Προστασία δανειοληπτών από κατάσχεση και πλειστηριασμό
Η προστασία των δανειοληπτών από την άμεση κατάσχεση και τον πλειστηριασμό των ακινήτων έχει ιδιαίτερη σημασία μετά τις τροποποιήσεις του Κ.Πολ.Δ. Με τις νέες τροποποιήσεις του Κ.Πολ.Δ για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται, λαμβάνεται υπόψη η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Επίσης, ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης. Με δεδομένη τη ρευστή οικονομική κατάσταση την οποία διέρχεται η χώρα, και την μεγάλη κρίση στο χώρο των ακινήτων, οι εμπορικές αξίες είναι όχι μόνο μικρές αλλά ανύπαρκτες, καθόσον δεν αγοράζει πλέον κανείς στην ελεύθερη αγορά, και αν αγοράσει θα αγοράσει σε εξευτελιστικές τιμές από ανθρώπους που έχουν άμεση ανάγκη. Η διενέργεια λοιπόν πλειστηριασμού αυτή την χρονική στιγμή σε συνδυασμό με την διάταξη του προσδιορισμού της εμπορικής αξίας και όχι της αντικειμενικής, προκαλεί ανεπανόρθωτη βλάβη στα συμφέροντα των δανειοληπτών. Με δεδομένο τον προσδιορισμό από τις Τράπεζες πολύ χαμηλής εμπορικής αξίας, οι δανειολήπτες θα αποσβένουν αντίστοιχα μικρότερο ποσό χρέους και το κέρδος των τραπεζών θα συνίσταται έτσι αφενός μεν ότι το υπόλοιπο της οφειλής του δανειολήπτη θα εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, αφετέρου δε η ίδια η τράπεζα μπορεί να πλειοδοτήσει και κατ΄ αυτόν τον τρόπο να αποκτά περιουσιακά στοιχεία των οφειλετών σε χαμηλές (εμπορικές) αξίες. Οι δανειολήπτες δε και οι εγγυητές αυτών, που τυχόν έχουν στην κυριότητά τους και άλλα ακίνητα, πρέπει να γνωρίζουν ότι θα εκπλειστηριαστούν και αυτά, εφόσον δεν θα έχει εξοφληθεί η οφειλή ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΜΕΝΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ. Εν μια νυκτί θα χαθούν ανεπιστρεπτί περιουσίες μιας ζωής!!! Τα περιουσιακά δε αυτά στοιχεία σε λίγα χρόνια όταν θα έχουμε βγει από την κρίση θα αποκτήσουν και πάλι την αξία τους αλλά δυστυχώς δεν θα βρίσκονται στην κυριότητα των δανειοληπτών αλλά των Τραπεζών οι οποίες θα τα μοσχοπουλήσουν. Πως μπορούν να προστατευτούν άμεσα οι δανειολήπτες; Η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι ο εκτελεστός τίτλος που οδηγεί στην κατάσχεση και στον πλειστηριασμό του ακινήτου. Όσο υπάρχει εκκρεμοδικία από προηγηθείσα άσκηση αγωγής οι δανειολήπτες δεν απειλούνται από κατάσχεση και πλειστηριασμό. Οι δανειολήπτες με δάνεια σε ρήτρα ελβετικού φράγκου προστατεύονται από την έκδοση διαταγής πληρωμής εάν ήδη έχουν ασκήσει ΑΤΟΜΙΚΑ, ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ. Το ίδιο ισχύει και για τους δανειολήπτες σε ευρώ (τόσο στεγαστικών όσο και επαγγελματικών δανείων) εφόσον υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες και παράνομες χρεώσεις στις συμβάσεις δανείων τους μπορούν να ασκήσουν αναγνωριστική αγωγή. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 221 ΚΠολΔ, η άσκηση της αγωγής δηλαδή κατάθεση και επίδοση αυτής, έχει ως συνέπεια την εκκρεμοδικία. Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα (βλ. Βαθρακοκοίλη Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας αρ. 222 παρ. 6 σελ. 39). Η εκκρεμοδικία από την άσκηση τακτικής αγωγής καθιστά επίσης απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής που αφορά την ίδια αξίωση και η διαταγή πληρωμής ακυρώνεται με ανακοπή (ΠΠΒερ 3248/84 ΑρχΝ 35/539, Μπέης αρ. 222 σελ. 1008, Κατρά Ελλ.Δ/νη 37.169, Βαθρακοκοίλης Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας αρ. 221 παρ. 25 σελ. 18, Τριανταφυλλίδη Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής σελ. 396, […]
Read moreΠαράνομη η μη αποδοχή πληρωμής με κάρτα.
Σε άμεση συμπλήρωση των διατάξεων που αφορούν την τραπεζική αργία προχώρησε η κυβέρνηση μετά το φαινόμενο που παρατηρήθηκε με επιχειρήσεις (σουπερ μαρκετ, ξενοδοχεία, εστιατόρια κ.τ.λ.) να μην αποδέχονται αυθαιρέτως την πληρωμή με πιστωτική κάρτα. Ετσι σύμφωνα με τις νέες διατάξεις «Όποιος, κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, αρνείται την πληρωμή με τα μέσα που προβλέπονται στις περιπτώσεις β), γ) και δ) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου της παρούσας τιμωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 288 παρ. 1 και 452 του Ποινικού Κώδικα, και των διατάξεων του άρθρου 13α του Ν. 2251/1994 (Α΄ 191), του άρθρου 18α Ν. 146/1914 (Α΄ 21), και του άρθρου 19 Ν. 4177/2013 (Α΄ 173), όπως ισχύουν». Η παρ.2 β’,γ’,δ’ της ΠΝΠ της 28ης Ιουνίου έχει ως εξής: «Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται: β) συναλλαγές άνευ περιορισμών, πέραν αυτών που ίσχυαν πριν την έκδοση της παρούσας με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα. γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας. Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν. δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής Web Banking ή συναλλαγές διά της τηλεφωνίας), για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα”. Οι παραβάτες που αρνούνται την πληρωμή με τα παραπάνω μέσα τιμωρούνται σύμφωνα με αρθρο 288 Π. Κ. Παρεμπόδιση αποτροπής κοινού κινδύνου και παράλειψη οφειλόμενης βοήθειας που προβλέπει « Οποιος με πρόθεση ματαιώνει ή δυσχεραίνει την ενέργεια που είναι αναγκαία για να αποτραπεί ή να κατασταλεί ένας κοινός κίνδυνος που υπάρχει ή που επίκειται τιμωρείται με Φυλάκιση, αν δεν συντρέχει περίπτωση αυστηρότερης τιμώρησης σύμφωνα με άλλη διάταξη». Και το αρθρο 452 ΠΚ: Αρνηση αποδοχής νομισμάτων«Οποιος αρνείται να δεχτεί για πληρωμή νομίσματα που έχουν νόμιμη κυκλοφορία στο κράτος τιμωρείται με πρόστιμο». Οι καταγγελίες των καταναλωτών εναντίον προμηθευτή, γα τα ανωτέρω, υποβάλλονται στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, από την οποία διαβιβάζονται στον προμηθευτή, με πρόσκληση για απάντηση, με κάθε πρόσφορο τρόπο, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης δια του ταχυδρομείου. Ο προμηθευτής υποχρεούται να απαντά, εγγράφως, επί των καταγγελιών εντός της προθεσμίας που τάσσεται από τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, η οποία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πρόσκλησης. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, των Κανόνων Ρύθμισης της Αγοράς Προϊόντων και της Παροχής Υπηρεσιών και διατάξεων άλλων ειδικών νομοθετημάτων, σε βάρος των προμηθευτών που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου επιβάλλεται, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, κατόπιν καταγγελίας ή και αυτεπαγγέλτως μια ή περισσότερες από τις παρακάτω κυρώσεις: Σύσταση για συμμόρφωση, εντός οριζόμενης προθεσμίας και άρση της προσβολής και παράλειψης στο μέλλον. Πρόστιμο από χίλια πεντακόσια (1.500) έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ. Σε περίπτωση που εκδοθούν σε βάρος του ίδιου προμηθευτή περισσότερες από τρεις (3) αποφάσεις επιβολής προστίμου, το ανώτατο όριο προστίμου διπλασιάζεται. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης ή τμήματος της για χρονικό διάστημα από τρεις (3) μήνες έως ένα (1) έτος σε περίπτωση που εκδοθούν σε βάρος του ίδιου προμηθευτή περισσότερες από τρεις (3) αποφάσεις επιβολής προστίμου.» Σε βάρος του προμηθευτή που δεν απαντά σε καταγγελίες καταναλωτών ο Υπουργός […]
Read moreΕΚΤΕΛΕΣΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟΥ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ
Μετά από ερωτήματα συναδέλφων προς τον ΔΣΑ ως προς την εκτελεστότητα αποφάσεων συναινετικού διαζυγίου, που εκδόθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1441 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4055/2012, διευκρινίζουμε τα εξής: α) από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή της ως άνω διάταξης προκύπτει ότι οι αποφάσεις των Μονομελών Πρωτοδικείων απλώς επικυρώνουν τις συμφωνίες των συζύγων ως προς τα ζητήματα της επιμέλειας, της επικοινωνίας και διατροφής των ανηλίκων τέκνων, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στο διατακτικό τους, με αποτέλεσμα οι εν λόγω αποφάσεις να μην μπορούν να κηρυχθούν εκτελεστές. β) Το ζήτημα της εκτελεστότητας δεν είναι δυνατό να επιλυθεί, όπως προτείνεται από ορισμένους συναδέλφους, με την απλή επισύναψη στην απόφαση επικυρωμένου από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου συμφωνητικού των συζύγων, που προδήλως δεν καθιστά την απόφαση τίτλο εκτελεστό, αφού δεν περιλαμβάνεται στο διατακτικό της. Για να αποτελούν τίτλο εκτελεστό οι εν λόγω αποφάσεις είναι αναγκαίο, εκτός από το αίτημα της απαγγελίας λύσης του γάμου, το συνολικό περιεχόμενο της συμφωνίας των συζύγων ( επιμέλεια, διατροφή, επικοινωνία) να αποτελεί μέρος του ιστορικού και ειδικό αίτημα στην αίτηση που κατατίθεται στο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή, το διατακτικό της εκδιδομένης απόφασης λύσης του γάμου θα περιλαμβάνει και τη συνολική συμφωνία των συζύγων εξασφαλίζοντας την εγκυρότητα της επιταγής προς εκτέλεση προς το δικαστικό επιμελητή, όπως οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων. Αθήνα 12.7.2015 dsa.gr
Read moreΛύση προσωπικής εταιρείας – Έξοδος εταίρου από προσωπική εταιρεία (Ν. 4072/2012).
Η αίτηση για να αναγνωρισθεί ότι προσωπική εταιρεία έχει λυθεί με καταγγελία για σπουδαίο λόγο και ότι ο αιτών είναι εκκαθαριστής, υπάγεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. Το αίτημα για λύση της εταιρείας με δικαστική απόφαση κατ’ άρθ. 259 § 1 δ του ν. 4072/2012 υπάγεται στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου (βλ. και ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1426/2015 ). Η Έξοδος εταίρου από προσωπική εταιρεία επιτυγχάνεται με μονομερή δήλωση – Εξώδικος καταγγελία (άρθρο 261 Ν. 4072/2012). Με το άρθρο 264 παρ. 2 Ν. 4072/2012 ο εξερχόμενος εταίρος έχει αξίωση κατά της εταιρείας για καταβολή της πλήρους αξίας της συμμετοχής του, η οποία καταβάλλεται σε αυτόν στο τέλος της εταιρικής χρήσης (άρθρο 261 παρ. 2 Ν. 4072/2012) και σε περίπτωση Διαφωνίας το ύψος αυτής καθορίζεται από το Μον. Πρωτοδικείο δικάζον κατά την εκούσια δικαιοδοσία (άρθρο 264 παρ. 2 Ν. 4072/2012). Η συνδρομή σπουδαίου λόγου είναι αδιάφορη, όσον αφορά τις εταιρείες αορίστου χρόνου, ενώ είναι ουσιώδης στις εταιρείες ορισμένου χρόνου (άρθρο 261 παρ. 3 Ν. 4072/2012, όπου η διάταξη εξαρτά την καταβολή της συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου, από την ύπαρξη σπουδαίου λόγου). (βλ. και ΜονΠρωτΘεσσαλονίκης 8343/2014). Λύση Ετερόρρρυθμης με Δικαστική απόφαση ένεκα σπουδαίου λόγου, έπειτα από αίτηση εταίρου(ων) της εταιρείας. Η ετερόρρυθμη διέπεται από τα άρθρα 271 – 283 Ν. 4072/2012. Κατά το άρθρα 259 παρ. 1 εδ. α στοιχ. δ Ν. 4072/2012, που παραπέμπει στο άρθρο 271 παρ. 2 Ν. 4072/2012, η εταιρεία – ανεξαρτήτως του αν είναι ορισμένου ή αορίστου χρόνου – λύνεται, εκτός των άλλων τρόπων, με Δικαστική Απόφαση ένεκα σπουδαίου λόγου, έπειτα από αίτηση εταίρου(ων) της εταιρείας. Ο σπουδαίος λόγος κρίνεται κατά τις περιστάσεις, πρέπει να αφορά και να αναφέρεται στις σχέσεις τις εταιρείας, και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, εκτός εάν τα προσωπικά στοιχεία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο, να εμφανίζει το στοιχείο της μονιμότητας, να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της εταιρείας, να καθιστά, σύμφωνα με τις αρχές της Καλής Πίστης και τα Συναλλακτικά Ήθη, επαχθή την εξακολούθηση της εταιρείας για εκείνον που αιτείται την λύση της εταιρείας. Τέτοια περιστατικά είναι η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, η έλλειψη συνεργασίας, οι διαφωνίες, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης, η άσχημη πορεία των εταιρικών υποθέσεων, η έλλειψη κερδών. Κατά τα άρθρο 261 του Ν. 4072/2012, το οποίο επίσης παραπέμπει στο άρθρο 271 παρ. 2 Ν. 4072/2012, ο εταίρος έχει δικαίωμα να εξέλθει από την εταιρεία, εφόσον το Καταστατικό αυτής δεν προβλέπει διαφορετικά. ΕΠΟΜΕΝΩΣ, το δικαίωμα προς λύση της εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της διατήρησης τησ επιχείρησης, αλλά και το γεγονός ότι στον Νόμο προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου (άρθρο 261), συνιστά ΕΣΧΑΤΟ ΜΕΣΟ προς αντιμετώπιση της κατάστασης, που ανέκυψε με την συνδρομή του σπουδαίου λόγου, και ασκείται μόνον στην περίπτωση που δεν βρεθεί άλλος τρόπος άρσης του αδιεξόδου (ΜονΠρΘεσσαλ 4842/13 NOMOS). Από τον συνδιασμό των διατάξεων 259, 271 παρ. 2, 281 παρ. 1 εδ. β Ν. 4072/2012, που εφαρμόζεται και στις εταιρείες που κατά την δημοσίευση του παρόντος Νόμου δεν τελούν σε εκκαθάριση ή πτώχευση (άρθρα 294 και 330), συνάγεται ότι η ετερόρρυθμη εταιρεία λύνεται με : 1) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, 2) με απόφαση όλων των εταίρων, 3) με την κήρυξή της […]
Read moreΑνάλυση D.N.A.: Το άρθρο 200Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
To άρθρο 200Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας υπό τον τίτλο “Ανάλυση DNA”προστέθηκε με το άρ. 5 Ν. 2928/2001: «1. Όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ένα πρόσωπο έχει τελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, οι διωκτικές αρχές λαμβάνουν υποχρεωτικά γενετικό υλικό για ανάλυση του δεοξυριβονουκλεικού οξέος (Deoxyribonucleic Acid – DNA) προς το σκοπό της διαπίστωσης της ταυτότητας του δράστη του εγκλήματος αυτού.» Η ανάλυση περιορίζεται αποκλειστικά στα δεδομένα που είναι απολύτως αναγκαία για τη διαπίστωση αυτή και διεξάγεται σε κρατικό ή πανεπιστημιακό εργαστήριο.Την ανάλυση του D.Ν.Α. του κατηγορουμένου δικαιούται να ζητήσει ο ίδιος για την υπεράσπισή του. 2. Αν η κατά την προηγούμενη παράγραφο ανάλυση αποβεί θετική, το πόρισμά της κοινοποιείται στο πρόσωπο από το οποίο προέρχεται το γενετικό υλικό, που έχει δικαίωμα να ζητήσει επανάληψη της ανάλυσης. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. Το δικαίωμα επανάληψης της ανάλυσης έχει και ο ανακριτής ή ο εισαγγελέας σε κάθε περίπτωση. «Μετά την ολοκλήρωση της ανάλυσης το γενετικό υλικό καταστρέφεται αμέσως, ενώ τα γενετικά αποτυπώματα του προσώπου, στο οποίο αποδίδεται η πράξη, τηρούνται σε ειδικό αρχείο γενετικών τύπων που συνιστάται και λειτουργεί στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, εποπτευόμενο από τον εισαγγελικό λειτουργό του άρθρου 4 του Ν. 2265/1994, μέχρι την έκδοση αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος ή αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ή θέσεως της υπόθεσης στο αρχείο κατ’ άρθρο 43 παράγραφοι 2 και 3, εκτός αν η σύγκρισή τους με αταυτοποίητα όμοια αποτυπώματα, που τηρούνται στο ίδιο αρχείο, αποβεί θετική, οπότε η τήρησή τους παρατείνεται μέχρι την αμετάκλητη αθώωση των προσώπων που αφορούν οι οικείες υποθέσεις». [Τα στοιχεία αυτά τηρούνται για την αξιοποίηση στη διερεύνηση και εξιχνίαση άλλων εγκλημάτων και καταστρέφονται σε κάθε περίπτωση μετά το θάνατο του προσώπου που αφορούν. Η λειτουργία του αρχείου εποπτεύεται από αντεισαγγελέα ή εισαγγελέα εφετών, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, κατά τις κείμενες διατάξεις, με θητεία δύο (2) ετών.»] 3. Η κατά την παράγραφο 2 καταστροφή του γενετικού υλικού και των γενετικών αποτυπωμάτων γίνεται παρουσία του δικαστικού λειτουργού που εποπτεύει το αρχείο. Στην καταστροφή καλείται να παραστεί με συνήγορο και τεχνικό σύμβουλο το πρόσωπο από το οποίο λήφθηκε το γενετικό υλικό.» 4. Όλα τα κρατικά και πανεπιστημιακά εργαστήρια, που διεξάγουν αναλύσεις ΟΝΑ στο πλαίσιο πραγματογνωμοσύνης κατόπιν παραγγελιών δικαστικών ή ανακριτικών αρχών, κοινοποιούν τα πορίσματα των αναλύσεών τους στο ειδικό αρχείο δεδομένων γενετικών τύπων της παραγράφου 2.» [Το παρόν άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2928/2001 (Α΄ 141/27.6.2001). – Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του παρόντος τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 3251/2004 (Α΄ 127/9.7.2004). – Η παρ. 5 προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3727/2008 (Α΄ 257/18.12.2008). -Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 , το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του παρόντος τίθενται όπως αντικαταστάθηκαν και στη συνέχεια οι παρ. 3 και 5 καταργήθηκαν ενώ η παρ. 4 αναριθμήθηκε (σε 3), με το άρθρο 12 του ν.3783/2009 ΦΕΚ Α 136. – Το τέταρτο εδ. της παρ. 2 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147/14.7.2014). – Η παρ. 4 […]
Read moreΠαύει αναδρομικά η ποινική δίωξη για οφειλές στο δημόσιο μέχρι 50.000 ευρώ.
Με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015, η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.» Αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που εκδόθηκαν για χρέη μικρότερα από τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 και δεν έχουν εκτελεστεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, δεν εκτελούνται. Αν άρχισε η εκτέλεσή τους, διακόπτεται. Εκκρεμείς αιτήσεις Προϊσταμένων Δημόσιων Οικονομικών Υπηρεσιών ή Ελεγκτικών Κέντρων ή Τελωνείων ή ένδικα μέσα κατά αποφάσεων για χρέη κατώτερα αυτών που ορίζονται ανωτέρω, δεν εισάγονται για συζήτηση. Η αναστολή της παραγραφής των χρεών, κατώτερων του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε αίτηση ποινικής δίωξης, λήγει με τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραγραφή συνεχίζεται και δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο έτους από τη λήξη της αναστολής. Η παραγραφή του αδικήματος, του οποίου κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν έχει συμπληρωθεί το μετά την πάροδο τετραμήνου χρονικό διάστημα που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, αρχίζει από τη δημοσίευση του παρόντος
Read moreΚληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου
Μον.Πρωτ.Ρόδου 259/2012 : Κληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου : “Σύµφωνα µε το άρθρο 1711 ΑΚ ο κυοφορούµενος µπορεί να κληρονοµήσει τόσο εκ διαθήκης όσο και εξ αδιαθέτου. Η ρύθµιση βρίσκεται σε αρµονία µε την ΑΚ 36. Συνεπώς ο κυοφορούµενος έχει πλήρη ικανότητα να κληρονοµήσει, υπό την αναβλητική νοµική αίρεση (condition iuris) ότι θα γεννηθεί ζωντανός. Αν η αίρεση πληρωθεί, ο κυοφορούµενος θεωρείται ότι ήταν ήδη κατά το θάνατο του κληρονοµούµενου (ενέργεια ex tunc) γεννηµένος. Συνεπώς είχε κατά τον ίδιο χρόνο την ικανότητα να κληρονοµήσει και γι`αυτό αποκτά και κληρονοµικό δικαίωµα (ΑΚ 36, 1710 παρ.1). Αν όµως η πλήρωση της αίρεσης µαταιωθεί, η συνέπεια είναι, ότι ο κυοφορούµενος δεν είχε ποτέ την ικανότητα να κληρονοµήσει και ούτε έγινε ποτέ κληρονόµος. Γι’ αυτό στην κληρονοµία καλούνται τα πρόσωπα που θα καλούνταν αµέσως µε την επαγωγή αν δεν υπήρχε ο κυοφορούµενος. Ο τελευταίος, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις υπεισέρχεται όχι µόνο στα δικαιώµατα αλλά και στις υποχρεώσεις της κληρονοµίας. Αυτή άλλωστε είναι και η έννοια της καθολικής διαδοχής. Άλλο είναι το ζήτηµα ότι κατ`ανάλογη εφαρµογή της ΑΚ 1912 ο κυοφορούµενος κληρονοµεί πάντοτε µε το ευεργέτηµα της απογραφής (Απόστολου Γεωργιάδη-Μιχαήλ Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ κατ`άρθρο Ερµηνεία Κληρονοµικό δίκαιο Τόµος ΙΧ άρθρο 1711 σελ.50-51)”. (τνπ Nomos)
Read moreΣτον αέρα προσωπικά δεδομένα
Σύμφωνα με την Οδηγία (2009/136/ΕΚ), και τον αντίστοιχο ελληνικό νόμο (4070/2012), κάθε σάιτ στη χώρα μας οφείλει να ζητεί τη συγκατάθεση των χρηστών για τα «ψηφιακά μπισκότα» που θα αποθηκευτούν στις συσκευές τους. ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οταν «σερφάρετε» στο Ιντερνετ και ανακαλύπτετε ελληνικά σάιτ που σας ήταν άγνωστα, πόσα από αυτά την πρώτη φορά που τα επισκεφθήκατε εμφάνισαν ένα μικρό παράθυρο με πληροφορίες για τα cookies που χρησιμοποιούν, δίνοντάς σας μάλιστα τη δυνατότητα να απορρίψετε ορισμένα ή και όλα τα «ψηφιακά μπισκότα» τους; Θεωρητικά, αυτό θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι ελληνικοί ιστότοποι από τον Ιούλιο του 2012, όταν ενσωματώθηκε στη νομοθεσία μας η πιο πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία για την προστασία της ιδιωτικότητας στο Διαδίκτυο. Ετσι, σύμφωνα με την Οδηγία (2009/136/ΕΚ), και τον αντίστοιχο ελληνικό νόμο (4070/2012), κάθε σάιτ στη χώρα μας οφείλει να ζητεί τη συγκατάθεση των χρηστών για τα «ψηφιακά μπισκότα» που θα αποθηκευτούν στις συσκευές τους. Εντούτοις, αν και έχουν περάσει 2,5 περίπου χρόνια, η θεωρία απέχει ακόμη πολύ από την πράξη, όπως έδειξε η ευρωπαϊκή έρευνα «Cookie Sweep», στην οποία συμμετείχε και η ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. «Στην έρευνα συμπεριλάβαμε τα 30 δημοφιλέστερα ελληνικά σάιτ από τους τομείς του ηλεκτρονικού εμπορίου, του ηλεκτρονικού Τύπου και των δημοσίων υπηρεσιών» λέει στην «Κ» η κ. Γεωργία Παναγοπούλου, Ειδική Επιστήμονας της Αρχής. Η εξέτασή τους έδειξε πως για περίπου έναν στους τρεις ιστότοπους στη χώρα μας η έννοια της προστασίας της ιδιωτικότητας μοιάζει να είναι παντελώς άγνωστη, καθώς το 31% δεν δίνει στους επισκέπτες καμία απολύτως πληροφορία για τα «ψηφιακά μπισκότα» του. «Οσον αφορά τους υπόλοιπους ιστότοπους, αρκετοί απλώς ενημερώνουν τον χρήστη για το ότι χρησιμοποιούν cookies και τον παραπέμπουν στις ρυθμίσεις του browser – χωρίς όμως να του επιτρέπουν να επιλέξει κάποια από αυτά ή ακόμη και κανένα, όπως προβλέπει ο νόμος» σημειώνει η κ. Παναγοπούλου. Επομένως, όπως προσθέτει, «από τα 30 σάιτ του δείγματος, στην πραγματικότητα ελάχιστα ζητούν την άδεια των επισκεπτών για τα cookies που θα εγκαταστήσουν». Τα cookies είναι μικρά αρχεία με πληροφορίες για τους χρήστες και τις προτιμήσεις τους. Μία κατηγορία «ψηφιακών μπισκότων» προέρχονται από τις ίδιες τις ιστοσελίδες (first party cookies), τα οποία συνήθως αξιοποιούνται για τη βελτίωση της λειτουργίας τους ή με σκοπό να διευκολύνουν τον χρήστη – π.χ. ώστε στην επόμενη επίσκεψή του να μη χρειάζεται να πληκτρολογήσει τον κωδικό του ή να ορίσει ξανά σε ποια γλώσσα θέλει να βλέπει το περιεχόμενο. Το «γκρίζο» σημείο, ωστόσο, είναι ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσω του επισκεπτόμενου σάιτ αποθηκεύονται επίσης cookies από online διαφημιστικές εταιρείες (third party cookies). Η συγκεκριμένη κατηγορία χρησιμοποιείται από τις διαφημιστικές για να παρακολουθούν τις κινήσεις των χρηστών στο web. Με αυτό τον τρόπο, όπως και με άλλες τεχνικές, δημιουργούν λεπτομερή καταναλωτικά προφίλ, για να προβάλλουν στοχευμένες καταχωρίσεις. Μαζί με τις υπόλοιπες τεχνολογίες online παρακολούθησης, τα «ψηφιακά μπισκότα» βρίσκονται εδώ και χρόνια στο στόχαστρο αναλυτών και ΜΚΟ, που επικαλούνται στοιχεία τα οποία δείχνουν πως, γύρω από τα καταναλωτικά προφίλ, έχει δημιουργηθεί μια τεράστια βιομηχανία «κατασκοπείας», καταγραφής και αγοραπωλησίας προσωπικών δεδομένων. Προσωπικά δεδομένα τα οποία υποτίθεται πως θα μπορούσε έστω κι εν μέρει να διατηρήσει ένας πολίτης απόρρητα, αν εφαρμοζόταν στην πράξη η ευρωπαϊκή Οδηγία για τα cookies. […]
Read moreKαταχρηστικές μονομερείς τροποποιήσεις όρων συμβολαίων από εταιρίες τηλεπικοινωνιών επισημαίνει ο Συνήγορος του Καταναλωτή
Το θέμα της μονομερούς τροποποίησης όρων σε συμβάσεις παροχής ηλεκτρονικών επικοινωνιών από πλευράς των εταιριών θίγει σε επιστολή του προς την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων ο Συνήγορος του Καταναλωτή. Το περιεχόμενο της επιστολής έχει ως εξής: «Ένα θέμα που απασχόλησε την Αρχή μας, ιδιαιτέρως τους τελευταίους μήνες, είναι αυτό της μονομερούς τροποποίησης συμβατικών όρων σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από τους παρόχους των εν λόγω δικτύων ή και υπηρεσιών. Ι. Η Αρχή μας, πιο συγκεκριμένα, δέχθηκε και συνεχίζει να δέχεται μεγάλο αριθμό καταγγελιών από συνδρομητές παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με τις οποίες η μονομερής τροποποίηση συμβατικών όρων – κυρίως των οικονομικών – από πλευράς παρόχων τούς φέρνει σε δυσχερή θέση, επιβαρύνοντας απροσδόκητα τον οικονομικό τους σχεδιασμό. Ο καταναλωτής κατά τη σύναψη της σύμβασης έχει λάβει ως δεδομένο το συμφωνηθέν ποσό του οικονομικού πακέτου με αντάλλαγμα την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη χρονική διάρκεια του συναφθέντος συμβολαίου. Αυτό, άλλωστε, είναι και το νόημα της επιλογής ενός συγκεκριμένου οικονομικού πακέτου και της σύναψης σύμβασης γι’ αυτό. Από τις αναφορές – καταγγελίες που υποβάλλονται στην Αρχή μας είναι προφανές ότι αρκετοί πάροχοι επιλέγουν συστηματικά την τακτική της μονομερούς τροποποίησης συμβατικών όρων, παρά το ότι δεν υπάρχει σημαντική μεταβολή των συνθηκών της αγοράς ούτε οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν τέτοια διάρκεια ικανή να δικαιολογήσει, κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, τη μονομερή τροποποίηση των συμβατικών όρων (πρόκειται για ετήσιες, το πολύ για διετείς συμβάσεις). Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι ο τομέας των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρουσιάζει αυξημένη κινητικότητα από πολλές απόψεις, σε σύγκριση ιδίως με άλλους τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας. Πολύ συχνά ωστόσο, οι αναφορές προς την Αρχή μας αναδεικνύουν τακτικές, στο πλαίσιο των οποίων εταιρίες, αφού κατορθώσουν να προσελκύσουν νέους συνδρομητές με κάποιο ανταγωνιστικό οικονομικό πρόγραμμα, πολύ σύντομα (συχνά μέσα στο πρώτο τρίμηνο) προβαίνουν σε μονομερή τροποποίηση των συμβατικών όρων. Η μονομερής αυτή ενέργεια συνεπάγεται την οικονομική επιβάρυνση των καταναλωτών, εγκλωβίζοντάς τους, όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, σε μια σύμβαση την οποία υπέγραψαν, έχοντας υπόψη την πλέον συμφέρουσα προσφορά που τους έγινε κατά το χρόνο υπογραφής της. Συνήθως, η οικονομική επιβάρυνση συνδυάζεται με την παροχή μιας πρόσθετης υπηρεσίας, την οποία, πάντως, ο καταναλωτής δεν ζήτησε και, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν του είναι καν χρήσιμη. ΙΙ. Ο αντίλογος που διατυπώνουν οι εκπρόσωποι παρόχων στο πλαίσιο εξωδικαστικών συμβιβασμών που έχουν γίνει από τον Συνήγορο του Καταναλωτή είναι ότι η πρακτική αυτή είναι επιτρεπτή απο το Γενικό Κανονισμό Αδειών της ΕΕΤΤ. Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 2.1.8 σημείο v του παραρτήματος Β του Γενικού Κανονισμού Αδειών, “(…)Σε περίπτωση τροποποίησης των τιμολογίων των παρεχόμενων υπηρεσιών προσδιορίζεται κατά σαφή τρόπο η τροποποίηση η οποία πραγματοποιείται. Επίσης παρέχεται η δυνατότητα στο Χρήστη να αντιταχθεί σε αυτήν και να καταγγείλει τη σύμβαση αζημίως εντός ενός (1) μηνός από τη σχετική ενημέρωσή του (…)”. Εξάλλου, με παράγραφο 2.1.15 περίπτωση (ζ) του ίδιου Κανονισμού “Σε περίπτωση τροποποίησης των συμβατικών όρων μονομερώς από τα πρόσωπα (παρόχους) που παρέχουν Δίκτυα ή/και Υπηρεσίες Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, οι συνδρομητές έχουν το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, είτε είναι ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, αζημίως εντός ενός (1) μηνός από τη σχετική κοινοποίηση. Ο πάροχος υποχρεούται να ενημερώνει τους συνδρομητές σχετικά με τις […]
Read moreΔιαδικασία Αλλαγής Ονόματος ή Επωνύμου
Διαδικασία αλλαγής κύριου ονόματος και επωνύμου Γράφει η Αναστασία Μήλιου, Δικηγόρος* Η μεταβολή του κύριου ονόματος αποφασίζεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κατά την διαδικασία της εκουσίας διαδικασίας. Η αίτηση συντάσσεται και κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου και ένα αντίγραφο κοινοποιείται στον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα. Η αλλαγή του κυρίου ονόματος δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση. Ο νόμος αναφέρει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει το κατά πόσον υπάρχει “σπουδαίος λόγος”, ο οποίος δικαιολογεί την μεταβολή του κύριου ονόματος. Υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις κατά τις οποίες ένα μη εύηχο όνομα δικαιολόγησε τέτοια μεταβολή. Π.χ. κύριο όνομα που μοιάζει με επώνυμο ή που προκαλεί σύγχυση είναι μερικοί λόγοι που το δικαστήριο αποδέχεται και προχωρεί στην αλλαγή του κυρίου ονόματος. Επίσης σημαντικοί είναι και οι ψυχολογικοί λόγοι. Π.χ. υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που φέρουν το όνομα συγγενούς τους, ο οποίος στο παρελθόν τους κακοποίησε ή τους εγκατέλειψε ή τους έχει φερθεί με ιδιαίτερα άσχημο τρόπο σε σημείο που η θύμηση του ονόματος είναι αρνητική και ταράζει ψυχολογικά τον κάτοχό του. Τέτοιου είδους λόγοι αν και ακραίοι έχουν γίνει δεκτοί από την νομολογία.Λόγοι συνειδησιακοί, όπως είναι η μεταβολή του θρησκεύματος, έχουν ήδη κριθεί ότι αποτελούν και σπουδαίο λόγο για την μεταβολή του κύριου ονόματος. Αλλαγή κύριου ονόματος θεωρείται επίσης η τροποποίηση ή η συμπλήρωσή του. Η αίτηση διόρθωσης ή συμπλήρωσης του ονόματος ανήκει στην ευρύτερη διαδικασία διόρθωσης των στοιχείων των ληξιαρχικών πράξεων. Έτσι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται και οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης, που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξή της και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί. Αντικείμενο, επομένως, της αίτησης διόρθωσης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων, που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία, που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση, η δε απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική διορθωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή στο ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης, που, ενδεχομένως, συντάχθηκε από αυτόν ανακριβώς, ούτε υποκαθιστά τη δική του ενέργεια, παρά δημιουργεί εις βάρος του ανωτέρω την υποχρέωση να προβεί στη σχετική διόρθωση. Σε περίπτωση θετικής έκβασης, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία διατάσσεται η μεταβολή του ονόματος προσκομίζεται στο ληξιαρχείο και στο δημοτολόγιο, τα οποία είναι υποχρεωμένα να προβούν στην σχετική μεταβολή. Η πρόσληψη και η αλλαγή επωνύμου παλαιότερα γινόταν με απόφαση του Νομάρχη και ήδη του Δημάρχου, ενώ μπορούν να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, λεπτομέρειες για τις προϋποθέσεις και τον τρόπο πρόσληψης και αλλαγής επωνύμου. Και σε αυτήν την περίπτωση απαιτείται σπουδαίος και συγκεκριμένος λόγος για την αλλαγή του επωνύμου, καθώς αποτελεί μεν το επώνυμο στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, η αλλαγή του, όμως, δεν απόκειται στην ιδιωτική βούληση, αλλά γίνεται ύστερα από απόφαση του αρμοδίου διοικητικού οργάνου εφ’όσον συντρέχουν συγκεκριμένοι και σοβαροί λόγοι, ικανοί να δικαιολογήσουν την μεταβολή του επωνύμου. Και τούτο διότι το επώνυμο, το οποίο έχει καθοριστικό ρόλο στην ταυτοποίηση του προσώπου, ενδιαφέρει προφανώς τη δημόσια τάξη και τις ειδικότερες εκφάνσεις […]
Read more
