Βασικά θέματα της εκουσίας δικαιοδοσίας.

20 Δεκεμβρίου, 2016

1. Oρισμοί αμφισβητουμένης κι εκουσίας δικαιοδοσίας (α) Ορισμοί Για την αμφισβητουμένη δικαιοδοσία ο Κώστας Μπέης (ΠολΔ, εισαγωγή στην εκουσία δικαιοδοσία, σ. 13) αναφέρει: «Ο όρος τούτος, που προσδιορίζει τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ως αμφισβητούμενη, δεν έχει το νόημα ότι οι διάδικοι οπωσδήποτε αντιδικούν. Το αληθινό νόημα του χαρακτηρισμού της (…) εντοπίζεται σε τούτο, ότι δηλαδή κατά την εκδίκαση κάθε διαφοράς (του ιδιωτικού δικαίου ή της πολιτικής δικονομίας) ο ενάγων, και γενικά εκείνος που υποβάλλει αίτηση δικαστικής προστασίας, ζητεί πάντοτε και οπωσδήποτε να δημιουργηθεί η δέσμευση του δεδικασμένου σε βάρος του αντιδίκου του, δηλαδή κατά τρόπο νομικώς βλαπτικό για εκείνον, αναφορικά με την ισχύ ή μη της επίδικης έννομης σχέσης, κυρίως του ιδιωτικού δικαίου και ενδεχομένως, καθώς σημειώθηκε, του αστικού δικονομικού δικαίου. Και αν ακόμη ο αντίδικος – συνήθως ο εναγόμενος – ομολογεί τα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα ή αναγνωρίσει το επίδικο δικαίωμα (του ιδιωτικού δικαίου), η απόφαση που θα εκδοθεί θα τον δεσμεύει με το δεδικασμένο της, παραμερίζοντας κάθε περιθώριο αμφιβολίας ή αμφισβήτησης. Και ακριβώς πάνω σ’ αυτήν τη δεσμευτική διάγνωση, για την οποία ενδεχόμενα δεν προηγήθηκε αντιδικία, θα στηριχτεί η έκδοση εκτελεστού τίτλου, σε περίπτωση καταψηφιστικής αγωγής, ή η συντέλεση της δικαστικής διάπλασης της επίδικης έννομης σχέσης, σε περίπτωση διαπλαστικής αγωγής. Με αυτή λοιπόν την ειδική έννοια η δικαιοδοσία για τη δεσμευτική διάγνωση έννομων σχέσεων χαρακτηρίζεται ως αμφισβητούμενη.» Την εκουσία δικαιοδοσία ο Γεώργιος Μητσόπουλος ορίζει ως εξής: «η αναγνωρισμένη εις τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια εξουσία όπως ταύτα, εν καθοριστική λειτουργία δικαίου και άνευ υπάρξεως διαφοράς παρέχουν ένδικον προστασίαν δι’ ενέργειας πράξεων διαπλαστικής κυρίως αλλά και βεβαιωτικής μορφής, επί σκοπώ κατοχυρώσεως ή προστασίας ιδιωτικού συμφέροντος» (βλ. ΠολΔ Α’, 1972, σ. 122· ο ίδιος, Η έννοια της εκουσίας δικαιοδοσίας, Μελέται Γενικής Θεωρίας του Δικαίου και του Αστικού Δικονομικού Δικαίου Ι, 1983, 541 επ., σ. 555-556 = ΝΔ 1971. 333 επ.) (β) «Αποκαταστατική» –vs- «καθοριστική λειτουργία δικαίου» Στην αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, η απόφαση του δικαστή ενεργεί «αποκαταστατικά», δηλαδή αίρει την διαταραχθείσα έννομη τάξη που ανέκυψε με την δημιουργία διαφοράς του ιδιωτικού δικαίου κι επιβάλλει την προβλεπόμενη στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου έννομη συνέπεια. Παράδειγμα: Ο Α που χαστούκισε τον Β δημοσίως προσέβαλε την προσωπικότητα του Β, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την άρση της προσβολής καθώς και την χρηματική ικανοποίησή του. Η μετά την διεξαγωγή της δίκης απόφαση του δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται η προσβολή και επιδικάζεται υπέρ του Β χρηματική ικανοποίηση 1000 ευρώ, επιτελεί αποκαταστατική λειτουργία της έννομης τάξης, μέσω της δικαστικής επιβολής κατά του παραβάτη Α των προβλεπόμενων εννόμων συνεπειών των άρθρ. 57, 59, 932 ΑΚ το πραγματικό των οποίων πληρούται εν προκειμένω. Αντιθέτως, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι η «καθοριστική λειτουργία δικαίου», δηλαδή η απόφαση του δικαστή αναπληρώνει ελλείπον στοιχείο του πραγματικού, ώστε να καθίσταται εφικτή η επέλευση της έννομης συνέπειας Παράδειγμα: Η επικύρωση της συμφωνίας λύσης του γάμου (ελλείπον στοιχείο) επέρχεται με δικαστική απόφαση που, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού του άρθρ. 1441 ΑΚ (έγγραφη συμφωνία των συζύγων, διάρκεια γάμου τουλάχιστον εξάμηνη, ρύθμιση επιμέλειας ανήλικων τέκνων, ειδικά πληρεξούσια, κλπ.), λύει τον γάμο (=καθοριστική λειτουργία δικαίου με ενέργεια διαπλαστικής μορφής). (γ) «Γνήσιες» –vs- «μη γνήσιες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας» Είναι δυνατόν να υπαχθεί η επίλυση διαφορών και […]

Read more

Καταργήθηκε η Άδεια Μουσικών Οργάνων, όχι όμως και η Άδεια Δημόσιας Εκτέλεσης.

15 Δεκεμβρίου, 2016

Καταργήθηκε η υποχρέωση έκδοσης άδειας για τη χρήση μουσικής και χρήση μουσικών στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του Νόμου 4442/2016, η χρήση μουσικής ή μουσικών οργάνων πραγματοποιείται πλέον, χωρίς να απαιτείται έκδοση προηγούμενης άδειας της 3/1995 Αστυνομικής Διάταξης. Αντ’ αυτής, ο ενδιαφερόμενος, εφόσον προτίθεται να προβεί στη χρήση μουσικής ή μουσικών οργάνων, υποχρεούται να συμπεριλάβει τη σχετική δήλωση στη γνωστοποίηση του άρθρου 28 του Νόμου 4442/2016 προς την αρμόδια δημοτική αρχή. Ωστόσο, το άρθρο 29 του Ν. 4442/2016 προβλέπει ότι η χρήση μουσικής πέραν του ωραρίου προϋποθέτει την έκδοση της άδειας της παραγράφου 3 του άρθρου 3 της 3/1995 Αστυνομικής Διάταξης. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την Αστυνομική Διάταξη 3/1995, η άδεια για τη χρήση μουσικής και χρήση μουσικών χορηγείται μέχρι την 22.00 ώρα τη χειμερινή περίοδο και την 23.00 ώρα τη θερινή και μπορεί να παραταθεί ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, ανάλογα με το είδος των μουσικών οργάνων και τη θέση του κέντρου σε σχέση με τους γύρω κατοικημένους χώρους, για τα κέντρα που λειτουργούν σε κλειστό χώρο μέχρι την 03.00 ώρα και για τα κέντρα που λειτουργούν σε ανοικτό χώρο μέχρι την 02.00 ώρα, με την προϋπόθεση ότι δεν διαταράσσεται η ησυχία των περιοίκων. Όπως προβλέπεται στις νέες διατάξεις, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησής της, η άδεια χορηγείται χωρίς την προσκόμιση άλλων δικαιολογητικών πέραν του αποδεικτικού υποβολής της γνωστοποίησης. Παράλληλα, οι υποχρεώσεις ή οι άδειες που σχετίζονται με τη νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας δεν θίγονται, όμως, όπως επισημαίνεται, οι υποχρεώσεις ή άδειες αυτές δεν αποτελούν απαιτούμενο δικαιολογητικό ή περιεχόμενο της γνωστοποίησης ούτε της άδειας της προηγούμενης παραγράφου. Σύμφωνα με τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομίας, Αλέξη Χαρίτση, η κατάργηση της άδειας μουσικής σκοπό έχει την διευκόλυνση της άσκησης της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας μέσω της αφαίρεσης ενός διοικητικού εγγράφου χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, το οποίο μέχρι σήμερα χορηγούνταν, έτσι και αλλιώς, σε όλες τις περιπτώσεις. Όπως τονίζεται από το Υπουργείο, απλουστεύονται οι ρυθμίσεις για τη χρήση μουσικής και τη χρήση μουσικών οργάνων, υπό την έννοια ότι καταργείται μεν η άδεια μουσικής, όχι όμως και η άδεια για τη χρήση μουσικής μετά το πέρας του ωραρίου. Η επιλογή αυτή έγινε διότι, το κρίσιμο στην περίπτωση της χρήσης μουσικής δεν είναι άλλο από τη συμμόρφωση των καταστημάτων ως προς την ορθή χρήση της μουσικής. Σε κάθε δε περίπτωση, ο Αναπληρωτής Υπουργός διευκρίνισε ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί στην επανεξέταση του πλαισίου των αστυνομικών διατάξεων και την ενίσχυση των ελέγχων, που αποτελούν το ουσιαστικό θέμα στην καθημερινή λειτουργία των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος όσον αφορά τη χρήση μουσικής. lawspot.gr/ ΔΕΝ πληρώνονται πλέον παράβολα στους Δήμους για την Μουσική. Όμως, ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ Η ΑΔΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ (την χορηγεί ο ΠΑΣΚΕΔΙ). Το υπουργείο Οικονομίας υπόσχεται την άμεση αδειοδότηση των επιχειρήσεων με γνωστοποίηση έναρξης της λειτουργίας , αλλά η εφαρμογή του προϋποθέτει την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων. Δίνεται δε προθεσμία έως τις 31/12/2018 για να εκδοθούν αυτά. Έτσι, προβλέπεται ότι θα αρκεί η γνωστοποίηση λειτουργίας, η οποία θα είναι υποχρεωτική για την έναρξη άσκησης της δραστηριότητας και θα υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Διαχείρισης Αδειοδότησης και Ελέγχων (ΟΠΣ -ΑΔΕ), όταν αυτό ενεργοποιηθεί. Μέχρι τότε, η γνωστοποίηση θα […]

Read more

Η εκπρόθεσμη διακοπή εργασιών στη Δ.Ο.Υ. και οι διαδικασίες στο Γ.Ε.ΜΗ. .

6 Δεκεμβρίου, 2016

Μετά την κοινοποίηση της ΠΟΛ. 1163/2016 του Γ.Γ.Δ.Ε. σχετικά με τη διακοπή εργασιών των φορολογουμένων (φυσικών, νομικών προσώπων και οντοτήτων) βάσει του πραγματικού χρόνου παύσης εργασιών, είχαν προκύψει —εκτός των άλλων— και ορισμένες απορίες αναφορικά με τις υποχρεώσεις των φορολογουμένων αυτών σχετικά με το Γ.Ε.ΜΗ. Μετά την ψήφιση του πρόσφατου νόμου (σ.σ. αναμένεται η δημοσίευσή του στο ΦΕΚ) δίνονται διευκρινίσεις στα ζητήματα που ανέκυπταν σχετικά με τις υποχρεώσεις προς αυτό (Γ.Ε.ΜΗ). Ας δούμε όμως όσα προβλέπονται στην απόφαση του Γ.Γ.Δ.Ε., αλλά και στο ψηθισθέν νομοσχέδιο: ► Στην ΠΟΛ. 1163/2016 μεταξύ άλλων έγιναν γνωστά τα εξής: Όσοι είναι υπόχρεοι εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. και σκοπεύουν να προβούν σε παύση εργασιών με ημερομηνία διακοπής μετά τη δημοσίευση της παρούσας (σ.σ. 23.11.2016), απαιτείται να προσκομίσουν βεβαίωση διαγραφής από το Γ.Ε.ΜΗ. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες τα οποία είτε δεν έχουν καν υποχρέωση εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. ή, ακόμα και αν έχουν, δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, είναι υποχρεωτική για τη βεβαίωση διακοπής εργασιών η κατάθεση μαζί με την υποβολή της δήλωσης διακοπής εργασιών και αποδεικτικού της λύσης τους χωρίς η ημερομηνία δημοσίευσης της λύσης να είναι δεσμευτική για τη διακοπή των εργασιών τους. ► Με τις διατάξεις του άρθρου 74 του νομοσχεδίου που ψηφίσθηκε πρόσφατα στη βουλή θεσπίστηκαν τα ακόλουθα: Τροποποιήσεις του ν. 3419/2005 (Α’ 297)1 1. Στην παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 3419/2005 προστίθεται περίπτωση ε’ ως εξής: «ε. Επιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες στο Γ.Ε.ΜΗ., για τις οποίες από τα διαβιβαζόμενα στις Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. στοιχεία προκύπτει ότι ο πραγματικός χρόνος παύσης εργασιών τους είναι προγενέστερος της 23ης Νοεμβρίου 2016, διαγράφονται αυτεπάγγελτα και ατελώς από το Γ.Ε.ΜΗ. με χρόνο διαγραφής τους τον ως άνω πραγματικό χρόνο.» Αιτιολογική έκθεση: Εφόσον από τα πραγματικά γεγονότα αποδεικνύεται πως ο χρόνος της παύσης εργασιών μιας επιχείρησης είναι προγενέστερος της 23-11-2016 και η σχετική πληροφορία διαβιβάζεται αρμοδίως στις Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ., τότε η επιχείρηση αυτή θα διαγράφεται αυτεπάγγελτα από το Γ.Ε.ΜΗ. με ημερομηνία διαγραφής ίδια με αυτή της πραγματικής παύσης εργασιών. Η διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ. θα πραγματοποιείται κατόπιν συνεργασίας μεταξύ των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης. Ο τρόπος απόδειξης του πραγματικού χρόνου παύσης εργασιών και εν γένει οι λεπτομέρειες της διαδικασίας περιγράφονται στην ανωτέρω αναφερόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. Στη συγκεκριμένη διάταξη υπάγονται μόνο οι επιχειρήσεις των οποίων ο πραγματικός χρόνος παύσης εργασιών προηγείται της 23-11-2016 επειδή η εν λόγω ημερομηνία είναι η ημερομηνία ισχύος της ανωτέρω αναφερόμενης απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (σ.σ. βλ. ΠΟΛ. 1163/2016. 2. Στο άρθρο 6 του ν. 3419/2005 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Οι επιχειρήσεις της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 4 του άρθρου 11 απαλλάσσονται από την υποχρέωση δημοσίευσης των οικονομικών καταστάσεών τους για τις χρήσεις που ακολουθούν το χρόνο διαγραφής τους. Επίσης, απαλλάσσονται από οποιαδήποτε υποχρέωση προς το Γ.Ε.ΜΗ. οι επιχειρήσεις που δεν είναι εγγεγραμμένες στο Γ.Ε.ΜΗ. και ο πραγματικός χρόνος παύσης εργασιών τους είναι προγενέστερος της 23ης Νοεμβρίου 2016.» Η υπάρχουσα παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3419/2005 αναριθμείται σε 4. Αιτιολογική έκθεση: Όσοι υπόχρεοι διαγράφονται από το Γ.Ε.ΜΗ. βάσει των ανωτέρω, θα απαλλάσσονται τόσο από τις οφειλές των επιμελητηριακών τελών και των τελών Γ.Ε.ΜΗ., […]

Read more

Ορισμένα ζητήματα της αγωγής απόδοσης μισθίου λόγω καθυστέρησης του μισθώματος: ΑΚ 597 – ΕισΝ ΚΠολΔ 66 και σχέση μεταξύ τους.

27 Νοεμβρίου, 2016

Για την περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης στην κατα- βολή του μισθώματος, στον εκμισθωτή παρέχονται ποι- κίλες δυνατότητες έννομης προστασίας. Εκτός από τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου (ειδική διαδι- κασία των άρθρων ΚΠολΔ 662 Β’ έως 662 Η’) σε συνδυα- σμό με διαταγή πληρωμής για την καταβολή των μισθωμάτων, ο εκμισθωτής μπορεί να αιτηθεί την απόδοση του μισθίου με αγωγή, η οποία ως νομική βάση μπορεί να έχει είτε το άρθρο 597 ΑΚ είτε το άρθρο 66 ΕισΝ ΚΠολΔ. Η επιλογή της εκάστοτε νομικής βάσης, που κρίνεται κατά περίπτωση κατάλληλη, συνεπάγεται μια σειρά από πρα- κτικές και διαδικαστικές συνέπειες.Δυνατή είναι μάλιστα, όπως θα δούμε παρακάτω, και η σώρευση των δύο βά- σεων, υπό προ€ποθέσεις. Αγωγή απόδοσης μισθίου λόγω καταγγελίας (ΑΚ 597) Προ€πόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρ- θρου 597 ΑΚ είναι η υπερημερία του μισθωτή, δηλαδή η υπαίτια καθυστέρηση καταβολής του μι- σθώματος. Προκειμένου να περιέλθει σε υπερημε- ρία ο μισθωτής απαιτείται προγενέστερη συμφωνία συγκεκριμένη ημέρα. Εφόσον δεν έχει προβλεφθεί δήλη ημέρα στο μισθωτήριο, η υπερημερία επέρχεται μετά από όχλησή του εκ μέρους του εκμισθωτή. Η διάταξη του 597 ΑΚ δίνει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να κα- ταγγείλει τη μίσθωση, τηρώντας τις εκεί προβλεπό- μενες προθεσμίες, δηλαδή προθεσμία ενός μήνα για μισθώσεις με διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους και προθεσμία δέκα ημερών στις υπόλοιπες περιπτώ- σεις. Η έννοια της διάταξης είναι ότι η καταγγελία τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της καταβολής των οφειλομένων μέσα στην προαναφερόμενη προθε- σμία από την κοινοποίησή της (κατ’ άλλη άποψη δεν πρόκειται για διαλυτική αίρεση αλλά για αρνητική προ€- πόθεση) και τα αποτελέσματά της επέρχονται μόνο μετά τη παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας. Η αγωγή από- δοσης σε αυτή την περίπτωση στηρίζεται στο γεγονός ότι η μισθωτική σχέση μετά την πάροδο της προθεσμίας λύνε- ται αυτοδικαίως για το μέλλον και ζητούνται τα μισθώματα που οφείλονται για το διάστημα μέχρι την ενεργοποίηση της καταγγελίας. Οποιοδήποτε ποσό αφορά το χρονικό διάστημα μετά τη λύση της μίσθωσης, θεωρείται ότι αξιώ- νεται ως αποζημίωση χρήσης για την περαιτέρω παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο (31/2008 ΕφΠειρ ΠειρΝομ 2009.310). Επιπλέον δεν αποκλείεται αξίωση του εκμι- σθωτή για αποζημίωση εξαιτίας της πρόωρης λύσης της σύμβασης (ΑΚ 597 παρ. 1 εδ. β’). Η καταγγελία του άρθρου 597 ΑΚ δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο, ενώ μπορεί να ασκηθεί και με το δικό- γραφο της αγωγής απόδοσης. Άλλωστε ακόμα και αν δεν μνημονεύεται ρητά σε αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 662 ΚΠολΔ, «η άσκηση αγωγής απόδοσης της χρή- σης μισθίου ισχύει ως καταγγελία, τηρουμένων των διατά- ξεων του ουσιαστικού δικαίου». Στην περίπτωση αυτή, στην οποία η καταγγελία ασκείται με την επίδοση του δι- κογράφου της αγωγής απόδοσης μισθίου, είτε ρητά είτε πλασματικά κατ’ άρθρο 662 ΚΠολΔ, πρέπει να κοινοποι- ηθεί στο μισθωτή τουλάχιστον ένα μήνα (ή δέκα ημέρες αντίστοιχα – ΑΚ 597) πριν από τη συζήτηση της αγωγής, έτσι ώστε τα αποτελέσματά της να επέλθουν το αργότερο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και το αίτημα απόδοσης να στηρίζεται πλέον στο γεγονός ότι η μίσθωση είναι ήδη λυμένη (ΑΚ 599) (Γεωργιάδη/Στα- θόπουλου ΕρμΑΚ 597). Ωστόσο, κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία επι- τρέπεται να ζητηθεί και «α) αν η παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή, […]

Read more

Εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κατασκευών οικοδομής συγκυριότητας περισσοτέρων.

24 Νοεμβρίου, 2016

Σόφη Παυλάκη, Δικηγόρος ΜΔ (sophiepavlaki@gmail.com) Με την πρόσφατη απόφαση 1376/2016[1] του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 8 του ν. 1577/1985, στενώς ερμηνευτέου εν όψει του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος που επιβάλλει την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης κατά τη διαμόρφωση, ανάπτυξη και πολεοδόμηση των πόλεων, η κατεδάφιση κάθε αυθαίρετης και κατεδαφιστέας κατασκευής αποτελεί τον κανόνα, η δε εξαίρεση από την κατεδάφιση αποτελεί την εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν. Ως εκ τούτου, η απορριπτική σχετικού αιτήματος νομαρχιακή απόφαση δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, διότι ευρίσκει έρεισμα στην παραβιασθείσα διάταξη της πολεοδομικής νομοθεσίας και συνεπώς αρκεί για την αιτιολόγησή της η περιγραφή της συγκεκριμένης αυθαίρετης κατασκευής και η διαπίστωση ότι η παρέμβαση δεν είναι μικρή. Για την αποδοχή όμως αιτήματος εξαίρεσης από την κατεδάφιση απαιτείται να διαπιστώνεται η συνδρομή, σωρευτικώς, τεσσάρων προϋποθέσεων, από τις οποίες η δεύτερη μπορεί να υπάρχει εναλλακτικά σε μια από τις απαριθμούμενες στον νόμο τέσσερις περιπτώσεις. Έτσι, απαιτείται να βεβαιώνεται αιτιολογημένα ότι: α) η παράβαση είναι μικρή, β) η κατεδάφιση του αυθαιρέτου θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο τη φέρουσα κατασκευή του ή θα παράβλαπτε την αισθητική του εμφάνιση ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής, γ) η διατήρηση του αυθαιρέτου δεν θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της κατασκευής και δ) η διατήρηση του αυθαιρέτου δεν αποβαίνει σε βάρος της πόλης,[2] ως τοιαύτης νοουμένης όχι μόνον όλης της πόλης, αλλά και ορισμένης περιοχής ή και μικρού τμήματος αυτής ή και όμορης οικοδομής.[3] Δέχθηκε περαιτέρω το Δικαστήριο ότι η κατεδάφιση αυθαίρετης κατασκευής σε οικοδομή, η οποία ανήκει σε περισσότερους από κοινού,[4] εμπίπτει στην έννοια του «επικείμενου κινδύνου» κατά την έννοια του άρθρου 788 ΑΚ και συνεπώς, σε περίπτωση διαφωνίας των συγκυρίων όσον αφορά την εξαίρεσή της από την κατεδάφιση, η σχετική αίτηση, ως κατάλληλο «μέτρο συντήρησης» κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, μπορεί να υποβληθεί από οποιονδήποτε συγκύριο, ο οποίος άλλωστε ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή των σχετικών προστίμων, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 1337/1983, κατ΄ απόκλιση από την αρχή της «συλλογικής διοικήσεως» που αποτελεί τον κανόνα στην κοινωνία δικαιώματος κατ΄ ιδανικά μέρη.[5] [1] Βλ. ΣτΕ 1376/2016 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 3/2016, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη (www.nbonline.gr/journal). Με την υπό κρίση έφεση ο εκκαλών, συγκύριος οικοδομής εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Λάρισας, ζητούσε την εξαφάνιση της αποφάσεως 381/2005 του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση ακυρώσεως αυτού κατά: α) της ένδικης από 5.6.2001 αποφάσεως του Νομάρχη Λάρισας, με την οποία είχε εξαιρεθεί από την κατεδάφιση, κατόπιν αιτήσεως των λοιπών συγκυρίων της οικοδομής, αυθαίρετο τμήμα της, κατασκευασθέν καθ΄ υπέρβαση της από 13.10.1989 σχετικής οικοδομικής αδείας του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Λάρισας, β) της ως άνω από 13.10.1989 οικοδομικής αδείας, γ) της αρνήσεως του Δήμου Λάρισας να ανακαλέσει την οικοδομική αυτή άδεια και δ) της από 16.5.2001 αποφάσεως του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Λάρισας περί επιβολής προστίμου ανέγερσης και διατήρησης του ως άνω αυθαίρετου τμήματος οικοδομής. Η υπόθεση αφορούσε το νομοθετικό πλαισιο των διατάξεων των άρθρων: 9 (§ 8) ν. 1512/1985 (Α΄ 4, όπως τροπ. με […]

Read more

"Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)".

21 Νοεμβρίου, 2016

“Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)” [του Κωνσταντίνου Ηρ. Ρήγα, Δ.Ν., Πρωτοδίκη και Εισηγητή των Πτωχεύσεων Πατρών] Α. Διαταγές Στο επιγραφόμενο «Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016. Ι. Διαταγή πληρωμής[1] 1. Η προσθήκη στο άρθρο 623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος, οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2]. Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών. 2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2 ΚΠολΔ Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624 ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3], καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση, διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5]. Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων εξαιρούνται […]

Read more

Ο ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ

15 Νοεμβρίου, 2016

Του Σωκράτη Τσαχιρίδη, Ασκ. Δικηγόρου, MSc Business Law & Administration. Ως κοινός λογαριασμός (compte joint, join account), σύμφωνα με την γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1 του ν. 5638/1932, νοείται εκείνος, όπου δικαιούχοι της κατάθεσης είναι δύο ή περισσότερα πρόσωπα υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι έκαστος εξ αυτών δύναται να κάνει χρήση χρήση του λογαριασμού ατομικά, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξη του άλλου (κοινός διαζευτικός λογαριασμός)[1]. Συνεπώς, κάθε δικαιούχος του λογαριασμού μπορεί να αναλάβει από τον κοινό λογαριασμό το σύνολο των χρημάτων που υπάρχουν σε αυτόν και η τράπεζα, μετά από αυτήν την καταβολή, «ελευθερώνεται», καθώς οι δικαιούχοι τελούν σε σχέση ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχή[2], ο δε αναλαβών δεν διαπράττει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης[3]. Μοναδική οδός για την ικανοποίηση των υπολοίπων συνδικαιούχων του λογαριασμού είναι να στραφούν αναγωγικά κατά του προσώπου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό. Ακόμα, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη για να προστεθεί νέος συνδικαιούχος σε υπάρχοντα κοινό λογαριασμό απαιτείται η ρητή σύμφωνη γνώμη (συναίνεση) όλων των υφιστάμενων[4]. Τι γίνεται, όμως, στις περιπτώσεις που ένας εκ των συνδικαιούχων αποβιώσει; Το εν λόγω θέμα έχει απασχολήσει ιδιαίτερα, τόσο την νομολογία, όσο και την θεωρία. Το βασικό ερώτημα είναι πως ρυθμίζονται τα δικαιώματα σε ένα κοινό λογαριασμό κατόπιν του θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων, ήτοι υπεισέρχονται στον κοινό λογαριασμό οι κληρονόμοι του ή τα δικαιώματα του αποβιώσαντος μεταπίπτουν υπερ των υπολοίπων (συνδικαιούχων); Πρώτο βήμα αποτελεί η έρευνα αν τέθηκε στη σύμβαση του κοινού λογαριασμού ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 που ορίζει ότι με το θάνατο οπουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους υπόλοιπους εν ζωή συνδικαιούχου μέχρι τον τελευταίο αυτών. Η ύπαρξη του πρόσθετου όρου του άρθρου 2 ν. 5638/1932 στη σύμβαση. Η εν λόγω διάταξη, που είναι ενδοτικού δικαίου[5], εφόσον έχει τεθεί[6], σημαίνει ότι τα εκ του κοινού λογαριασμού δικαιώματα μεταβαίνουν αυτομάτως και εξ ιδίου δικαίου[7] στους λοιπούς συνδικαιούχους μέχρι του τελευταίου αυτών[8] [9] και όχι στους κληρονόμους (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης)[10] του θανόντος συνδικαιούχου που αποξενώνονται πλήρως[11] από τον λογαριασμό και την εν αυτώ κατάθεση[12], καθώς η διάθεση αυτών, βάσει του άρθρου 3 υπό εξέταση νόμου, δεν επιτρέπεται αιτία θανάτου (και εν ζωή)[13], με αποτέλεσμα αυτά να εξαιρούνται από την κληρονομιαία περιουσία και να μην υπάρχει δυνατότητα άντλησης δικαιωμάτων από τους κληρονόμους του αποθανόντος συνδικαιούχου κατά την εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων. Πάντως, επειδή το αποτέλεσμα της προσθήκης του άρθρου 2 του υπό κρίση νόμου θεωρήθηκε ιδιαίτερα αυστήρο για τους νόμιμους μεριδούχους, ο νομοθέτης αρχικά και τα ελληνικά δικαστήρια στη συνέχεια επιδίωξαν να μετριάσουν αυτό το «κακό». Γίνεται δεκτό από την νομολογία[14] και την θεωρία[15] πως στην περίπτωση όπου έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, υπάρχει δυνατότητα για προστασία των νόμιμων μεριδούχων, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό πραγματοποιήθηκε δωρεά. Νομική βάση για την παρεχόμενη προστασία στον νόμιμο μεριδούχο αποτελεί το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, αν με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέστηκε δωρεά, αυτή θα κριθεί ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως τέτοια (δωρεά). Επομένως, αν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των διατάξεων περί νόμιμης μοίρας, θα συνυπολογιστεί πλασματικά η κατάθεση στην κληρονομιά για […]

Read more

“Ο ρόλος του Δικαστή σε ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας ανηλίκων τέκνων” [Σαλώμη Μούζουρα, Εφέτης].

14 Οκτωβρίου, 2016

[Εισήγηση στην ημερίδα Οικογενειακού Δικαίου που διοργάνωσε ο ΔΣ Πατρών με θέμα “Σύγχρονα Ζητήματα Επιμέλειας και Επικοινωνίας Τέκνων” την Παρασκευή 21/11/2014] “Φυσικά όλοι γνωρίζετε την ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη του βασιλιά Σολομώντα, ο οποίος όταν κλήθηκε να δώσει λύση για το παιδί που διεκδικούσαν δύο γυναίκες, έδωσε διαταγή να τεμαχίσουν το μωρό στη μέση για να πάρει η καθεμιά από ένα κομμάτι και έτσι αποκαλύφθηκε η αληθινή του μητέρα, η οποία φοβούμενη για τη ζωή του παιδιού της, προτίμησε να το χάσει, παρά να το σκοτώσουν, και στην οποία βεβαίως τελικά δόθηκε το παιδί. Η ιστορία αυτή, που συνήθως αναφέρεται για να δηλώσει τη σοφία του βασιλιά Σολομώντα, για έναν δικαστή αποκτά και άλλο νόημα, αφού αποδεικνύει ότι η ανάθεση της επιμέλειας ενός παιδιού ήταν ανέκαθεν και εξακολουθεί να είναι, όταν δεν υπάρχει συμφωνία των γονέων, ένα από τα πιο δυσχερή ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει ένας δικαστής. Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς που έγκειται η δυσκολία δεδομένου ότι ο δικαστής είναι εφαρμοστής του δικαίου, οπότε δεν έχει παρά να εφαρμόσει τι προβλέπει ο νόμος. Είναι όμως έτσι; Πέραν της νομικής του κατάρτισης ποιές άλλες ικανότητες και γνώσεις απαιτείται να διαθέτει ο δικαστής, ώστε λύσει την ενώπιον του διαφορά παρέχοντας τη ζητούμενη δικαστική προστασία κατά τρόπο που, προβαίνοντας σε προσωρινή ή δεσμευτική διάγνωση των εριζόμενων έννομων σχέσεων, να εξειδικεύσει το συμφέρον του τέκνου, που αποτελεί αόριστη νομική έννοια, ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, συνεκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν με βάση αξιολογικά κριτήρια, αντλούμενα από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής (βλ. ΑΠ 255/2011 ΝοΒ 2011.1533); Ήδη από την ερώτηση διαφαίνονται οι δυσκολίες του ζητήματος, τόσο σε νομικό επίπεδο: εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του τέκνου, όσο και σε πραγματικό: εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης και όλα αυτά υπό το φως των πορισμάτων της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. Είναι γνωστό στους νομικούς ότι σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της οικογενειακής ζωής, καταργείται ο συζυγικός οίκος και συνήθως δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, οπότε ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας και της περιλαμβανόμενης σε αυτήν επιμέλειας των τέκνων γίνεται από το Δικαστήριο (άρθρο 1513 ΑΚ). Καθιερώνεται δε με τη διάταξη του άρθρου 681Γ § 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων, στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας, τόσο στη δίκη στον πρώτο βαθμό, όσο και στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί ποινή απαραδέκτου (βλ. αντί πολλών ΕφΑθ 2985/2012 ΕφΑΔ 2013.1101). Έτσι πρώτο μέλημα του Δικα-στή κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο είτε της αγωγής είτε της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων περί επιμέλειας ή επικοινωνίας ανήλικων τέκνων είναι, πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά. Και είναι σοφή η πρόβλεψη αυτή του νομοθέτη. Όχι, βεβαίως γιατί αυτό θα απάλλασσε το δικαστή από το βάρος της επιλογής. Αλλά γιατί σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 Σ, -διάταξη που αποτελεί τη βασική κατεύθυνση […]

Read more

Ενδοοικογενειακή Βία – Σχηματισμός δικογραφίας σε περίπτωση ενδοοικογενειακής βίας.

9 Οκτωβρίου, 2016

Η Συνδικαλιστική Κίνηση Αστυνομικών Υπαλλήλων (Σ.Κ.Α.Υ.) Θεσσαλονίκης λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα κρούσματα Ενδοοικογενειακής Βίας αυξάνονται συνεχώς, όπως και τα αιτήματα συναδέλφων των που εκτελούν χρέη Αξιωματικού Υπηρεσίας και αντιμετωπίζουν καθημερινά τέτοια περιστατικά, έχοντας πάντοτε ως γνώμονα τη σωστή και εμπεριστατωμένη ενημέρωση, στα πλαίσια της συνεργασίας με τον έγκριτο νομικό και καθηγητή ποινικού δικαίου, κ. Νικόλαο ΔΕΡΜΕΝΟΥΔΗ, σας παραθέτει μια ανάλυση – ερμηνεία του ορισμού της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και τις δικονομικές και υπηρεσιακές ενέργειες που θα πρέπει να προβεί ο Ανακριτικός Υπάλληλος. ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ (Ν. 3500/2006) Α. ΑΝΑΛΥΣΗ – ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ 1. Ορισμός της ενδοοικογενειακής βίας Ως ενδοοικογενειακή βία ορίζεται κάθε είδους σωματική, σεξουαλική ή ψυχολογική βία που ασκείται σε βάρος του θύματος από τον πρώην ή νυν σύζυγο ή σύντροφο, καθώς και από μέλη της οικογένειάς του. Κύριες εκφάνσεις της ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί η βία μεταξύ συζύγων ή συντρόφων, οι επιθέσεις εφήβων προς τους γονείς, η κακοποίηση και εκμετάλλευση ανηλίκων ή ηλικιωμένων μελών της οικογένειας. Η βία μέσα στην οικογένεια μπορεί να εμφανίζεται με μορφές όπως είναι η ψυχολογική βία, η οικονομική εκμετάλλευση, η σωματική και η σεξουαλική κακοποίηση. Η ενδοοικογενειακή βία περιλαμβάνει, συνήθως, πέραν της προσβολής της προσωπικότητας του θύματος, μια σειρά αδικημάτων (εξύβριση, παράνομη βία, απειλή, παράνομη κατακράτηση, σωματική βλάβη, υφαίρεση, βιασμό, αιμομιξία, σωματεμπορία), που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις του ποινικού μας δικαίου. Ως κοινωνικό φαινόμενο η ενδοοικογενειακή βία απαντά ανέκαθεν, ως επί το πλείστον σε πατριαρχικές οικογένειες και συνδέεται άρρηκτα με την υποβάθμιση των δικαιωμάτων της γυναίκας και την υπεροχή του άντρα στον κοινωνικό θεσμό της οικογένειας. Ακόμα και σήμερα, που η διακήρυξη της ισότητας των δύο φύλων απηχεί ευρύτατης αποδοχής, δεν έχουν πλήρως εξαλειφθεί φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας. Από τις πιο συνηθισμένες μορφές ενδοοικογενειακής βίας είναι αυτή που εκδηλώνεται από τον (πρώην ή νυν) σύζυγο ή σύντροφο προς τη σύζυγο ή σύντροφο αντίστοιχα. 2. Εννοιολογικός προσδιορισμός της «οικογένειας» Ορίζοντας ο νομοθέτης ως ενδοοικογενειακή βία την τέλεση αξιόποινων πράξεων κατά της ζωής, της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας μελών της οικογένειας, επιχειρεί να προσδιορίσει εννοιολογικά το θεσμό της οικογένειας, που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. Στην οικογένεια περιλαμβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια. Οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στην μόνιμη σύντροφο του άνδρα ή στον μόνιμο σύντροφο της γυναίκας και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν, ως και στους τέως συζύγους. 3. Οι στόχοι της αστυνομικής παρέμβασης στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας Οι στόχοι είναι οι εξής: • Η προστασία και η ασφάλεια του θύματος. • Ο σεβασμός του δικαιώματος αυτοδιάθεσης και των επιλογών του θύματος. • Η αντιμετώπιση του προβλήματος με βάση τους δικονομικούς κανόνες, εφόσον καταγγέλλονται ή διαπιστώνονται ποινικά αδικήματα. 4. Ασφάλεια και προστασία του θύματος Πρώτιστο καθήκον του Αστυνομικού είναι η ασφάλεια και η προστασία του θύματος. Όταν απειλείται η ζωή, η σωματική ακεραιότητα και η υγεία του θύματος επιβάλλεται […]

Read more

ΤΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΟΥΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ (ΠΩΛΗΣΗ – ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ – ΔΩΡΕΑ)

5 Ιουλίου, 2016

ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ (ΠΩΛΗΣΗ – ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ – ΔΩΡΕΑ) Α) ΜΕΤΑΒΙΒΑΖΩΝ (ΠΩΛΗΤΗΣ-ΓΟΝΕΑΣ-ΔΩΡΗΤΗΣ) 1) Φορολογική Ενημερότητα (συγκεκριμένα για μεταβίβαση ακινήτου), η οποία εκδίδεται είτε από το taxis εφόσον ο μεταβιβάζων δεν έχει καμία φορολογική εκκρεμότητα, είτε από την Δ.Ο.Υ. εισοδήματος του μεταβιβάζοντος, οπότε στην περίπτωση αυτή πρέπει να αναγράφει και το ακίνητο που μεταβιβάζεται. 2) Ασφαλιστική Ενημερότητα από το ΙΚΑ αν ο μεταβιβάζων είναι ή ήταν έμπορος, ελεύθερος επαγγελματίας ή μέλος εταιρείας ή κοινοπραξίας, ή αν την τελευταία δεκαετία κτίζει ή έκτιζε σπίτι ή αν αγόρασε σπίτι που κτίστηκε την τελευταία δεκαετία. Η ενημερότητα αυτή εκδίδεται συγκεκριμένα για μεταβίβαση ακινήτου από το Τμήμα Οικοδομών του ΙΚΑ στο οποίο υπάγεται το ακίνητο που μεταβιβάζεται (ενδέχεται να ζητηθεί υπηρεσιακό σημείωμα περί μη οφειλής από το ΙΚΑ στο οποίο υπάγεται η επιχείρηση του μεταβιβάζοντος). Αν δεν υπάρχουν εκκρεμότητες ή οφειλές, την ενημερότητα μπορεί να την πάρει και ο Συμβολαιογράφος ηλεκτρονικά, μόνο όμως αν πρόκειται για αδόμητο οικόπεδο/αγροτεμάχιο ή για λογαριασμό του εργολάβου και του οικοπεδούχου. 3) Πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ (το οποίο εκδίδεται ηλεκτρονικά από το taxis) από το οποίο να προκύπτει ότι ο μεταβιβάζων έχει δηλώσει το ακίνητο (ή το δικαίωμα, π.χ. επικαρπία) που μεταβιβάζει με τα σωστά στοιχεία στις δηλώσεις Ε9 των ετών 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015 και δεν οφείλει φόρο γι’αυτό (η επιτρεπόμενη απόκλιση είναι +/-5 τ.μ. στην επιφάνεια των κτισμάτων και +/-2% στην επιφάνεια των αγροτεμαχίων ή των οικοπέδων). Αν ο μεταβιβάζων απέκτησε το μεταβιβαζόμενο ακίνητο (ή δικαίωμα) αργότερα από κάποιο από τα παραπάνω έτη, τότε για το έτος ή για τα έτη αυτά υποβάλλει υπεύθυνη δήλωση στην ΔΟΥ εισοδήματός του (εις διπλούν, μαζί με φωτοτυπία του συμβολαίου κτήσης) στην οποία δηλώνει τον χρόνο απόκτησης του ακινήτου (ή δικαιώματος) και ότι δεν είχε υποχρέωση να το συμπεριλάβει στην δήλωση Ε9 του αντίστοιχου και των προηγούμενων ετών. Το παραπάνω πιστοποιητικό εκδίδεται χειρόγραφα από την αρμόδια ΔΟΥ μόνο α) αν οφείλεται φόρος (ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ) ακόμη κι αν είναι σε ρύθμιση, ή β) όταν ο μεταβιβάζων είναι νομικό πρόσωπο. Δεν απαιτείται πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ για αγροτεμάχια για τα έτη 2010-2013. Απαιτείται μόνο από το έτος 2014 και μετά. 4) Αν ο τίτλος κτήσης είναι Γονική Παροχή – Δωρεά – Κληρονομία τότεα) αν τα συμβόλαια (ή ο θάνατος) είναι μετά τις 31-12-1994,πιστοποιητικό από την ΔΟΥ του γονέα – δωρητή – αποβιώσαντος ότι δεν οφείλεται φόρος γονικής παροχής – δωρεάς ή κληρονομίας αντίστοιχα, ενώ β) αν είναι πριν την 31-12-1994, επικυρωμένο αντίγραφο του συμβολαίου ή βεβαίωση από τον συμβολαιογράφο που το συνέταξε για την ακριβή ημερομηνία του συμβολαίου, και, σε περίπτωση κληρονομίας,ληξιαρχική πράξη θανάτου. 5) Αν στον τίτλο κτήσης είχε παρακρατηθεί η επικαρπία και ο επικαρπωτής απεβίωσε προσκομίζεται ληξιαρχική πράξη θανάτου του επικαρπωτή. 6) Αντίγραφο της Άδειας Οικοδομής και Σχεδιαγράμματα Πολεοδομίας(τοπογραφικό διάγραμμα – διάγραμμα κάλυψης – τομή – κατόψεις ορόφων). Αν το ακίνητο έχει κτιστεί μετά τις 14-3-1983 το αντίγραφο της άδειας οικοδομής πρέπει να είναι επικυρωμένο. Επίσης αν πρόκειται για ακίνητο που κτίζεται με άδεια οικοδομής μετά την ισχύ του Ν. 4030/2011 χρειάζονται και αντίγραφα των σχεδίων της άδειας, θεωρημένα από την αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης (ΥΔΟΜ). 7) Βεβαίωση μηχανικού σύμφωνα με τον Ν. 4178/2013 (και υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη) ότι στο ακίνητο δεν υπάρχει […]

Read more