Ανανέωση σήματος: Δεν χρειάζεται θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του αιτούντος

7 Νοεμβρίου, 2015

Ανανέωση σήματος: Δεν χρειάζεται θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του αιτούντος Σύμφωνα με ανακοίνωση (6/11/2015) της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή αναφορικά με τα εμπορικά σήματα, οι αιτήσεις για ανανέωση του σήματος που υποβάλλονται έγχαρτα στην Υπηρεσία από το δικαιούχο του σήματος ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεν χρήζουν θεώρησης γνησίου της υπογραφής του αιτούντος. Δείτε επίσης την κοινή ανακοίνωση σχετικά με την Κοινή Πρακτική για το Διακριτικό χαρακτήρα – Απεικονιστικά σήματα που περιέχουν περιγραφικά/στερούμενα διακριτικού χαρακτήρα λεκτικά στοιχεία εδώ (http://gge.gov.gr/wp-content/uploads/2015/09/koinh_praktikh_CP3_02102015.pdf). http://legalnews24.blogspot.gr/2015/11/blog-post_7.html

Read more

Η διαταγή πληρωμής στη διοικητική δίκη

5 Νοεμβρίου, 2015

Η διαταγή πληρωμής στη διοικητική δίκη Της Κλεοπάτρας Καλλικάκη, Εφέτη Δ.Δ. Με το άρθρο 1 του ν.4329/2015 (ΦΕΚ Α 53/2-6-15), το οποίο άρχισε να ισχύει στις 16-9-2015, προβλέφθηκε η δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής για αξιώσεις από διοικητικές συμβάσεις, στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης, με την προσθήκη τρίτου τμήματος στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας με τίτλο: «ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ» (άρθρα 272Α έως και 272Ι). Η ανάγκη πρόβλεψης μιας τέτοιας διαδικασίας ανέκυψε μετά την προσαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 «για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές» (ΕΕ L 48), με την παρ.Ζ του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013 (Α 107). Η διαδικασία αυτή μέχρι τώρα προβλεπόταν μόνο για τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία άλλωστε εξέδιδαν διαταγή πληρωμής (εφόσον συνέτρεχαν οι σχετικές προϋποθέσεις) σε βάρος του Δημοσίου, ΟΤΑ και ν.π.δ.δ., και αν ακόμη η υποκείμενη σχέση, από την οποία απέρρεε η χρηματική απαίτηση προς πληρωμή, της οποίας εζητείτο η έκδοση διαταγής πληρωμής, υπαγόταν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όπως επί διαφοράς από σύμβαση δημόσιου έργου (Α.Π. 369/2014, 431/2015, πρβλ. ΑΕΔ 18/2005). Ειδικότερα, με τη διάταξη του νέου άρθρου 272Α καθορίζονται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής πληρωμής. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, διαταγή πληρωμής επιτρέπεται να εκδοθεί μόνο για «μη αμφισβητούμενες» χρηματικές αξιώσεις. Για τον προσδιορισμό της έννοιας «μη αμφισβητούμενες» η ίδια διάταξη παραπέμπει στο άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 805/2004 (EE L 143). Όπως ορίζεται δε στο άρθρο αυτό: «Αξίωση θεωρείται “μη αμφισβητούμενη”, εάν: α) την έχει αναγνωρίσει ρητά ο οφειλέτης, μέσω αποδοχής της αξίωσης ή μέσω συμβιβασμού που επικυρώθηκε από δικαστήριο ή καταρτίσθηκε ενώπιον δικαστηρίου κατά τη διάρκεια διαδικασίας, ή β) ο οφειλέτης ουδέποτε αντιτάχθηκε προς αυτήν σύμφωνα με τις σχετικές δικονομικές απαιτήσεις του δικαίου του κράτους μέλους προέλευσης κατά τη διάρκεια διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, ή γ) ο οφειλέτης δεν παρέστη ή δεν εκπροσωπήθηκε στη σχετική με την εν λόγω αξίωση ακροαματική διαδικασία αφού είχε αντιταχθεί αρχικά στην αξίωση κατά τη διάρκεια διαδικασίας ενώπιον δικαστηρίου, εφόσον η συμπεριφορά αυτή ισοδυναμεί με σιωπηρή αποδοχή της αξίωσης ή των πραγματικών περιστατικών τα οποία επικαλέσθηκε ο πιστωτής σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης, ή δ) την έχει αναγνωρίσει ρητά ο οφειλέτης σε δημόσιο έγγραφο». Περαιτέρω, η, κατά τα πιο πάνω «μη αμφισβητούμενη αξίωση» πρέπει να πηγάζει από διοικητική σύμβαση, που έχει συνομολογηθεί στο πλαίσιο εμπορικής συναλλαγής, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013 (Α 107), όπως αυτή οριοθετείται εννοιολογικά από την υποπαράγραφο Ζ3. Κατά τη διάταξη αυτή «Εμπορική συναλλαγή» είναι «κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία συνεπάγεται την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής». Επόμενη προϋπόθεση, η οποία πρέπει να συντρέχει για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι να έχει ολοκληρωθεί ο προληπτικός έλεγχος της σχετικής δαπάνης και να έχει αποβεί θετικός για την πληρωμή της. Ως προληπτικός έλεγχος νοείται ο έλεγχος που διενεργείται πριν από την πληρωμή της σχετικής δαπάνης από το Ελεγκτικό Συνέδριο, εφόσον αυτή εμπίπτει στον έλεγχό του, καθώς και από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου ή τις κατά περίπτωση αρμόδιες υπηρεσίες για την εκκαθάριση της δαπάνης και την έκδοση της σχετικής εντολής πληρωμής. […]

Read more

Γνησιότητα και πλαστότητα ιδιωτικών και δημοσίων εγγράφων.

25 Οκτωβρίου, 2015

Γνησιότητα και πλαστότητα ιδιωτικών και δημοσίων εγγράφων Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών Ι.- Έννοιες Γνησιότητα υπό στενή έννοια: υποδηλώνει την προέλευση, δηλαδή την κατάρτιση του εγγράφου από τον φερόμενο ως εκδότη του. Γνησιότητα υπό ευρεία έννοια: συμπεριλαμβάνει εκτός από την προέλευση και το γεγονός της μη αλλοίωσης του περιεχομένου του εγγράφου. Ο νόμος (ΚΠολΔ) δεν κάνει σχετικές διακρίσεις. Οι περί γνησιότητας-πλαστότητας διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται κατ’ εξαίρεση και στις εκδηλώσεις της διανοητικής πλαστογραφίας (προκειμένου για δημόσια έγγραφα), μολονότι η παραποίηση δεν αναφέρεται εδώ στο εξωτερικό αλλά στο εσωτερικό περιεχόμενο του εγγράφου (βλ. σχετ. ΑΠ 1974/2008, ΕλλΔνη (2010), 677, NOMOS, ΑΠ 732/1970, ΝοΒ (1971), 314, ΕΕΝ (1971), 182, ΑΠ 753/1970, ΝοΒ (1971), 328, ΠολΠρΑθ 14566/1975, ΕλλΔνη (1980), 736, Π.Αρβανιτάκη, ζητήματα αποδεικτικών εγγράφων (κατά τον ΚΠολΔ), 1992, σελ. 63-64, σημ. 19, Ν.Νίκα, πολιτική δικονομία, τομ. ΙΙ, 2005, σελ. 542 και 545. Βλ. όμως αντίθ. ΑΠ 228/1970, ΝοΒ (1970), 955). Πάντως, η ψευδής βεβαίωση γεγονότων σε ιδιωτικό έγγραφο δεν συνιστά πλαστογραφία (βλ. ενδ. ΑΠ 467/1985, ΠοινΧρ (1985), 800). ΙΙ.- Η γνησιότητα των εγγράφων Ημεδαπά δημόσια έγγραφα Στα ημεδαπά δημόσια έγγραφα ο ΚΠολΔ απονέμει τεκμήριο γνησιότητας (άρθρο 455 ΚΠολΔ), που καλύπτει τόσο την προέλευση όσο και το ανόθευτο του περιεχομένου τους. Το τεκμήριο αυτό είναι μαχητό, αλλά μόνη δυνατότητα «ανταπόδειξης» εναντίον του προβλέπεται η προσβολή του ως πλαστού. Ιδιωτικά έγγραφα Τα ιδιωτικά έγγραφα δεν συνοδεύονται από αντίστοιχο τεκμήριο γνησιότητας (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1764/2012, NOMOS, ΑΠ 915/2011, NOMOS, ΑΠ 1254/2010, ΕλλΔνη (2011), 999, ΑΠ 825/2010, NOMOS, ΑΠ 718/2010, ΝοΒ (2010), 2337 (περίλ.), NOMOS, ΑΠ 575/2010, ΝοΒ (2010), 2063 (περίλ.), ΑΠ 72/2008, ΝοΒ (2008), 2408, ΕλλΔνη (2008), 1024, ΕφΑΔ (2008), 582, ΑΠ 1568/2007, NOMOS, ΑΠ 1798/2006, ΧρΙΔ (2007), 147, ΑΠ 655/2003, ΕλλΔνη (2003), 1381, ΑΠ 1616/2001, ΕλλΔνη (2002), 407, ΑΠ 430/2001, NOMOS, ΑΠ 780/1994, ΕλλΔνη (1995), 840, ΕφΘεσ 1067/2010, Αρμ (2011), 600, ΕφΠατρ 954/2008, ΑχΝομ (2009), 391, ΕφΘεσ 1479/2007, Αρμ (2008), 754, ΕφΘεσ 1440/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 748, ΕφΛαρ 268/2004, ΕπισκΕΔ (2004), 716, ΕφΔωδ 215/2004, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90, ΕφΑθ 1627/1982, ΕΕμπΔ (1983), 278). Αν αμφισβητηθεί η γνησιότητά τους, ο διάδικος που τα επικαλείται και τα προσκομίζει οφείλει να την αποδείξει, ανεξάρτητα από το είδος του εγγράφου, το πρόσωπο (διάδικο ή τρίτο) από το οποίο προέρχεται (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΑΠ 1764/2012, ό.π., ΑΠ 915/2011, ό.π., ΑΠ 825/2010, ό.π., ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 72/2008, ό.π., ΑΠ 1798/2006, ό.π., ΑΠ 1149/2002, ΕλλΔνη (2004), 485, ΑΠ 780/1994, ό.π.) ή την εκτίμηση του εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 718/2010, ό.π., ΑΠ 575/2010, ό.π., ΑΠ 1616/2001, ό.π., ΑΠ 310/1996, ΕλλΔνη (1997), 87, ΑΠ 780/1994, ό.π.). Η απόδειξη της γνησιότητας γίνεται με την ίδια διαδικασία με την οποία δικάζεται η επίδικη διαφορά (ΑΠ 825/2010, ό.π., ΑΠ 655/2003, ό.π., ΕφΑθ 67/2012, ΝοΒ (2012), 576, ΕλλΔνη (2012), 840, ΕφΠειρ 1722/1987, ΠειρΝομ (1987), 470, Ι.Τέντες, εις Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ερμηνεία ΚΠολΔ, υπ’ άρθρο 458, αριθ. 2, σελ. 817). Για την απόδειξη αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα απόδειξης, ιδίως αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη και μάρτυρες (ΑΠ 1304/2013, NOMOS, ΕφΛαρ 70/2001, ΕλλΔνη (2004), 526, Δικογραφία (2001), 90). Διαφορετικά (δηλ. αν αμφισβητηθεί η γνησιότητα του ιδιωτικού εγγράφου, χωρίς αυτή (γνησιότητα) να αποδειχθεί από τον επικαλούμενο το έγγραφο), το ιδιωτικό έγγραφο δεν λαμβάνεται υπόψη για […]

Read more

Τα δακτυλικά αποτυπώματα ως μέσο στην ποινική δίκη, στην καθημερινή αστυνομική πρακτική, η διάρκεια διατήρησή τους και η τύχη τους σε περίπτωση αθώωσης ή καταδίκης του προσώπου που αφορούν.

25 Οκτωβρίου, 2015

Λάμπρου Σ.Τσόγκα, Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τα δακτυλικά αποτυπώματα αποτελούν υλικό, που χρησιμεύει τόσο στην ποινική δίκη όσο και στην αστυνομική δράση για την αναζήτηση και ταυτοποίηση προσώπων. Πρόκειται προφανώς για ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, αφού λόγω της μοναδικότητας της φύσης του, η πληροφορία που τα αποτυπώματα παρέχουν είναι αποκλειστική για το άτομο που αφορούν. Έτσι συνδέονται με την αναγνώριση-ταυτοποίηση συγκεκριμένου προσώπου, με την απόδειξη της παρουσίας του σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο και με τη σχέση του με συγκεκριμένα σε τόπο και χρόνο περιστατικά. Μετά από αυτά γίνεται εμφανής η σπουδαιότητα της χρήσης τους στην ποινική δίκη και στην αντεγκληματική δράση της αστυνομίας. Στον Κ.Π.Δ η χρήση των αποτυπωμάτων απαντάται στα άρθρα 181 και 443. Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 181 ΚΠΔ κατά τη διεξαγωγή της αυτοψίας εκείνος που την ενεργεί μπορεί να προβεί είτε ο ίδιος είτε με τη συνδρομή ειδικού υπαλλήλου ή εμπειρογνώμονα σε ιχνογραφήματα, φωτογραφίσεις ή απεικονίσεις και ιδίως να πάρει δακτυλικά ή άλλα αποτυπώματα. Μπορεί επίσης να προχωρήσει σε πειράματα με περιεχόμενο την αναπαράσταση του εγκλήματος ή την εξακρίβωση άλλων περιστατικών που είναι χρήσιμα για την ανακάλυψη της αλήθειας. Κατά τη διεξαγωγή των πειραμάτων πρέπει να αποφεύγονται η προσβολή του θρησκευτικού, του εθνικού ή του ηθικού συναισθήματος, ή ο κίνδυνος να διαταραχθεί η δημόσια τάξη, καθώς και η δημοσιότητα. Επίσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 443 ΚΠΔ η αίτηση δικαστικής συνδρομής της περίπτωσης του άρθρου 437στοιχ.α’, που διαβιβάζεται με την διπλωματική οδό πρέπει να επισυνάπτονται το κατηγορητήριο, το ένταλμα σύλληψης ή οποιαδήποτε άλλη δικαστική πράξη που έχει το ίδιο κύρος με αυτά και (αν δεν υπάρχει συνθήκη που να το εμποδίζει) όσα έγγραφα απαιτούνται ώστε να βεβαιωθεί ότι υπάρχουν ενδείξεις ενοχής επαρκείς για να παραπεμφθεί σε δίκη εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση.* Αν πρόκειται για την περίπτωση του άρθρου 437 στοιχ. β”, στην αίτηση πρέπει να επισυνάπτονται η απόφαση εναντίον εκείνου για τον οποίο ζητείται η έκδοση και οι αποδείξεις ότι είναι αμετάκλητη. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να διαβιβάζεται ταυτόχρονα αντίγραφο του νόμου ο οποίος ισχύει στο κράτος που ζητεί την έκδοση και τιμωρεί την πράξη.* Ακόμη, συνοπτική περιγραφή των περιστατικών του εγκλήματος και, τέλος, ακριβής περιγραφή των χαρακτηριστικών εκείνου για τον οποίο ζητείται η έκδοση, μαζί με τη φωτογραφία του και τα δακτυλικά του αποτυπώματα αν αυτό είναι δυνατό. Ολα αυτά τα έγγραφα μπορούν να προσκομίζονται και σε αντίγραφα επικυρωμένα από το δικαστήριο ή από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή του κράτους που ζητεί την έκδοση. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις γίνεται σαφές, ότι ο νομοθέτης έχει αναγάγει τα δακτυλικά αποτυπώματα σε βασική πληροφορία λόγω της αξιοπιστίας της για το πρόσωπο που το αφορά τόσο στη διαδικασία της αυτοψίας στη σκηνή του εγκλήματος, όσο και στη διαδικασία της έκδοσης προσώπου. Μάλιστα στην περίπτωση της αυτοψίας η λήψη των αποτυπωμάτων γίνεται χωρίς να το γνωρίζει ο δράστης, χωρίς τη συναίνεσή του προκειμένου να διαπιστωθεί μεταγενέστερα η ταυτότητά του, ενώ στην περίπτωση της έκδοσης η δακτυλοσκόπησή του μπορεί να έχει γίνει με τη συναίνεσή του και ο ίδιος να τελεί σε γνώση ότι τούτη η πληροφορία θα χρησιμοποιηθεί σε βάρος του στο μέλλον σε τυχόν εμπλοκή του σε αξιόποινα περιστατικά. Έτσι πλέον η πληροφορία για τα αποτυπώματα […]

Read more

Διαδικασίες απέλασης αλλοδαπού σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 4 εδ. α΄ και β΄ ΠΚ, μετά το Ν. 4322/2015.

25 Οκτωβρίου, 2015

ΓνωμΕισΑΠ 1/2015 (διαδικασίες απέλασης αλλοδαπού σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 4 εδ. α΄ και β΄ ΠΚ, μετά το Ν. 4322/2015), http://diaskepsi.gr/wp-content/uploads/2015/06/%CE%93%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%95%CE%B9%CF%83%CE%91%CE%A0-1-2015.pdf

Read more

ΓνωμΕισΑΠ 4/2015: Περί της ισχύος ή μη της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2 Ν. 2523/1997, μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

25 Οκτωβρίου, 2015

ΓνωμΕισΑΠ 4/2015: Περί της ισχύος ή μη της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2 Ν. 2523/1997, μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ( Ν. 4174/2013, όπως συμπληρώθηκε με το Ν.4254/2014) http://diaskepsi.gr/wp-content/uploads/2015/10/%CE%93%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%95%CE%B9%CF%83%CE%91%CE%A0-4-2015.pdf

Read more

Εγκλήματα φοροδιαφυγής μετά το Ν. 4337/2015 (Ενημερωτικό Σημείωμα Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος)

25 Οκτωβρίου, 2015

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Με το Ν 4337/2015 («Μέτρα για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων», ΦΕΚ Α’ 129/17-10-2015), επήλθαν σημαντικές μεταβολές στα μέχρι τώρα ισχύοντα εγκλήματα φοροδιαφυγής Ν 2523/1997 κ.λπ. Με σκοπό μια πρώτη ενημέρωση και προς διευκόλυνση των συναδέλφων, σας παραθέτουμε το Σημείωμα που ακολουθεί, με αποδελτιωμένες τις βασικές τροποποιήσεις του νόμου. Εγκλήματα Φοροδιαφυγής Επελθούσες μεταβολές μετά τη θέση σε ισχύ του Ν 4337/2015 (ΦΕΚ Α’ 129/17-10-2015), με το άρθρο 8 του οποίου τροποποιήθηκαν τα άρθρα 66-71 Ν 4174/2013. [Α] Τυποποιούμενα εγκλήματα (διατάξεις, ποινές αρμοδιότητα) Ι. Ανακριβείς δηλώσεις (Ι.i) άρθρο 66 § 1 α’ Ν 4174/2013 : μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος–ΕΝΦΙΑ–ΕΦΑ και καταχώρηση εικονικών δαπανών προς μείωση της φορολογητέας ύλης με απόκρυψη αναλογούντος φόρου άνω των 100.000 € ανά διαχειριστικό έτος : φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών – Τριμελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 3 α Ν 4174/2013). (Ι.ii) ….με απόκρυψη αναλογούντος φόρου άνω των 150.000 € ανά διαχειριστικό έτος : κάθειρξη (κύρια ανάκριση, άρθρο 66 § 4 α Ν 4174/2013). ΙΙ. Μη απόδοση εισπραχθέντων φόρων (ΙΙ.i) άρθρο 66 § 1 β-γ’ Ν 4174/2013 : μη απόδοση εν όλω ή εν μέρει, απατηλή είσπραξη συμψηφισμός ή έκπτωση παρακρατούμενων & επιρριπτόμενων φόρων (και πλοίων) άνω των 100.000 € ανά διαχειριστικό έτος : φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών – Τριμελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 3 β περ. ββ Ν 4174/2013). (ΙΙ.ii) μη απόδοση κ.λπ….φόρων άνω των 150.000 € ανά διαχειριστικό έτος : κάθειρξη (κύρια ανάκριση, άρθρο 66 § 4 β Ν 4174/2013). ΙΙΙ. Μη απόδοση ΦΠΑ (ΙΙΙ.i) άρθρο 66 § 1 β’ Ν 4174/2013 : μη απόδοση εν όλω ή εν μέρει, απατηλή είσπραξη συμψηφισμός ή έκπτωση ΦΠΑ άνω των 50.000 € ανά διαχειριστικό έτος : φυλάκιση τουλάχιστον 2 ετών – Τριμελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 3 β’ περ. αα Ν 4174/2013). (ΙΙΙ.ii) μη απόδοση…ΦΠΑ άνω των 100.000 € ανά διαχειριστικό έτος : κάθειρξη – (κύρια ανάκριση, άρθρο 66 § 4 α’ Ν 4174/2013). IV. Έκδοση-αποδοχή πλαστών/εικονικών φορολογικών στοιχείων (VI.i) άρθρο 66 § 5 Ν 4174/2013 : έκδοση – αποδοχή πλαστών – εικονικών φορολογικών στοιχείων ανεξαρτήτως της αποφυγής φόρου : φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών – Μονομελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 5 α’ Ν 4174/2013). (VI.ii) έκδοση – αποδοχή πλαστών – εικονικών φορολογικών στοιχείων για παντελώς ανύπαρκτη συναλλαγή συνολικής αξίας άνω των 75.000 € : φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους – Τριμελές Πλημμελειοδικείο (άρθρο 66 § 5 β’ περ. α Ν 4174/2013). (VI.iii) έκδοση – αποδοχή πλαστών – εικονικών φορολογικών στοιχείων για παντελώς ανύπαρκτη συναλλαγή συνολικής αξίας άνω των 200.000 € : κάθειρξη (κύρια ανάκριση, άρθρο 66 § 5 β’ περ. β Ν 4174/2013). VII. Μη καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο (VII.i) άρθρο 71 § 2 N 4337/2015 : τροποποιεί τα ποσά του ορίου του αξιοποίνου που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 25 § 1 Ν 1882/90 ως ισχύει σε 100.000 και 200.000 €, αντίστοιχα (από 50.000 και 150.000 €, αντίστοιχα), ενώ η ποινική κύρωση παραμένει ως έχει (φυλάκιση 1 και 3 ετών, αντίστοιχα). [Β] Ουσιώδεις μεταβολές στη θεμελίωση της ποινικής ευθύνης (i) Εισάγεται περίπτωση εκ του νόμου φαινομενικής συρροής μεταξύ των λοιπών εγκλημάτων φοροδιαφυγής και της έκδοσης – αποδοχής πλαστών/εικονικών φορολογικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο για […]

Read more

Αύξηση ορίου ληξιπρόθεσμων χρεών για την επιβολή ποινής φυλάκισης. Διαμορφώνεται από τα 50.000 στα 100.000 ευρώ.

17 Οκτωβρίου, 2015

Αυξάνεται από τα 50.000 ευρώ στα 100.000 ευρώ το όριο των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το δημόσιο, πάνω από το οποίο προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ενώ αντίστοιχα αυξάνεται από τα 150.000 στα 200.000 ευρώ το ληξιπρόθεσμο (άνω των τεσσάρων μηνών) χρέος προς το δημόσιο, το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών. Πρόκειται για διάταξη που περιλαμβάνεται στο τελικό κείμενο του πολυνομοσχεδίου που κατατέθηκε στη Βουλή μαζί με τις υπόλοιπες διατάξεις που υπήρχαν στο σχέδιο που είχε δοθεί σε διαβούλευση. Ειδικότερα διευκρινίζεται ότι «αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από εκατό χιλιάδες ευρώ και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. »Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις Προϊσταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων για χρέη κατώτερα αυτού του ποσού, δεν εισάγονται για συζήτηση. »Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των εκατό χιλιάδων ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής». tovima.gr

Read more

ΓνδτΕισΑΠ 4/2015, Ποινική δίωξη στις φορολογικές διαφορές.

9 Οκτωβρίου, 2015

ΓνδτΕισΑΠ 4/2015 Ποινική δίωξη στις φορολογικές διαφορές -. Γνωμοδότηση κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για την κατάργηση πλέον της δυνατότητας παύσης των ποινικών συνεπειών για τον φορολογούμενο, λόγω αποδοχής των πράξεων του φορολογικού ελέγχου και αντίστοιχης καταβολής των φορολογικών υποχρεώσεων και κυρώσεων. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Αθήνα 25/9/2015 Τηλ. : 210-6411526 Αρ Πρωτ. 3135 Fax : 210-6411523 Αρ. Γνωμοδ. 4 Προς Υπουργείο Οικονομικών Γενική Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Σχετ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΕΛ Β 1088784 ΕΞ 2015 έγγραφο σας. Θέμα: Περί της ισχύος ή μη της διάταξης του άρθρου 24 παρ.2 του Ν. 2523/1997, μετά την θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013, όπως συμπληρώθηκε με το Ν. 4254/2014. Με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΕΛ.Β 1088784 ΕΞ 2015 έγγραφο της Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, ζητείται η γνώμη μας περί του εάν η διάταξη του άρθρου 24 παρ.2 του Ν 2523/1997 εξακολουθεί να ισχύει και μετά την θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013), καθώς επίσης και περί επίδρασης ή μη του ιδίου Κώδικα στο άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 2523/1997 και τις εξ’ αυτού απορρέουσες υποχρεώσεις των οργάνων της φορολογικής αρχής προς υποβολή μηνυτήριων αναφορών για την δίωξη εγκλημάτων φοροδιαφυγής. Επί του ζητήματος αυτού η γνώμη μας είναι η εξής: Με την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του Ν. 2523/1997, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν. 2753/1999 και στη συνέχεια με το άρθρο 75 παρ. 4 του Ν 3842/2010 ορίζεται ότι «Στις περιπτώσεις του συνολικού για κάθε φορολογία διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού ή της με άλλο τρόπο ολικής διοικητικής περαίωσης της διαφοράς δεν εφαρμόζονται οι ποινικές διατάξεις του παρόντος». Με την διάταξη αυτή που αποτελεί πάγια ρύθμιση, παρά το ότι περιλαμβάνεται στις μεταβατικές διατάξεις του Ν 2523/1997, εισάγεται για τα εγκλήματα του Ν. 2523/1997 ένας «ιδιόμορφος αντικειμενικός λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου» της πράξεως, ή κατ’ άλλη άποψη, ένας «ιδιόρρυθμος μηχανισμός adhoc αποκλεισμού του αρχικού αδίκου» (βλ σχετ. Θ. Παπακυριάκου, Φορολογικό Ποινικό Δίκαιο, έκδοση 2005, σελ. 350 και Γ. Δημήτραινα, Εγκλήματα Φοροδιαφυγής, έκδοση 2011 σελ. 231, 232). Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία των ως άνω συμβιβασμών, περιγράφονταν: α) του μεν συνολικού για κάθε φορολογία διοικητικού συμβιβασμού, στο άρθρο 70 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος του έτους 1994 (Ν. 2238/1994) με την παρ. 1 του οποίου οριζόταν ότι ο υπόχρεος, σε βάρος του οποίου είχε εκδοθεί το φύλλο ελέγχου, μπορούσε, αν αμφισβητούσε την ορθότητα του, να προτείνει τη διοικητική επίλυση της διαφοράς μεταξύ αυτού και του αρμόδιου προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, κατά τα λεπτομερώς οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους β) του δε δικαστικού συμβιβασμού, αφ’ ενός μεν στο άρθρο 71 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994), με το εδάφιο α της πρώτης παραγράφου του οποίου οριζόταν ότι ο δικαστικός συμβιβασμός με βάση αυτό το νόμο, ήταν δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρεπόταν και όπως προβλεπόταν διοικητική επίλυση της διαφοράς, αφ’ ετέρου δε στο άρθρο 1 του Ν.Δ 4600/1966, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν 2717/1999), με τις παραγράφους 1 και 2 του οποίου οριζόταν ότι «Δικαστικός συμβιβασμός κατά το παρόν νομοθετικό διάταγμα είναι δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται και όπως προβλέπεται […]

Read more

Η διάταξη του νέου νόμου 4322/15 που επιτρέπει την αποφυλάκιση καταδικασθέντων σε φυλάκιση και κάθειρξη

20 Αυγούστου, 2015

Το άρθρο 12 του νόμου 4322/2015 (νόμου Παρασκευόπουλου) προβλέπει τη δυνατότητα απόλυσης υπό προϋποθέσεις κρατουμένων οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας, ποινή κάθειρξης μέχρι 10 έτη και ποινή κάθειρξης πάνω από 10 έτη. Δείτε αναλυτικά τι προβλέπει το άρθρο 12 του ν. 4322/2015 που τιτλοφορείται “Έκτακτα μέτρα για την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης”: 1. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, κατά τις εξής διακρίσεις: α) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μέχρι τρία έτη, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δέκατο αυτής, β) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης της κάθειρξης, καθώς και εάν η ποινή φυλάκισής τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτής. 2. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής. 3. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης άνω των δέκα ετών απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα αν έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. 4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και σε χρονικό διάστημα μέχρι ενός έτους από τη δημοσίευσή του. 5. Όσοι απολύονται, κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 4, αν υποπέσουν μέσα σε πέντε έτη από την αποφυλάκιση τους, σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη και καταδικαστούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη των δύο ετών, εκτίουν αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής για την οποία είχαν απολυθεί υπό όρο. 6. Στους απολυόμενους, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με την ίδια διάταξή του, μπορεί να επιβάλει: α) την υποχρέωσή τους να εμφανίζονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές αρχές του τόπου όπου διαμένουν, β) τη μη απομάκρυνσή τους, χωρίς έγγραφη άδεια του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, από τον ως άνω τόπο, γ) οποιονδήποτε άλλον όρο από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 Π.Κ. κρίνει σκόπιμο. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, κατά την επιβολή των ως άνω όρων, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του την προσωπικότητα, καθώς και τις ατομικές, οικογενειακές και επαγγελματικές ανάγκες του απολυόμενου. Σε περίπτωση που ο τελευταίος παραβαίνει τους όρους που του έχουν τεθεί, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών διατάσσει την ανάκληση της απόλυσης. 7. Οι διευθυντές των καταστημάτων κράτησης υποβάλλουν μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στον εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής, τους φακέλους των καταδίκων, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου. […]

Read more