Η εκχώρηση
Η εκχώρηση Του Δικηγόρου Γιώργου Φραγκούλη. Ο Αστικός Κώδικας προβλέπει τη μεταβολή του προσώπου του δανειστή μέσω της εκχώρησης [μεταβίβασης] της απαίτησης. Το ενοχικό δικαίωμα, η απαίτηση, μπορεί με σύμβαση να μεταβιβασθεί από τον φορέα του, το δανειστή, σε άλλο. Η απαίτηση έχει καταστεί αγαθό που κυκλοφορεί στις συναλλαγές, που «αλλάζει χέρια» για ανταλλακτικούς, χαριστικούς, εξασφαλιστικούς ή οποιουσδήποτε άλλους σκοπούς. Εκτός από δεσμός δικαίου μεταξύ δυο προσώπων, η απαίτηση έχει και οικονομική αξία ανεξάρτητη από τα πρόσωπα αυτά και από τον δεσμό που τους συνδέει καθώς και από την εκπλήρωση της παροχής στο μέλλον. Και πριν από την εκπλήρωση η απαίτηση έχει παρούσα οικονομική αξία. Αυτή την αξία ο δανειστής μπορεί να την αξιοποιήσει, να την εμπορευθεί, να τη χαρίσει κλπ, μεταβιβάζοντας την, όπως και τα αντικείμενα της κυριότητας [κινητά ή ακίνητα] ή επιβαρύνοντας την με ενέχυρο, επικαρπία κλπ[1]. Η μεταβίβαση της απαίτησης γίνεται, συνήθως, με σύμβαση [σύμβαση εκχώρησης][2] ανάμεσα στον παλιό δανειστή [εκχωρητή] και στον νέο δανειστή [εκδοχέα]. Είναι δυνατή όμως η εκχώρηση και από το νόμο [cessio legis] π.χ. ΑΚ 319 § 2, 488, 858, ΕμπΝ 210, οπότε εφαρμόζονται κατ′ αρχήν οι κανόνες της συμβατικής εκχώρησης, εκτός αν προβλέπεται απόκλιση. Υποκείμενα της εκχώρησης. Η εκχώρηση καταρτίζεται μεταξύ του εκχωρητή και του εκδοχέα. Συναίνεση του οφειλέτη δεν απαιτείται. Για τον οφειλέτη, η υποχρέωση του είναι περισσότερο μια οικονομική αξία και λιγότερο δεσμός με ένα πρόσωπο. Η συμμετοχή του στην εκχώρηση είναι εντελώς παθητική· χρειάζεται απλά να του αναγγελθεί η εκχώρηση [460]. Μπορεί να εκχωρήσει απαίτηση τρίτος εκτός από τον δανειστή; Η απάντηση είναι αρνητική, βάσει της γενικής αρχής ότι δεν μπορείς να μεταβιβάσεις δικαίωμα που δεν έχεις [nemo plus juris ad alium transferre potest quam ipse habet]. Καλόπιστη κτήση από τον εκδοχέα απαίτησης από τρίτο [μη εκχωρητή] δεν προβλέπεται, εν αντιθέσει με τα κινητά [1036]. Η εξήγηση γι′ αυτή την ρύθμιση έγκειται στον εξής συλλογισμό: στα κινητά η προστασία του καλόπιστου αποκτώντος οφείλεται στο γεγονός ότι αυτός έδειξε εμπιστοσύνη στο ότι ο μεταβιβάζων [μη κύριος] κατέχει το πράγμα [ένδειξη εξουσίας πάνω σ′ αυτό] και στην ανάγκη διευκόλυνσης της ταχείας κυκλοφορίας των κινητών. Τα στοιχεία αυτά, ιδίως το πρώτο [κατοχή], δεν συντρέχουν στην περίπτωση της απαίτησης[3]. Παράδειγμα: ο Ο οφείλει στον ανήλικο Δ1 ένα χρηματικό ποσό. Ο Δ1 εκχωρεί με άκυρη σύμβαση [λόγω δικαιοπρακτικής ανικανότητας] την απαίτηση του στον Δ2 ο οποίος δεν αποκτά λόγω της ακυρότητας. Ο Δ2 εκχωρεί παραπέρα την απαίτηση στον καλόπιστο Δ3. Μολονότι η σύμβαση Δ2–Δ3 δεν πάσχει κανένα ελάττωμα, ο Δ3 δεν αποκτά την απαίτηση αφού ο εκχωρητής δεν ήταν δανειστής. Αν όμως ο Δ1 εγκρίνει, μετά την ενηλικίωση του [239] την εκχώρηση, αυτή ισχυρο ποιείται. Αντικείμενο της εκχώρησης. Αντικείμενο της εκχώρησης είναι οποιαδήποτε απαίτηση ακόμη και μελλοντική[4]. Μπορεί να μεταβιβασθεί και μέρος της απαίτησης φτάνει αυτή [απαίτηση] να είναι διαιρετή. Πάντα σαν εκχωρούμενες θεωρούνται μεμονωμένες απαιτήσεις όχι συμβατικές σχέσεις. Οι συμβατικές σχέσεις μεταβιβάζονται πάντα με συνδυασμό εκχώρησης για τις απαιτήσεις και αναδοχής χρέους για τις υποχρεώσεις[5]. Απαραίτητο επίσης στοιχείο για το εκχωρητό της απαίτησης είναι ο προσδιορισμός του προσώπου [οφειλέτη] και το περιεχόμενο της απαίτησης. Ωςμελλοντικές απαιτήσεις νοούνται οι απαιτήσεις των οποίων ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την εκχώρηση αλλά δεν γεννήθηκε ακόμη αυτή [περιορισμένα μελλοντική απαίτηση], αφετέρου η απαίτηση της οποίας ο λόγος παραγωγής δεν υπάρχει κατά την […]
Read moreΑδικαιολόγητος Πλουτισμός
Αδικαιολόγητος Πλουτισμός Του Δικηγόρου Γιώργου Φραγκούλη, μέλους του Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου. Ολόκληρο το οικοδόμημα του Ενοχικού Δικαίου βασίζεται, θεμελιώνεται, στις εξής τρειςμεγάλες ηθικές επιταγές, α) στην αρχή της τήρησης της ελεύθερα δοθείσας υπόσχεσης ή, ακριβέστερα, της τήρησης των ελεύθερων συμφωνιών [pacta sunt servanda], β) στην αρχή της υποχρέωσης προς αποζημίωση από την άδικα και υπαίτια προξενηθείσα ζημιά [ΑΚ 914 επ] και γ) στην αρχή της απαγόρευσης αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος άλλου [ΑΚ 904 επ]. Το Δίκαιο σαν θεσμός ρύθμισης των ανθρώπινων σχέσεων δεν απαγορεύει, γενικά τον πλουτισμό ενός ατόμου σε βάρος άλλου, ειδικότερα με βάση το ισχύον οικονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς. Αυτό που απαγορεύει είναι τον πλουτισμό που δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αιτία [αιτία, σκοπό, δηλαδή που να αναγνωρίζει ο νόμος]. Παράδειγμα: όταν ο έμπορος πλουτίζει σε βάρος του πελάτη του επειδή αγοράζει από τον παραγωγό φθηνότερο το αντικείμενο της πώλησης και το πουλάει ακριβότερα σε βάρος του πελάτη του [η διαφορά στην τιμή αγοράς και στην τιμή πώλησης αποτελεί το κέρδος του], θεωρείται νόμιμο αυτό το κέρδος, γιατί το εμπόριο θεωρείται νόμιμη δραστηριότητα. Όταν όμως το κέρδος προέρχεται από απατηλή συμπεριφορά [προϊόν απάτης, ΑΚ 147 επ, ΠοινΚ 386], ο πλουτισμός αυτός δεν είναι νόμιμος και το δίκαιο δεν επιτρέπει την διατήρηση του στον απατήσαντα. Έτσι, το Δίκαιο διατηρεί την απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ των μελών της έννομης τάξης αμβλύνοντας τις αδικίες και τις ανωμαλίες από την οικονομική δραστηριότητα των μελών του χωρίς να πνίγει την επιδίωξη του ατομικού οφέλους που αποτελεί αυτή και την κινητήρια δύναμη μιας κοινωνίας. Ο θεσμός του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν είναι απλά ένας θεσμός του ιδιωτικού δικαίου, εφαρμόζεται ακόμη και στο δημόσιο δίκαιο[1]. Διάκριση από συγγενείς έννοιες. Η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού διακρίνεται από την αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας [ΑΚ 914 επ] κατά τούτο: στην περίπτωση της αποζημίωσης το καταβαλλόμενο χρηματικό ποσό καλύπτει ολόκληρη τη ζημιά του ζημιωθέντος [εξαίρεση αποτελεί η εύλογη αποζημίωση, ΑΚ 387]. Στην αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν καλύπτει όλη τη ζημιά που υφίσταται ο ζημιωθείς αλλά μόνο το ποσό κατά το οποίο πλούτισε ο υπόχρεος [ΑΚ 909]. Στον αδικαιολόγητο πλουτισμό δηλαδή “η μετακίνησις οικονομικής αξίας από του ενός εις τον άλλον λαμβάνεται υπόψιν κατά το αποτέλεσμα της εν σχέσει προς τον πλουτίσαντα και όχι τον ζημιωθέντα”[2]. Δηλαδή, κατά την κρίση μιας διαφοράς απορρέουσα από αδικαιολόγητο πλουτισμό, σημασία έχει το όφελος του πλουτήσαντος και όχι η ζημιά του ζημιωθέντος. Παράδειγμα: ο Α νομίζει, πλανημένα, ότι οφείλει στον Β ορισμένο πράγμα και του το δίδει. Δεν μπορεί ο Α να ζητήσει από τον Β πλήρη αποζημίωση, λ.χ. διαφυγόντα κέρδη [ΑΚ 298] από τη μη χρήση του πράγματος ενόσω αυτό βρισκόταν στην κατοχή του Β. Για να προσδιορίσουμε την υποχρέωση του Β έναντι του Α πρέπει να εξετάσουμε τι απέκτησε ο Β από τον Α που συνίσταται και ο πλουτισμός του. Επομένως, αν ο Β πώλησε το πράγμα στον Γ με μικρότερο τίμημα από την πραγματική αξία του πράγματος, ο πλουτισμός του Β συνίσταται σ¢ αυτό ακριβώς το μικρότερο τίμημα. Αν ο Β δώρισε το πράγμα στον Γ, δεν έχει καμιά ευθύνη απέναντι στον Α αφού δεν είναι πια πλουσιότερος απέναντι του. Άλλο το ζήτημα ότι το Δίκαιο στην περίπτωση αυτή επιτρέπει την αναζήτηση του πράγματος […]
Read moreO μηχανισμός των ειδικών διαδικασιών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
Γράφει ο Ιάσων Ευαγγέλου Με αφορμή μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχα σχετικά με ένα θέμα κλήτευσης, που προέκυψε σε κατ’ έφεση δίκη υπόθεσης αυτοκινητιστικών διαφορών ( άρθρο 681Α ΚΠολΔ), θεώρησα σκόπιμο να εκφράσω κάποιες σκέψεις για την πολυπλοκότητα του μηχανισμού – εύλογος κατά τη γνώμη μου χαρακτηρισμός- των ειδικών διαδικασιών. Με την εισαγωγή του κεφαλαίου των ειδικών διαδικασιών στον ΚΠολΔ, επήλθε ως γνωστόν, μια πολλαπλή μεταρρύθμιση διαδικαστικών διατάξεων της τακτικής διαδικασίας, όχι όμως και στο σύνολό τους. Οι ειδικές διατάξεις, απλά ήρθαν να τροποποιήσουν προς την κατεύθυνση της απλούστερης και ταχύτερης διαδικασίας ορισμένες πτυχές της δίκης. Έκρινε δηλαδή σκόπιμο ο δικονομικός νομοθέτης, για λόγους δημόσιας τάξεως και καλύτερης εξυπηρέτησης των ιδιωτικών συμφερόντων, σε ιδιαίτερα ευαίσθητου και κρίσιμου χαρακτήρα διαφορές, ότι έπρεπε να προκριθεί ο σκοπός της ταχύτητας και της απλούστευσης στην επίλυσή τους. Γι’ αυτό και εισάχθηκαν οι ειδικές διαδικασίες που κατά την ορθότερη γνώμη, την οποία και ασπάζομαι, αποτελούν έναν ιδιαίτερο τύπο δίκης και όχι ένα απλό σύνολο ειδικότερων διατάξεων [ Μπέης], αφού υπάρχουν οι διατάξεις για τις μικροδιαφορές, τη λογοδοσία και τη διανομή (466 επ, 473 επ και 478 επ. ΚΠολΔ αντίστοιχα), που επικρατούν ως ειδικότερες και έναντι των ειδικών διαδικασιών, δεν εισάγουν δηλαδή κάποια άλλη διαδικασία. Συνεπώς οι ειδικές διαδικασίες είναι ένα πλέγμα κανόνων δικαίου που με πυλώνες την ταχύτητα και την απλούστευση, ρυθμίζουν ειδικότερων αντικειμένων δίκες και γι’ αυτό πρέπει να διαχωρίζονται αυτοτελώς από τις άλλες διαδικασίες, τακτική, εκούσια δικαιοδοσία, ασφαλιστικά μέτρα. ΤΟ ΑΡΘΡΟ 591 ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Το πνεύμα του μηχανισμού των ειδικών διαδικασιών, όπως ακριβώς το έθιξα παραπάνω, εκφράζεται στη μοναδική γενική και κατευθυντήρια διάταξη που είναι και το πρώτο άρθρο στο κεφάλαιο των ειδικών διαδικασιών, το άρθρο 591 ΚΠολΔ. Πιστεύω ότι όλα ξεκινούν από την κατανόηση του κανόνα που εισάγει η εν λόγω ρύθμιση για το πως θα λειτουργήσει και θα εργαστεί δικονομικά ένας δικηγόρος σε μια δίκη ειδικής διαδικασίας. Κάποιος θα το θεωρούσε αυτονόητο. Και όμως δεν είναι έτσι, μη αντίληψη ή εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου μπορεί να οδηγήσει σε τραγικά σφάλματα που άνετα θα μπορούσαν να οδηγήσουν και απώλεια της δίκης πχ ένας λάθος υπολογισμός προθεσμίας που αποτελεί το βασικό λάθος πολλών νομικών. Αν διαβάσει κανείς τις διατάξεις των ειδικών διαδικασιών θα παρατηρήσει ότι θέλει συνδυαστική σκέψη και αποκρυστάλλωση των αντικειμενικών υποστάσεων των άρθων 691 επ ΚΠολΔ. Ας δούμε το πραγματικό της παραγράφου 1 του 591 ΚΠολΔ που είναι και η διάταξη που μας ενδιαφέρει: ”Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις αυτές. Αν στις διατάξεις αυτές δεν ορίζεται διαφορετικά”: α) η προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων είναι 30 ημέρες και αν ο κλητευόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους έχει διαμονή στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής, 60 ημέρες πριν από τη συζήτηση. β) οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο γ) όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά δ) οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης μέρας από τη συζήτηση να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν […]
Read moreΟ περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη ως προϋπόθεση επιβολής εκ περιτροπής εργασίας μονομερώς (επισκόπηση νομολογίας)
Γράφει ο Κοκκινογέννης Ιωάννης Επισκόπηση των ορισμένων θέσεων των νομολογίας για την έννοια του «περιορισμού της δραστηριότητας του εργοδότη» ως προϋπόθεσης που πρέπει κατά νόμον να συντρέχει προκειμένου ο εργοδότης να μπορεί να επιβάλει μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας Ερμηνευτικά Σχόλια Η μονομερώς εκ περιτροπής εργασία υπό το φώς του νόμου, είναι η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο. Ωστόσο, πρέπει να συντρέχουν και κάποιες προϋποθέσεις για την επιβολή της μονομερούς εκ περιτροπής εργασίας, οι οποίες είναι οι κάτωθι : περιορισμός των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζόμενων και τέλος η εργασία εκ περιτροπής απασχόλησης που υπερβαίνει τους 9 μήνες είναι παράνομη, δηλαδή το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 9 μήνες μέσα στο ίδιο έτος και για να είναι νόμιμη ( η εργασία) πρέπει να έχει προϋπάρξει ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζόμενων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 240/2006 και του ν. 1767/1988. Σύμφωνα με στοιχεία, η εκ περιτροπής εργασία, εμφανίζεται να έχει υποστεί αλλαγές δύο φορές, πρωτίστως με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010 « Εγγυήσεις για την εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις» και εν συνεχεία με το άρθρο 17 του ν. 3899/2010 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του προγράμματος στήριξης της ελληνικής οικονομίας»1. Αξίζει να σημειωθεί τι δείχνουν τα στοιχεία του ΣΕΠΕ ήδη από το 2010, κάτι το οποίο ειπώθηκε και από την Αυτόνομη Παρέμβαση από την αρχή , « πως η εκ περιτροπής εργασία θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από τους εργοδότες προκειμένου, να εγκλωβίσουν τους εργαζόμενους ανάμεσα στην ανεργία και στη φτώχεια κάνοντας …..χάρη στους εργαζόμενους που δεν τους απολύουν, και μάλιστα χωρίς να διασφαλίζονται στο μέλλον οι θέσεις εργασίας2». Ειδικότερα, η Συνήγορος του Πολίτη, αναφέρεται σε δική της ειδική έκθεση το 2012 σε « επιβολή με μονομερή απόφαση του εργοδότη εκ περιτροπής απασχόλησης, σε γυναίκες εργαζόμενες στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίες επιστρέφουν στην εργασία τους μετά από άδεια μητρότητας…. Οι εργαζόμενες ανέφεραν ειδικότερα ότι η εκ περιτροπής εργασία αφορούσε μόνο αυτές από όλο το προσωπικό της επιχείρησης, ότι η επίκληση οικονομικών δυσκολιών ήταν προσχηματική και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η χρονική διάρκεια της εκ περιτροπής εργασίας ήταν αόριστη». Στοιχεία δείχνουν ότι , το 2010 οι συμβάσεις εργασία πλήρους απασχόλησης αντιπροσώπευαν το 66.9%, το 2011 οι συμβάσεις ίδιου χαρακτήρα αντιπροσώπευαν το 59.7%, και τέλος το 2012 οι ίδιες συμβάσεις αντιπροσώπευαν το 55%. Εν προκειμένω, αντιλαμβάνεται κανείς πως μέσα σε τρία χρόνια αυξήθηκαν κατά το ήμισυ οι συμβάσεις μερικής ή εκ περιτροπής εργασίας3. Ι. Επισκόπηση νομολογίας σε συνδυασμό με την θεωρία Α. Η υπ’αριθ. 12426/2012 Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Η υπόθεση αφορά την λύση που επιλέχθηκε από την εν λόγω εταιρεία, να θέσει τους εργαζόμενους της επιχείρησης της σε εκ περιτροπής εργασία, διάρκειας μία ημέρα την εβδομάδα για το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων και δύο ημερών για 64 εργαζόμενους, αντίκειται στην διάταξη 281 ΑΚ ως καταχρηστική και τούτο διότι συνιστά στην πραγματικότητα εκμηδένιση της απασχόλησης των αιτούντων, εφόσον φαίνεται η δυσαναλογία μεταξύ χρονικών διαστημάτων εργασίας και μη εργασίας τους4. Η προκύπτουσα δυσαναλογία έχει ως αποτέλεσμα την […]
Read moreΑυστηρότερες προϋποθέσεις για την κατάθεση αίτησης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Αυστηρότερες προϋποθέσεις για την κατάθεση αίτησης στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πρόκειται να τεθούν σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2014, με τη θέση σε ισχύ του νέου Κανόνα 47 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου. Αυτή η τροποποίηση των Κανόνων, έτσι σχεδιασμένη ώστε να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα του Δικαστηρίου και να επιταχύνει τη διαδικασία επεξεργασίας των αιτήσεων που απευθύνονται προς αυτό, εισάγει δύο μεγάλες αλλαγές οι οποίες θα καθορίζουν αν μία αίτηση θα οδηγήσει σε συγκρότηση του Δικαστηρίου ή αν θα απορριφθεί χωρίς να εξεταστεί από αυτό. Η πρώτη αλλαγή αφορά στις πληροφορίες και τα έγγραφα που παρέχονται στα Δικαστήριο από τους αιτούντες προκειμένου να είναι αυτό σε θέση να εξετάσει τις αιτήσεις τους και ως εκ τούτου να εκτελέσει τα καθήκοντά του όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά. Στο μέλλον, κάθε αίτηση που αποστέλλεται στο Δικαστήριο θα πρέπει να συμπληρώνεται στο σύνολό της και να συνοδεύεται από αντίγραφα των σχετικών εγγράφων. Όλες οι ελλιπείς αιτήσεις θα απορρίπτονται από το Δικαστήριο. Η δεύτερη αλλαγή αφορά στη διακοπή της προθεσμίας εντός της οποίας μπορεί να κατατεθεί μία αίτηση στο Δικαστήριο, δηλαδή εντός έξι μηνών από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του ανωτάτου εγχώριου δικαστηρίου , το οποίο είχε τη δικαιοδοσία να κρίνει την υπόθεση. Για να διακοπεί η προθεσμία αυτή πλέον, η αίτηση θα πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται με τον Κανόνα 47. Η αίτηση θα πρέπει να σταλεί στο Δικαστήριο, προσηκόντως συμπληρωμένη και συνοδευόμενη από τα σχετικά έγγραφα εντός της προθεσμίας που ορίζει η Σύμβαση. Ελλιπείς αιτήσεις δε θα λαμβάνονται πλέον υπόψη προκειμένου να διακόπτεται η εξάμηνη προθεσμία. Για να επικουρήσει τους αιτούντες στη συμμόρφωση προς τους νέους κανόνες, το Δικαστήριο θα επεκτείνει το εύρος του παρεχόμενου πληροφοριακού υλικού, τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή, και όχι μόνο στις επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης (Αγγλικά και Γαλλικά) αλλά και στις επίσημες γλώσσες των κρατών μελών της Σύμβασης. Ένα νέο και απλοποιημένο έντυπο αίτησης θα είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα του Δικαστηρίου (www.echr.coe.int) από την 1η Ιανουαρίου 2014, μαζί με αρχεία πληροφοριών σχεδιασμένα να βοηθήσουν τους αιτούντες στη συμπλήρωση του εντύπου της αίτησης και στη συμμόρφωση με τους νέους κανόνες. Πηγή: Human Rights Europe
Read moreΑντισυνταγματική η τραπεζική εγγυητική επιστολή για εκτέλεση αποφάσεων κατά του δημοσίου
Μονομερή παραβίαση υπέρ του δημοσίου της συνταγματικά κατοχυρωμένης ισότητας ανάμεσα στους διαδίκους, συνιστά, μεταξύ… άλλων, η νομοθετική διάταξη που προβλέπει ότι για να εκτελεστεί σε βάρος του μη τελεσίδικη δικαστική απόφαση απαιτείται τραπεζική εγγυητική επιστολή. Αυτό έκρινε η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ασχολήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 326 του νόμου 4072/2012, η οποία απαιτεί την ύπαρξη τραπεζική εγγυητικής επιστολής προκειμένου να εκτελεστούν αποφάσεις που υπόκεινται σε ένδικα μέσα. Με το νόμο του 2012, που τροποποίησε παλαιότερο νομοθέτημα (Ν. 3068/2002), και συγκεκριμένα με το άρθρο 326 ορίζεται ότι η εκτέλεση αποφάσεων που δεν είναι αμετάκλητες και μπορούν να δικαστούν σε επόμενο, ανώτερο, βαθμό, από την οποία απορρέει χρηματική υποχρεώση του δημοσίου σε πολίτη, επιχείρηση κ.λ.π, γίνεται μόνο κατόπιν προσκόμισης εγγυητικής επιστολής Τράπεζας. Η ίδια διάταξη ορίζει ότι η εγγυητική επιστολή επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού έκδοσης αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Με την 9/2013 απόφασή της η Διοικητική Ολομέλεια του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου αποφάνθηκε ότι η επίμαχη νομοθετική διάταξη είναι αντισυνταγματική. Χαρακτηριστικά, στην απόφαση αναφέρονται τα εξής: «Οι ρυθμίσεις αυτές δεν είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα. Τούτο, διότι, κατά την κρατήσασα στην Ολομέλεια γνώμη, με τις ρυθμίσεις αυτές εισάγονται, κατά παράβαση των άρθρων 94 παράγραφος 4 και 95 παράγραφος 5 του Συντάγματος, άσχετα με την δίκη εμπόδια στην συνταγματικώς κατοχυρούμενη υποχρέωση εκτέλεσης τελεσίδικης, και άρα εκτελεστής, δικαστικής αποφάσεως, με συνέπεια να μην παρέχεται στον νικήσαντα διάδικο η δυνατότητα να επιδιώξει αποτελεσματικά, χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις, την ικανοποίηση της τελεσιδίκως αναγνωρισθείσης αξιώσεώς του. Η αξίωσή του δε αυτή, καίτοι δικαστικώς αναγνωρισθείσα, θα ικανοποιείται πάντοτε σε μικρότερο, κατ’ αποτέλεσμα, ποσό, αφού θα επιβαρύνεται από την, όχι ασήμαντου ύψους, δαπάνη για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, της οποίας δαπάνης δεν προβλέπεται η επιστροφή ούτε σε περίπτωση που η προς εκτέλεση απόφαση καταστεί στη συνέχεια αμετάκλητη. Επί πλέον, η ρύθμιση αυτή θεσπίζεται κατά παράβαση της αρχής της ισότητος των διαδίκων, μονομερώς υπέρ του δημοσίου. Εξ άλλου, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για νομοθετική παρέμβαση στην εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως, με έννομο αποτέλεσμα απαγγελλόμενο απ’ ευθείας από τον νομοθέτη, ενώ η εν προκειμένω δυνατότητα διορθωτικής παρεμβάσεως του δικαστηρίου περιορίζεται μόνον στο 50% του αμφισβητούμενου ποσού, ακόμη και α ο ιδιώτης τυχόν επικαλείται και αποδεικνύει ότι είναι πλήρως αξιόχρεος». Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι αποφάσεις της Διοικητικής Ολομέλειας του ΣτΕ δεν είναι δεσμευτικές, αλλά έχουν ερμηνευτικό χαρακτήρα προς τους δικαστές του δικαστηρίου, τους νομικούς, κ.λπ. directNEWS.gr
Read moreΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ
ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Δυνάμει του άρθρου 70Β του Ν. 2238/1994 (Κώδικας Φορολογίας Εισιοδήματος), όπως ισχύει μετά το Ν. 4152/2013 (Φ.Ε.Κ. τ. Α’, 107, 9-5-2013) «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής των νόμων 4046/2012, 4093/2012 και 4127/2012», ο υπόχρεος στο φόρο, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Αρχή, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων. Εισήχθη δηλαδή υποχρεωτικό στάδιο διοικητικής επίλυσης στις φορολογικές διαφορές εν γένει, σε αντίθεση με το προγενέστερο καθεστώς, στο οποίο η άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 25 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ενώπιον του διοικητικού (φορολογικού) οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη ήταν υποχρεωτική για τις περιπτώσεις μόνο όπου το προέβλεπε ρητώς ο νόμος. Με την ως άνω διάταξη του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όμως, και την Απόφασης του Γεν.Γραμματέα της Γ.Γ. Δημοσίων Εσόδων ΠΟΛ (1209/6.09.2013), που καθόρισε τις λεπτομέρειες για την εξέταση των προσφυγών αυτών, θεσπίστηκε υποχρεωτικό στάδιο διοικητικής επίλυσης για τις φορολογικές διαφορές καθιστώντας αφενός την άσκηση οποιασδήποτε άλλης διοικητικής προσφυγής κατά των υποκειμένων στην ενδικοφανή προσφυγή πράξεων των φορολογικών αρχών απαράδεκτη και αφετέρου την προσφυγή στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια απαράδεκτη αν παραλειφθεί το διοικητικό αυτό προστάδιο σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 63 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Η υποχρέωση αυτή για άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής εκκινεί για ρητές φορολογικές πράξεις που εκδόθηκαν από 01/08/2013 και εφεξής, ακόμη δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος (στις 01-01-2014) του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας Ν.4174/2013 (ΦΕΚ Α’ 170/26-07-2013) που στο άρθρο 63 θέτει την ενδικοφανή προσφυγή ως αναγκαία προδικασία κάθε φορολογικής διαφοράς και αμφισβήτησης. Η αίτηση-προσφυγή πρέπει να υποβάλλεται από τον υπόχρεο εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της πράξης σ’ αυτόν. Η ενδικοφανής προσφυγή στην αρμόδια φορολογική αρχή από τον υπόχρεο και πρέπει να αναφέρει τους λόγους, τους ισχυρισμούς και τα έγγραφα στα οποία βασίζει το αίτημά του, να περιέχει τα ακριβή του στοιχεία, την προσβαλλόμενη πράξη, τη διεύθυνση στην οποία θα συντελούνται οι κοινοποιήσεις των αποφάσεων, των πράξεων και των λοιπών εγγράφων της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης, τη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τα εν γένει στοιχεία επικοινωνίας του υπόχρεου. Με το έγγραφο της ενδικοφανούς προσφυγής ο υπόχρεος οφείλει να διορίζει αντίκλητο και να αναφέρει τα πλήρη στοιχεία επικοινωνίας με αυτόν (όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, επάγγελμα, διεύθυνση επικοινωνίας, τηλέφωνο, τηλεομοιοτυπία, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο). Ο υπόχρεος ταυτόχρονα με την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής, συνυποβάλλει στην αρμόδια φορολογική αρχή και ηλεκτρονικό φάκελο (σε οπτικό δίσκο – CD ή USB κ.λπ.), στον οποίο περιλαμβάνονται σε μαγνητική μορφή και σε οποιαδήποτε αναγνώσιμη μορφή αρχείου: α) η υποβληθείσα ενδικοφανής προσφυγή, β) η αίτηση αναστολής σε περίπτωση αυτοτελούς υποβολής, γ) τα έγγραφα και δικαιολογητικά που επικαλείται (σε ηλεκτρονικά αρχεία), συνοδευόμενα από υπεύθυνη δήλωση άρθρου 8 ν. 1599/1986, με την οποία δηλώνεται το ακριβές του περιεχομένου των στοιχείων του ηλεκτρονικού φακέλου. Η Φορολογική Διοίκηση, στην οποία κατατίθεται η προσφυγή, αποστέλλει την ενδικοφανή αυτή προσφυγή του υπόχρεου, συνοδευόμενη από σχετικά έγγραφα και τις απόψεις αυτής, εντός επτά (7) ημερών από την υποβολή, στην Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης (Τμήμα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εξόδων), προκειμένου […]
Read moreΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ-ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ
Κοινός λογαριασμός ή κατάθεση σε κοινό λογαριασμό είναι μόνο η διεπόμενη από το Ν. 5638/1932 συμβατική χρηματική κατάθεση- πλέον και η κατάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και άυλων τίτλων- σε τράπεζα, η οποία συνδυαζόμενη με «ανοικτό» (τρέχοντα) λογαριασμό, έχει πλείονες δικαιούχους, έκαστος των οποίων από μόνος του ή μαζί με άλλους δύναται- δικαιούται έναντι της τράπεζας- να κάνει εν όλω ή εν μέρει χρήση του λογαριασμού, χωρίς τη σύμπραξη των υπολοίπων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 ν. 5638/1932 συνάγεται ότι, ως προς την τύχη κοινού τραπεζικού λογαριασμού σε περίπτωση θανάτου ενός από τους συγκαταθέτες, πρέπει να διακριθούν οι ακόλουθες περιπτώσεις: α) Αν δεν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2, ότι δηλαδή μετά το θάνατο κάποιου συγκαταθέτη η κατάθεση και ο λογαριασμός θα περιέλθει αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζώντες, οι κληρονόμοι του καταθέτη δεν υπεισέρχονται έναντι της τράπεζας στη θέση συνδικαιούχου της κατάθεσης με βάση το κληρονομικό τους δικαίωμα, λόγω της σχετικής απαγόρευσης του άρθρου 3 ν. 5638/1932, αλλά απλώς έχουν τo δικαίωμα να απαιτήσουν από τους υπόλοιπους συγκατεθέτες το μέρος εκείνο της κατάθεσης που αντιστοιχεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση την εσωτερική σχέση, β) Αν, αντίθετα έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 ν. 5638/1932, οι κληρονόμοι αποξενώνονται πλήρως από το ποσό της κατάθεσης, το οποίο εξαιρείται από την κληρονομιά και περιέρχεται αυτοδίκαια στους επιζώντες συγκαταθέτες, χωρίς να μπορούν οι κληρονόμοι να αντλήσουν δικαιώματα από την εσωτερική σχέση των τελευταίων με τον κληρονομούμενο. Ωστόσο, για την προστασία των δικαιωμάτων των νομίμων μεριδούχων, ο νομοθέτης διόρθωσε τις δυσμενείς αυτές συνέπειες με το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέσθηκε δωρεά, κρίνεται (προκειμένου για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ) ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά. Έτσι, προστίθεται στην κληρονομία για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας κατά τους όρους του άρθρου 1831 ΑΚ, υπόκειται δε σε ανατροπή ως άστοργος δωρεά κατά το άρθρο 1831 ΑΚ. Αν δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των περί νόμιμης μοίρας διατάξεων, οι κληρονόμοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα πάνω σε ένα τέτοιο λογαριασμό του δικαιοπαρόχου τους (ΑΠ 1393/2011 ΤΝΠ “ΝΟΜΟΣ” ΑΠ 855/2002 ΕλλΔνη 43 (2002) σελ 1700, ΑΠ 540/1998 ΕλλΔνη 40 (1999) σελ. 148, ΑΠ 539/1992 ΕλλΔνη 35 (1994) σελ. 78, ΕφΑθ 7530/1997 ΕλλΔνη 39 (1998) σελ. 1685, ΜΠρΒολου 1215/2003,τνπ “ΝΟΜΟΣ`, Κ. Φουντεδάκη, “Κατάθεση σε κοινό λογαριασμό και προστασία του νόμιμου μεριδούχου”, Αρμ 1997 σελ. 593-601 ιδίως 595, Σ, Ψυχομάνη, “Τραπεζικό δίκαιο Δίκαιο τραπεζικών συμβάσεων”, σελ. 189,1. Βελέντζα, Τραπεζικά δίκαιο, σελ. 135). Μαρία Τζαβέλα
Read moreΠΟΛ.1132/3.12.2003, Διαδικασία χορήγησης προσωρινής άδειας κυκλοφορίας.
ΠΟΛ.1132/3.12.2003 Διαδικασία χορήγησης προσωρινής άδειας κυκλοφορίας. Αθήνα, 3 Δεκεμβρίου 2003 Αριθμ.Πρωτ.: 1109354/1188/Τ.&Ε.ΦΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΕΛΩΝ & ΕΙΔ. ΦOPOΛOΓΙΩN ΤΜΗΜΑ ΒΆΠΟΛ 1132ΘΕΜΑ: Διαδικασία χορήγησης προσωρινής άδειας κυκλοφορίας.Με αφορμή ερωτήματα που τέθηκαν στην Υπηρεσία μας σχετικά με το ανωτέρω θέμα σας γνωρίζουμε τα εξής1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 22 του Ν.2367/1953 , όπως ισχύει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η κυκλοφορία αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας με προσωρινή άδεια κυκλοφορίας και μέχρι δύο (2) μέρες το μήνα. Η προσωρινή άδεια χορηγείται αποκλειστικά και μόνο από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ αφού καταβληθούν τέλη κυκλοφορίας 1,90 Ευρώ για κάθε μέρα, ανεξάρτητα από το είδος του αυτοκινήτου ή της μοτοσικλέτας. Μέχρι τώρα η κατά τα ανωτέρω χορηγούμενη από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. προσωρινή άδεια θεωρείται από τις κατά τόπους Υπηρεσίες Τροχαίας, οι οποίες εκδίδουν Ειδική πινακίδα από χαρτόνι «Μ». 2. Για την απλοποίηση της διαδικασίας χορήγησης των ανωτέρω προσωρινών αδειών και την αποφυγή άσκοπων μετακινήσεων των ενδιαφερομένων κρίνεται αναγκαίο η διαδικασία χορήγησης των αδειών αυτών να ολοκληρώνεται σε μια υπηρεσία του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ., η οποία σύμφωνα με ης ανωτέρω διατάξεις είναι αρμόδια για τη χορήγησή της. Για το λόγο αυτό, από 1ης Μαρτίου 2004 οι Δ.Ο.Υ. οι οποίες χορηγούν τις προσωρινές άδειες θα χορηγούν και ης ειδικές πινακίδες από χαρτόνι «Μ», χωρίς καμία ανάμιξη των Υπηρεσιών της Τροχαίας για θεώρηση ή άλλη ενέργεια. 3. Με την ευκαιρία αυτή υπενθυμίζουμε ότι: α) Με τα έγγραφά μας Μ 739/122/ ΠΟΛ.33/25.2.1982 , Μ 794/248/ ΠΟΛ.87/6.3.1986 , Α 8302/387/ ΠΟΛ.245/17.8.1987 , 1108539/1276/Τ. & Ε.Φ./ ΠΟΛ.1238/25.9.1998 και 1012746/29Τ. & Ε.Φ./ ΠΟΛ.1055/7.2.2002 , έχει διευκρινισθεί, από τη Διοίκηση ότι εξαιρετικές περιπτώσεις για τη χορήγηση της προσωρινής άδειας είναι: Για τα ανάριθμα αυτοκίνητα μόνο για τη μεταφορά τους: – Από τον τόπο αγοράς ή τελωνισμού στον τόπο ταξινόμησης. – Για έλεγχο από το K.T.E.Ο. και – Για μετάβαση σε ειδικά συνεργεία για μετατροπή προσθήκη αμαξωμάτων ή άλλων τεχνικών στοιχείων. Για τα ενάριθμα αυτοκίνητα που βρίσκονται σε ακινησία. – Για δοκιμή, επισκευή ή πώληση αυτών. β) Η προσωρινή άδεια κυκλοφορίας .θα χορηγείται αποκλειστικά και μόνο για μεν τα ανάριθμα αυτοκίνητα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. στη χωρική αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται η επιχείρηση του πωλητή ή ο τελωνειακός χώρος εκτελωνισμού ή ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος του οχήματος, για δε τα ενάριθμα αυτοκίνητα από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. στον οποίο έχει κατατεθεί δήλωση ακινησίας. γ) Το χρονικό διάστημα για το οποίο χορηγείται η προσωρινή άδεια κυκλοφορίας (δύο μέρες το ανώτερο το μήνα) αρχίζει να μετρά από την έναρξη της ημερολογιακής ημέρας για την οποία χορηγείται η άδεια και λήγει με τη συμπλήρωση μίας ή δύο ημερολογιακών ημερών, κατά περίπτωση. δ) Με την επιφύλαξη τυχόν άλλων διατάξεων αρμοδιότητας Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών η οδήγηση του οχήματος, για το οποίο χορηγήθηκε προσωρινή άδεια κυκλοφορίας, επειδή από το νόμο, ( παρ. 7 άρθρο 22 του ν.2367/1953 ) δε γίνεται διάκριση, είναι δυνατή όχι μόνο από τον κύριο του οχήματος αλλά και από τρίτο πρόσωπο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι το αυτοκίνητο κυκλοφορεί αποκλειστικά για τους λόγους τους οποίους εκδόθηκε η προσωρινή άδεια κυκλοφορίας. 4. Από την έκδοση της παρούσας παύει να ισχύει κάθε προηγούμενη αντιθέτου περιεχομένου. judex
Read moreΤο σχέδιο Νόμου για την Αναστολή πλειστηριασμών
Αναστολή πλειστηριασμών 1. α. Από 01.01.2014 και μέχρι 31.12.2014 απαγορεύονται οι πλειστηριασμοί ακινήτων οφειλετών, που χρησιμεύουν ως κύρια κατοικία τους δηλωθείσα ως τέτοια στην τελευταία δήλωση φόρου εισοδήματός τους, εφόσον η αντικειμενική αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει τις 200.000 ευρώ και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της υποπαραγράφου 1β. Το παρόν άρθρο δεν καταλαμβάνει τις οφειλές που α) προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, από διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης είτε β) προέκυψαν από χορήγηση δανείων από Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 16 του ν. 3586/2007, όπως ισχύουν (Α` 151). β. Στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας εμπίπτουν οι οφειλέτες που πληρούν τις ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις: βα) το ετήσιο οικογενειακό τους εισόδημα, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν της αφαίρεσης των κρατήσεων υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων, του φόρου εισοδήματος και της εισφοράς αλληλεγγύης, είναι μικρότερο ή ίσο των τριάντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€35.000) ββ) η συνολική αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους είναι μικρότερη ή ίση των διακοσίων εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (€270.000) και εξ αυτής το σύνολο των καταθέσεων και κινητών αξιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δεν υπερβαίνει τις δέκα πέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000), ρητώς εξαιρουμένων καταθέσεων και κινητών αξιών από συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά προγράμματα. Ειδικά για i) οικογένειες που βαρύνονται φορολογικά με τρία και περισσότερα τέκνα κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 ν. 2238/1994, ii) άτομα με αναπηρία 67% και άνω, και iii) όσους βαρύνονται φορολογικά με άτομα με αναπηρία 67% και άνω, όπως αυτά ανωτέρω προσδιορίζονται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 ν. 2238/1994, τα παραπάνω όρια των σωρευτικών προϋποθέσεων προσαυξάνονται έκαστο κατά ποσοστό 10%. 2. α. Κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού οι οφειλέτες έχουν υποχρέωση υποβολής στο δανειστή με κάθε πρόσφορο μέσο υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/86 (Α΄ 75), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 13 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67), στην οποία αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία του οφειλέτη, λεπτομερή και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας, περιγραφή της πλήρωσης των παραπάνω προϋποθέσεων και λεπτομερής αναγραφή των κινήσεων λογαριασμού που ξεπερνούν το ποσό των χιλίων ευρώ (€1.000) τους τελευταίους είκοσι τέσσερις (24) μήνες πριν την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης. Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης της παρούσας υποπαραγράφου μέχρι 31.01.2014, ή εντός δύο μηνών από την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση αίρεται για τον συγκεκριμένο οφειλέτη και τη συγκεκριμένη οφειλή η απαγόρευση πλειστηριασμού. β. Ο δανειστής κατά τη διάρκεια απαγόρευσης του πλειστηριασμού μπορεί να καλεί τον οφειλέτη να προσκομίσει βα) αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί μετά την 01.01.2007 και φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου για ακίνητα που έχουν αποκτηθεί πριν την 01.01.2007 ββ) βεβαίωση συγκριτικών στοιχείων της αρμόδιας φορολογικής αρχής με αναφορά επί του ποσού του ακινήτου για ακίνητα εκτός του αντικειμενικού προσδιορισμού, βγ) αντίγραφο τελευταίων δηλώσεων Ε1 και Ε9 και βδ) αποδεικτικό έγγραφο βεβαίας χρονολογίας με νωρίτερη ημερομηνία την 20η Νοεμβρίου 2013 σχετικά με το ύψος των καταθέσεων και των κινητών αξιών και, όπου απαιτούνται, βε) βεβαίωση ανεργίας από τον ΟΑΕΔ είτε αντίγραφο της επικαιροποιημένης κάρτας ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, βστ) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, βζ) πιστοποιητικό Α΄/βάθμιας […]
Read more
