Διορισμός Υπουργών και Υφυπουργών» (ΦΕΚ 232/Α’/19.9.2007).   9. Τις αποφάσεις υπ’ αριθμ. 430/2005 και 1219/2001 του Αρείου Πάγου, 5253/2003, και 6291/2000 του Εφετείου Αθηνών καθώς και 1119/2002 και 1208/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, καθώς και την απόφαση υπ’ αριθμ. 961/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο μέρος που έχει καταστεί αμετάκλητη.   10. Το γεγονός ότι οι συνέπειες του δεδικασμένου των ανωτέρω αποφάσεων έχουν ευρύτερο δημόσιο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς και την προστασία των καταναλωτών.   11. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:     Την απαγόρευση αναγραφής των Γενικών Όρων Συναλλαγών που έχουν κριθεί ως καταχρηστικοί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις επί αγωγών ενώσεων καταναλωτών, σε συμβάσεις που συνάπτουν τα Πιστωτικά Ιδρύματα με τους καταναλωτές, ως ακολούθως:   1) Σε συμβάσεις στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου: α) όρος που προβλέπει την είσπραξη από το Πιστωτικό Ίδρυμα εξόδων «χρηματοδότησης», «προέγκρισης δανείου», ή «εξέτασης αιτήματος δανείου», κλιμακούμενων ανάλογα με το ποσόν του δανείου, β) όρος που προβλέπει την επιβολή ποσού «προμήθειας» ή «εξόδων φακέλου», γ) όρος που προβλέπει ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής εκ μέρους του καταναλωτή οποιασδήποτε δόσης, ή μέρους αυτής, ή των τόκων, ή των εξόδων το Πιστωτικό Ίδρυμα δύναται να καταγγείλει την σύμβαση δανείου και να ζητήσει το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού μαζί με τους αναλογούντες τόκους υπερημερίας. δ) όρος που προβλέπει ως πρόσθετη ασφάλεια την εκχώρηση και μεταβίβαση στο Πιστωτικό Ίδρυμα των μισθωμάτων επί εκμισθωμένου από τον καταναλωτή ακινήτου, εφόσον το Πιστωτικό Ίδρυμα απαιτεί επιπλέον από τον καταναλωτή να εγγράψει υπέρ αυτού προσημείωση υποθήκης για ποσό που υπερκαλύπτει το ύψος του δανείου, να διατηρεί το ακίνητο ασφαλισμένο με δικαιούχο του ασφαλίσματος το ίδιο το Πιστωτικό ίδρυμα και να συνυπογράψει τη σύμβαση δανείου ως εγγυητής τρίτο πρόσωπο, ε) όρος που προβλέπει την παραίτηση του εγγυητή από τα ευεργετήματα και τις ενστάσεις που του αναγνωρίζουν τα άρθρα 862  868 Α.Κ., όπως εκάστοτε ισχύουν, στ) όρος που […]

Read more

ΑΕΔ 1/2010, Χρέη προς το δημόσιο – Προσωπική κράτηση – Προστασία της αξίας του ανθρώπου – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης .

16 Φεβρουαρίου, 2014

ΑΕΔ 1/2010   ΠΕΡΙΛΗΨΗ   Χρέη προς το δημόσιο – Προσωπική κράτηση – Προστασία της αξίας του ανθρώπου – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης -.   Αίρεται η αμφισβήτηση που ανέκυψε από τις αποφάσεις 1/2009 του Αρείου Πάγου και 250 και 251/2008 του Συμβουλίου της Επικρατείας περί την ουσιαστική συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 1 και επόμενα του ν. 1867/1989, όπως τροποποιήθηκαν με τους ν. 2065/1992 και 2214/1994, που αφορούν στην προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο και γίνεται δεκτό ότι οι ανωτέρω διατάξεις αντίκεινται στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος (Ειδικότερη γνώμη – Αντίθετη μειοψηφία).   ΚΕΙΜΕΝΟ   Αριθμός 1/2010 Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)   Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Γεώργιο Καλαμίδα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως Πρόεδρο, Παναγιώτη Πικραμμένο, Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ιωάννη Καραβοκύρη, Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (κωλυομένου του Προέδρου και του αρχαιοτέρου του Αντιπροέδρου), Χρίστο Ράμμο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, ΙωάννηΜαντζουράνη-Εισηγητή, Συμβούλους της Επικρατείας, Χρήστο Αλεξόπουλο, αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος τακτικού), Βασίλειο Λυκούδη, αναπληρωματικό μέλος, (ελλείποντος τακτικού), Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες, Βασίλειο Γρατσία, Σύμβουλο της Επικρατείας, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτη, Νικόλαο Νίκα, Κωνσταντίνο Φινοκαλιώτη, Καθηγητές Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ως μέλη και τη Γραμματέα Μηλιά Αθανασοπούλου, Προϊσταμένη Διεύθυνσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 18η Νοεμβρίου 2009, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των: ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τους: 1)Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και 2) Προϊστάμενο της Β’ Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Κέρκυρας, το οποίο παρέστη με την Στυλιανή Χαριτάκη, Νομικό Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: …, κατοίκου Κέρκυρας ο οποίος δεν παρέστη. Η παραπάνω υπόθεση εισήχθη στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ύστερα από την υπ’ αριθμ. 1/2009 παραπεμπτική απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (αριθμ. καταθέσεως 65/4-3-2009). Η εκδίκαση της υποθέσεως άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Ιωάννη Μαντζουράνη, Συμβούλου της Επικρατείας. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την Νομική Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τις προτάσεις της.   Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά νόμο.   1. Επειδή, με την 1/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκε προς άρσιν στο Ανώτατο Ειδικό, κατά τα άρθρα 100 παρ. 1 περ. ε’ του Συντάγματος και 6 περ. ε’ και 48 παρ. 2 του Κώδικα Α.Ε.Δ. (ν. 345/1976, Α’ 141) η αμφισβήτηση που ανέκυψε ως προς την συνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 1867/1989 που αφορούν στην προσωπική κράτηση για χρέη προς το Δημόσιο, λόγω αντίθεσης της ως άνω αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκαν οι διατάξεις αυτές σύμφωνες προς το Σύνταγμα, προς τις 250 και 251/2008 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες οι ίδιες διατάξεις κρίθηκαν αντισυνταγματικές. 2. Επειδή, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία με τις δημοσιεύσεις και κοινοποιήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 10 παρ. 2, 49 παρ. 2 και 50 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Α.Ε.Δ. και, συνεπώς, η κρινόμενη υπόθεση παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. 3. Επειδή, ο Ν. 1867/1989 «προσωπική κράτηση κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων και άλλες διατάξεις» (φ. 227), όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε τα ακόλουθα: «Αρθρο 1. Η προσωπική κράτηση, ως αναγκαστικό μέτρο προς είσπραξη των δημόσιων εσόδων που αποφασίζεται με διοικητική πράξη, καταργείται. 2. Από την έναρξη […]

Read more

ΣτΕ 29/2014 Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός

10 Φεβρουαρίου, 2014

ΣτΕ 29/2014 Εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες. Κάθε παροχή που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός Περίληψη Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 78 του συντάγματος Συντάγματος και του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν.2238/1994), ως εισόδημα που υπόκειται σε φόρο θεωρείται το καθαρό εισόδημα  δηλαδή, αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση από το ακαθάριστο εισόδημα των δαπανών  απόκτησής του, οι δε δαπάνες που μνημονεύονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 του Συντάγματος  λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τη φορολογία εισοδήματος, για τον προσδιορισμό του  φορολογητέου εισοδήματος ορισμένων κατηγοριών φορολογουμένων βάσει ενδείξεων (όπως είναι οι δαπάνες). Παρέπεται ότι, όταν πρόκειται για εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, κάθε παροχή  που καταβάλλεται στο μισθωτό, με οποιαδήποτε ονομασία (επιχορήγηση, αποζημίωση, επίδομα κλπ.) που, κατά το νόμο ή από τη φύση της προορίζεται να καλύψει δαπάνες στις οποίες αυτός  υποβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή την ταχύτερη και  αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υποβάλλεται σε φόρο  εισοδήματος, έστω και αν από την παροχή αυτή ωφελείται έμμεσα ο μισθωτός (Σ.τ.Ε. 3150/1999  επταμ., 1324/2012 επταμ., 2972/2011, 670/2012 επταμ. – πρβλ. ΣτΕ 3544/2008, ΣτΕ 1432/2003,  ΣτΕ 125/1995, ΣτΕ 746/1993, ΣτΕ 3396/1991, ΣτΕ 374/1983, ΣτΕ 4289/1980 Ολομ.). Εξάλλου, από 1.1.1997 με το  άρθρο 1 περ. 15 του ν. 2459/1997 «Κατάργηση φορολογικών απαλλαγών και άλλες διατάξεις» (Α  17) καταργήθηκε το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του ν. 2238/1994 που όριζε ότι «Προκειμένου για αποζημιώσεις υπαλλήλων του Δημοσίου, που  παρέχονται με διάταξη νόμου κατ’ αποκοπή για κάλυψη δαπανών ειδικής υπηρεσίας που τους έχει  ανατεθεί, εξαιρείται της φορολογίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), εκτός εάν ο δικαιούχος  αποδεικνύει δαπάνες μεγαλύτερου ποσού με βάση στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων». Η  κατάργηση όμως της ανωτέρω διάταξης δεν συνεπάγεται από μόνη της τη φορολόγηση όλων  αδιακρίτως των παροχών που καταβάλλονται στους μισθωτούς, δηλαδή και εκείνων που κατά το  νόμο ή από τη φύση τους δεν αποτελούν εισόδημα κατά την έννοια του άρθρου 78 παρ. 1 του  Συντάγματος και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, αλλά δίνονται για να  καλύψουν δαπάνες για την εκτέλεση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί ή για την καλλίτερη  διεξαγωγή της. Τέλος, η απαρίθμηση των περιπτώσεων παροχών, που αναφέρονται στα εδάφια α΄-  ε΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και οι οποίες, κατά  ρητή διάταξη του νόμου, δεν θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και δεν υπόκεινται σε  φόρο, δεν είναι αποκλειστική, με την έννοια ότι η απαρίθμηση αυτή των μη θεωρουμένων ως  εισόδημα παροχών δεν αποκλείει το νομοθέτη να θεσπίσει με τυπικό νόμο και άλλες απαλλαγές από  το φόρο εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες ούτε την κρίση της φορολογικής αρχής και των  διοικητικών δικαστηρίων ότι ορισμένη παροχή που καταβάλλεται στους μισθωτούς δεν αποτελεί  κατά το νόμο ή από τη φύση της προσαύξηση μισθού, δηλαδή φορολογητέο εισόδημα του  μισθωτού, αλλά καταβάλλεται για την εκτέλεση της υπηρεσίας ή […]

Read more

Ανακοπή κατά του νόμιμου τίτλου εκτελέσεως που χορηγεί στο Δημόσιο το δικαίωμα να προβεί στην είσπραξη φόρων, τελών, εισφορών κλπ

4 Φεβρουαρίου, 2014

Κατά το στάδιο της λήψεως συγκεκριμένων μέτρων εκτελέσεως (κατασχετήριο έκθεση κλπ) τίθεται επιτακτικά το ερώτημα, αν θα μπορούσε ο οφειλέτης του δημοσίου, με ανακοπή που τυχόν ασκήσει να προσβάλει τον νόμιμο τίτλο, ή/και να προβάλει αντιρρήσεις ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και να  αμφισβητήσει το κατ’ ουσίαν βάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου. Δεδομένου μάλιστα ότι η ατομικές ειδοποιήσεις  και οι καταλογιστικές πράξεις γνωστοποιούνται στον οφειλέτη του δημοσίου δια απλού ταχυδρομείου και άρα μπορεί ο τελευταίος να λάβει γνώση αυτών δια της επιδόσεως της έκθεσης κατασχέσεως (σε χρόνο δηλ μεταγενέστερο, κατά τον οποίο έχει εκπνεύσει η προθεσμία για την άσκηση ενδικοφανούς ή/και δικαστικής προσφυγής), τίθεται ο προβληματισμός αν  θα μπορούσε ο οφειλέτης του δημοσίου στο στάδιο αυτό της επιδόσεως της έκθεσης κατασχέσεως, με ανακοπή που τυχόν ασκήσει, να προβάλει αντιρρήσεις ουσιαστικούδικαίου και να αμφισβητήσει το κατ’ ουσίαν βάσιμο της απαίτησης του Δημοσίου. Επίσης, αν στην περίπτωση αυτή, για όσο χρόνο εκκρεμεί η ανακοπή, θα μπορούσε να υποβληθεί αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης των προσβαλλόμενων πράξεων. Κατά τις προϊσχύουσες διατάξεις του ΚΕΔΕ όπως ίσχυαν πριν την ψήφιση και θέση σε εφαρμογή της λεγόμενης «μνημονιακής νομοθεσίας, με την ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ επιτρεπόταν η προβολή κάθε αντίρρησης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση του κατ’ ουσίαν βάσιμου της απαίτησης του Δημοσίου. Οι από το άρθρο 73 ΚΕΔΕ λόγοι ανακοπήςήταν απεριόριστοι υπό την έννοια ότι οποιοδήποτε ελάττωμα της απαίτησης (δημόσιου εσόδου) της βεβαιωτικής διαδικασίας και γενικά του φερόμενου ως νόμιμου τίτλου, της ατομικής ειδοποίησης κ.λ.π, ήταν δυνατό να αποτελέσει λόγο της ανακοπής του άρθρου 73 ΚΕΔΕ [ΑΠ 1549/1998]. Ωστόσο, με το άρθρο 216 Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει, μετά  της τροποποιήσεώς του με τουςν.3659/2008, 3900/2010 και 4055/2012, προβλέφθηκε ότι “στις υπό τον πρώτο τίτλο, ρυθμίσεις του Τμήματος τούτου υπάγονται οι διαφορές που αναφύονται κατά τη σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), είσπραξη των δημόσιων εσόδων, εκτός αν τα έσοδα αυτά αναφέρονται σε απαιτήσεις ιδιωτικού δικαίου”. Έτσι από θεσπίσεως του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, τα δικονομικά ζητήματα παροχής δικαστικής προστασίας κατά την εκτέλεση διέπονται πλέον από τα άρθρα 216 επ. αυτού και όχι από τα άρθρα 73 επ. του ΚΕΔΕ. Τα σχετικά άρθρα του ΚΕΔΕ παραμένουν εν ισχύει και εφαρμόζονται μόνον από τα πολιτικά δικαστήρια στις διαφορές που ανακύπτουν από τις ιδιωτικές απαιτήσεις του Δημοσίου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα η ανακοπή να μην είναι πλέον ενιαία για τις δύο δικαιοδοσίες. Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο ανακοπές διαφορετικής δικονομικής λογικής (Τσιρώνας Α: Η δικαστική προστασία κατά την έναρξη διοικητικής εκτελέσεως υπό το φως των δυο δικαιοδοσιών, Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου 2008, σελ. 596-597). Περαιτέρω, το άρθρο 217 Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει, μετά  της τροποποιήσεώς του με τουςν.3659/2008, 3900/2010 και 4055/2012 του Κ.Δ.Δ. απαριθμεί ενδεικτικά τις πράξεις διοικητικής εκτελέσεως κατά των οποίων μπορεί να ασκηθεί το ένδικο βοήθημα της ανακοπής: ι) ταμειακή βεβαίωση εσόδου, ιι) κατασχετήριο έκθεση, ιιι) πρόγραμμα πλει­στηριασμού, ιν) έκθεση πλειστηριασμού και ν) πίνακα κατατάξεως [από της τροποποιήσεώς του απουσιάζουν από την απαρίθμηση αυτή η ατομική ειδοποίηση και ο νόμιμος τίτλος]. Ακόμη, στο άρθρο 224 του ανωτέρω Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. . . . 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην […]

Read more

Τριμ.Πλημ.Θεσ. 14813/2013: Αθώωση φορολογούμενου για μη καταβολή Φ.Π.Α. ελλείψει δόλου – Αντικειμενική αδυναμία καταβολής λόγω ανείσπρακτων τιμολογίων

28 Ιανουαρίου, 2014

Τριμ.Πλημ.Θεσ. 14813/2013: “Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 β’ του Ν. 2523/1997 «1. Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται: β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Στην ως άνω διάταξη περιγράφεται με σαφήνεια, η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, κατά την οποία η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας κ.λ.π. στοιχειοθετείται μόνο, αν ο φορολογούμενος ενήργησε “προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου προστιθέμενης αξίας ή να πληρώσει λιγότερο φόρο. Από τη χρήση της λέξης “προκειμένου” στο κείμενο του νόμου, συνάγεται ότι στην περίπτωση αυτή διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 ΠΚ) και συγκεκριμένα, θα πρέπει με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης φόρου προστιθέμενης αξίας, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης  αξίας. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του  άρθρου 18 του ανωτέρω νόμου. Επομένως, θα πρέπει στην καταδικαστική απόφαση για την  ανωτέρω πράξη να περιέχεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφενός της αντικειμενικής υπόστασης που θεμελιώνει το άνω αδίκημα, κυρίως όμως, να αιτιολογείται ο συγκεκριμένος σκοπός (αποφυγής πληρωμής φόρου προστιθέμενης αξίας), ο οποίος πρέπει να αναφέρεται και να εξειδικεύετε και με σαφήνεια, αφού πρόκειται για στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρου 18 του ως άνω ν. 2523/1997 (Α.Π. 267/2013 και ΑΠ 1231/2011 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν δημόσια στο ακροατήριο, την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του παρόντα κατηγορουμένου, καθώς και τις εξηγήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-4-2011 και 1-5-2011 έως 31-12-2011, δεν απέδωσε Φ.Π.Α. που υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ευρώ. Ειδικότερα, ως ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρίας ……………. με έδρα στη …….. , δεν απέδωσε στη Δ.Ο.Υ. Ιωνίας θεσσαλονίκης κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1- 1-2011 έως 30-4-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 35.408,83 ευρώ και κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-5-2011 έως 31-12-2011 φόρο προστιθέμενης αξίας ανερχόμενο στο ποσό των 37.684,86 ευρώ. Περαιτέρω προέκυψε από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι ο κατηγορούμενος […]

Read more

ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ, Πρακτικά ζητήματα στο ακροατήριο άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997.

20 Ιανουαρίου, 2014

Πρακτικά ζητήματα στο ακροατήριο άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997 ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ: α) παράλειψη υποβολής δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης (αρθρ.17 Ν.2523/1997), β) μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση ΦΠΑ και λοιπών φόρων (αρθρ. 18 Ν. 2523/1997) (αναφερόμαστε σε πράξεις, που τελούνται από 1-1-1998 και μετά)     Στο κείμενο, που ακολουθεί επιχειρείται μία συστηματοποίηση των σχετικών διατάξεων των άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997 (ποινικές διατάξεις, διαχρονικό δίκαιο, άσκηση ποινικής διώξεως, παραγραφή κλπ.) άμεσης πρακτικής σημασίας. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω να εκφράσω στον κ. Νικόλαο Αντωναράκο, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, για τις πολύτιμες παρατηρήσεις του.   Α) Άρθρο 17 Ν.2523/1997 (έναρξη ισχύος από 1-1-1998 δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 38 παρ.4 Ν. 2523/1997) Παράλειψη υποβολής (φορολογικής) δήλωσης ή υποβολή ανακριβούς (φορολογικής) δήλωσης με απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων από κάθε πηγή εισοδήματος προκειμένου να αποφευχθεί η πληρωμή φόρου εισοδήματος. Οι ποινές ορίζονται στην παρ.2 του άρθρου 17: α)  ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών (σημείωση: με το άρθρο 21 παρ. 1 περ.η΄ Ν.2948/2001 τα προβλεπόμενα όρια σε δραχμές από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του Ν. 2523/1997, καθορίζονται από 1.1.2002 σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ και εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ αντίστοιχα). Επομένως, στην αρχική μορφή του άρθρου 17 από 1-1-1998 τυποποιείται το ανωτέρω αδίκημα, τόσο υπό μορφή πλημμελήματος, όσο και υπό μορφή κακουργήματος Άρθρο 17 ( μετά την αντικατάσταση με το Ν. 3943/2011, ισχύς από 31-3-2011): παρ.2 α) ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνεισε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των  δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β) «με κάθειρξη» , εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη και η διάρκεια της απόκρυψης. Β) Άρθρο 18 (έναρξη ισχύος από 1-1-1998 δυνάμει άρθρου 38 παρ.4 Ν. 2523/1997) Φοροδιαφυγή για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ, παρακρατούμενων φόρων, τελών και εισφορών: α) φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών και β) κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εφόσον το ως άνω ποσόυπερβαίνει σε ετήσια βάση τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές. Σε περίπτωση συρροής περισσότερων τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών τα ως άνω ποσά υπολογίζονται ξεχωριστά για κάθε μερικότερο φόρο, τέλος ή εισφορά (σημείωση: με το άρθρο 21 παρ. 1 περ.θ΄ Ν.2948/2001, τα προβλεπόμενα όρια σε δραχμές από τις διατάξεις  της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 2523/1997,καθορίζονται από 1.1.2002 σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ και εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ αντίστοιχα). Επομένως, στην αρχική μορφή του άρθρου 18 από 1-1-1998 τυποποιείται το ανωτέρω αδίκημα, τόσο υπό μορφή πλημμελήματος, όσο και υπό μορφή κακουργήματος, ενώ εάν το ποσό υπολείπεται σε ετήσια βάση του ποσού των 3.000 ευρώ δεν θεμελιώνεται αξιόποινο.     Άρθρο 18 παρ.1 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 […]

Read more