ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΠΡΟΣ ΠΛΗΡΩΜΗ ΚΑΤΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
Ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του εις χείρας μου ακριβούς αντιγράφου της υπ’ αριθμ. 5631/25-07-2017 αποφάσεως (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο επικυρώνω, και με τη ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μας αρμόδιος Δικαστικός Επιμελητής παραγγέλλεται να επιδώσει νομίμως στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ……..» που εδρεύει στην Αθήνα, οδός….., αρ. ……., νομίμως εκπροσωπουμένης, προς γνώση της και για τις νόμιμες συνέπειες, επιτασσομένη συγχρόνως να καταβάλλει τα εξής ποσά: 1. Για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη το ποσό των τετρακοσίων ενενήντα ΕΥΡΩ και εβδομήντα δύο λεπτών (490,72 ΕΥΡΩ). 2. Για σύνταξη παρούσης επιταγής το ποσό των τετρακοσίων ενενήντα ΕΥΡΩ και εβδομήντα δύο λεπτών (490,72 ΕΥΡΩ) πλέον ΦΠΑ 24% ποσού εκατόν δεκαεπτά ΕΥΡΩ και εβδομήντα επτά λεπτών (117,77 ΕΥΡΩ), ήτοι συνολικά το ποσό των εξακοσίων οκτώ ΕΥΡΩ και σαράντα εννέα λεπτών (490,72 ΕΥΡΩ + 117,77 ΕΥΡΩ ΦΠΑ 24%=608,49ΕΥΡΩ). (2041/2016 ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ, Δ/ΝΗ 2016/878 και NOMOS) 3. Για επίδοση της παρούσης το ποσό των σαράντα τριών ΕΥΡΩ και σαράντα λεπτών (43,40 ΕΥΡΩ) ήτοι συνολικά το ποσό των χιλίων εκατό σαράντα δύο ΕΥΡΩ και εξήντα ενός λεπτών (1.142,61 ΕΥΡΩ), και αυτό ολόκληρο με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παρούσης μέχρις εξοφλήσεως, άλλως θα εξαναγκασθεί η πληρωμή του άνω ποσού με αναγκαστική εκτέλεση. Δηλώνουμε δε ότι πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο διορίζουμε τον υπογράφοντα την παρούσα, καθώς επίσης την Δικηγόρο Αθηνών……………, οδός ……………….., Αθήνα, ΑΜΔΣΑΘΗΝΩΝ ……, τηλ: 210……….. Αθήνα, 01-09-2017 Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος των επιτασσόντων aaflorosolvency.wordpress.
Read moreΟριζόντιος ιδιοκτησία – Ακυρότητα εκλογής διαχειριστή – Δεσμεύουν οι πράξεις του.
H ακυρότητα αποφάσεως Γενικής Συνελεύσεως ή πρέπει να κηρυχθεί με απόφαση κατόπιν αγωγής περί ακυρότητος αυτής κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 101 ΑΚ (ΑΠ 1039/74 ΝοΒ 22. 666, Λιβάνης, Ιδιοκτησία κατ` ορόφον σελ. 170, 172, Μπουρνιάς Λειτουργία τ. Γ` 1973 σελ. 82), ή με αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ, Κωνσταντόπουλος σελ. 323 σημ. 735, 363 σημ. 815, Τζιτζιλιέρης ΝοΒ 17.550) και όχι με απλή ένσταση (ΕφΑθ 5642/85 ΕΔΠολ 1985.295). Και αν ακόμη είναι άκυρη η περί εκλογής του διαχειριστή απόφαση της γενικής συνελεύσεως, δεν θίγεται η εκλογή του μέχρι την έκδοση τελεσίδικης ακυρωτικής αποφάσεως από το δικαστήριο (ΑΠ 853/2001). Η απώλεια δε της ιδιότητος του διαχειριστού δεν συνεπάγεται και την κατάργησιν των πράξεων του διαχειριστού, ως εντολοδόχου των συνιδιοκτητών. Οι πράξεις αυτού, εφόσον ενηργήθησαν εντός του κύκλου της ανατεθείσης εις αυτόν εντολής, δεσμεύουν όλους τους ιδιοκτήτας (Κανέλλος, Οροφοκτησία 1985 παρ. 28 σελ. 92-93 και αυτόθι παραπομπαί εις θεωρία και Νομολογία). Εφ` όσον δε η άδεια για έγερση αγωγής κατά των εναγομένων με το περιεχόμενο της κρινομένης τοιαύτης, εχορηγήθη με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως, η οποία επίσης δεν κηρύχθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση, η άδεια αυτή ισχύει και για όλους τους μετέπειτα διαχειριστές της πολυκατοικίας και άρα ενομιμοποιείτο ο αρχικός ενάγων ως διαχειριστής, του οποίου η εκλογή ουδόλως ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, να εγείρει την προαναφερθείσα αγωγή. Νομολογία – Σημειώσεις 101 ΑΚ, ακυρότητα, γενική συνέλευση, διαχειριστής, οριζόντιος ιδιοκτησία Homepage 01
Read moreΛογοδοσία διαχειριστή πολυκατοικίας – Δαπάνες συνιδιοκτήτη απαραίτητες για τη συνιδιοκτησία και την οικοδομή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 303 του ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μίας ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και προς τούτο οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή, να επισυνάψει τα δικαιολογητικά και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού. Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός που ανακοίνωσε δεν είναι κανονικός, δεν εκπληρώνεται η παραπάνω υποχρέωση του δοσιλόγου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου περί ανακοίνωσης του λογαριασμού με την αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 473-377 ΚΠολΔ. Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση του δεξιλόγου, με βάση οποιαδήποτε έννομη σχέση, όπως είναι η σχέση μεταξύ συνιδιοκτητών και διαχειριστή πολυκατοικίας από τη σχέση της οροφοκτησίας. Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται εάν ο δοσίλογος είχε προβεί σε εξώδικη λογοδοσία ή αν ο δεξόλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει το λογαριασμοί που έδωσε ο δοσίλογος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1117 ΑΚ, 1,2 § 1,3 §§ 1 και 2,4 § 1,5 και 13 του ν. 3741/1929 προκύπτει, πλην άλλων, ότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεσμεύει τους συμβληθέντες και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους και εκείνους που προσχώρησαν σ` αυτόν. Από το άρθρο 4 §§ 1, 2 και 3 του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες πολυώροφης οικοδομής μπορούν να κανονίζουν τον τρόπο διορισμού, τα καθήκοντα, εξουσίες και υποχρεώσεις του διαχειριστή, ο οποίος, αν δεν ορίζεται αμοιβή, θεωρείται εντολοδόχος των συνιδιοκτητών προδήλως όμως όχι ατομικά του καθενός, αλλά του συνόλου των συνιδιοκτητών ως ομάδας, αφού αυτή είναι η εντολίδα και όχι τα πρόσωπα που την απαρτίζουν. Στην παραπάνω εντολή ισχύουν συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 718 και 303 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον κανονισμό. Συνεπώς, ο εντολοδόχος είναι υποχρεωμένος να παρέχει στον εντολέα πληροφορίες για την πορεία της διαχείρισης και ειδικότερα για τις γενόμενες εισπράξεις, πληρωμές κ.λπ., αν παραλείψει δε την υποχρέωση του αυτή είναι υπεύθυνος, κατ` άρθρο 714 ΑΚ, στην αποκατάσταση κάθε ζημίας που επήλθε στην περιουσία του εντολέα του. Μετά την περάτωση της εντολής είναι υποχρεωμένος να λογοδοτήσει κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 303 ΑΚ. Η λογοδοσία αυτή στην περίπτωση του διαχειριστή πολυκατοικίας, θα παρασχεθεί προς τη Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών, αν ο κανονισμός δεν ορίζει διαφορετικά και όχι σε καθένα ιδιοκτήτη χωριστά (ΕφΑΘ 5224/2008 ΕλλΔνη 2010. 825, ΕφΑΘ 6388/2007 ΕΔΠολ 2008.122, ΕφΑΘ 426/2005 ΕλλΔνη 2006. 606). Κατ` ακολουθίαν, ο διαχειριστής πολυκατοικίας δεν είναι υποχρεωμένος να παρέχει πληροφορίες για την πορεία της διαχείρισης του, ούτε να λογοδοτήσει σε καθένα ιδιοκτήτη διαμερίσματος ή ορόφου χωριστά και επομένως ο τελευταίος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή της σχετικής δαπάνης επικαλούμενος την άρνηση του διαχειριστή να του δώσει πληροφορίες. Ο διαχειριστής, εξάλλου, της πολυώροφης οικοδομής αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον κανονισμό, εκπροσωπεί και ενώπιον των δικαστηρίων το σύνολο των ιδιοκτητών της, ως ένωση προσώπων, η οποία στερείται νομικής προσωπικότητας, για τις υποθέσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση αυτής (άρθρα 62, 64 § […]
Read moreΣύμβαση μισθώσεως με 2 ή και περισσότερους (συν)εκμισθωτές.
Σε περίπτωση που οι εκμισθωτές είναι περισσότεροι, νομιμοποιείται μόνο ένας να ασκήσει την αγωγή προς απόδοση του μισθίου, αν έχει τη συναί¬νεση των άλλων που μένουν έξω από τη δίκη ; Υποστηρίζεται η καταφατική εκδοχή (βλ. Παπαδάκη, ο.π. σελ. 68), δίχως καμιά εγγύτερη εξήγηση. Ίσως η εκδοχή αυτή στηρίζεται στο επιχείρημα της αντιδιαστολής από το άρθρο 788 § 2 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «επικείμενου κινδύνου έκαστος τούτων δικαιούται και άνευ συναινέσεως των λοι¬πών να λαβή τα απαιτούμενα προς συντήρησιν του πράγματος μέτρα». Από τη ρύθμιση αυτή θα μπορούσε, με την πρώτη ματιά, να αντληθεί το επιχείρημα, κατ’αντιδιαστολή ότι, και δίχως επικείμενο κίνδυνο, έχει δικαίωμα ένας μόνο από τους κοινωνούς να ενεργήσει, αρκεί να έχει τη συναίνεση των άλλων. Όμως δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η συναίνεση των άλλων κοινωνών είναι δήλωση της βούλησης που πρέπει να απευθυνθεί προς όλους τους άλλους, και αυτούς που συμφωνούν και αυτούς που διαφωνούν. Και τούτο, γιατί η συναίνεση ισχύει έναντι όλων (Φiλιος, στην ΕρμΑΚ 788 αρ. 26). Μόνη λοιπόν η συναίνεση που απευθύνεται προς τον ενάγοντα δεν αρκεί, παρά μόνο όταν οι κοινωνοί είναι δύο, από τους οποίους ο ένας παίρνει την πρωτοβουλία για την άσκηση της αγωγής και ο άλλος απλώς συναινεί. Όμως, και στην περίπτωση αυτή, σπάνια θα έχει ο ένας από τους κοινωνούς έννομο συμφέρον να ασκήσει την αγωγή μόνο στο δικό του όνομα και να αγνοήσει τον άλλο κοινωνό, παρόλο που συναινεί στην άσκηση της αγωγής. Τέτοια σπάνια περίπτωση συνδρο¬μής έννομου συμφέροντος είναι εκείνη, όπου η καταγγελία εμπορικής μίσθωσης για ιδιόχρηση γίνεται από τον ένα συνεκμισθωτή, με τη συγκατάθεση του άλλου, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται να κάνει ιδιόχρηση (ΑΠ 531/1974 ΝοΒ 23, 43 με σύμ¬φωνη σημ. Κ. Παπαδημητρίου). Με την τελευταία αυτή επιφύλαξη, είναι πιο πειστική η άρχουσα γνώμη, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση περισσότερων συνεκμισθωτών, η αγωγή για την απόδοση του μισθίου ασκείται από όλους μαζί ή, τουλάχι¬στον, από εκείνους που σχηματίζουν την πλειοψηφία των ιδανικών μεριδίων. Και αν δε σχηματίζεται πλειοψηφία (λχ γιατί είναι δύο, που δε συμφωνούν) τότε απαιτείται σχετική απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 790 ΑΚ (Δεληγιάννης, ΕΕΝ, 21, 69. Ζέπος, ΕνοχΔ Β: 2η εκδ. 1965 § 26 II 3 α’ σελ. 665. Σταυρόπουλος, ο.π. § 8 γ’ σελ. 795. Τούσης, ΕνοχΔ Β’ Ι 1975 § 77 σελ. 247. Φλούδας, ο.π. § 56 σημ. 12 σελ. 49). Μόνο αν αντικειμενικά επίκειται κίνδυνος (ΑΚ 788 § 2) καταστροφής ή βλάβης του μισθίου (Ζέπος, ο.π. σελ. 666), νομιμοποιείται ο ένας μόνο από τους συνεκμισθωτές, και δίχως τη συναίνεση των άλλων, να ασκήσει την εξωστική αγωγή (Φίλιος, ο.π. αρ. 84). Εξαίρεση υπάρχει στην περίπτωση που ο ένας από τους συνεκμισθωτές είναι το δημόσιο ή κοινωφελές ίδρυμα, οπότε, αν μετέχει στην κοινωνία με ποσοστό 50 ο/ο, νομιμοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 3 σε συνδ. με 72 § 3 ν. 2039/1939, να ασκήσει μόνο του την αγωγή, δίχως τη συγκατάθεση των άλλων συνεκμισθωτών (Φλούδας, ο.π. σελ. 49. ΑΠ 222/1976 ΝοΒ 24, 771). Αμφισβητείται ακόμη αν ο ένας από τους συνεκμισθωτές νομιμοποιεί¬ται να ασκήσει μόνος του αγωγή για την έξωση του μισθωτή από το ιδανικό του μερίδιο. Άρχουσα είναι η καταφατική εκδοχή (βλ. Σταυρόττουλο, ο.ττ.) με […]
Read more"Αγωγή αποδόσεως του μισθίου λόγω λήξεως της μισθώσεως".
Κατά το άρθρο 599 του Αστ.Κ. «Ο μισθωτής κατά την λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε. – Σε περίπτωση υπεκμίσθωσης ή παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε τρίτον, ο εκμισθωτής μπορεί κατά τη λήξη της μίσθωσης να απαιτήσει το μίσθιο και από τον υπομισθωτή ή από εκείνον στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση.» [Πρβλ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Α.Κ. ΙΙΙ, Ειδ. Ενοχικό, υπ’ άρθρ. 599, και αυτόθι βιβλιογραφία. Καυκά, Ενοχ. υπ’ άρθρ. 599. Ζέπο, Ενοχ. 7, IV 3 δ σελ. 212. Τούση, Ενοχ. Ειδ. παρ. 79. Αποστολίδη, Ενοχ. υπ’ άρθρ. 599. Φουρκιώτη, Ενοχ. σ. 241, ίδιον εν ΝΔ 5 σ. 217. Βάλληνδα, Αστ.Κ. υπ’ άρθρ. 599. Φίλιο, Ενοχ. Ειδ. παρ. 7Ζ]. Η σύμβαση της μισθώσεως πράγματος λήγει, όπως κάθε σύμβαση, είτε εκ λόγων γενικών (όπως λ.χ. με αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων, λόγω καταστροφής του μισθίου πράγματος κλπ.) είτε και εκ λόγων ειδικών, με βάση ειδικές διατάξεις, όπως οι 608 επ., 612 επ. ΑΚ: Ζέπος παρ. 7, VI. Ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει το μίσθιο πράγμα στον εκμισθωτή με όλα του τα παρακολουθήματα,. Ο εκμισθωτής δεν μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή, ούτε όταν το μίσθιο έχει σοβαρές βλάβες, διαφορετικά περιέρχεται σε υπερημερία (ΑΚ 351). Εάν ο μισθωτής αρνείται την απόδοση του μισθίου, ο εκμισθωτής έχει αξίωση κατά του μισθωτή για την απόδοση αυτού και αποβολή του μισθωτή από τον μίσθιο: Αποστολίδης 599 παρ. 4 εν τέλει. Καυκάς 599 παρ. 2. Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 648-661 Κ.Πολ.Δ. δικάζονται διαφορές από την μίσθωση πράγματος, που αναφέρονται στην απόδοση της χρήσεως του μισθίου για οποιοδήποτε λόγο: Κ.Πολ.Δ. 647. Βλ. και ΕΘ 782/73 ΝοΒ 21,941. Επί καθυστερήσεως του μισθώματος βλ. αγωγή εκ του ΑΚ 597, καθώς και την αγωγή απόδοσης του μισθίου λόγω δυστροπίας. (ΕισΝΚΠολΔ 66) Ε.Α. 5592/75 ΑρχΝ 26,665. Το Διάταγμα της 24/30.12.1943 «περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του ν. ΒΧΗ’ του 1899 περί εξώσεως δυστροπούντων μισθωτών», όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, καθώς και όλες οι διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στην εφαρμογή των διατάξεων αυτού, καταργήθηκαν δια του άρθρ. 31 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. Στοιχεία – προϋποθέσεις. : Στην προκείμενη αγωγή δέον να αναφέρονται, πλην των οριζομένων στα άρθρ. 118, 119 παρ. 1 και 216 Κ.Πολ.Δ.: α) η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μισθώσεως πράγματος (Α’), β) η ημερομηνία λήξεως της μισθώσεως αυτής (Β’), γ) σε περίπτωση καταγγελίας, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτήν (Γ’), δ) αίτημα αποδόσεως του μισθίου (Δ’) (Ε’). Α. Ειδικότερα ως προς την υφισταμένη σύμβαση της μισθώσεως, δέον να καθορίζονται στην αγωγή: ο τόπος και ο χρόνος της συνάψεως αυτής, οι συμβαλλόμενοι, το μίσθιο πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το μίσθωμα και ο χρόνος διαρκείας της μισθώσεως. Περισσότερα βλ. στην αξίωση του μισθωτή για την παράδοση της χρήσεως του μισθίου πράγματος. Β. Κατά το άρθρ. 608 παρ. 1, μίσθωση η οποία συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λήγει με την παρέλευση του χρόνου αυτού, χωρίς άλλη προϋπόθεση. Ως μίσθωση ορισμένου χρόνου νοείται όχι μόνο η μίσθωση που συμφωνήθηκε για συγκεκριμένο ημερολογιακό χρόνο, αλλά και εκείνη που συνήφθη για περιορισμένη χρονικά χρήση ή, διαφορετικά, για χρήση προσδιορισμένη χρονικά, τα κρατούντα χρηστά συναλλακτικά ήθη ασκούν σημασία για τον προσδιορισμό: Ζέπος παρ. 7, VI σ. 240. Καυκάς 608 παρ. 2. Μίσθωση […]
Read moreΑναστολή εκτέλεσης με προσωρινή ρύθμιση. Η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 1 του όγδοου άρθρου του Ν. 4335/2015, με την οποία καταργήθηκε το 938 ΚΠολΔ, στο πλαίσιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.
Κατά τις διατάξεις των 731, 732 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του 933 παρ 6 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τον Ν. 4335/2015, σε περίπτωση που η τράπεζα επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση (δυνάμει διαταγής πληρωμής) σε εντολέα σας, ενόσω εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως επί της ανακοπής σας, τότε μπορείτε να ζητήσετε την έκδοση αποφάσεως αφαλιστικών μέτρων, για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, υπό την έννοι της αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενόψει της καταργήσεως του 938 ΚΠολΔ (με το άρθρο 1 του όγδοου άρθρου -μη σας κάνει εντύπωση η ασυνάρτητη σειρά των άρθρων, η μνημονιακή νομοθεσία είναι και από νομοτεχνικής άποψης για γέλια- του Ν. 4335/2015) Όπως έκρινε ήδη ο ΑΠ (Συμβ.ΑΠ 142/2016, Συμβ.ΑΠ 11/2017), προϋπόθεση για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων είναι να μην έχει αρχίσει ουσιαστικά η αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή να μην έχουν γίνει μετά την επίδοση σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η αναγκαστική εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου της απόφασης αυτής με επιταγή προς εκτέλεση, που αποτελεί κατά το άρθρο 924 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ την πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, περαιτέρω πράξεις εκτέλεσης, διότι τότε (αν δεν πρόκειται για άμεση εκτέλεση για την οποία προβλέπει ειδικά το άρθρο 937 παρ. 1 εδαφ. γ’ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 ν. 4335/2015) δεν υπάρχει δικονομική ανάγκη αναστολής της εκτελέσεως, αφού η απόφαση για την ανακοπή κατά της εκτελέσεως πρέπει κατά ρητή νομοθετική επιταγή να εκδοθεί εντός 60 ημερών από τη συζήτησή της (βλ. άρθρο 933 παρ. 6 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, παρ. 2 ν. 4335/2015), δηλαδή, θα εκδοθεί οπωσδήποτε πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Αν, ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολογείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου (άρθρα 982επ. ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 1 του όγδοου άρθρου του Ν. 4335/2015, με την οποία καταργήθηκε το 938 ΚΠολΔ, στο πλαίσιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Άλλωστε, δεν πρέπει να παροράται ότι η κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ που έγινε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) παρίσταται και ως αντισυνταγματική, αφού το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. Πρόκειται για επιτακτικού χαρακτήρα διάταξη, η οποία τείνει να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα (προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, πράττοντας τούτο, να αίρει […]
Read moreΠοια έγγραφα θεωρούνται ότι είναι νόμιμα μεταφρασμένα.
Ποια όργανα, σύμφωνα με τον νόμο, μπορούν να μεταφράζουν νόμιμα δημόσια, ιδιωτικά έγγραφα και άλλα κείμενα Α. Μεταφραστική Υπηρεσία του ΥΠΕΞ Η οργάνωση και η λειτουργία της Μεταφραστικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ διέπεται από τον Οργανισμό του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως αυτός έχει κωδικοποιηθεί με τον νόμο 3566/2007. Σύμφωνα με τον Οργανισμό του Υπουργείου Εξωτερικών Σκοπός της Μεταφραστικής Υπηρεσίας είναι: η έγκυρη μετάφραση δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων και άλλων κειμένων, η επικύρωση αυτών, καθώς και των εγγράφων που εκδίδονται στην Ελλάδα από τις ξένες διπλωματικές και προξενικές αρχές, η επικύρωση των υπογραφών των Ελλήνων υπηκόων επί παντός κειμένου, πλην των πληρεξουσίων, εφόσον αυτοί υπογράφουν ενώπιον του αρμόδιου υπαλλήλου των γραφείων της Μεταφραστικής Υπηρεσίας Στο ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι «Αλλοδαπά δημόσια έγγραφα μεταφράζονται εφόσον φέρουν την επισημείωση της σφραγίδας APOSTILLE, στην περίπτωση που προέρχονται από αρχή χώρας συμβεβλημένης στη Σύμβαση της Χάγης, η οποία κυρώθηκε με το ν. 1497/1984 (ΦΕΚ 188 Α), σε κάθε άλλη δε περίπτωση εφόσον φέρουν θεώρηση από την ελληνική προξενική αρχή της χώρας προέλευσης του εγγράφου ή από την προξενική αρχή της χώρας αυτής στην Ελλάδα. Για έγγραφα χωρών για τις οποίες η Ελλάδα έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την προσχώρηση τους στη Σύμβαση της Χάγης και για όσο διάστημα δεν έχουν αρθεί οι επιφυλάξεις αυτές, η επικύρωση θα γίνεται μόνο από την οικεία ελληνική προξενική αρχή. Όσον αφορά στις γλώσσες από και προς τις οποίες εκπονούνται μεταφράσεις και επικυρώνονται έγγραφα πολιτών και Δημοσίων Υπηρεσιών, η υπηρεσία αυτή μεταφράζει και επικυρώνει σε (34) γλώσσες με δυνατότητα αύξησης ή μείωσης τους (ΥΑ αριθμ. 1856/98 (ΦΕΚ 478 Β) Οι Μεταφραστές της Μεταφραστικής Υπηρεσίας είναι ιδιώτες από πίνακα που καταρτίζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, με τους επιτυχόντες σε ειδική γραπτή δοκιμασία ελέγχου της επάρκειας της δηλούμενης, εκ μέρους του υποψηφίου, ξένης γλώσσας. Τα μεταφραστικά τέλη που ισχύουν κατά κατηγορία εγγράφων καθορίζονται με απόφαση από τον Υπουργό Εξωτερικών. Η Μεταφραστική Υπηρεσία καταρτίζει πίνακα με μεταφραστές που κατά δήλωση τους έχουν ειδικευθεί σε μεταφράσεις ιατρικών, δικαστικών και τεχνικών εγγράφων ή εγγράφων με ναυτική και στρατιωτική ορολογία. Β. Η κατοχύρωση του δικαιώματος εκπόνησης νομίμων μεταφράσεων από τους δικηγόρους Η κατοχύρωση αυτού του δικαιώματος για τους δικηγόρους προκύπτει κυρίως από το άρθρο 36 παρ. 2 περ. γ νόμου 4194/2013 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/27-9-2013) και το άρθρο 454 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Άρθρο 36 παρ. 2 περ. γ νόμου 4194/2013 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/27-9-2013) «γ) Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγράφων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Η μετάφραση έχει πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε Δικαστικής ή άλλης Αρχής, εφόσον συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και ο δικηγόρος βεβαιώνει ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μετέφρασε». Επομένως, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο οι δικηγόροι, οι εγγεγραμμένοι σε ελληνικούς δικηγορικούς συλλόγους έχουν το δικαίωμα να μεταφράζουν πάσης φύσεως έγγραφα, οι δε μεταφράσεις τους έχουν πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε Δικαστικής ή άλλης Αρχής. Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται επίσης ότι για να είναι έγκυρη αυτή η μετάφραση, πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και βεβαίωση του δικηγόρου ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς […]
Read moreΗ συναίνεση του ασθενούς κατά την ιατρική και οικονομική ενημέρωση.
Α. Γενικά νομικά στοιχεία για την ενημέρωση και συναίνεση του ασθενή. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Βιοιατρική (Σύμβαση του Οβιέδο 1997) που βρίσκεται σε ισχύ στην Ελλάδα, υπερισχύοντας του κοινού δικαίου (Ν. 2619/1998), ο γιατρός έχει υποχρέωση να πραγματοποιεί ιατρικές πράξεις μόνο με την συναίνεση του ασθενούς, καθώς επίσης να το πληροφορεί σχετικά με την υγεία του και το κόστος της εκάστοτε επεμβάσεως. Ειδικότερα στο άρθρο5 παρ. 1 της Σύμβασης του Οβιέδο ορίζεται ότι επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνο εφόσον ο ασθενής δώσει την ελεύθερη συναίνεση του, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης του1. Η υποχρέωση συναίνεσης και ενημέρωσης του ασθενούς προϋπήρχε ήδη στο άρθρο 47 του Ν. 2071/1992 σχετικά με τους νοσοκομειακούς ασθενείς. Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (εν συντομία ΚΙΔ, Ν.3418/2005) επαναδιατύπωσε τις ρυθμίσεις της Σύμβασης του Οβιέδο και ρύθμισε ειδικότερα τα ζητήματα της συναίνεσης και ενημέρωσης του ασθενούς στα άρθρα 11 και 12. Υπάρχει συνταγματική κατοχύρωση στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της προστασίας της ανθρώπινης ζωής (Σ. άρθρο 5 παρ. 1, άρθρο 2 παρ. 1). Ο ασθενής έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται για την γενική κατάσταση της υγείας του. Αυτό αποτελεί ειδικότερη έκφανση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου (Σ. άρθρο 9 παρ. 1)2. Β. Η συναίνεση 1. Η νομική σημασία της συναίνεσης του ασθενούς στην αστική ιατρική ευθύνη. Η συναίνεση του ασθενή αποτελεί στοιχείο υψίστης νομικής σημασίας για την ιατρική ευθύνη. Κάθε ιατρική πράξη που πραγματοποιείται χωρίς έγκυρη συναίνεση του ασθενούς, ασχέτως αν γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής, αποτελεί αυθαίρετη ιατρική πράξη και επιδέχεται δικαστική επίλυση (αστικά και ποινικά)3. Στο ελληνικό και γερμανικό δίκαιο επικρατέστερη είναι η άποψη ότι η συναίνεση του ασθενούς αίρει τον καταρχάς παράνομο χαρακτήρα της ιατρικής ενέργειας που πραγματοποιείται στο ανθρώπινο σώμα. Άρα κάθε ιατρική πράξη χωρίς έγκυρη συναίνεση του ασθενούς αποτελεί παράνομη σωματική βλάβη4. Υποστηρίζεται και η άποψη πως η θεραπευτική ιατρική πράξη είναι μία νόμιμη πράξη. Ωστόσο αν διενεργείται χωρίς τη συναίνεση ασθενούς, την καθιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του5. Το ζήτημα αν μια ιατρική πράξη είναι καταρχήν νόμιμη ή παράνομη είναι θεωρητικό αλλά και πρακτικό. Κατ αρχήν η πρώτη άποψη σχετικά με την παράνομη βλάβη του σώματος είναι ευνοϊκή για τον εκάστοτε ασθενή, διότι είναι ο μηχανισμός επίρριψης στο γιατρό του συνόλου του κινδύνου της θεραπείας. Η ιατρική πράξη είναι και παραμένει παράνομη χωρίς την συναίνεση του ασθενούς. Σε περίπτωση χειροτέρευσης ή θανάτου της υγείας του ασθενούς (με αιτιώδη σύνδεσμο), η ζημία αποκαθίσταται ολικά, ακόμα και αν η ζημία οφείλεται σε τυχαίο γεγονός και όχι σε ιατρικό σφάλμα. Το βάρος απόδειξης της έγκυρης συναίνεσης βαρύνει τον ιατρό. Ο ιατρός απαλλάσσεται από το βάρος απόδειξης αν αποδείξει ότι η πράξη δεν θα είχε ματαιωθεί ακόμα και με την έγκυρη συναίνεση του ασθενή (νόμιμη εναλλακτική συμπεριφορά). Αφ ετέρου η δεύτερη άποψη σχετικά με προσβολή του αυτοκαθορισμού του ασθενή είναι από κοινωνιολογική άποψη ορθότερη και δεν αμφισβητείται. Βέβαια όσον αφορά τις έννομες συνέπειες στο πεδίο της ευθύνης είναι ασαφές. Ο ασθενής έχει μόνο αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη. Ωστόσο ο ασθενής δεν έχει αξιώσεις αποκατάστασης της περιουσιακής και ηθικής ζημίας που υπέστη, εκτός […]
Read more
