Σώρευση στο ίδιο δικόγραφο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής κατά επιταγής προς πληρωμή
Ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και ανακοπή κατά της εκτέλεσης [ΜΠρΑθ 1607/2006, Δίκη Ιούνιος 2007, σελ. 760]. Δεν αποκλείεται η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο, ανακοπής κατά της εκτελέσεως και ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής [ΑΠ 337/2006, ΕλλΔ/νη 47/2006, σελ. 779, Δίκη Ιανουάριος 2007, σελ. 95]. Ανακοπή εκτέλεσης κατά διαταγής πληρωμής. Αίτημα ανακοπής. [ΕφΑθ 547/2008, ΕλλΔ/νη 3/2008, σελ. 841] Ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής. Όταν με το λόγο της ανακοπής αμφισβητείται η ύπαρξη ή το ύψος της απαίτησης, ο λόγος αυτός έχει αρνητικό χαρακτήρα και ο καθού η ανακοπή έχει το υποκειμενικό βάρος για την απόδειξη, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ύψους της απαίτησής του. [ΑΠ 15/2007, ΕλλΔ/νη 1/2008, σελ. 149] Παραδεκτή σώρευση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή. Ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη της έκδοσης της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους ανακοπής της, ούτε να προταθούν στη σχετική δίκη. Επιγενόμενα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικά, μπορούν να προταθούν με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αν επακολουθήσει εκτέλεση με βάση τη διαταγή πληρωμής. Ένσταση αποσβεστική της απαίτησης που μπορεί να προβάλει ο ανακόπτων κατά της διαταγής πληρωμής είναι και ο ισχυρισμός για συμψηφισμό. [ΕφΑθ 2326/2007, ΕφΑΔ 10-11/2008, σελ. 1116] Το δικαστήριο, μετά την εξέταση του παραδεκτού της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολδ, προχωρά στην εξέταση του παραδεκτού των λόγων ανακοπής. [ΜΠρΙωαν 181/2008, ΕφΑΔ 10-11/2008, σελ. 1121] Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Είναι υποχρεωτική η προσαγωγή του πρωτότυπου τίτλου, όταν ο ανακόπτων προβάλλει ισχυρισμούς για ελαττώματα του τίτλου που αποδεικνύονται από το σώμα του ή σχετίζονται με την ιδιότητά του αντιδίκου ως νόμιμου κομιστή του τίτλου. [ΕφΑθ 2440/2008, ΔΕΕ 12/2008, σελ. 1395] Διαδικασία εκδίκασης ανακοπής εκτέλεσης. Διαταγή πληρωμής από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού. Σώρευση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής εκτέλεσης. Ένσταση αποσβεστική της απαίτησης από διαταγή πληρωμής είναι και ο ισχυρισμός για συμψηφισμό. Έννοια συμβατικού συμψηφισμού. [ΕφΑθ 5326/2007, ΕλλΔ/νη 4/2008, σελ. 1096] Έννοια εκκρεμοδικίας. Οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονται και επί ανακοπής εκτέλεσης. [ΑΠ 56/2008, ΕλλΔ/νη 4/2008, σελ. 1025] Αντικείμενο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής (ΚΠολΔ 623, 626 §§ 1α και 2, 628 § 1α , 629 α, 632 § 1α και 633). Είναι το έγκιρο ή μη της έκδοσής της, προσδιορίζεται δε το αντιεκείμενο αυτό με την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της. Συνεπώς, ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης (εξόφληση, παραγραφή εν επιδικία κλπ.) δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και άρα δεν επιδρούν στο έγκυρο της έκδοσής της, προτείνονται δε μόνο μέσω της κατά την ΚΠολΔ 933 ανακοπής κατά της εκτέλεσης. [ΑΠ 1366/2008 (Γ Τμήμα), βλ. & ΑΠ 667/2007, ΝοΒ 2/2009, σελ. 419] Έκδοση διαταγής πληρωμής από τραπεζική εταιρία κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας και του εγγυητή. Άσκηση ανακοπής από τους καθ’ ων η διαταγή πληρωμής, η οποία έγινε τελεσιδίκως δεκτή, ακυρώνοντας τη διαταγή πληρωμής για ουσιαστικούς λόγους, εφόσον αμφισβητήθηκε το ύψος της απαίτησης. Άσκηση αγωγής από την τραπεζική εταιρία κατά του εγγυητή. Προβολή της ένστασης δεδικασμένου από τον εναγόμενο εγγυητή. Η σχετική ένσταση έγινε δεκτή από το δικάσαν δικαστήριο με το σκεπτικό ότι αφενός μεν η απόφαση […]
Read moreΑντισυνταγματικότητα διατάξεων Ν.4092/2012 που αφορούν το Επικουρικό Κεφάλαιο
Αντισυνταγματικότητα διατάξεων Ν.4092/2012 που αφορούν το Επικουρικό Κεφάλαιο (1) Ο περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι ευθέως αντίθετη προς την Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της 30.12.1983 (84/5/ΕΟΚ), η οποία ορίζει ότι η αξίωση για αποζημίωση τόσο για υλικές ζημίες όσο και για σωματικές βλάβες (στις οποίες υπάγεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια ασφαλιστικής κάλυψης. Ομοίως με την κατωτέρω δημοσιευόμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο περιορισμός σε ορισμένο μόνο ποσοστό της οφειλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο αποζημίωσης του παθόντος σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας είναι αντίθετος προς την Οδηγία του Συμβουλίου της 24.4.1972 (72/166 ΕΟΚ), η οποία όπως ήδη αναφέρθηκε επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη μέτρων ώστε κάθε όχημα που κυκλοφορεί στο έδαφός τους να καλύπτεται ασφαλιστικά, δηλ. όχι απλά να έχει συνάψει σύμβαση ασφάλισης, αλλά και σε κάθε μεταγενέστερο του τροχαίου ατυχήματος χρόνο να δύναται ο παθών να αποζημιωθεί από ασφαλιστική εταιρία ή άλλο φερέγγυο πρόσωπο. Κατά συνέπεια, εφόσον με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 4092/2012 τροποποιούνται οι πράξεις μεταφοράς των πιο πάνω Οδηγιών, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να μην συμμορφώνεται πλέον με τις επιταγές των Οδηγιών αυτών, οι οποίες έχουν ένα σαφές περιεχόμενο και άρα άμεση εφαρμογή, οι σχετικές διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες γίνεται όχι μόνο με την πρόβλεψη υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης των οχημάτων που κυκλοφορούν στην Ελλάδα, αλλά και με την πρόβλεψη ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για τις πιο πάνω περιπτώσεις, δεδομένου ότι αφενός το Κράτος είναι υπεύθυνο για την άσκηση ελέγχου και εποπτείας των ασφαλιστικών εταιριών αφετέρου η προαναφερόμενη Οδηγία απαιτεί κατά τρόπο σαφή την λήψη μέτρων για ασφαλιστική κάλυψη των οχημάτων καιόχι για απλή σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης. Ο περιορισμός της Ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου και για τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κρίνεται αντισυνταγματικός και αντίθετος προς την ΕΣΔΑ Επίσης κρίθηκε ότι οι καταργούμενες με το άρθρο τέταρτο στοιχείο γ΄ του Ν. 4092/2012, ενοχικές αξιώσεις των ζημιωθέντων από τροχαίο ατύχημα κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου εμπίπτουν στην έννοια του όρου «περιουσία» του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και στην έννοια του όρου «ιδιοκτησία» του άρθρου 17 του Συντάγματος. Εξάλλου, υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4092/2012 νομοθετικό καθεστώς ότι οι ως άνω αξιώσεις των παθόντων από τροχαία ατυχήματα κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου μπορούσαν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Συνεπώς, η αναδρομική κατάργηση των πιο πάνω ενοχικών αξιώσεων είναι αντίθετη στα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Μάλιστα, η προαναφερόμενη νομοθετική μεταβολή δεν φαίνεται να επιβάλλεται από λόγους δημόσιας ωφέλειας. Τόκοι Επικουρικού Κεφαλαίου Αντισυνταγματική η διάταξη περί τοκοφορίας 6% Η διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 Π.Δ. 237/1986 που αναγνωρίζει υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοική μεταχείριση ως προς το θέμα της επιδίκασης τόκων (επιτόκιο 6%), χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρονκαι δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες. Εξάλλου, δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός […]
Read moreΠροϋποθέσεις για την έγκυρη αναγκαστική κατάσχεση ομάδας περιουσίας ή επιχείρησης που μεταβιβάστηκε. ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ. Σύγκριση του άρθρου 479 ΑΚ με το άρθρο 939 ΑΚ. Καταδολίευση Δανειστών.
Προϋποθέσεις για την έγκυρη αναγκαστική κατάσχεση ομάδας περιουσίας ή επιχείρησης που μεταβιβάστηκε Επιστολή Σταμάτη Δ. Γρύλλη Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω Κύριε Καθηγητά, διάβασα το ενδιαφέρον ενημερωτικό σας σημείωμα στο τελευταίο (αρ. 5) τεύχος της «Δίκης» στην υπ’ αριθμ. 33379/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και νομίζω ότι από μια παράξενη εισβολή του ασυνείδητου (παρελθόντος) γράφτηκε ότι «όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 479 Α.Κ. τότε ο δανειστής δικαιούται να επισπεύσει αναγκαστική κατάσχεση της ομάδας περιουσίας ή της επιχείρησης εναντίον του αποκτήσαντα. Στην κατάσχεση τούτη δικαιούται να προβεί δίχως να χρειάζεται να εγείρει προηγουμένως οποιαδήποτε αγωγή», (σελ. 579 αρ. 2). Η διάταξη του άρθρου 982 του Κ.Πολ.Δικ. του 1968 που επέτρεπε κάτι τέτοιο καταργήθηκε, και σωστά πιστεύω, με το ν.δ. 958/71, διότι (κατά την αιτ. έκθεση του) «η προστασία του αποκτώντος απαιτεί όπως προ της υπάρξεως της εν αυτώ εκτελέσεως βεβαιούται δικαστικώς η συνδρομή των προϋποθέσεων του αρθρ. 479 Α.Κ.». Η έρευνα βέβαια της προβληματικής της διάταξης αυτής του αρθρ. 479 Α.Κ. έχει γίνει πια πολύ ελκυστική, γιατί νομίζω ότι είναι ξεπερασμένη, τουλάχιστον ως προς το σκέλος της ευθύνης του αποκτώντος περιουσία, αφού είναι φανερή, με τις σημερινές οικονομικές συνθήκες, κυρίως η αδυναμία προσδιορισμού της «περιουσίας», η οποία βαρύνεται με τα χρέη του μεταβιβάζοντος. Εξάλλου η ύπαρξη μιας μικρής ή μέτριας ακίνητης περιουσίας δεν είναι σήμερα ασυνήθιστο φαινόμενο και οι βαρειές συνέπειες της ρύθμισης, και μάλιστα χωρίς γνώση του τρίτου, είναι απαράδεκτες. Ακόμη και ο σωστός παράτιτλος της διάταξης («μεταβίβασις ομάδος περιουσίας») δεν σώζει την κατάσταση. Σωστές είναι οι σκέψεις σας, ότι θα μπορούσε, αν δεν υπήρχε το φάσμα του αρθρ. 224 Κ.Πολ.Δικ., να εφαρμοστεί το αρθρ. 939 Α.Κ., στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αλλά νομίζω και γενικότερα η προστασία της τελευταίας αυτής διάταξης είναι και δίκαιη, με βάση το στοιχείο της γνώσης του τρίτου, και δραστική, όπως φαίνεται και από τη συχνή προσφυγή της πράξης σ’ αυτήν, σε αστικό και ποινικό επίπεδο. Με την ευκαιρία σας στέλνω την δεύτερη έκδοση μιας μικρής, περιεκτικής πρακτικής προσέγγισης του ν. 2915/2001. Μ’ εκτίμηση Αθήνα, 18 Ιουνίου 2002 Απάντηση 1. Το άρθρο 479 ΑΚ ορίζει απλώς και μόνον την έναντι του δανειστή ευθύνη εκείνου που, διαμέσου εκποιητικής σύμβασης, απέκτησε ομάδα περιουσίας ή επιχείρησης, ως προς τα χρέη του μεταβιβάσαντα, ο οποίος εξακολουθεί να ευθύνεται παραλλήλως. Η ευθύνη του αποκτώντα οριοθετείται από τη χρηματική αξία των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκε. Ερμηνευτικώς το άρθρο 479 ΑΚ περιορίζεται σ’ εκείνα μόνον τα χρέη του μεταβιβάσαντα, που είναι συναφή με τη μεταβιβασθείσα ομάδα περιουσίας ή επιχείρηση [1] (“για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση”), ενώ εξ άλλου -σε περίπτωση διαδοχικών μεταβιβάσεων- επεκτείνεται σωρευτικώς σ’ όλους τους α ποκτήσαντες, έτσι ώστε “εάν ο εις όν μετεβιβάσθη περιουσία ή επιχείρησις μεταβιβάση ταύτην ως σύνολον εις έτερον (λχ ο Α μετεβίβασε την περιουσίαν εις τον Β, ο Β εις τον Γ, ο Γ εις τον Δ, κ.ο.κ.ε.), πάντες οι διαδοχικώς αποκτώντες την περιουσίαν ή την επιχείρησιν (ήτοι ο Β, ο Γ και ο Δ) ευθύνονται εις ολόκληρον, ουχί όμως πέραν της αξίας των μεταβιβασθέντων στοιχείων” [2]. 2. Πρίν από την εισαγωγή του κώδικα πολιτικής δικονομίας του 1967 είχε προκύψει ο προβληματισμός αν ο κατά του μεταβιβάσαντα εκτελεστός τίτλος εκτελείται και εναντίον […]
Read moreΗ ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (ά. 348Α ΠΚ) – Τα όρια μιας δικαιοκρατικής και εφικτής ποινικής καταστολής της
Η ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (ά. 348Α ΠΚ) – Τα όρια μιας δικαιοκρατικής και εφικτής ποινικής καταστολής της [του Νέστορα Ε. Κουράκη, Καθηγητή Νομικής Παν/μου Αθηνών, Διευθυντή του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματολογικών Ερευνών] [Η εισήγηση του Καθηγητή Νέστορα Κουράκη αποτελεί μια περιεκτική θεώρηση για να τεθούν προβληματισμοί και προτάσεις αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα. Ειδικότερα…, στη μελέτη αυτή εξετάζεται το θεσμικό πλαίσιο, διεθνές και ελληνικό, με το οποίο αντιμετωπίζεται η πορνογραφία ανηλίκων, αναδεικνύεται ο δικαιολογητικός λόγος τιμώρησης και το προστατευόμενο έννομο αγαθό αυτού του εγκλήματος, στη συνέχεια αναλύονται τέσσερα ειδικότερα ερμηνευτικά ζητήματα μέσω της εξέτασης των οποίων προσδιορίζονται ευκρινέστερα και τα όρια ποινικοποίησης της πορνογραφίας ανηλίκων στην Ελλάδα και τέλος διατυπώνονται ορισμένες προτάσεις για προληπτική αντιμετώπιση του προβλήματος] Ι. Θεσμικό πλαίσιο αντιμετώπισης της πορνογραφίας ανηλίκων 1. Η πορνογραφία ανηλίκων και μάλιστα μέσω διαδικτύου είναι αναμφίβολα ένα από τα εγκλήματα με ιδιαίτερη ηθική απαξία. Η ιδέα ότι κάποιος συλλέγει ή αποθηκεύει, διακινεί ή, ακόμη χειρότερα, παράγει ο ίδιος για το διαδίκτυο εικόνες ή βίντεο με παιδιά που επιδίδονται σε γενετήσιες δραστηριότητες ή/και κακοποιούνται σεξουαλικά προκαλεί πράγματι απέχθεια και δικαιολογεί την εν γένει αυστηρή τιμώρησή του, αν και θα πρέπει η τιμώρηση αυτή ευλόγως να διέπεται από τις αρχές της αναλογικότητας και της δικαιοκρατίας, με την έννοια, ότι το ποινικό δίκαιο δεν είναι παρά το έσχατο καταφύγιο (ultimum refugium) της κοινωνικής αντίδρασης κατά του εγκλήματος. 2. Σειρά συμβάσεων ή άλλων διακρατικών κειμένων, ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας ΄90, επιχείρησαν, έτσι, στο πλαίσιο καταπολέμησης της γενετήσιας εκμετάλλευσης ανηλίκων, να θέσουν φραγμό στην εξάπλωση του προβλήματος και να ασκήσουν πίεση στα κράτη – μέλη για την άμεση λήψη μέτρων κατά της παιδικής πορνογραφίας, έντυπης ή ηλεκτρονικής . Ήδη στο ά. 34.γ της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Νέα Υόρκη, 26.1.1990 – στην Ελλάδα: ν. 2101/1992) προβλέφθηκε ρητά ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη θα ανελάμβαναν την υποχρέωση να προστατεύουν το παιδί από κάθε μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής βίας, λαμβάνοντας όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εμποδίζουν, μεταξύ άλλων, την εκμετάλλευση των παιδιών προς τον σκοπό παραγωγής θεαμάτων ή υλικού πορνογραφικού χαρακτήρα . Στη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας τα μέτρα αυτά εξειδικεύθηκαν με νεότερες συμβάσεις ή άλλα διακρατικά κείμενα, τόσο από την πλευρά του ΟΗΕ με το λεγόμενο εν συντομία Προαιρετικό Πρωτόκολλο (Νέα Υόρκη, 25.5.2000, ιδίως ά. 2 – στην Ελλάδα: ν. 3625/2007), όσο επίσης, από την πλευρά του Συμβουλίου της Ευρώπης, με τη Σύμβασή του για το Κυβερνοέγκλημα (Βουδαπέστη, 23.11.2001, ιδίως ά. 9 – δεν έχει κυρωθεί ακόμη από τη χώρα μας ) και με τη Σύμβαση για την Προστασία των Παιδιών κατά της Γενετήσιας Εκμετάλλευσης και Κακοποίησης (Lanzarote Ισπανίας, 25.10.2007, ιδίως ά. 20 – στην Ελλάδα: ν. 3727/2008). Ακόμη, για το ίδιο θέμα η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέδωσε την υπ΄ αρ. 2004/68/ΔΕΥ Απόφαση – Πλαίσιο (22.12.2003, ιδίως ά. 1), που σε πολλά σημεία της συντονίζεται με αντίστοιχες ρυθμίσεις της προαναφερθείσας Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τον Κυβερνοέγκλημα. Η εν λόγω Απόφαση-Πλαίσιο, που εν μέρει ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τον ν. 3625/2007 (πρβλ. ΑιτΕκθ ν. 3625/2007, ΚΝοΒ 55: 2007, σελ. 2944), αντικαταστάθηκε την 13η Δεκεμβρίου 2011 με την Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου “σχετικά με […]
Read more"Άρθρο 99 Πτωχευτικού Νόμου: Προστασία των Πιστωτών ή “Καταφύγιο” των Οφειλετών"
Εν μέσω περιόδου μεγάλης οικονομικής ύφεσης στη χώρα μας, αβέβαιης πολιτικής σταθερότητας και πολλαπλών μέτρων οικονομικής λιτότητας, είναι αναπόφευκτο πως εκτός από τους πολίτες, έχουν πληγεί και πολλές μεγάλες αλλά και μικρότερες επιχειρήσεις. Ανάμεσά τους είναι και η εταιρία «Μπάμπης Βωβός Διεθνής Τεχνική», της οποίας το αίτημα για ένταξη στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Δικαίου έγινε δεκτό πριν από μια εβδομάδα από το Πρωτοδικείο Αθηνών. Το μόνο που απομένει πλέον είναι να εγκριθεί και να επικυρωθεί από το δικαστήριο το σχέδιο εξυγίανσης που θα καταρτίσει η «Βωβός» για τον τρόπο με τον οποίο θα εξοφλήσει τους ιδιώτες πιστωτές της και το Δημόσιο ξεκινώντας το στάδιο διαπραγματεύσεων μαζί τους. Η κρίση έχει δοκιμάσει τον επιχειρηματικό κόσμο κατά τρόπο αιφνίδιο και αναγκαστικό, με αποτέλεσμα οι περισσότερες επιχειρήσεις να βρεθούν σε δυσκολία αναζήτησης οικονομικών πόρων αφού οι μεν τράπεζες αρνούνται να χορηγήσουν δάνεια χωρίς μεγάλες εγγυήσεις, η δε φορολογία αυξάνεται με τρόπο ισοπεδωτικό για να μπορέσει να αντέξει μια επιχείρηση μεσαίου μεγέθους ενώ τα πάγια εισοδήματα, αν χρειαστεί να ρευστοποιηθούν, να μην αποφέρουν τα κέρδη τα οποία θα απέφεραν σε προηγούμενο χρόνο, αφού η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί και η ζυγαριά μεταξύ ζήτησης και προσφοράς βαραίνει δραματικά προς το δεύτερο. Οι επιχειρήσεις, μέσα στον κυκεώνα των πολιτικο-οικονομικών εξελίξεων, πρέπει να βρουν τον τρόπο να «ορθοποδήσουν» και να ανταπεξέλθουν στα έξοδα, πάγια και μη, μέσα στην εξαντλημένη αγορά, όταν ο κύκλος εργασιών μειώνεται και τα έσοδα συρρικνώνονται με εξαιρετικά ραγδαία ταχύτητα με αποτέλεσμα να αδυνατούν να παραμείνουν ανέπαφες και να βγουν αλώβητες από αυτή την κρίση. Με τη χώρα να έχει φτάσει κοντά στα όρια της χρεοκοπίας, μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της αγοράς θα συμπαράσυρε όλο το ανθρώπινο δυναμικό που συνδέεται με αυτήν: επιχειρηματίες, εργαζόμενους, προμηθευτές, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζικά ιδρύματα. Ήταν επομένως αναγκαίο να διερευνηθεί το καταλληλότερο και προσφορότερο νομοθετικό πλαίσιο, που θα έδινε μια δεύτερη ευκαιρία σε όσες επιχειρήσεις ήταν μεν βιώσιμες, βρίσκονταν όμως μπροστά σε επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους. Το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο (ν. 3588/20071), στα άρθρο 99 επ. περί «διαδικασίας συνδιαλλαγής», όριζε ότι «Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 2 παράγραφος 1, το οποίο αποδεικνύει οικονομική αδυναμία, παρούσα ή προβλέψιμη, χωρίς να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης των πληρωμών του, μπορεί να ζητήσει από το πτωχευτικό δικαστήριο το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής.» Σύμφωνα με το άρθρο 101, «Ο μεσολαβητής έχει ως αποστολή να επιτύχει τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του που εκπροσωπούν τουλάχιστον την πλειοψηφία των απαιτήσεων κατ’ αυτού, όπως αυτές προκύπτουν από τα εμπορικά βιβλία του οφειλέτη, με σκοπό την άρση των οικονομικών δυσκολιών του οφειλέτη, τη συνέχιση της δραστηριότητάς του και διατήρηση των θέσεων εργασίας, καθώς και να προτείνει λύσεις για τη διάσωση της επιχείρησης, ιδίως με μείωση των απαιτήσεων, παράταση του ληξιπρόθεσμου αυτών, αναδιάρθρωση της επιχείρησης, μετοχοποίηση των απαιτήσεων, εκποίηση της επιχείρησης ή κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο.» Μια τέτοια δυνατότητα συνδιαλλαγής μεταξύ της εταιρίας και των πιστωτών της, αποτέλεσε ελπιδοφόρα πρακτική και αναγκαία λύση στα προβλήματα εταιριών οι οποίες, παρότι αντιμετώπιζαν σημαντικές οικονομικές δυσχέρειες, εν τούτοις είχαντην ευκαιρία να επιτύχουν μια ικανοποιητική συμφωνία και για τα δύο μέρη, ούτως ώστε να μην οδηγηθεί η πρώτη σε παύση των εργασιών της […]
Read moreΠαρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη σχετικά με το ακατάσχετο τραπεζικών καταθέσεων
Παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη σχετικά με το ακατάσχετο τραπεζικών καταθέσεων Το δελτίο τύπου που εκδόθηκε έχει ως εξής: “Στον Συνήγορο του Πολίτη έχουν υποβληθεί αρκετές αναφορές για κατάσχεση ποσών, τα οποία προέρχονται από µισθούς ή συντάξεις, χωρίς να τηρηθεί από την Τράπεζα ο περιορισµός του ακατάσχετου όπως τίθεται από το νόµο (ν. δ. 356/1974, όπως ισχύει). Σύµφωνα µε το άρθρο 30α του Κώδικα Είσπραξης ∆ηµοσίων Εσόδων (ΚΕ∆Ε), είναι καταρχήν δυνατή η κατάσχεση των τραπεζικών καταθέσεων οφειλετών προς το ∆ηµόσιο. Πρόκειται για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικών ιδρυµάτων-Τραπεζών, που είναι µία ειδική περίπτωση της κατάσχεσης στα χέρια τρίτων.Ο περιορισµός στον τρόπο κατάσχεσης προβλέπεται στο άρθρο 31 του ΚΕ∆Ε: ∆εν επιτρέπεται η κατάσχεση µισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθηµάτων που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών µηνιαίως είναι µικρότερο των χιλίων ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσό αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του ενός τετάρτου αυτών, πάντα όµως πρέπει να µένει το ποσό των 1000 ευρώ. Περαιτέρω σύµφωνα µε το άρθρο 30 παρ. 4 του ΚΕ∆Ε, ο αρµόδιος προϊστάµενος της ∆ΟΥ έχει διακριτική ευχέρεια στο µέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης που θα επιλέξει αλλά και στο χρηµατικό ποσό που θα κατασχέσει. Η δυνατότητα αυτή πρέπει να γίνεται γνωστή στους φορολογούµενους. Κατά τη διερεύνηση των σχετικών αναφορών συνήθως προκύπτει ότι οι Τράπεζες δεν ερευνούν, ως όφειλαν, αν ο λογαριασµός που τηρεί στην Τράπεζα ο πολίτης είναι λογαριασµός στον οποίο κατατίθεται ο µισθός ή η σύνταξη ή το ασφαλιστικό επίδοµα και κατάσχει το σύνολο του ποσού. Η Αρχή στις περιπτώσεις αυτές παρεµβαίνει και ενηµερώνει την αρµόδια ∆ΟΥ ότι πρόκειται περί λογαριασµού µισθοδοσίας. Στη συνέχεια η ∆ΟΥ παρεµβαίνει στην Τράπεζα η οποία δίνει εντολή για άρση της κατάσχεσης. Ο Συνήγορος του Πολίτη προτείνει στις περιπτώσεις αυτές να υπάρχει µεγαλύτερη συνεργασία και επικοινωνία µεταξύ ∆ΟΥ – Τραπεζών ούτως ώστε να µην παρουσιάζονται παρόµοια φαινόµενα. Το Υπουργείο Οικονοµικών θα πρέπει κάθε φορά που δίδεται εντολή κατάσχεσης να επαναλαµβάνει στις Τράπεζες και να εφιστά την προσοχή περί του ακατάσχετου σους λογαριασµούς µισθοδοσίας, σύνταξης κ.λπ. Τέλος, όπως και σε κάθε πλέον υπόθεση που αφορά την οικονοµική επιβάρυνση του πολίτη, η Αρχή επαναλαµβάνει στις αρµόδιες υπηρεσίες ότι πρέπει να λαµβάνεται πάντα υπόψη η δυσµενής οικονοµική συγκυρία και η επιβίωση του πολίτη. Επίσης, έχει προταθεί από τον Συνήγορο του Πολίτη η τροποποίηση των σχετικών διατάξεων ώστε να τηρείται το όριο των 1000 ευρώ ως ακατάσχετα και σε κάθε άλλο λογαριασµό, όχι µόνο για ποσά που προέρχονται από µισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήµατα (π.χ. ποσά από µισθώµατα-ενοίκια), όταν τα ποσά αυτά αποτελούν αποδεδειγµένα το µοναδικό εισόδηµα του πολίτη.
Read moreΆρση απορρήτου επικοινωνιών στα πλαίσια της ανάκρισης
Άρση απορρήτου επικοινωνιών στα πλαίσια της ανάκρισης Γράφει ο Καδήρ Αϊκούτ Ι – Εισαγωγή Ο άνθρωπος ως κοινωνικό όν έχει ανάγκη για επικοινωνία ώστε να μην αισθάνεται απομονωμένος από την υπόλοιπη ανθρώπινη κοινότητα. Κατ’ αρχήν, η επικοινωνία του ανθρώπου διακρίνεται σε κρυφή και φανερή ,με κριτήριο τη δυνατότητα γνώσης του περιεχομένου της επικοινωνίας από τρίτους. Μια επιπλέον διάκριση της επικοινωνίας είναι η διάκριση σε άμεση ή προσωπική και σε έμμεση επικοινωνία ή ανταπόκριση. Για άμεση επικοινωνία πρόκειται όταν η επαφή είναι προσωπική και δεν μεσολαβεί κάποιο επικοινωνιακό μέσο ώστε να χρειάζεται άρση απορρήτου. Αντίθετα, η έμμεση επικοινωνία διενεργείται με τη βοήθεια κάποιου μέσου όπως το τηλέφωνο, το fax/mail και οι επιστολές. Κάθε μορφή επικοινωνίας έχει τόσο μια εσωτερική όσο και μια εξωτερική πλευρά, εκ των οποίων η πρώτη αφορά το περιεχόμενο της , ενώ η δεύτερη (η οποία αναφέρεται κυρίως στην αλληλογραφία) περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση , το επάγγελμα του αποστολέα και του παραλήπτη καθώς και τον τόπο και το χρόνο αποστολής και παράδοσης. Στο ελληνικό Σύνταγμα προστατεύεται το απόρρητο της επικοινωνίας με οποιοδήποτε μέσο καθώς θεωρείται απαραβίαστο. Προβλέπονται επίσης με ειδικό νόμο οι περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατόν να αρθεί το απόρρητο της επικοινωνίας από τις δικαστικές αρχές για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων και μόνο. ΙΙ – Περιεχόμενο της επικοινωνίας και εξωτερικά στοιχεία αυτής Το απόρρητο προστατεύει ταυτόχρονα το περιεχόμενο της επικοινωνίας αλλά και τα εξωτερικά στοιχεία αυτής. Στην εξωτερική πλευρά της επικοινωνίας υπάγονται κυρίως τα στοιχεία του αποστολέα ή δέκτη όπως ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, επάγγελμα, ιδιότητα ή το γεγονός και ο χρόνος της επικοινωνίας1. Ωστόσο, δεν υπάρχει η ίδια προστασία για το περιεχόμενο της επικοινωνίας και τα εξωτερικά στοιχεία αυτής. Δηλαδή τα εξωτερικά στοιχεία υποχρεωτικά δίνονται στις αρμόδιες αρχές από ταχυδρομικές – τηλεφωνικές εταιρίες, ISP’s, web hosting services ακόμα κι αν δεν πρόκειται για θέματα εθνικής ασφάλειας ή ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα. Δηλαδή, επειδή είναι εμφανή, δεν απολαύουν όλων των πτυχών της συνταγματικής προστασίας που παρέχεται στο εσωτερικό απόρρητο. Την άποψη αυτή έχει υιοθετήσει πρόσφατα και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου o κ. Σανιδάς με την Γνωμοδότηση του, του 9/2009 κατά την οποία δεν τίθεται θέμα απορρήτου για τα εξωτερικά στοιχεία επικοινωνίας2. Η άποψη αυτή, στηρίζεται σε μία σειρά διατάξεων του Ν. 2225/1994 αφενός (άρθρα 4§§1,2,4,5,67, 5§10) και του Ποινικού Κώδικα αφετέρου (άρθρα 249, 250, 370,370Α), με πρόσθετο επιχείρημα ότι στην αντίθετη περίπτωση που θα προστατεύονταν και τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας από το απόρρητο, αποτέλεσμα θα ήταν η παράλυση της δράσεως και έρευνας των διωκτικών αρχών. Η παράβαση, ωστόσο, του απορρήτου εξακολουθεί να αποτελεί ποινικό αδίκημα, από οποιονδήποτε κι αν τελείται ακόμα και στην περίπτωση εξωτερικών στοιχείων της επικοινωνίας. Η τυχόν επίκληση της γνωμοδότησης Σανιδά δεν απαλλάσσει τον δράστη, επειδή δεν έχει καταργήσει τις ποινικές διατάξεις για την τιμωρία όσων παραβιάζουν το απόρρητο. Οι γνωμοδοτήσεις των Εισαγγελέων Αρείου Πάγου αποτελούν ερμηνεία του νόμου (επίσημη) και ΔΕΝ έχουν κανένα δεσμευτικό αποτέλεσμα για τους εισαγγελείς και δικαστές που θα κληθούν να εφαρμόσουν τους νόμους στην πράξη. Πέρυσι ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 3917/2011. Κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 4, κατά την οποία, τα “δεδομένα κίνησης και θέσης” αλλά κι άλλα εξωτερικά στοιχεία επικοινωνίας, […]
Read moreΕΓΚΥΚΛΙΟΣ «Δικαιώματα-υποχρεώσεις επιβατών και μεταφορέων στις επιβατικές θαλάσσιες μεταφορές»
ΣΧΕΤ.: α) Ο Νόμος 3709/2008 «Δικαιώματα-υποχρεώσεις επιβατών και μεταφορέων στις τακτικές θαλάσσιες μεταφορές και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄213/14-10-2008) όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από το άρθρο 35 του νόμου 4150/2013 (ΦΕΚ Α΄102/29-04-2013). β) Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1177/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «για τα δικαιώματα των επιβατών στις θαλάσσιες και εσωτερικές μεταφορές». γ) Η Aριθ. 3332.12/05/13/14-06-2013 Απόφαση Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου «Καθορισμός των διαδικασιών υποβολής παραπόνων των επιβατών στις θαλάσσιες μεταφορές, του περιεχομένου, του ειδικού εντύπου παραπόνων, καθώς και της διαχείρισης αυτής (ΦΕΚ Β΄1453/14-06-2013). 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΙΣΤΟΡΙΚΟ 1.1 Σκοπός της παρούσας εγκυκλίου είναι η παροχή οδηγιών προς τις Λιμενικές Αρχές και η ενημέρωση των φορέων που εμπλέκονται στις επιβατικές θαλάσσιες μεταφορές, σχετικά με το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις επιβατών και μεταφορέων, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τη θέση σε ισχύ του Κανονισμού (ΕΕ) 1177/2010 και την εναρμόνιση του Νόμου 3709/2008 (ΦΕΚ Α΄213/14- 10-2008) με την προαναφερόμενη κοινοτική νομοθεσία. 1.2 Όπως είναι γνωστό με τις διατάξεις του Νόμου 3709/2008 καθορίστηκε το νομικό πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων του επιβάτη στις τακτικές θαλάσσιες ενδομεταφορές. Τον Νόμο 3709/2008 ακολούθησε η έκδοση, από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (Council), του Κανονισμού (ΕΕ) 1177/2010 για τα δικαιώματα των επιβατών στις θαλάσσιες και πλωτές μεταφορές, γενικότερα. Οι διατάξεις του Νόμου 3709/2008 βρίσκονταν, σε σημαντικό βαθμό, εντός του πλαισίου των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 1177/2010. Ωστόσο, ο Κανονισμός (ΕΕ) 1177/2010 διαφοροποιούνταν: α) στα ποσά των αποζημιώσεων των επιβατών σε περιπτώσεις καθυστερήσεων-διακοπής δρομολογίων με υπαιτιότητα του μεταφορέα, β) στην καθιέρωση παροχής δωρεάν συνδρομής σε άτομα με μειωμένη κινητικότητα από τους μεταφορείς και από τους φορείς εκμετάλλευσης των λιμενικών τερματικών σταθμών και γ) στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής του σε υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών πέρα από τις τακτικές θαλάσσιες ενδομεταφορές (άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 1177/2010). Με το άρθρο 35 του Νόμου 4150/2013 (ΦΕΚ Α΄102/29-04- 2013) και την Αριθ. 3332.12/05/13/14-06-2013 Υπουργική Απόφαση «Καθορισμός των διαδικασιών υποβολής παραπόνων των επιβατών στις θαλάσσιες μεταφορές, του περιεχομένου του ειδικού εντύπου παραπόνων, καθώς και της διαχείρισης αυτών» (ΦΕΚ Β΄1453/14-06-2013), πραγματοποιήθηκαν οι απαραίτητες τροποποιήσεις του Νόμου 3709/2008 ώστε αυτός να εναρμονιστεί με τις επιταγές της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας και να διασφαλιστεί η εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 1177/2010 για τις ΑΔΑ: ΒΛΛΡΟΠ-Π32 2 υπόλοιπες περιπτώσεις θαλάσσιων μεταφορών, όπως αυτές ορίζονται στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. 2. ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ 2.1 Ο Νόμος 3709/2008, όπως ισχύει, εφαρμόζεται μόνο στα δρομολογημένα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 2932/2001, πλοία. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1177/2010 εφαρμόζεται και: α) Στις υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών, συμπεριλαμβανομένης και της κρουαζιέρας, όταν η επιβίβαση και η αποβίβαση πραγματοποιείται μεταξύ ελληνικών και κοινοτικών λιμένων, β) στις υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών, συμπεριλαμβανομένης και της κρουαζιέρας, όταν η επιβίβαση πραγματοποιείται σε ελληνικό λιμένα και η αποβίβαση σε λιμένα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και γ) στις υπηρεσίες μεταφοράς επιβατών, όταν η επιβίβαση πραγματοποιείται σε λιμένα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και η αποβίβαση σε ελληνικό λιμένα, με την προϋπόθεση όμως ότι η υπηρεσία εκτελείται από κοινοτικό μεταφορέα. Το κοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο δεν εφαρμόζεται για τις υπόλοιπες κατηγορίες πλόων και για επιβάτες που ταξιδεύουν με πλοία που προωθούνται με μηχανικά μέσα ή είναι πιστοποιημένα να μεταφέρουν έως δώδεκα (12) επιβάτες ή απασχολούν μέχρι τρία (3) άτομα πλήρωμα ή καλύπτουν απόσταση […]
Read moreΤροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με το νόμο 4198/2013
Τροποποιήσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας με το νόμο 4198/2013 (ΦΕΚ Α 215 11.10.2013): 1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 226Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α παρ. 4, 323Β εδάφιο α’, 324, 336, 337 παράγραφοι 3 και 4, 338, 339, 342, 343, 345, 346, 347, 348, 348Α, 349, 351, 351Α του Π.Κ., καθώς και στα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005 διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, παιδοψυχολόγος ή παιδοψυχίατρος και σε περίπτωση έλλειψης τους, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. Η εξέταση ως μάρτυρα του ανήλικου θύματος διενεργείται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και σε χώρους ειδικά σχεδιασμένους και προσαρμοσμένους για το σκοπό αυτόν και με όσο το δυνατόν περιορισμένο αριθμό συνεντεύξεων.» 2. Μετά το άρθρο 226Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται άρθρο 226Β που έχει ως εξής: «Άρθρο 226Β Μάρτυρες θύματα εμπορίας ανθρώπων και σωματεμπορίας 1. Κατά την εξέταση ως μάρτυρα του θύματος των πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 323Α και 351 του Π.Κ., διορίζεται και παρίσταται, ως πραγματογνώμων, ψυχολόγος ή ψυχίατρος, χωρίς να εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις των άρθρων 204 έως 208. 2. Ο ψυχολόγος ή ο ψυχίατρος προετοιμάζει τον παθόντα για την εξέταση, συνεργαζόμενος προς τούτο με τους προανακριτικούς υπαλλήλους και με τους δικαστικούς λειτουργούς. Για το σκοπό αυτόν χρησιμοποιεί κατάλληλες διαγνωστικές μεθόδους, αποφαίνεται για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση του παθόντα και διατυπώνει τις διαπιστώσεις του σε γραπτή έκθεση που αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δικογραφίας. Κατά την εξέταση παρίσταται ο ψυχίατρος ή ο ψυχολόγος και ο παθών μπορεί να συνοδεύεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του, εκτός εάν ο ανακριτής απαγορεύσει την παρουσία του προσώπου αυτού με αιτιολογημένη απόφαση του για σπουδαίο λόγο, ιδίως σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων ή ανάμειξης του προσώπου αυτού στην ερευνώμενη πράξη. 3. Η κατάθεση του παθόντα συντάσσεται εγγράφως και καταχωρίζεται και σε ηλεκτρονικό οπτικοακουστικό μέσο, όταν αυτό είναι δυνατόν. Η ηλεκτρονική προβολή της κατάθεσης του παθόντα αντικαθιστά τη φυσική παρουσία του στα επόμενα στάδια της διαδικασίας. 4. Η γραπτή κατάθεση του παθόντα αναγιγνώσκεται πάντοτε στο ακροατήριο. 5. Μετά την εισαγωγή της υπόθεσης που αφορά σε πράξεις της παραγράφου 1 στο ακροατήριο, ο εισαγγελέας ή οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν από τον πρόεδρο του δικαστηρίου την εξέταση του παθόντα, αν δεν έχει εξεταστεί στην ανάκριση ή πρέπει να εξεταστεί συμπληρωματικά. Αν η αίτηση γίνει δεκτή, η εξέταση του παθόντα γίνεται με βάση ερωτήσεις που έχουν τεθεί σαφώς, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, στον τόπο όπου αυτός βρίσκεται από ανακριτικό υπάλληλο που τον διορίζει ο δικαστής που διέταξε την εξέταση. Οι παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις αυτές. 6. Η διάταξη του άρθρου 239 παράγραφος 2 εφαρμόζεται ανάλογα και επί ενήλικων θυμάτων των αναφερομένων στην παράγραφο 1 πράξεων. Στην περίπτωση αυτή η κοινωνική έρευνα μπορεί να διεξαχθεί και από κοινωνικούς λειτουργούς δήμων ή περιφερειών.» 3. Ο τίτλος του άρθρου 253Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Ανακριτικές πράξεις επί εγκληματικών οργανώσεων και εγκλημάτων εμπορίας ανθρώπων και σωματεμπορίας». 4. Οι παράγραφοι 1 και 2 […]
Read moreΠαραγραφή αδικημάτων: Τί προβλέπει ο νέος νόμος 4198/2013
ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ Το άρθρο 8 του νόμου 4198/2013 προβλέπει στις παρ.3 και 4 τα εξής για την παραγραφή αδικημάτων: 3.α. Παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των ακόλουθων αξιόποινων πράξεων, που έχουν τελεσθεί μέχρι 31.8.2013: α) των πταισμάτων και β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές. Στην περίπτωση των πλημμελημάτων, εάν ο υπαίτιος υποπέσει μέσα σε ένα έτος από τη δημοσίευση του νόμου σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη κακουργήματος ή πλημμελήματος και καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών, συνεχίζεται η κατ’αυτού παυθείσα ποινική δίωξη και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής του αξιόποινου της πρώτης πράξης ο διανυθείς χρόνος από την παύση της δίωξης μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. β. Οι δικογραφίες που αφορούν τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Για την τύχη των πειστηρίων αποφαίνονται με αιτιολογημένη διάταξη, επί πλημμελημάτων ο αρμόδιος εισαγγελέας και επί πταισμάτων ο αρμόδιος πταισματοδίκης. γ. Οι αστικές αξιώσεις που τυχόν απορρέουν από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο. Η παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της δίωξης δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. δ. Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου και η παύση της ποινικής δίωξης, δεν ισχύει για τις παραβάσεις: α) του άρθρου 358 και του άρθρου 377 του Ποινικού Κώδικα για τις περιπτώσεις αγοράς εμπορευμάτων με πίστωση, β) του ν. 690/1945, γ) του άρθρου 28 του ν. 3996/2011, δ) του άρθρου 29 του ν. 703/1977 και του άρθρου 44 του ν. 3959/2011, ε) του ν. 2168/1993, στ) της Α5/3010 από 14.8.1985 απόφασης του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 593),ζ) του άρθρου 6 του ν. 456/1976 και η) του άρθρου 41 ΣΤ΄ του ν. 2725/1999. 4. α. Ποινές στερητικές της ελευθερίας διάρκειας μέχρι έξι μηνών που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον οι αποφάσεις αυτές δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι επιβληθείσες ποινές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο έτη από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, νέα από δόλο αξιόποινη πράξη, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα, και δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. β. Οι μη εκτελεσθείσες κατά τα ανωτέρω αποφάσεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Η παραγραφή των ποινών δεν κωλύει την επιβολή των κατά νόμο προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων στις υποθέσεις αυτές. γ. Εξαιρούνται των ως άνω ρυθμίσεων αποφάσεις που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 167, 189, 235, 236, 237,242, 256, 258, 259, 292, 309, 334 παράγραφος 3, 372, 382 και 390 του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως εξαιρούνται […]
Read more
