Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία του Αστικού Κώδικα 741 επ. – Παραδείγματα φορολογίας
αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία Σύμφωνα με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Εσόδων οι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες του ΑΚ φορολογούνται ως εξής: 1. Σύμφωνα με την 1013044/222/Α0012/ ΠΟΛ.: 1031/7.2.2001 διαταγή μας, ως ακαθάριστο εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις ή ελευθέρια επαγγέλματα των αστικών μη κερδοσκοπικών εταιρειών υποκείμενο σε φόρο θεωρείται μόνο αυτό που προέρχεται από καθαρά εμπορικές δραστηριότητες ή την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος (π.χ. τέλεση δημόσιων θεαμάτων, έκδοση εφημερίδων, προβολή κινηματογραφικών ταινιών, ενοίκια, τόκοι καταθέσεων κτλ.). Αντίθετα, οι συνδρομές \και εγγραφές των μελών, καθώς και οι χορηγίες ή δωρεές προς αυτές, επειδή αποτελούν εισροές κεφαλαιουχικού χαρακτήρα, δηλαδή στερούνται τα εννοιολογικά γνωρίσματα του εισοδήματος, δεν εμπίπτουν στην έννοια των ακαθάριστων εσόδων, για να φορολογηθούν με το άρθρο 10 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Επίσης, τα ποσά των χορηγιών που παρέχονται για την τέλεση δραστηριοτήτων που εκτελούνται από τις εταιρείες αυτές μειώνουν το κόστος αυτών. 2. Κατά τη λειτουργία τους οι αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες βαρύνονται με δαπάνες που συνδέονται με τη γενικότερη λειτουργία τους και δεν μπορούν να βαρύνουν αποκλειστικά την δραστηριότητα (κλάδο) για την οποία φορολογούνται. Οι δαπάνες αυτές όπως για παράδειγμα το ενοίκιο της έδρας, η κατανάλωση ρεύματος, μισθοί προσωπικού γραμματείας – λογιστηρίου κλπ., πρέπει να μερίζονται σε μέρη ανάλογα των αφορολόγητων εσόδων και των ακαθάριστων εσόδων που υπόκεινται σε φορολογία. 3. Περαιτέρω, κατά τον προσδιορισμό των φορολογητέων καθαρών κερδών της εταιρείας, από τα ακαθάριστα έσοδα που υπόκεινται σε φορολογία αφαιρούνται οι δαπάνες που βαρύνουν αποκλειστικά τη φορολογητέα δραστηριότητα της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, καθώς και από τις υπόλοιπες δαπάνες αυτές που με βάση τον παραπάνω μερισμό αντιστοιχούν επί των φορολογητέων ακαθαρίστων εσόδων. 4. Όσον αφορά τις δαπάνες που με βάση τον παραπάνω μερισμό αντιστοιχούν επί των μη φορολογητέων εσόδων, αυτές καλύπτονται από τα έσοδα αυτά, ωστόσο, μόνο κατά το μέρος που τυχόν δεν καλύπτονται από τα έσοδα αυτά θα συμμετέχουν στο αποτέλεσμα (κέρδος ή ζημιά) της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας. Δηλαδή, αν οι δαπάνες που αντιστοιχούν επί των αφορολόγητων εσόδων της εταιρείας είναι μικρότερες από τα έσοδα αυτά, εννοείται δεν θα λαμβάνονται καθόλου υπόψη για τον προσδιορισμό του κέρδους ή της ζημιάς της εταιρείας. 5. Για τη καλύτερη κατανόηση των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, παρατίθεται το ακόλουθο παράδειγμα: Έστω η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία «Ψ» με φορολογητέα ακαθάριστα έσοδα 21.000 ευρώ, έσοδα από συνδρομές -εγγραφές 2.000 ευρώ, δαπάνες εμπορικής δραστηριότητας 15.000 ευρώ και λοιπές κοινές δαπάνες 26.000 ευρώ. Μερισμός δαπανών με βάση φορολογούμενα και αφορολόγητα ακαθάριστα έσοδα: 26.000 Χ 2.000/23.000 = 2.261 ευρώ 26.000 Χ 21.000/23.000 = 23.739 ευρώ Προσδιορισμός κερδών ή ζημιών: Ακαθάριστα Έσοδα φορολογητέα (21.000) – Δαπάνες (15.000 + 23.739 = 38.739) = Ζημία από εμπορική δραστηριότητα 17.739 ευρώ. Επισημαίνεται ότι, επειδή τα αφορολόγητα έσοδα από συνδρομές – εγγραφές (2.000 ευρώ) είναι μικρότερα από το ποσό των δαπανών που αναλογούν σ΄ αυτά (2.261 ευρώ), συνεπώς μόνο η διαφορά των 261 ευρώ θα προστεθεί στη ζημιά που προέρχεται από την εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας, δηλαδή, Σύνολο Ζημιών 17.739 + 261 = 18.000 ευρώ. siamakis
Read moreΝέος Φορολογικός Νομος – Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος – Αρμοδιότητα – Έδρα – Εξουσίες
Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος ορίζεται με τον αναπληρωτή του, εισαγγελικός λειτουργός με βαθμό αντεισαγγελέα εφετών, από εκείνους που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών. Η τοποθέτηση τους διενεργείται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος εκτελεί τα καθήκοντα του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και συνεπικουρείται από τρεις, τουλάχιστον, εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών, εκ των οποίων δύο τουλάχιστον από εκείνους που υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και ένας από εκείνους που υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών θεσσαλονίκης. Οι τελευταίοι ορίζονται από τους διευθύνοντες τις οικείες Εισαγγελίες. Το έργο των αρμόδιων για τα οικονομικά εγκλήματα Εισαγγελέων εποπτεύει και συντονίζει Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που ορίζεται με πλήρη ή μερική απασχόληση από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στα καθήκοντα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, η κατά τόπο αρμοδιότητα του οποίου επεκτείνεται σε όλη την Επικράτεια, ανήκει η εποπτεία, η καθοδήγηση και ο συντονισμός των ενεργειών των γενικών κατά το άρθρο 33 παράγραφος 1 περίπτωση α” του Κ.Π.Δ. και ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, ιδίως δε υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), των Τελωνείων, της Ε.Λ.Υ.Τ. και των φοροελεγκτικών υπηρεσιών, εν γένει, του Υπουργείου Οικονομικών, κατά τη διενέργεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τελέσεως κάθε είδους φορολογικών και οικονομικών εγκλημάτων και οποιωνδήποτε άλλων συναφών, εφόσον αυτά διαπράττονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ή βλάπτουν σοβαρά την εθνική οικονομία. Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος ενημερώνεται για όλες τις καταγγελίες και τις πληροφορίες που περιέχονται στις υπηρεσίες της παραγράφου 3 για εγκλήματα της αρμοδιότητας του, αξιολογεί δε και διερευνά τις πληροφορίες αυτές, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση του, σχετικά με αυτά, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο. Για τη διερεύνηση των υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητα του ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης από τους κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου γενικούς ή ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους. Η δικογραφία που σχηματίζεται μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης διαβιβάζεται στους κατά τόπο αρμόδιους για την ποινική δίωξη εισαγγελείς πρωτοδικών, με την παραγγελία άμεσης άσκησης ποινικής δίωξης. Με σύμφωνη γνώμη του εποπτεύοντος Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που έχει ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από τον κατά τόπο αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, χωρίς να στερείται τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, μετά το πέρας της οποίας ενημερώνεται εγγράφως για την πορεία της. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παραγράφου 1 έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο Δημόσιας Αρχής ή Οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Για τη διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και των εισαγγελικών λειτουργών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, συστήνεται στο Υπουργείο Οικονομικών Γραφείο Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, το οποίο διευθύνεται από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος. Υπηρεσιακή Μονάδα του Γραφείου Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να συστήνεται με απόφαση του […]
Read moreΓνΕισΑΠ – χρόνος υποβολής μηνυτήριας αναφοράς.(21 παρ. 2 ν.2523/1997 – όπως αντικαταστάθηκε από τον 3943/2011)
ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή – 2/2013 Περί της αναδρομικής ή μη ισχύος της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 2, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το Ν 3943/2011. Ι) Με το υπ” αριθμ. πρωτ. 2988 Κ.Δ.Ε/16-1-2013 έγγραφο του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, υποβάλλεται αίτημα παροχής οδηγιών στις διωκτικές υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, περί του εάν η διάταξη του άρθρου 21 παρ.2 εδάφιο α περίπτωση αα του Ν 2523/1997, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 3 παρ.2 εδάφιο θ του Ν.3943/2011, έχει ή όχι αναδρομική ισχύ και επί περιπτώσεων κακουργηματικής φοροδιαφυγής (στην φορολογία εισοδήματος) τελεσθεισών πριν από την ισχύ του Ν.3943/2011. Σχετικά με το ζήτημα αυτό το οποίο είναι γενικότερου ενδιαφέροντος ως συναπτόμενο άμεσα με τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ασκείται εγκύρως ποινική δίωξη σε διάφορες περιπτώσεις φοροδιαφυγής, η γνώμη μας είναι η εξής: II) Με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν 2523/1997, όπως αυτό ίσχυε μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 12 παρ.3 του Ν 2753/1999, οριζόταν ότι η ποινική δίωξη επί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής ασκείτο αυτεπάγγελτα και δεν άρχιζε πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που τυχόν είχε ασκηθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου, ή, σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Κατ” εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του ιδίου νόμου που αφορούσαν την έκδοση πλαστών ή εικονικών και την αποδοχή ή νόθευση εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείτο άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και την μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ (ως τέτοιου νοουμένου του προϊσταμένου της Δ.Ο Υ ένθα έχει τη έδρα της η επιχείρηση κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος τούτου) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του Ν 2343/1995. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, σύμφωνα με το επόμενο εδάφιο της ίδιας παραγράφου , η μηνυτήρια αναφορά υποβαλλόταν εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της απόφασης επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων , ανεξάρτητα από το εάν κατά της απόφασης αυτής είχε ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου. Με το άρθρο 40 παρ.1 του Ν.3220/2004 (Φ.Ε.Κ Α 15/28-1-2004) προστέθηκε εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 19 του Ν.2523/1997, με το οποίο ορίστηκε ότι «ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.», ενώ με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου του ως άνω νόμου , προστέθηκε εδάφιο τελευταίο στην παράγραφο 2 του άρθρου 21 του Ν 2523/1997, ως εξής: «ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, […]
Read moreΦοροδιαφυγή-φπα-εισόδημα-χρέη. Οι ποινές που προβλέπονται για τη φοροδιαφυγή, τη μη απόδοση ΦΠΑ, τα εικονικά φορολογικά στοιχεία και τα χρέη προς το δημόσιο σύμφωνα με το ΝΟΜΟ.
φοροδιαφυγή-φπα-εισόδημα-χρέη-ποινές Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια οι ποινές για τη Φοροδιαφυγή έχουν γίνει πολύ αυστηρές σε σημείο να προφυλακίζεται πολύς κόσμος ο οποίος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχει χρέη στην εφορία του. Με το παρόν άρθρο θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε τις ποινές ανά κατηγορία αδικήματος αναφορικά με τη φοροδιαφυγή από το εισόδημα, την μη απόδοση ΦΠΑ και τα εικονικά τιμολόγια σύμφωνα με το νόμο 2523/1997, 1882/1990, 3943/2011, 3220/2004, 3842/2010, 4013/2011 και 4072/2012 και 4043/2012. Εισόδημα – Υποβολή ανακριβούς δήλωσης – αποφυγή φόρων – μη υποβολή δήλωσης.φοροδιαφυγή-φπα-εισόδημα-χρέη-ποινές όσον αφορά το αδίκημα της φοροδιαφυγής για την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ή αντίστοιχα για τη μη υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος ή αποφυγής φόρων για σκάφη, για ποσά άνω 15.000 ευρώ και μέχρι 150.000 ευρώ απειλείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους και δικάζεται από τα πλημμελειοδικεία της χώρας. Εκείνο που είναι σημαντικό να ξεκαθαριστεί είναι ότι το ποσό προκύπτει από τα καθαρά εισοδήματα που δεν δηλώθηκαν ανά διαχειριστική περίοδο. Για ποσά άνω των 150.000 ευρώ σύμφωνα με το νόμο 3943/2011 είναι κακούργημα και απειλείται με ποινή κάθειρξης (5-20 έτη) από κάθειρξη μέχρι 10 έτη που ίσχυε προηγουμένως. Εδώ η υπόθεση παραπέμπεται σε ανακριτή και ελλοχεύει ο κίνδυνος της προσωρινής κράτησης εφόσον βέβαια πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις και υπάρχει σύμφωνη γνώμη ανακριτή εισαγγελέα στην κάθε περίπτωση. ΦΠΑ – Μη απόδοση – ανακριβή δήλωση – εικονικά παραστατικά για επιστροφή ΦΠΑ – εξαπάτηση ως προς την επιστροφή. (φοροδιαφυγή-φπα-εισόδημα-χρέη-ποινές)φοροδιαφυγή-φπα-εισόδημα-χρέη-ποινές Οι ποινές που προβλέπονται για τις φορολογικές παραβάσεις που αφορούν τον ΦΠΑ (τα ποσά υπολογίζονται σε ετησίως) κατηγοριοποιούνται ως εξής: Α) Για ποσά μέχρι 3.000 ευρώ – φυλάκιση έως 5 έτη και δικάζεται από το πλημμελειοδικείο. Β) για ποσά από 3.000 – 75.000 ευρώ – φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτος έως και 5 έτη. Δηλαδή οι ποινές ξεκινού από τους 12 μήνες φυλάκισης για ποσά ακόμη και 3.000,01 ευρώ και δικάζονται από το πλημμελειοδικείο. Γ) για ποσά από 75.000 ευρώ και άνω – κάθειρξη 5-20 έτη αντί για έως 10 έτη κάθειρξη που προβλεπόταν – η διαδικασία περνάει από ανακριτή και υπάρχει κίνδυνος προσωρινής κράτησης, ενώ οι υποθέσεις δικάζονται από τα εφετεία κακουργημάτων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα της συρροής των εγκλημάτων, οπου σε αυτή τη περίπτωση γίνεται διαχωρισμός των ποσών ανάλογα με τη κατηγορία που εμπίπτουν. Εικονικά φορολογικά στοιχεία του άρθρου 40 παρ. 1 Ν. 3220/2004 και των τροποποιήσεων από τους ν. 3842/2010, και 3943/2011. φοροδιαφυγή-φπα-εισόδημα-χρέη-ποινές Σε αυτή τη περίπτωση ισχύουν οι ποινές: Α) για ποσά από 3.000 – 150.000 ευρώ το έγκλημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και δικάζεται από τα πλημμελειοδικεία. Β) για ποσά από 150.000 και άνω επιβάλλεται κάθειρξη 5-20 έτη και δικάζεται από α εφετεία κακουργημάτων. Γ) για ποσά άνω των 235.000 ευρώ επιβάλλεται και το κλείσιμο της επιχείρησης παράλληλα με τις ανωτέρω ποινές. Μη καταβολή χρεών στο δημόσιο του άρθρ. 25 Ν. 1882/1990 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από 31.3.2011 και δικάζεται από τα πλημμελειοδικεία της χώρας. φοροδιαφυγή-φπα-εισόδημα-χρέη-ποινές Α) Για ποσά από 5.000 – 10.000 ευρώ φυλάκιση το πολύ 1 έτος Β) για ποσά από 10.000 – 50.000 ευρώ φυλάκιση τουλάχιστον 6 μήνες – 5 έτη. Γ) για ποσά από 50.000 – 150.000 ευρώ φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτος – 5 έτη. […]
Read moreΔιοικητικές Προσφυγές: Καταργείται η άμεση προσφυγή στη δικαιοσύνη – Η Γενική Γραμματεία Εσόδων υποκαθιστά τα Διοικητικά δικαστήρια της χώρας – Επιβολή ενδικοφανούς προσφυγής για φορολογικές υποθέσεις – Νομικός και Ουσιαστικός έλεγχος της υπόθεσης και δικαιοδοτική κρίση από επιτροπή του Υπουργείου σε διοικητικές προσφυγές – Υποχρεωτική καταβολή του 50% της οφειλής από το φορολογούμενο χωρίς αναστολή της εκτελεστότητας της πράξης
διοικητικές προσφυγές Από επιτροπή θα εξετάζονται οι υποθέσεις τον φορολογουμένων για φοροδιαφγή αντί για τα διοικητικά δικαστήρια. Πρωτοφανή περιορισμό της ελευθερίας του κάθε πολίτη να προσφύγει στη δικαιοσύνη (κόντρα σε κάθε Συνταγματική επιταγή) έβαλε απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών σε συνέχεια ψηφισθέντος νόμου (4152/2013) για το ζήτημα των προστίμων της εφορίας για φοροδιαφυγή. Αδιαμαρτύρητα και από 1-8-2013 η δικαιοδοτική κρίση ενός δικαστηρίου αντικαθίσταται από μια επιτροπή του υπουργείου οικονομικών η οποία ονομάζεται «Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης» Ο νόμος και η συγκεκριμένη απόφαση υποχρεώνουν τα διοικητικά δικαστήρια της χώρας να απορρίπτουν όλες τις προσφυγές εναντίον της εφορίας ως απαράδεκτες εάν πρώτα το ζήτημα δεν έχει εξεταστεί «νομικά και ουσιαστικά» από την επιτροπή του υπουργείου. Η άσκηση οποιασδήποτε άλλης διοικητικής προσφυγής κατά των υποκειμένων στην ενδικοφανή προσφυγή πράξεων των φορολογικών αρχών, είναι απαράδεκτη. Η ενδικοφανής αυτή προσφυγή όπως ονομάζεται θα κατατίθεται στην εφορία, η οποία είναι υποχρεωμένη να την προσκομίζει το ταχύτερο δυνατό στην επιτροπή η οποία πρέπει να εκδίδει απόφαση εντός 60 ημερών. Θα πρέπει να ανακοινώσουν όμως σε ποια χώρα εφαρμόζεται αυτό το σύστημα γιατί στην Ελλάδα οι παραπάνω προθεσμίες ακούγονται σαν όνειρο θερινής νυχτός, δεδομένου ότι οι εφορίες δεν έχουν προσωπικό και ο φόρτος εργασίας είναι τεράστιος με τις εκκαθαρίσεις δηλώσεων. Ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή ο υποδιευθυντής Επανεξέτασης, εφόσον ο τελευταίος εξουσιοδοτείται σχετικώς, εκδίδει και κοινοποιεί αιτιολογημένη απόφαση μετά από εισήγηση του ορισθέντος ή των ορισθέντων υπαλλήλων, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της ενδικοφανούς προσφυγής. Ειδικά, στην περίπτωση των ενδικοφανών προσφυγών που υποβάλλονται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέχρι τις 28.2.2014, η προθεσμία έκδοσης και κοινοποίησης στον υπόχρεο της απόφασης, επεκτείνεται σε εκατόν είκοσι (120) ημέρες. Βέβαια θα δίδεται η δυνατότητα στον φορολογούμενο να θεωρεί ότι η ενδικοφανής προσφυγή του έχει απορριφθεί εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την έκδωση απόφασης από την επιτροπή. Με μεγάλη βεβαιότητα θεωρούμε ότι σε μόνιμη βάση η επιτροπή δεν θα εκδίδει αποφάσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας από το νόμο. Εάν εντός της κατά τα ανωτέρω προβλεπόμενης προθεσμίας, δεν εκδοθεί ή δεν έχει κοινοποιηθεί η απόφαση στον υπόχρεο, τότε θεωρείται ότι η ενδικοφανής προσφυγή έχει απορριφθεί από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης και ο υπόχρεος έχει λάβει γνώση αυτής της απόρριψης κατά την εκπνοή της ανωτέρω προθεσμίας. ΠΡΟΣΟΧΗ!!! κανείς δεν αναφέρει το παράθυρο που ανοίγει ο νόμος σε βάρος των φορολογουμένων!!! Το πρώτο διάστημα εφαρμογής του νόμου, η επιτροπή θα έχει το δικαίωμα να απαντά σε 120 ημέρες. Δηλαδή ο φορολογούμενος θα καταθέτει της ενδικοφανή προσφυγή και θα περιμενει από την επιτροπή να κάνει έλεγχο νομικό και ουσίας της υπόθεσης. Ας υποθέσουμε ότι σε 120 ημέρες δεν θα εκδοθεί απόφαση οπότε θεωρείται από το νόμο ότι ήταν απορριπτική. Τότε λέει ο νόμος δίδεται η δυνατότητα στο φορολογούμενο να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Το εύλογο ερώτημα όμως που δημιουργείται; Τι μέτρα θα έχει επιβάλλει η εφορία για την είσπραξη του ποσού μέσα σε αυτή τη προθεσμία την οποία η ίδια έχει αφήσει να παρέλθει άπρακτη; Μέτρα αναγκαστικής είσπραξης όπως δέσμευση λογαριασμών, μισθών, καταθέσεων, κατασχέσεις, πλειστηριασμούς και κάθε άλλο μέτρο που είναι εφικτό. Πως θα γνωρίζει η εφορία τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων; Με την κατάθεση της αίτησης ο φορολογούμενος είναι υποχρεωμένος να καταθέσει […]
Read moreΔρακόντειος ο νόμος για την φοροδιαφυγή
Αυτόφωρο και φυλάκιση έως και 20 χρόνια για μεγαλοοφειλέτες, προβλέπει το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο παρουσίασε στο υπουργικό συμβούλιο ο Υπουργός Οικονομικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Εξειδικεύοντας τα μέτρα ο κ. Παπακωνσταντίνου ανακοίνωσε ότι το νομοσχέδιο προβλέπει την επιβολή αυτόφωρου για την μη καταβολή βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο για διάστημα πάνω από τέσσερις μήνες, για την παράλειψη ή μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ. Παράλληλα, αυξάνει ως και τα 20 χρόνια κάθειρξης τις ποινές που θα επιβάλλονται για φοροδιαφυγή πάνω από τα όρια που αυτή θεωρείται κακούργημα. Σημειώνεται ότι κακούργημα θεωρείται σήμερα η μη απόδοση ΦΠΑ πάνω από 75.000 ευρώ και εισοδήματος πάνω από 150.000 ευρώ. Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τις βασικές διατάξεις του νομοσχεδίου: 1. Θεσπίζεται τριετές Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αντιμετώπισης της Φοροδιαφυγής, το οποίο θα περιέχει συγκεκριμένες δράσεις και μετρήσιμους στόχους. Το πρώτο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα θα δημοσιοποιηθεί από το Υπουργείο Οικονομικών μέχρι τέλος Μαρτίου 2011. Το Πρόγραμμα θα εγκρίνεται με απόφαση της αρμόδιας Κυβερνητικής Επιτροπής για την Αντιμετώπιση της Φοροδιαφυγής, την οποία θα απαρτίζουν οι Υπουργοί Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Προστασίας του Πολίτη και Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας. 2. Καθιερώνεται ο θεσμός του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ο οποίος είναι ανώτερος εισαγγελικός λειτουργός και έχει κατά προτεραιότητα αρμοδιότητα σε ολόκληρη τη χώρα να διενεργεί προανακριτικές πράξεις, καθώς και να εποπτεύει, να συντονίζει και να καθοδηγεί τη διενέργεια ανακριτικών πράξεων από τους γενικούς ή ειδικούς ανακριτικούς υπαλλήλους (υπαλλήλους ΣΔΟΕ τελωνείων και φοροελεγκτικών υπηρεσιών). Ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος θα συντονίζει και θα κατευθύνει τα στάδια της προδικασίας, δηλαδή της ουσιαστικής έρευνας των οικονομικών εγκλημάτων από όλες τις συναρμόδιες διωκτικές αρχές, έτσι ώστε οι φάκελοι της δικογραφίας που παραλαμβάνουν οι “Οικονομικοί Εισαγγελείς” των κατά τόπους Εισαγγελιών να είναι πλήρεις. 3. Αλλάζει το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με ποινικά αδικήματα της φοροδιαφυγής να τιμωρούνται άμεσα και αποτελεσματικά έτσι ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερη φορολογική συμμόρφωση. Ειδικότερα: Θεσπίζονται ως διαρκή και επομένως, ως συνεχή αυτόφωρα, τα ακόλουθα αδικήματα: της μη καταβολής βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, με χρόνο τέλεσης του αδικήματος το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η πράξη στην περίπτωση αυτή μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται στο Δημόσιο εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό, της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος και της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση Φ.Π.Α και λοιπών παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών, με χρόνο τέλεσης αυτών το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Αυξάνονται οι πλημμεληματικές ποινές της μη καταβολής βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο. Αυξάνονται οι κακουργηματικές ποινές που σχετίζονται με φοροδιαφυγή (πλην των ληξιπροθέσμων) από κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, σε κάθειρξη μέχρι είκοσι έτη. Η ποινική δίωξη δεν αρχίζει για καμία από τις περιπτώσεις των αδικημάτων αυτών, αν αυτός κατά του οποίου πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη έχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, κατά του Δημοσίου, ποσού ίσου ή μεγαλύτερου από αυτό για το οποίο διώκεται. Στα […]
Read moreΟι ποινές που προβλέπει ο νέος φορολογικός νόμος 3943/2011
Tις ποινές που προβλέπει ο νέος φορολογικός νόμος για όσους έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη προς το δημόσιο, ή διαπράττουν το αδίκημα της φοροδιαφυγής με τη μη καταβολή φόρου εισοδήματος ή τη μη απόδοση ΦΠΑ, καταγράφει σε αναλυτικό σημείωμά του το υπουργείο Οικονομικών. Θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως, ως συνεχές αυτόφωρο, το αδίκημα της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, αλλά με χρόνο τέλεσης του αδικήματος το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών από τότε που έγιναν ληξιπρόθεσμα μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου ίσου με το 1/3 της προθεσμίας παραγραφής. Το νέο φορολογικό νομοσχέδιο ψηφίσθηκε επί της αρχής στην επιτροπή οικονομικών της Βουλής. Ειδικότερα οι ρυθμίσεις και οι ποινές του νέου φορολογικού νομοσχεδίου είναι οι ακόλουθες: ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΑ Θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως, ως συνεχές αυτόφωρο, το αδίκημα της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο, αλλά με χρόνο τέλεσης του αδικήματος το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών από τότε που έγιναν ληξιπρόθεσμα μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου ίσου με το 1/3 της προθεσμίας παραγραφής. Δηλαδή για χρονικό διάστημα 20 μηνών από τότε που παρήλθε χρόνος 4 μηνών από την ημερομηνία που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα (Παράδειγμα: χρέος που έγινε ληξιπρόθεσμο την 31-1-2011. Από την 1-6-2011 αρχίζει να «μετράει» το 20μηνο του αυτοφώρου που λήγει στις 28-3-2012). Αυξάνονται οι ποινές: Μέχρι 5.000 ευρώ δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα Από 5.000 – 10.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση έως 1 έτος. Από 10.000 – 50.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση 6 τουλάχιστον μήνες. Από 50.000 έως 150.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση 1 τουλάχιστον έτος. Από 150.000 ευρώ και άνω, επιβάλλεται φυλάκιση 3 τουλάχιστον έτη. Εάν το ποσό που οφείλεται στο Δημόσιο εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό, η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη. Πώς ασκείται η ποινική δίωξη Ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου υποβάλει αίτηση με πίνακα χρεών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου, ο οποίος ασκεί την ποινική δίωξη. Αν δεν υποβληθεί τέτοια αίτηση, δεν ασκείται ποινική δίωξη. Αν η αίτηση υποβληθεί μέσα στο χρονικό διάστημα των 20 μηνών που το αδίκημα είναι αυτόφωρο, ο εισαγγελέας κρίνει κατά πόσο θα τον παραπέμψει να δικαστεί με την αυτόφωρη διαδικασία δηλαδή χωρίς καμία προδικασία στο ακροατήριο του μονομελούς ή του τριμελούς πλημμελειοδικείου, ανάλογα, συνήθως σε δικάσιμο μετά από 15 ημέρες. Αν υποβληθεί αίτηση, αλλά έχει παρέλθει το 20μηνο του αυτοφώρου, τότε ο εισαγγελέας εάν δεν διατάξει προανάκριση, μπορεί να παραπέμψει τον κατηγορούμενο με κλητήριο θέσπισμα απευθείας στο ακροατήριο. ΑΔΙΚΗΜΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ ΣΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ Θεσπίζεται ως διαρκές και επομένως ως συνεχές αυτόφωρο, το αδίκημα της φοροδιαφυγής με την παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος, εφόσον από την παράλειψη ή των ανακρίβεια της δήλωσης δεν αποδόθηκε ο οφειλόμενος φόρος. Μέχρι 15.000 ευρώ δεν υπάρχει ποινικό αδίκημα. Από 15.000 – 150.000 ευρώ, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον 1 έτους. Από 150.000 ευρώ και άνω, επιβάλλεται από 5 ως 20 χρόνια κάθειρξη. Χρόνος τέλεσης του αδικήματος αυτού είναι το χρονικό διάστημα από την ημέρα κατά την οποία για πρώτη φορά όφειλε να ενεργήσει ο υπαίτιος μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής, δηλαδή στα πλημμελήματα 20 μήνες και στα κακουργήματα 5 χρόνια από τότε που παρέλειψε να υποβάλει ή υπέβαλε […]
Read moreΠοινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο – Νέος φορολογικός νόμος 3943/2011
Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο Α) Ν. 1882/1990 (22/23-3-1990). Το άρθρο 25 παρ.1 Ν.1882/1990 στην αρχική του μορφή (ισχύς από 23-3-1990 μέχρι 31-12-1997) είχε ως εξής: α) Άρθρο 25 (Ν. 1882/1990 αρχική μορφή) 1. Η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ` όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) Τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και δύο τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά. β) Έξι τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και τεσσάρων τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτομένων φόρων και το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά γ) Ενός τουλάχιστον έτους προκειμένου περί παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων και έξι τουλάχιστον μηνών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά, εφ` όσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, είναι μεγαλύτερο από ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές προκειμένου περί παρακρατουμένων ή επιρριπτόμενων φόρων και του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) δραχμών προκειμένου περί των λοιπών φόρων και χρεών γενικά. Η παραβίαση της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής δύναται να κριθεί ατιμώρητος εφ` όσον η καθυστέρηση οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας και το οφειλόμενο ποσό καταβληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Κατά το χρόνο ισχύος της άνω διατάξεως στην αρχική της μορφή, η διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ (κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα) είχε ως εξής: ΄΄Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.΄΄ Δεν ήταν επομένως δυνατόν σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του άρθρου 98 ΠΚ να ληφθεί υπόψη το σύνολο των επιμέρους ληξιπρόθεσμων οφειλών για την στοιχειοθέτηση του απαιτούμενου ποσού της κάθε περίπτωσης (αν λ.χ. υπήρχαν 10 οφειλές 105.000 δρχ. η κάθε μία δεν μπορούσε να γίνει υπαγωγή στην περ.γ΄ αρθρ. 25 παρ.1 αλλά υπήρχε τέλεση του ποινικού αδικήματος της ανωτέρω περιπτώσεως α΄ κατ΄ εξακολούθηση ή εάν υπήρχαν 10 οφειλές των 12.000 δρχ. η κάθε μία δεν υπήρχε ποινικό αδίκημα ). Το ίδιο επίσης ισχύει για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 (έναρξη ισχύος άρθρου 23 παρ.1 Ν. 2523/1997 που αντικατέστησε την παρ.1 άρθρου 25 Ν. 1882/1990) μέχρι και 2-6-1999. Με το νόμο 2721/1999 (αρθρ.14), που ισχύει από 3-6-1999 το άνω κείμενο […]
Read moreΔιαδικασία κοινοποίησης κατασχετηρίων για την επιβολή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων
ΦΕΚ B 3099/2013 ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ Αριθμ. ΠΟΛ: 1257 (1) Διαδικασία κοινοποίησης κατασχετηρίων για την επιβο− λή κατάσχεσης απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων και δήλωσης αυτών με ηλεκτρονικά μέσα κατ’ εφαρμογή των άρθρων 30Α και επόμενα του Ν.Δ. 356/1974 (Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων). http://www.ministryofjustice.gr/site/kodikes/%CE%95%CF%85%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF/%CE%9A%CE%A9%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%A3%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%95%CE%A9%CE%A3%CE%94%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%99%CE%A9%CE%9D%CE%95%CE%A3%CE%9F%CE%94%CE%A9%CE%9D/tabid/255/language/el-GR/Default.aspx Αρθρο: 30 Ημ/νία: 01.01.2002 Ημ/νία Ισχύος: 01.07.1974 Περιγραφή όρου θησαυρού: ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ Τίτλος Αρθρου Κατάσχεσις εις χείρας τρίτων Λήμματα Κατάσχεση σε χέρια τρίτων Σχόλια Αντικειμενό της μπορεί να είναι και απαίτηση υπό αίρεση ή προθεσμία, προσδιοριστέα κατ’είδος και οφειλέτη κατά το χρόνο επιβολής, όχι δε απαραίτητα κατά ποσό (π.χ αποζημίωση εκμισθωτή προς μισθωτή για καταγγελία σύμβασης μίσθωσης). ΕφΑθ 3416/1990, ΕλλΔνη 32/1206. Η εντός ” ” παρ. 4 του παρόντος άρθρου προστέθηκε και οι παρ. 4 και 5 αναριθμήθηκαν σε 5 και 6, αντιστοίχως του παρόντος άρθρου, με την παρ. 2 του άρθρου 41 του ν. 2648/98 (Α’ 238), ισχύουν δε από 22.10.1998. – Η εντός ” ” παρ. 5 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με την περ. στ του άρθρου 18 του Ν. 2948/2001 (Α 242), και σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 28 του ίδιου ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2002. Κείμενο Αρθρου Γ’ ΚΑΤΑΣΧΕΣΙΣ ΚΙΝΗΤΩΝ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΩΝ 1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και ε) χρονολογίαν και υπογραφήν του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ’ αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, τα δε παρ’ αυτώ ευρισκόμενα κινητά πράγματα παραδώση εις τον εν τω κατασχετηρίω οριζόμενον συμβολαιογράφον ή φύλακα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των εν άρθροις 14-19 και επόμενα του παρόντος Ν.Διατάγματος οριζόμενα. Εάν τα πράγματα ταύτα συνίστανται εις ξένα νομίσματα ή χρεώγραφα παραδίδονται εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων, επί εκδόσει γραμματίου παρακαταθήκης υπέρ του Δημοσίου εξοφλουμένου εντολή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου όστις εν συνεχεία τρέπει τα ξένα νομίσματα εις εγχώριον νόμισμα ή εκποιεί τα χρεώγραφα κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις. Εν περιπτώσει μη συμμορφώσεως ο εις χείρας ούτινος η κατάσχεσις υποχρεούται προς τούτο και δια προσωπικής κρατήσεως ανεξαρτήτως εάν είχε τοιούτον κατ’ αυτού δικαίωμα ο πιστωτής του οφειλέτης του Δημοσίου. 3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα ουδέ δύναται να συμψηφίση προς ανταπαιτήσεις του μεταγενεστέρας της κατασχέσεως, της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως. “4. Η κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ποσό ή ποσοστό, μετά από αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε.” “5. Εάν η αξία των κατασχεθέντων κινητών πραγμάτων δεν υπερβαίνη το ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, πάσα άλλη μεταγενεστέρα κατάσχεσις, πλην των υπό του Δημοσίου και δια τα προς αυτό οφειλόμενα ποσά επιβαλλομένων, είναι αυτοδικαίως άκυρος”. 6. Η κατάσχεσις […]
Read moreΟι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους
Οι κυριότερες ανακοπές των άρθρων 933 και 936 ΚπολΔ – Ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους γράφει η Δούφου Αθηνά – Μαρκία Η σπουδαιότητα της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, έγκειται κυρίως στην προσβολή της ιδιοκτησίας του οφειλέτη μέσω του κρατικού καταναγκασμού, προς ικανοποίηση αξιώσεων του δανειστή[1], καθώς αυτός δεν έχει δικαίωμα στην αυτοδίκαιη προστασία του ουσιαστικού του δικαιώματος. (α. 20 παρ. 1 Σ, α.6 παρ. ΕΣΔΑ). Για τον λόγο αυτό, στα πλαίσια της δικαιοδοτικής λειτουργίας του Κράτους, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει ανατεθεί σε όργανα εκτός των δικαστηρίων, δηλαδή σε κρατικά εκτελεστικά όργανα, όπως είναι ο συμβολαιογράφος και ο δικαστικός επιμελητής, τα οποία διατάσσονται από το Δικαστήριο να προβούν στην εκτέλεση του εκδοθέντος τίτλου. [2] Ο ρόλος όμως του δικαστηρίου δεν μπορεί και δεν πρέπει να τελειώνει στην διάγνωση του ουσιαστικού δικαιώματος για πολλούς λόγους. Καταρχήν, ο δανειστής προελαύνει έναντι του οφειλέτη με αρωγό τα δημόσια όργανα εκτέλεσης δίχως αυτά να έχουν την δυνατότητα ή την υποχρέωση διάγνωσης ουσιαστικών ή δικονομικών ελαττωμάτων της αρχόμενης διαδικασίας. Συνοδευόμενο δε και με την λογική ότι ο οφειλέτης δέχεται κρατικό εξαναγκασμό, ακόμα και χωρίς προηγούμενη συζήτηση, κατά την οποία να μπορεί να αντιλέξει, όπως στην διαταγή πληρωμής (άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ), πρέπει να του δίνεται η δυνατότητα να προβάλει τις αντιρρήσεις του ακόμα και ως προς αυτό το ουσιαστικό δικαίωμα, την ικανοποίηση του οποίου επιδιώκει ο δανειστής. Περαιτέρω, βασική αρχή της αναγκαστικής εκτελέσεως επιτάσσει ότι καμία πράξη της διαδικασίας δεν είναι άκυρη από μόνη της αλλά ακυρούται μετά από προβολή των λόγων ακυρότητας αυτής και έκδοση αποφάσεως που να την απαγγέλλει. Αυτή είναι η έννοια της «δικονομικής ακυρότητας» (ΑΚ 159), διαφοροποιούμενης από την έννοια της ακυρότητας κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η οποία επέρχεται αυτοδικαίως και δεν έχει ανάγκη προηγούμενης προβολής.[3] Για αυτό ο νομοθέτης θέσπισε ένα πλέγμα διατάξεων στο αντίστοιχο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες καλύπτουν την άμυνα των παραγόντων, με πρακτικότερη σημασία όλων τις ανακοπές του άρθρου 933 (Αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης ) και 936 ( Ανακοπή Τρίτου) ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ: ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ Ενεργητική νομιμοποίηση: Η ενεργητική νομιμοποίηση στην ανακοπή του 933 του καθ’ ου η εκτέλεση δεν εδράζεται μόνο στο άρθρο αυτό. Αυτή εδράζεται και στο άρθρο 583 ΚΠολΔ [4], που βρίσκεται στις γενικές διατάξεις των ενδίκων μέσων (ΚπολΔ 495 επ.). Ως εκ τούτου αποκλείεται από την άσκηση της ανακοπής αυτής ο επισπεύδων, αλλά και υποδεικνύεται ότι όπου δεν ρυθμίζεται ειδικά κάποια ανακοπή κατά της εκτέλεσης, τότε είτε ρητά παραπέμπει ο νομοθέτης στο α. 583 ΚΠολΔ ή σιωπηρά έχουν αναλογική εφαρμογή. Βέβαια, καθ’ ου η εκτέλεση είναι ένας όρος που συναντάται στην αναγκαστική εκτέλεση τόσο με στενή έννοια, περιλαμβάνοντας μόνο τον οφειλέτη, που βάσει του τίτλου είναι ο υπόχρεος προς εξόφληση, όσο και με την ευρεία έννοια. Στην ευρεία έννοια εντάσσονται όλα εκείνα τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται παθητικά όταν επισπεύδεται εναντίον τους αναγκαστική εκτέλεση (άρθρα 919, 920)[5]. Επίσης πρόσωπα που υποκαθιστούν τον οφειλέτη[6]. Μάλιστα, στην περίπτωση που νομιμοποιούνται περισσότερα πρόσωπα για την άσκηση της ανακοπής, δύνανται, εφόσον οι λόγοι της ανακοπής και η πράξη εκτέλεσης κατά της οποίας αυτή στρέφεται είναι οι ίδιοι για όλα τα πρόσωπα, να ασκήσουν από κοινού μία ανακοπή. Αν γίνει αυτό , τότε η ενεργητική ομοδικία θα […]
Read more
