Nομικές παγίδες που κρύβουν οι αποποιήσεις κληρονομιών.
Την ώρα που το δημόσιο χρέος εκτιμάται στα 328 ευρώ, τα στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών δείχνουν ότι πλέον ξεπερνούν το ΑΕΠ! Σε ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να σκάσει συμπαρασύροντας ολόκληρη την οικονομία εξελίσσονται τα χρέη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που συσσωρεύονται διαρκώς στα χρόνια της κρίσης. Ήδη, οι «κόκκινες» οφειλές στην εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ έχουν ξεπεράσει το ύψος του ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των ιδιωτών ξεπερνούν τα 230 δισ. ευρώ, όταν το ΑΕΠ της χώρας προσδιορίζεται πλέον στα 176 δισ. ευρώ. Τα χρέη των πολιτών προς τράπεζες και δημόσιο έχουν πυροδοτήσει μια άνευ προηγουμένου έκρηξη των αποποιήσεων κατάχρεων κληρονομιών (Πρώτο Θέμα: «Απίστευτο: Στα 228 δισ. το ιδιωτικό χρέος των Ελλήνων»). Πάνω από 150.000 είναι οι αιτήσεις αποποίησης κληρονομιών το 2017. Τα στοιχεία για τις αποποιήσεις κληρονομιάς που σόκαραν –ειδικούς και μη – «μιλούν» πλέον για μια νέα κατάσταση πραγμάτων στην ελληνική κοινωνία της κρίσης και της ύφεσης. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα συνεχώς αυξανόμενο κύμα πολιτών, που σπεύδει να «πετάξει» από πάνω του ακίνητα και χρέη προς τράπεζες και δημόσιο. Οι σχετικές αιτήσεις για αποποίηση έχουν αγγίξει το 2016 τις 54.000 (επίσημα στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης). Ωστόσο, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, που είναι τα ειρηνοδικεία, εκτιμούν ότι για φέτος ο αριθμός τους θα είναι έως και τριπλάσιος, από ό,τι φαίνεται με βάση τις αιτήσεις που έχουν ήδη υποβληθεί πριν καλά καλά κλείσει το πρώτο τρίμηνο του έτους (Καθημερινή, 26.03.2017). Όμως σε εφιάλτη έχει μετατραπεί και η αποδοχή ακινήτων από κληρονομιά και όταν η κληρονομιά δεν έχει χρέη, επειδή τα ακίνητα συνοδεύεται με φόρους και κυρίως με τον ΕΝΦΙΑ. Πλέον πολλοί φορολογούμενοι επιλέγουν να αποποιηθούν κληρονομιές για να γλιτώσουν από την εφορία. Στα ειρηνοδικεία όλης της χώρας καθημερινά εκατοντάδες άνθρωποι σπεύδουν να αποποιηθούν ακίνητα μικρής και μεγάλης αξίας που κληρονομούν από τους γονείς και τους συγγενείς τους. Οι φορολογούμενοι υπό το βάρος των φόρων των χρεών και των υποχρεώσεων που συνοδεύουν τις περιουσίες αποφασίζουν να προχωρήσουν σε αποποίηση των περιουσιών που κληρονομούν ακόμη και όταν οι περιουσίες δεν είναι κατάχρεες. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Τα τελευταία χρόνια οι αποποιήσεις κληρονομιών αυξήθηκαν κατά περίπου 85% (newsbeast: Κατακόρυφη η αύξηση αποποίησης κληρονομιάς λόγω φόρων) . Τα σημαντικότερα άρθρα στο Κληρονομικό Δίκαιο Άρθρο 1813 (ΑΚ) – Πρώτη τάξη Ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Ο πλησιέστερος απ’ αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας. Στη θέση κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες). Τα τέκνα κληρονομούν κατ’ ισομοιρία. Άρθρο 1814 – Δεύτερη τάξη Στη δεύτερη τάξη καλούνται μαζί οι γονείς του κληρονομουμένου, οι αδελφοί, καθώς και τέκνα και έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν απ’ αυτόν. Οι γονείς και οι αδελφοί κληρονομούν κατ’ ισομοιρία και τα τέκνα ή οι έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από τον κληρονομούμενο κληρονομούν κατά ρίζες. Τα τέκνα αδελφού του κληρονομουμένου που έχει πεθάνει πριν απ’ αυτόν αποκλείουν τους εγγόνους της ίδιας ρίζας. [ερμηνεία: O νόμος καλεί ταυτόχρονα με τους γονείς όχι μόνο τους αδελφούς του κληρονομουμένου που επέζησαν […]
Read moreΟ «εξαρτημένος» δράστης – η ποινική μεταχείρισή του.
“Ο «εξαρτημένος» δράστης – η ποινική μεταχείρισή του” [Κώστας Κοσμάτος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ] Η μεταχείριση των εξαρτημένων δραστών ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1α΄, 30 έως και 35 του Ν 4139/2013[1]. Οι προβλέψεις αφορούν σε τρία επίπεδα: α) στο πεδίο της διάγνωσης της εξάρτησης, β) στην ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση των εξαρτημένων παραβατών του νόμου, γ) στην έμφαση στη θεραπεία, με την παροχή δυνατοτήτων για παρακολούθηση από μέρους των εξαρτημένων δραστών θεραπευτικών προγραμμάτων απεξάρτησης σε όλο το φάσμα της ποινικής διαδικασίας, καθώς των εννόμων αποτελεσμάτων που επιφέρει η ολοκλήρωσή τους [2]. Ι. Η εξάρτηση και η διάγνωσή της Αρχικά είναι κρίσιμο να σημειωθεί ότι η έννοια της εξάρτησης του κατηγορουμένου χρησιμοποιείται από το νομοθέτη κυρίως με την έννοια της «ψυχικής» εξάρτησης, όπως προκύπτει ρητά από την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 4139/2013[3]. Η θέση αυτή ακολουθώντας τα διεθνώς κρατούντα στην επιστήμη, θεωρεί ότι η εξάρτηση του ατόμου από τα ναρκωτικά έχει ως βασικό χαρακτηριστικό μια κατάσταση όπου ο χρήστης διακατέχεται από µια µη ελεγχόμενη επιθυµία χρησιμοποίησης των ουσιών αυτών. Περαιτέρω είναι δυνατόν να συντρέχει παράλληλα με την «ψυχική» και η λεγόμενη «σωματική» εξάρτηση, ωστόσο η τελευταία δεν μπορεί να εμφανίζεται αυτοτελώς αλλά θα πρέπει να συντρέχει συνδυαστικά και με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της «ψυχικής» εξάρτησης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο μέτρο που καθορίζεται από το νομοθέτη μια ουσία ως ναρκωτική, εισάγεται τεκμήριο ότι η ουσία αυτή προκαλεί εξάρτηση (τουλάχιστον «ψυχική») στον χρήστη της. Άλλωστε ρητά η Εισηγητική Έκθεση στην διάταξη του άρθρου 30 αναφέρει ρητά ότι «η εξάρτηση αφορά σε όλες ανεξαιρέτως τις ουσίες που περιγράφονται στο άρθρο 1». Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τον ορισμό των ναρκωτικών κατά το άρθρο 1 δεν στηρίζεται στο νόμο, ούτε αποτελεί επαρκή αιτιολογία η απόρριψη ισχυρισμού του κατηγορουμένου σχετικά με την αναγνώριση της ιδιότητάς του ως εξαρτημένου με μόνη (ή βασική) την αιτίαση ότι η ουσία που κάνει χρόνια χρήση (λχ η κάνναβη) δεν δημιουργεί εξάρτηση. Στο πεδίο της διάγνωσης της εξάρτησης του κατηγορουμένου η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 3 του Ν 4139/2013[4] αυξάνει τα κριτήρια που μπορεί να χρησιμοποιήσει το δικαστήριο προκειμένου να αχθεί σε ασφαλέστερη κρίση. Η νέα διάταξη απαριθμεί ενδεικτικά (και όχι περιοριστικά) διαγνωστικά κριτήρια[5], τα οποία (ένα η περισσότερα) συνεκτιμώνται στην κρίση για την εξάρτηση του κατηγορουμένου. Τα προβλεπόμενα από τη διάταξη αυτή διαγνωστικά κριτήρια είναι: α) πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης (δηλαδή των αναφερόμενων στο άρθρο 51[6] εγκεκριμένων οργανισμών θεραπείας στο πλαίσιο του ποινικού συστήματος)[7], β) πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών χορήγησης υποκατάστατων κατά το άρθρο 22 παρ. 3[8] ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών κατά το άρθρο 22 παρ. 6[9], γ) πιστοποιητικά περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών[10], δ) ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο[11], ε) ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους[12]. Παράλληλα σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας παρέχεται η δυνατότητα να διαταχθεί ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη[13], είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, όπως επίσης και το είδος (σωματική ή ψυχική) και η βαρύτητα αυτής (χρόνος, εξαρτησιογόνα ουσία, απαιτούμενη ημερήσια δόση). Η προσέγγιση αυτή του νομοθέτη αρχικά απαντά σε ένα βασικό […]
Read moreΟι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015).
“Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)” [του Κωνσταντίνου Ηρ. Ρήγα, Δ.Ν., Πρωτοδίκη και Εισηγητή των Πτωχεύσεων Πατρών]. Α. Διαταγές Στο επιγραφόμενο «Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016. Ι. Διαταγή πληρωμής[1] 1. Η προσθήκη στο άρθρο 623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος, οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2]. Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών. 2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2 ΚΠολΔ Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624 ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3], καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση, διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5]. Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων εξαιρούνται […]
Read moreΑνακοπή και Αναστολή εκτέλεσης κατά διαταγής απόδοσης μισθίου.
Ανακοπή κατά διαταγής απόδοσης μισθίου. Σύμφωνα με τα άρθρα 642 επ. ΚΠολΔ, ως ισχύουν (Ιούλιος 2017), ο καθ ου η διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου μισθωτής δικαιούται, να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του καθ’ ύλην αρμοδίου για την εκδίκαση της αγωγής απόδοσης του μισθίου δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου. 1. Καθ ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε την διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Η ανακοπή εκδικάζεται ως μισθωτική διαφορά. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει την διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή. 2. Οι λόγοι ανακοπής πρέπει να στρέφονται κατά της νομιμότητας και του κύρους της ανακοπτομένης διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Έτσι λοιπόν, λόγο ανακοπής θεμελιώνει, μεταξύ άλλων, αν στο σώμα της διαταγής απόδοσης δεν αναφέρεται πουθενά ότι έλαβε χώρα εξώδικη όχληση προς τον ανακόπτοντα, ή ο αριθμός της έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ο οποίος προέβη στην επίδοση, ή όταν αμφισβητούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 66 του ΕισΝΚΠολΔ, στο οποίο στηρίζεται η αξίωση απόδοσης του μισθίου, όπως πχ. η προβολή εκ μέρους του μισθωτή του καταλυτικού ισχυρισμού ότι η καθυστέρηση πληρωμής του μισθώματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (άρθρα 330 και 342 ΑΚ), οπότε δεν επέρχεται υπερημερία του. Δυστροπία δεν υπάρχει και το τεκμήριο ανατρέπεται, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, αν ο μισθωτής ισχυριστεί και αποδείξει, ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε εύλογη αιτία, δηλαδή σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 86/2005, ΑΠ 850/2004). Εύλογη αιτία, που αίρει την δυστροπία αποτελεί, η ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, η έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, λόγω των οποίων παρεμποδίστηκε ολικά ή μερικά η χρήση του, η ανυπαίτια νομική ή πραγματική πλάνη, η εύλογη αμφιβολία του μισθωτή ως προς την ύπαρξη, το περιεχόμενο, το χρόνο καταβολής ή την έκταση των οφειλών του, η εύλογη αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, οπότε όμως οφείλει να καταθέσει δημόσια το μίσθωμα, η υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την αποδοχή του μισθώματος. Η δημόσια κατάθεση (άρθρο 434 ΑΚ) πρέπει, όμως, να είναι πλήρης και όχι μερική και να γίνει στον τόπο και χρόνο που έπρεπε να καταβληθεί το μίσθωμα κατά την συμφωνία, γιατί η εκπρόθεσμη κατάθεση δεν αίρει το γεγονός της δυστροπίας. Ο μισθωτής οφείλει να επικαλεστεί ότι πριν τη δημόσια κατάθεση είχε προβεί σε προσφορά των καθυστερούμενων μισθωμάτων πραγματικά και προσηκόντως (ΕιρΑθ 7210/2013,(ΜονΠρΘεσ 3633/16). Σύμφωνα με το άρθρο 342 ΑΚ, γεγονός που αίρει την δυστροπία του μισθωτή μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελέσει και η δικαιολογημένη αμφιβολία του μισθωτή περί την ύπαρξη, ή την έκταση, της οφειλής, καθ ότι δεν περιέρχεται σε υπερημερία ο οφειλέτης που ευλόγως αμφιβάλλει περί την έκταση της οφειλής του, όταν πραγματικά προσφέρει κατά το συμφωνημένο χρόνο εκείνο που νόμιζε ότι οφείλει ( ΑΠ 379/1997, ΕφΠατρ 747/2008, ΕφΑθ 2554/2003). Σε περίπτωση λοιπόν που ο μισθωτής αμφιβάλλει για το ακριβές ύψος του οφειλόμενου μισθώματος πρέπει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, που διέπουν την εκπλήρωση της παροχής (ΑΚ 288), να καταβάλει το κατά την αντίληψή […]
Read moreΟριζόντιος ιδιοκτησία – Τροποποίηση Κανονισμού.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του ν. 3741/1929, επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες να κανονίσουν με ιδιαίτερη συμφωνία στην οποία είναι απαραίτητη η συναίνεση όλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, να καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και να δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία το δικαίωμα να λαμβάνει, για το κοινό συμφέρον, κάθε απόφαση σχετική με τη συντήρηση, τη βελτίωση και τη χρήση των κοινών μερών του ακινήτου. Εξάλλου, στο άρθρο 13 § 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, κάθε σύμβαση που κανονίζει ή μεταβάλει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στο βιβλίο μεταγραφών. Τέλος, στο άρθρο 9 του ν. 1562/1985 ορίζεται ότι, με αίτηση της πλειοψηφίας τουλάχιστον 65% των συγκυρίων, μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του Κανονισμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις, που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραπάνω νόμων, ο πρώτος των οποίων εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι, η τροποποίηση της πράξης συστάσεως της οροφοκτησίας και του Κανονισμού της πολυκατοικίας μπορεί να γίνει: α) με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της Γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, εάν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον Κανονισμό. Αναφορικά με τη δεύτερη περίπτωση ισχύουν τα ακόλουθα: Σε περίπτωση που δεν έχει καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον του 60% των συγκυρίων μπορεί να ζητήσει δικαστικώς την κατάρτιση κανονισμού, ενώ σε περίπτωση που έχει καταρτιστεί κανονισμός, ο οποίος όμως εμφανίζει ελλείψεις, μπορεί να ζητηθεί δικαστικώς από την πλειοψηφία τουλάχιστον του 65% των συγκυρίων η συμπλήρωση των ελλείψεων ή και η τροποποίηση του κανονισμού. Για να συμβεί όμως το τελευταίο αυτό, πρέπει να υπάρχουν ελλείψεις στον υπάρχοντα κανονισμό που να εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των διακεκριμένων ιδιοκτησιών και μόνο τότε. Ετσι, αν υπάρχει κανονισμός που ρυθμίζει τις σχέσεις των συνιδιοκτητών χωρίς να εμφανίζει ελλείψεις, αλλά, ορισμένοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι οι διατάξεις του αδικούν αυτούς, οι τελευταίοι δεν έχουν δικαίωμα έστω και αν αποτελούν το 65% της ιδιοκτησίας να ζητήσουν δικαστικώς την τροποποίησή του. Τούτο δε διότι ο ιδιοκτήτης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατά την αγορά της έλαβε υπόψη για τη διαπίστωση της αγοραίας αξίας της και τη στάθμιση του συμφέροντός του και την προβλεπόμενη από τον κανονισμό χρήση της οριζόντιας ιδιοκτησίας του, η οποία (χρήση), δεν είναι λογικό να μεταβάλλεται εκ των υστέρων εις βάρος του, χωρίς τη θέλησή του από μια πλειοψηφία συνιδιοκτητών (65%), τους οποίους πιθανώς να μην γνώριζε καθόλου και να μην τελούσε σε συμβατικό δεσμό κατά το χρόνο αγοράς της ιδιοκτησίας του. Αρα, αν δεν υπάρχουν ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών κατά τον προορισμό τους, δεν επιτρέπεται η κατά τα τον προαναφερομένο τρόπο τροποποιηση του κανονισμου, ο οποίος μπορεί πλέον να τροποποιηθεί μόνο με τον τρόπο, που τυχόν αυτός ορίζει, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 (βλ. σχετ. ΕΑ 4474/96 ΕλλΔνη 38.1919, ΕΑ 4554/1995 ΕΔΠ 1996.69, Ι. Κατρά: «Πανδέκτης […]
Read more"Ζητήματα παραγραφής της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος".
Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις. Όπως είναι γνωστό, η πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη είναι το δικαίωμα του αδικηθέντος από την αξιόποινη πράξη να συμμετέχει ενεργά στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, επιδιώκοντας την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας ή την ικανοποίησή του λόγω της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής του οδύνης. Μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να ασκηθεί πολιτική αγωγή στο ποινικό δικαστήριο προς υποστήριξη της κατηγορίας. Σύμφωνα με την κρατούσα και ορθότερη άποψη η πολιτική αγωγή, όταν εισάγεται στο ποινικό δικαστήριο, έχει «μικτό χαρακτήρα»∙ αστικό και ποινικό[1]. Ο πολιτικώς ενάγων δεν επιδιώκει απλά και μόνο την ικανοποίηση των αστικής φύσεως αξιώσεών του, αλλά κατά πρωτεύοντα λόγο την καταδίκη του κατηγορουμένου. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα και από την πρακτική εφαρμογή του θεσμού, δεδομένου ότι σχεδόν πάντοτε το ύψος των αιτούμενων ποσών είναι ασήμαντο, έως και «εικονικό». Στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας τα δικαστήρια έρχονται συχνά αντιμέτωπα με προβλήματα παραγραφής της ουσιαστικής αξίωσης του ζημιωθέντος και καθορισμού των συνεπειών που η παραγραφή έχει στην ποινική διαδικασία και την παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος. Τα προβλήματα γίνονται εντονότερα, όταν ο ζημιωθείς παρίσταται στην ποινική διαδικασία μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Οι λύσεις που δίνονται από τα δικαστήρια δεν είναι πάντοτε ικανοποιητικές, αφού φαίνεται να μην λαμβάνονται υπόψη ο μικτός χαρακτήρας της πολιτικής αγωγής και οι ιδιαιτερότητες της ποινικής έναντι της πολιτικής δίκης. Στα πλαίσια της εισήγησης αυτής θα επιχειρηθεί η αντιμετώπιση δύο επιμέρους ζητημάτων που συνδέονται με την παραγραφή της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος. Το πρώτο αφορά την αντιμετώπιση της παραγραφής μετά την αντικατάσταση του άρθρου 261 ΑΚ με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013 και ιδίως το ρυθμιστικό πεδίο της νέας αυτής διάταξης και την εφαρμογή της ή μη σε εγκλήματα που τελέστηκαν πριν την έναρξη ισχύος της. Το δεύτερο αφορά την επίδραση ή μη της παραγραφής της αξίωσης του ζημιωθέντος στη δήλωση παράστασής του μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Β. Η παραγραφή της αξίωσης του ζημιωθέντος- Γενικές παρατηρήσεις και αναφορά στα ισχύοντα μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4139/2013. Η αξίωση του ζημιωθέντος μπορεί να παραγραφεί, ακόμα και εν επιδικία. Σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση∙ σε κάθε περίπτωση πάντως η αξίωση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Ειδικά για την περίπτωση που η άδικη πράξη είναι συνάμα και ποινικό αδίκημα η παρ. 2 του άρθρου 937 ΑΚ ορίζει ότι ισχύει για την παραγραφή της απαίτησης του παθόντος η μακρότερη παραγραφή που τυχόν προβλέπεται για το ποινικό αδίκημα. Με βάση τις ρυθμίσεις αυτές είναι προφανές ότι ζήτημα παραγραφής επί πταισμάτων δεν ανακύπτει, δεδομένου ότι ο χρόνος παραγραφής της αστικής αξίωσης είναι μεγαλύτερος από το χρόνο παραγραφής του πταίσματος, ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 111 παρ. 4 ΠΚ σε δύο έτη, μπορεί δε να ανασταλεί κατ’ άρθρο 113 παρ. 3 εδ. α΄ ΠΚ για ένα επιπλέον έτος. Επίσης, σπάνια θα είναι στην πράξη η εμφάνιση του ζητήματος της παραγραφής επί κακουργημάτων, δεδομένου ότι γι’ αυτά το άρθρο 111 παρ. 2 ΠΚ προβλέπει μακρότατη παραγραφή (20ετή και 15ετή κατά τις εκεί διακρίσεις), η οποία υπερισχύει της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ. […]
Read moreΗ Επιδίκαση της Δικαστικής Δαπάνης των Διαδίκων από τα Δικαστήρια. (Πρακτική εφαρμογή – προβλήματα – προτάσεις).
Το άρθρο 176 ΚΠολΔ προβλέπει ότι ο διάδικος, που ηττήθηκε στη δίκη, καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί προφανώς στην πλήρη αποζημίωση του διαδίκου, που θα ήταν ημιτελής αν δεν συμπεριελάμβανε και το κόστος προσφυγής στο Δικαστήριο, αλλά και στην αποθάρρυνση του κακόπιστου οφειλέτη, αφού πέραν της οφειλής του, θα κληθεί να καλύψει και τα δικαστικά έξοδα του δανειστή του. Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται στην περίπτωση που γίνει δεκτή στο σύνολο της η αγωγή, εξαιρουμένων τυχόν παρεπομένων αιτημάτων (π.χ. προσωρινής εκτελεστότητας, προσωποκρατήσεως, τοκοφορίας από δήλη ημέρα). Ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης αποτιμάται χρηματικώς, γινόταν βάσει των άρθρων 100 επ. του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και ήδη από 17-9-2013 με τα άρθρα 63 επ. του Νέου Κώδικα (Ν. 4194/2013). Στη δικαστηριακή πρακτική, σε περίπτωση καταψηφιστικής αγωγής, όταν δεν παρατίθεται ειδικός κατάλογος εξόδων και δεν υπάρχουν ειδικές αποκλίσεις (π.χ. πραγματογνωμοσύνες), τα έξοδα που αποδίδονται, υπολογίζονται, χάριν ευκολίας, σε περίπου 4% για τον ενάγοντα επί του αιτηθέντος (και επιδικασθέντος) ποσού, με βάση τις πρόνοιες του Κώδικα Δικηγόρων (2% για τη σύνταξη αγωγής + 1% για σύνταξη προτάσεων + 1% για αναλογία δικ. Ενσήμου και λοιπά έξοδα), ενώ για τον εναγόμενο σε 2% περίπου (για σύνταξη προτάσεων) [[1]]. Σε περίπτωση δε ευδοκιμήσεως αναγνωριστικής αγωγής τα έξοδα υπολογίζονται σε ποσοστό 3% περίπου για τον ενάγοντα (2% για τη σύνταξη αγωγής + 1% για σύνταξη προτάσεων), συν επιπλέον ποσό ανάλογα και με τον αριθμό των επιδόσεων, ενώ για τον εναγόμενο παραμένει σε 2% περίπου. Πολυπλοκότερος είναι ο υπολογισμός της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση που η αγωγή γίνει εν μέρει δεκτή. Ως γνωστόν η σχετική ρύθμιση περιλαμβάνεται στο άρθρο 178 ΚΠολΔ. Το άρθρο αυτό, κατά την παλαιότερη (έως το έτος 2.000) διατύπωσή του προέβλεπε ότι «σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο συμψηφίζει τα έξοδα ή τα κατανέμει ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός». Σύμφωνα με την τότε κρατούσα άποψη([2]) το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να διατάξει τον ολικό συμψηφισμό των εξόδων ακόμη κι αν η νίκη ή η ήττα ήταν ανισομερής. Έτσι το δικαστήριο, ακόμη κι αν η αγωγή γινόταν δεκτή κατά αξιόλογο μέρος της, μπορούσε να συμψηφίσει πλήρως τη δικαστική δαπάνη. Από πρακτικής πάντως απόψεως τα δικαστήρια επέλεγαν συχνά μια άλλη, ευκολότερη, οδό πλήρους συμψηφισμού, την οποία επέτρεπε τότε το άρθρο 179 ΚΠολΔ, δηλαδή λόγω της «εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης». Η συχνότατη ωστόσο εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως από τα δικαστήρια και ο συχνότατος συμψηφισμός της δικαστικής δαπάνης (ιδίως σε υποθέσεις εργατικών – αυτοκινητικών διαφορών ([3]), οδήγησε το Νομοθέτη (Ν. 2915/2001) στη μεταρρύθμιση της παραπάνω διατάξεως, ώστε ο συμψηφισμός να επιτρέπεται μόνο όταν «η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής». Τροποποίησε ωστόσο και την παράγραφο 1 του άρθρου 178 ΚΠολΔ, ώστε «σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας του καθενός». Απάλειψε δηλαδή ο Νομοθέτης τη δυνατότητα ολικού συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης, ανεξαρτήτως του μεγέθους της νίκης και ήττας των διάδικων, ώστε η επιδίκασή της να είναι αποκλειστική συνάρτηση της επιτυχούς ή μη εκβάσεως της δίκης. Ποια ήταν όμως […]
Read moreΟ ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ.
“Ο ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ” 1.- Θεωρίες περί αιτιώδους συνδέσμου. Στις υποθέσεις ποινικής ιατρικής ευθύνης, τα εγκλήματα που απασχολούν τα ποινικά δικαστήρια είναι δύο : αυτό της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ) και της σωματικής βλάβης από αμέλεια (άρθρο 314 ΠΚ). Στα εγκλήματα αυτά, μία εκ των προϋποθέσεων είναι ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παραλείψεως του δράστη ιατρού (ως εξωτερική αμέλεια –παραβίαση καθήκοντος επιμέλειας- αντικειμενικό σφάλμα) και του αποτελέσματος που επήλθε (θάνατος ή σωματική βλάβη), που αποτελεί κατά μία άποψη στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος [1], κατά άλλη άποψη λογικό σύνδεσμο μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος[2]. Για το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου (σε όλα τα εγκλήματα γενικώς) έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες, με σημαντικότερες αυτές της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων (κρατούσα στην ελληνική επιστήμη) και του αντικειμενικού καταλογισμού (κρατούσα στη γερμανική επιστήμη). Σύμφωνα με τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων (conditio sine qua non), όρος ενός αποτελέσματος , είναι κάθε τι το οποίο δεν είναι δυνατόν να απαλειφθεί χωρίς να πάψει αυτόματα να υπάρχει και το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, όλοι δε οι όροι είναι ισοδύναμοι στην αιτιώδη αυτή «αλυσίδα», διότι αν σπάσει ένας από αυτούς, τότε καταστρέφεται και η αλυσίδα. Η θεωρία αυτή έχει κατά βάση οντολογικό περιεχόμενο (ήτοι χωρίς αξιολογικές κρίσεις μεταξύ των όρων), είναι απλή στη σύλληψη και στην εφαρμογή της και προσιδιάζει στην επιθυμία για την κατά το δυνατόν απλούστευση του ποινικού δόγματος που πρέπει να είναι προσιτό και κατανοητό σε όλους, αφού το ποινικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο του τεχνοκράτη (εμπόρου, κοκ), αλλά του κάθε πολίτη. Παρουσιάζει όμως αυτή το σοβαρό μειονέκτημα, ότι η αυστηρή εφαρμογή της οδηγεί σε υπερβολική διεύρυνση των αιτίων (όρων) του αποτελέσματος και του αριθμού των εμπλεκόμενων προσώπων και γι΄ αυτό έγιναν προσπάθειες στην επιστήμη για περιστολή των όρων αυτών, με διάφορες θεωρίες, που πρόσθεταν δεονοτολογικά –αξιολογικά στοιχεία στη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, όπως της (πλέον) ενεργούς αιτίας (causa efficiens που θέτει εις κίνηση τους λοιπούς «σε ηρεμία» όρους) ή της τελευταίας ενεργούς αιτίας, της νομικώς διαφέρουσας αιτιότητας (με βάση το δεοντολογικό νόημα του οικείου κανόνα δικαίου που προσβλήθηκε με την πράξη). Σημαντική είναι η αξιολογική θεωρία της «προσφόρου αιτίας» (causa adaequata) που κρατεί στο αστικό δίκαιο (νομολογία και θεωρία), όχι όμως στο ποινικό δίκαιο και ανάγεται στην επιλογή μεταξύ των πολλών όρων, μόνο του κατάλληλου- πρόσφορου όρου, που, κατά την κοινή πείρα , μπορεί να προκαλέσει το αποτέλεσμα , ως αντικειμενική εκ των υστέρων πρόγνωση[3] . Η θεωρία του αντικειμενικού καταλογισμού (που σημειωτέον προέκυψε κατά την εξέταση των εξ αμελείας τελούμενων εγκλημάτων, αλλά εφαρμόζεται και στα εκ δόλου τελούμενα εγκλήματα), προσπαθεί , με αξιολογικές εκτιμήσεις από όλους τους όρους , να επιλέξει μόνο εκείνους που βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του δράστη, εκείνους δηλαδή που μπορούσε αυτός αντικειμενικά να αποφύγει και που αποτελούν «έργο του», αφήνοντας εκτός τους όρους που καθιστούν το αποτέλεσμα τυχαίο. Επομένως, στο επελθόν αποτέλεσμα πρέπει να πραγματώνεται εκείνος ακριβώς ο ανεπίτρεπτος κίνδυνος, που τέθηκε με τη συμπεριφορά του δράστη (συνάφεια κινδύνου) και επιπρόσθετα το επελθόν αποτέλεσμα πρέπει να συγκαταλέγεται σε εκείνο, που αποσκοπούσε να αποτρέψει ο υποκρυπτόμενος στην αντικειμενική υπόσταση […]
Read moreΤο δικαίωμα αίτησης διεξαγωγής αποδείξεων: Νομική κατοχύρωση, θεσμική προώθηση και δικονομικές κυρώσεις επί προβολής του.
«Το δικαίωμα αίτησης διεξαγωγής αποδείξεων: Νομική κατοχύρωση, θεσμική προώθηση και δικονομικές κυρώσεις επί προβολής του» ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ * ΑΠ 992/2013 Απόσπασμα «…Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει aκυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α` του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου, που βρίσκεται στη δικογραφία. Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφaνθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί. Εάν πρόκειται για φωτογραφίες, η περιγραφή της απεικονίσεως της καθεμιάς από αυτές είναι δυσχερής. Εφ` όσον, λοιπόν, αυτές κατά κυριολεξία δεν αναγιγνώσκονται, ώτε να ακουσθεί το περιεχόμενό τους, αλλά επισκοπούνται από τα μέλη του δικαστηρίου και τους διαδίκους, δια περιφοράς μεταξύ αυτών, η αναγραφή στα πρακτικά της συνεδριάσεως ότι μεταξύ των εγγράφων που ανεγνώσθησαν περιλαμβάνεται και ορισμένος αριθμός φωτογραφιών έχει την έννοια ότι αυτές τέθηκαν υπ` όψη όλων των παραγόντων της διαδικασίας…» * ΑΠ 898/2013 Απόσπασμα «…Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε για ανάγνωση ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως, κρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή σαφούς προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ. Για να επέλθει όμως, ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και σε περίπτωση παραλείψεως ανάγνωσης, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση ζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του κατά την ακροαματική διαδικασία να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο απόρριψης της προσφυγής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ (ΑΠ 1773/2010)….» * ΑΠ […]
Read moreΥπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις μελών της οικογένειάς τους.
Υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις μελών της οικογένειάς τους στις 31 Οκτωβρίου 2015 Α. Εισαγωγικά: Η ασφάλιση στο ΙΚΑ των προσώπων που συνδέονται με συγγενική σχέση με τον εργοδότη αποτελεί βασικό ζήτημα που απασχολεί την πλειοψηφία των οικογενειακών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις ανακύπτουν προβλήματα τα οποία καλούνται να επιλύσουν τα ελληνικά δικαστήρια αλλά και στην πράξη τα αρμόδια όργανα του ΙΚΑ από την εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας και σχετικών εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτής. Πολλές φορές απευθύνονται στο γραφείο μας, λόγω προβλημάτων που ανακύπτουν στην εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής από τα όργανα του ΙΚΑ, πελάτες, οι οποίοι αναζητούν τις νομικές μας συμβουλές πάνω σε θέματα, τα κυριότερα από τα οποία θα προσπαθήσω να θίξω στην παρούσα εισήγησή μου. B. Ειδικές ρυθμίσεις για την υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται στην επιχείρηση του/ της συζύγου τους ή συγγενών α’ και β’ βαθμού (δηλαδή σε οικογενειακές επιχειρήσεις): Κατ’ αρχάς, η νομική θεωρία δεχόταν στο παρελθόν ότι τα μέλη της οικογένειας του εργοδότη, εφόσον συμβιούν με αυτόν και διατρέφονται απ’ αυτόν, εάν συμβαίνει να απασχολούνται στην επιχείρησή του, θεωρείται ότι δεν υπάρχει το στοιχείο της παροχής εξαρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής, λόγω του στενού οικογενειακού δεσμού που συνδέει αυτά (και δεδομένου ότι στις οικογενειακές σχέσεις η εργασία συνήθως παρέχεται από ηθική και οικογενειακή υποχρέωση για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, βλ. άρθρα 1386-1389, 1508 ΑΚ). Τα τελευταία όμως χρόνια η νομολογία δέχεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συναφθεί και μεταξύ συζύγων ή συγγενών ή φίλων ή συνεταίρων, αλλά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώνεται ότι συντρέχουν οι όροι της συμβάσεως αυτής, μεταξύ των οποίων και η νομική εξάρτηση του μισθωτού από τον εργοδότη (ΑΠ 180/2000, ΑΠ 156/1998 ό.π. ΑΠ 1356/1992 ΕλλΔνη 36.348, ΕΑ 7784/1999 Ελ.Δνη 41.1401, ΕφΑθ 274/1986 ΔΕΝ 42.564). Η υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων που απασχολούνται στην επιχείρηση του συζύγου ή συγγενών α’ και β’ βαθμού διέπεται από ειδικές διατάξεις (Ν. 1759/1988) και τούτο κρίθηκε αναγκαίο για το νομοθέτη, ενόψει της δυσχέρειας που υφίσταται ως προς τη διακρίβωση της συνδρομής των γενικών προϋποθέσεων υπαγωγής στην ασφάλιση του ΙΚΑ των προσώπων αυτών, ειδικότερα δε ως προς τη διακρίβωση της ύπαρξης σχέσης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτών και του συζύγου ή συγγενούς που είναι αποδέκτης των υπηρεσιών τους, καθώς και ως προς την αμοιβή τους, λαμβανομένου υπόψη του ότι είναι σύνηθες η απασχόληση των προσώπων αυτών σε οικογενειακές επιχειρήσεις να λαμβάνει χώρα είτε για λόγους ηθικής υποχρέωσης είτε από λόγους κοινού οικογενειακού συμφέροντος, καθώς και ότι η συγγενική σχέση αμβλύνει τη σχέση εξάρτησης[1]. Και όταν αναφέρομαι σε «σχέση εξαρτημένης εργασίας», αυτή υπάρχει σύμφωνα με τη νομολογία του Αρείου Πάγου όταν οι συμβαλλόμενοι (εργοδότης και εργαζόμενος) αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και τον μισθό και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και πραγματική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίδει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές[2]. Όπως θα δούμε παρακάτω, με τις ειδικές […]
Read more
