ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ – ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 1/2018 : Πλαστογραφία. Κατ’ εξακολούθηση έγκλημα. Απάτη. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τεκμήριο αθωότητας.

24 Απριλίου, 2018

ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2018 ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ – ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ – Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση της παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ’ Π.Κ., κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη συνέπεια. Το έγγραφο πρέπει να είναι αντικειμενικά πρόσφορο να παράγει με την χρήση του έννομες συνέπειες. Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα από άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη, ως προς την πλαστότητα του εγγράφου. – Από τη διάταξη του άρθρου 98 Π.Κ. προκύπτει, ότι “κατ’ εξακολούθηση έγκλημα” είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους και προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της, προς εκτέλεσή τους, αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 Π.Κ., να επιβάλει μία και μόνη ποινή, για δε την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. – Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 Π.Κ., “όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και αν η ζημία που προκλήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο πρόσωπο παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση […]

Read more

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1524/2017 : Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Παροχή για αιτία που έληξε.

24 Απριλίου, 2018

ΑΡΙΘΜΟΣ 1524/2017 ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ – Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Παροχή για αιτία που έληξε. Καταβολή σε εκτέλεση απόφασης πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, αν η απόφαση αυτή εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει με νέα απόφαση (συνήθως ανώτερου) δικαστηρίου συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου. – Κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, η υποχρέωση δε αυτή γεννιέται ιδίως σε περιπτώσεις παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε. Παροχή για αιτία που έληξε είναι και η καταβολή σε εκτέλεση απόφασης πολιτικού ή ποινικού δικαστηρίου, αν η απόφαση αυτή εξαφανισθεί εν όλω ή εν μέρει με νέα απόφαση (συνήθως ανώτερου) δικαστηρίου συνεπεία άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 286/2005), ή αν η βασιζόμενη σε αυτή εκτέλεση ακυρωθεί. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, όταν δηλαδή η περιουσιακή μετακίνηση δεν πραγματοποιείται αμέσως από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, αλλά πραγματοποιείται με την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 279/2013, 1773/2007). Όταν, όμως το παρεμβαλλόμενο τρίτο πρόσωπο ενέργησε την παροχή όχι για δικό του λογαριασμό, αλλά εξαιτίας της ιδιότητας του, από την περιουσία άλλου, την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγή έχει, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί νόμιμοι όροι, εκείνος για λογαριασμό του οποίου ενεργήθηκε και από την περιουσία του οποίου έγινε η καταβολή (ΑΠ 1440/2000). Παρέπεται, ότι κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, το οποίο επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ’ αυτόν που πράγματι έχει πληγεί (ΑΠ 338/2016, 1438/2014). inlaw.gr

Read more

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1282/2017 : Εγγύηση. Έγγραφος τύπος. Στοιχεία ορισμένου αγωγής.

24 Απριλίου, 2018

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1282/2017 ΑΡΙΘΜΟΣ 1282/2017 ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ – Εγγύηση. Έγγραφος τύπος. Στοιχεία ορισμένου αγωγής. – Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι από δίκη που έχει διεξαχθεί μεταξύ του δανειστή και είτε του πρωτοφειλέτη είτε του εγγυητή προκύπτει δεδικασμένο υπέρ του ετέρου μόνο επωφελές και μόνο αν η αγωγή του δανειστή απορρίφθηκε λόγω ανυπαρξίας του χρέους. Από αυτήν την περιορισμένη και συγκυριακή καθ’ υποκείμενο επέκταση του ευμενούς μόνο δεδικασμένου δεν έπεται ότι μεταξύ τους, δηλαδή μεταξύ πρωτοφειλέτου και εγγυητού υπάρχει γενικώς και εκ προοιμίου δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ (επέκταση της ισχύος της εκδιδομένης αποφάσεως και στους δύο). Αντίθετη εκδοχή, θα διεύρυνε κατ’ αποτέλεσμα το άρθρο 328 ΚΠολΔ και θα υπερέτεινε αδικαιολογήτως το γράμμα και τον σκοπό της διατάξεως του άρθρου 76 παρ.1 περ. β’ του ΚΠολΔ, θα ήταν δε και ασυμβίβαστη προς την κατά το ουσιαστικό δίκαιο αυτοτέλεια της άμυνας του καθενός (άρθρο 853 ΑΚ). Επί πλέον η απόλυτη αυτή άποψη θα κατέληγε συχνά σε διαδικαστικές δυσχέρειες και θα επέφερε εκ προοιμίου και γενικώς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και απαράδεκτα (ΑΠ1598/2000, ΑΠ 1223/1995). Εκ τούτων παρέπεται, ότι όταν ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτου και του εγγυητού υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθ’ ο μέρος αντικείμενο της δίκης ως προς τον καθένα είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, όντας αδιάφορο αν η επέκταση του δεδικασμένου είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από την νίκη ή ήττα του διαδίκου, όπως στην περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται μόνον επί της ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ764/2009). Αυτά δε εν όψει και του ότι ο Άρειος Πάγος, όταν ερευνά το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως, δεν μπορεί να κρίνει παρεμπιπτόντως το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου (ούτε όταν αυτός είναι αναγκαίος, και θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους αναγκαίους ομοδίκους), να ασκήσει κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ15/2001, ΑΠ2146/2013). – Από τις διατάξεις των άρθρων 847, 848, 851 Α.Κ., 47 του ν.δ. της 17/7/13/8/1923 και 112 ΕΝ. Α.Κ. προκύπτει, ότι ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστή για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη του καταλοίπου, που θα προκύψει από την λειτουργία συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό κατά το οριστικό κλείσιμο αυτού, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυήσεως, ευθύνεται μέχρι του ποσού για το οποίο εγγυήθηκε. Δεν ευθύνεται για τα κονδύλια του λογαριασμού, τα οποία αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον πρωτοφειλέτη, την εκπλήρωση της οποίας αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη σύμβαση (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου από την λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος (υπό την ιδιότητα του εγγυητή), στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρι όμως, του ποσού της πιστώσεως της αρχικής βασικής συμβάσεως, ή και των προσθέτων στην συνέχεια συμβάσεων, εφόσον και αυτές τις εγγυήθηκε, δηλαδή, αποδέχθηκε να ευθύνεται για την καταβολή μεγαλύτερου, κάθε φορά, χρεωστικού καταλοίπου σε βάρος του πρωτοφειλέτη, που προέρχεται από τη λειτουργία της συμβάσεως. – Σύμφωνα δε με την από την […]

Read more

ΑΠ 636/2013 (Τμ. Β2 Πολ.) : Η παράνομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δημιουργεί υποχρέωση του υπαίτιου για αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ζημιωθέντα.

18 Απριλίου, 2018

ΑΠ 636/2013 (Τμ. Β2 Πολ.) ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη,για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Γάτσιου και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Αστικού Σωματείου με την επωνυμία “ΕΛΛΗΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ”, που εδρεύει στην …ι εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ. Σ. του Κ., 3) Λ. Κ. του Φ., 4) Χ. Α. του Χ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα και κατέθεσαν προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2730/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 559/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 5/12/2011 αίτησης του Κ. Κ., για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 559/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 23 του Ν. 2472/1997 , για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, “φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου, προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, για παράβαση του παρόντος νόμου, ορίζεται, κατ΄ ελάχιστο όριο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) δραχμών, εκτός εάν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση επιδικάζεται, ανεξαρτήτως από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη”. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από τον ήδη αναιρεσείοντα ασκήθηκε κατά των αναιρεσιβλήτων η από 6-2-2007 αγωγή, με την οποία και μετά από περιορισμό του σχετικού αιτήματος, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι αυτοί του οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 70.000 ευρώ, για παράβαση του νόμου περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το εφετείο, μετά από άσκηση εφέσεως εκ μέρους των εναγομένων, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι οι (ήδη) αναιρεσίβλητοι, αφού συνέλεξαν από διάφορες υπηρεσίες δεδομένα, που αφορούσαν το […]

Read more

Σ.τ.Ε. 150/2017 (Τμ. Δ΄) : Παραβίαση προσωπικών δεδομένων συνιστά η αποστολή καταθετικών στοιχείων του δικαιούχου σε άλλη διεύθυνση.

18 Απριλίου, 2018

Σ.τ.Ε. 150/2017 (Τμ. Δ΄) Πρόεδρος : Δ. ΠΕΤΡΟΥΛΙΑΣ, Αντιπρόεδρος Εισηγήτρια: Μ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ, Πάρεδρος Παραβίαση προσωπικών δεδομένων συνιστά η αποστολή καταθετικών στοιχείων του δικαιούχου σε άλλη διεύθυνση. Επειδή, στο άρθρο 2 του προαναφερθέντος Ν.2472/1997 , όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται τα εξής, ορίζονται τα εξής: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) «Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα», κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων … γ) «Υποκείμενο των δεδομένων», το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, … δ) «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («επεξεργασία»), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) «Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» («αρχείο»), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και το οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο … ζ) «Υπεύθυνος επεξεργασίας», οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός. Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο. η) «Εκτελών την επεξεργασία», οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός …». Στη δε παρ.1 του άρθρου 4 του αυτού νόμου προβλέπονται τα εξής: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία εν όψει των σκοπών αυτών. β) … γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση. δ) …». Περαιτέρω, στο άρθρο 5 του νόμου ορίζεται ότι: «1. Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. 2. Κατ΄ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου κατά το προσυμβατικό στάδιο. β) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από το νόμο. γ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου, εάν αυτό τελεί σε φυσική ή νομική αδυναμία να δώσει τη συγκατάθεσή του. δ) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και εκτελείται από δημόσια αρχή ή έχει ανατεθεί από […]

Read more

Μον. Πρωτ. Αθηνών 9179/2017 : Η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει και την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση και συγκατάθεση του υποκειμένου.

18 Απριλίου, 2018

Δικαστής: ΑΦΡ. ΚΟΥΤΣΟΥΛΑ, Πρόεδρος Πρωτοδικών Η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει και την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση και συγκατάθεση του υποκειμένου. Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού αφενός της προστασίας του ατόμου και την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων (άρθρο 9Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσεως τους (άρθρο 5Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπευθύνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου. Η ακρίβεια και ενημέρωση (επικαιροποίηση) των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας ο οποίος κατά τη συλλογή ή (και) την εν συνεχεία επεξεργασία των δεδομένων, οφείλει, με μέτρο την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του εν λόγω κύκλου δραστηριότητας, να ελέγχει την ακρίβεια των δεδομένων. Ο αποδέκτης και εκτελών την επεξεργασία, κατ”” εντολή και για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας με βάση έγγραφη συμφωνία, βαρύνεται με τις αναφερόμενες στο άρθρο 10 του Ν.2472/1997 υποχρεώσεις (απόρρητο και ασφάλεια επεξεργασίας), δεν υπέχει, όμως, και αυτός υποχρέωση για ενημέρωση του υποκειμένου, γιατί δεν καθίσταται αυτομάτως υπεύθυνος επεξεργασίας από μόνο το γεγονός ότι στην ουσία συλλέγει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, αφού για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να τα συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από την εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως αναθέσεως για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (π.χ. περαιτέρω διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων κ.λπ.). Η διάταξη του άρθρου 11 Ν.2472/1997 είναι σαφής και επιβάλλει ρητά την υποχρέωση ενημέρωσης του υποκειμένου μόνο στον υπεύθυνο επεξεργασίας. Η ενημέρωση των υποκειμένων, εφόσον ο αριθμός τους είναι μεγάλος (ίσος ή υπέρτερος των χιλίων), μπορεί να γίνει δια του τύπου, με την τήρηση των ειδικότερων όρων και προϋποθέσεων που προβλέπονται στις ως άνω δύο κανονιστικές αποφάσεις της Αρχής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 23 του Ν.2472/1997 και του ταυτάριθμου άρθρου της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, σε συνδυασμό με τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας προκαλεί ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων, η ευθύνη του πρώτου για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει α) συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του Ν.2472/1977 ή (και) των κατ”” εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει ηθική βλάβη. Η ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται, και ως εκ τούτου ο υπεύθυνος επεξεργασίας, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα. Για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επιδικάζεται, κατ”” ελάχιστο όριο, ποσό 2.000.000 δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια (ΑΠ 1740/2013, ΑΠ 1923/2006, ΕφΑΘ 1437/2014. ΕφΑΘ 2887/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). e-forologia.gr/

Read more

ΣυμβΕφΘεσ 250/2018 : Απόρρητο επικοινωνίας. Ενδοοικογενειακή απειλή.

13 Απριλίου, 2018

ΣυμβΕφΘεσ 250/2018 Απόρρητο επικοινωνίας. Ενδοοικογενειακή απειλή. Προς το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης Αριθμ. 250/2018 ……………. Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΦΩΝΗ Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1, 2, 4, 138 παρ. 1, 2, 270 παρ. 1, 308 παρ. 1, 4, 309 παρ. 1, 316 παρ. 2, 317 παρ. 1 α, 318 και 319 παρ. 1, 3 του ΚΠΔ όπως οι διατάξεις των άρθρων 316 και 317 αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου 3160/2003 την αριθ. 2/23/2/2018 έφεση της κατηγορουμένης … πρώην συζ. … κατοίκου Σερρών, την οποία άσκησε αυτοπροσώπως ενώπιον της γραμματέως Βουλευμάτων του Πλημμελειοδικείου Σερρών (άρθρο 474 του ΚΠΔ) κατά του αριθ. 232/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Σερρών, διά του οποίου παραπέμπεται η ανωτέρω κατηγορουμένη να δικαστεί από το αρμόδιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για τις πράξεις της αθέμιτης αποτύπωσης σε υλικό φορέα ιδιωτικής συνομιλίας (άρθρο 370 α παρ. 2 εδαφ. β του ΠΚ όπως ισχύει σήμερα) και της ενδοοικογενειακής απειλής (άρθρα 1, 7 παρ. 2 του νόμου 3500/2006 σε συνδ. με άρθρο 333 του ΠΚ) Το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομότυπα στην κατηγορουμένη και τον πολιτικώς ενάγοντα και μετά την απολογία της κατηγορουμένης δεν επιβλήθηκε ουδείς σε βάρος της περιοριστικός όρος και κατόπιν αυτών εκθέτω τα παρακάτω. Από την διάταξη του άρθρου 478 του ΚΠΔ όπως έχει αντικατασταθεί με την διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του νόμου 3904/2010 έφεση κατά βουλεύματος ασκείται μόνο για κακούργημα και στις περιπτώσεις που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σ` αυτήν α) για λόγους απόλυτης ακυρότητας και β) για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Στην περίπτωση που ασκηθεί το ένδικο μέσο της εφέσεως στηριζόμενο σε άλλους πλην των ανωτέρω λόγους (εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών) αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από τις διατάξεις των άρθρων 462, 463 και 478 του ΚΠΔ συνάγεται πως το δικαίωμα άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης κατά βουλευμάτων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών παρέχεται στον κατηγορούμενο μόνον όταν αυτός παραπέμπεται για κακούργημα και στις περιοριστικά στον νόμο αναφερόμενες περιπτώσεις. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει πως οι δικαστικές αποφάσεις και τα βουλεύματα πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Προς τούτο εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει μεταξύ άλλων και όταν το δικαστικό συμβούλιο προσδίδει σε ουσιαστική ποινική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ποινικού νόμου υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο υπήγαγε εσφαλμένα στον νόμο τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως αληθινά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. (Ολ.ΑΠ 2/2002 Ποιν. Χρον 2002 σελ 689, ΑΠ 510/2002 Ποιν. Χρον 2003 σελ. 24, ΑΠ 1/2010, ΑΠ 132/2010, ΑΠ 4/2010, ΑΠ 9/2010, ΑΠ 81/2010 ΑΠ 24/2010 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ) Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν αποδίδει έννοια διαφορετική σε ουσιαστική ποινική διάταξη από εκείνη, που πράγματι έχει. Τέτοια εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν αποδίδει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών την έννοια, πως πραγματώνεται η παράβαση του άρθρου 370 α παρ. 2 εδαφ. β του ΠΚ, ενώ η πράξη κρίνεται ποινικά αδιάφορη (ΑΠ 1231/2011, ΑΠ 267/2013, ΑΠ 225/2015, ΑΠ 116/2017, ΑΠ 147/2017, ΑΠ 94/2017, ΑΠ 96/2017, ΑΠ 69/2017, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ). Περαιτέρω κατά […]

Read more

Μ.Π.Πειρ. 74/2018 (διαδικασία ασφ.μέτρων) : ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ (περιεχομένου) ΘΥΡΙΔΑΣ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ (τραπέζης). ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΘΥΡΙΔΑΣ ΚΑΤΟΠΙΝ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΣ ( 93, 88 του Ν.Δ 17.7/13.8.1923, 982, 983, 988 Κ.Πολ.Δ).

25 Φεβρουαρίου, 2018

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ (περιεχομένου) ΘΥΡΙΔΑΣ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ (τραπέζης). ΑΝΟΙΓΜΑ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΘΥΡΙΔΑΣ ΚΑΤΟΠΙΝ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΣ ( 93, 88 του Ν.Δ 17.7/13.8.1923, 982, 983, 988 Κ.Πολ.Δ) – Εν προκειμένω συντρέχει νόμιμη περίπτωση να παρασχεθεί η άδεια για το άνοιγμα της επίδικης θυρίδας παρουσίας συμβ/φου, τη δικαστική κατάθεση του περιεχομένου της και την ανάληψη του ανωτέρω χρηματικού ποσού σε περίπτωση που αυτό βρεθεί μέσα στη θυρίδα. Τέλος να διορισθεί συμβ/φος κατ’αρ.988 ΚπολΔ για την περαιτέρω εκτελεστική διαδικασία. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν (179 ΚΠολΔ). ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ Αποτελούμενο από τη Δικαστή Μαρία Σκουλάξινου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίστηκε κατόπιν κληρώσεως. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 20.12.2017 χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αιτούσας: Κ.Α., κατοίκου ….. , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πεγιάνοβιτς. Της καθ’ ης η αίτηση: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ALPHA BANK Α.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 14-11-2017 αίτηση που κατατέθηκε με αριθμό 12980/2344/ 2017 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα, εκθέτοντας ότι διατηρεί απαίτηση από την αναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Πειραιά σε βάρος του Δ.Π., με το από 14.12.2016 κατασχετήριο εις χείρας τρίτου που επέδωσε στην καθ’ ης στις 14.12.16 και στον ως άνω οφειλέτη στις 19.12.16, κατέσχεσε το περιεχόμενο της θυρίδας που αυτός μισθώνει στο κατάστημα της καθ’ ής στην …….., ζητεί να διαρρηχθεί η εν λόγω θυρίδα παρουσία διορισθησόμενης συμβολαιογράφου, να διαταχθεί η απογραφή του περιεχομένου της, να του παραδοθεί το τυχόν ανευρεθησόμενο ποσό μέχρι αυτό των 55.611,16 € άλλως να του χορηγηθεί η άδεια να το αναλάβει από το ΤΠΔ όπου θα κατατεθεί και να διαταχθεί η δικαστική κατάθεση κάθε άλλου δεκτικού καταθέσεως αντικειμένου που θα βρεθεί στη θυρίδα άλλως αν δεν είναι δεκτικά κατάθεσης να παραμείνουν στα χέρια του μεσεγγυούχου. Τέλος να διορισθεί η αναφερόμενη συμβ/φος Ύδρας ως όργανο της εκτέλεσης που θα ενεργήσει η ίδια ή ο νόμιμος αναπληρωτής της επί τη ανευρεθησόμενου περιεχομένου της ως άνω θυρίδας. Η αίτηση εισάγεται αρμοδίως για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη σης διατάξεις των άρθρων 93, 88 του Ν.Δ 17.7/13.8.1923 και 982 επ. ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, ερήμην της καθ’ ης, που κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση (βλ. υπ’ αριθμ. 3645 Γ/4-12-17 έκθεση επίδοσης της δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Όλγας Αμαριανού). Από όλα τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα από την αιτούσα έγγραφα, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1088/2013 ήδη αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, ο Δ.Π. υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αιτούσα το ποσό των 7.500 € νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής της κατ’ αυτού και το ποσό των 1.200 € μηνιαία από την άσκηση της αγωγής και καθ’όλο το διάστημα αποκλειστικής χρήσης από αυτόν της συζυγικής οικίας ενώ τον καταδίκασε σε μέρος της δικαστικής δαπάνης […]

Read more

ΤρΕφΠατρών 12/2018 : Σύμβαση εργολαβίας – Κήρυξη έκπτωτου του εργολάβου – Έφεση -.

17 Φεβρουαρίου, 2018

Ανέγερση σε οικόπεδα κτιρίων ενιαίας οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής. Παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αποπεράτωσης των επίδικων έργων, χωρίς αυτά να έχουν παραδοθεί. Κοινοποίηση εξώδικης δήλωσης στον εργολάβο. Παράταση της συμφωνηθείσας ημερομηνίας και ορισμός νέας καταληκτικής ημερομηνίας. Κήρυξη έκπτωτου του εργολάβου λόγω υπαίτιας εκ μέρους του καθυστέρησης στην εκτέλεση του έργου. Απόρριψη έφεσης και εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Αριθμός 12/2018 TO ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Αποτελούμενο από τους Δικαστές Γεώργιο Αλεξόπουλο, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Γαϊτάνη, Αικατερίνη Ντόκα – Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 4 Μαΐου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της εκκαλούσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «… Ο.Ε.» και υπό το διακριτικό τίτλο «… Ο.Ε.», που εδρεύει στη δημοτική κοινότητα Κ του Δήμου Ζακύνθου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο, δυνάμει δήλωσης κατ’ αρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Κοκοτό. Των εφεσίβλητων : 1. … και 3…., κατοίκων Αμαρουσίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο, δυνάμει δήλωσης κατ’ αρθ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, από τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους Θωμά Παλαιογιάννη και Σπυρίδωνα Βισβάρδη. Η εκκαλούσα και πρωτοδίκως ενάγουσα, με την από 2.11.2010 με αριθμό κατάθεσης 211/2010 αγωγή της, την οποία άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, στρεφόμενη κατά των εφεσίβλητων και πρωτοδίκως εναγομένων, ζήτησε να γίνει αυτή δεκτή. Εκδόθηκε η με αρ. 10/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε. Την απόφαση αυτή προσέβαλε προς το παρόν Δικαστήριο η ενάγουσα, με την από 26.3.2014 και με αριθ. κατ. 21/31.3.2014 έφεση της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε με τη με αρ. 76/7.5.2014 πράξη της Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 12ης.11.2015 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (4.5.2017) και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνηση της από το πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων δεν εμφανίσθηκαν, αλλά παραστάθηκαν δυνάμει δηλώσεων, που έγιναν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, έχοντας προκαταθέσει προτάσεις, με τις οποίες ζητούν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη έφεση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 10/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του ανωτέρω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπροθέσμως (άρθρ. 511, 513 παρ. 1, 518 παρ.1 ΚΠολΔ), έχει δε καταβληθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 ΚΠολΔ παράβολο. Επομένως, η έφεση, η οποία αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ίδια διαδικασία που εφάρμοσε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η ενάγουσα, με την από 2.11.2010 αγωγή της, ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει των από 25.4.2007 συμβολαιογραφικών προσυμφώνων μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικών συμβάσεων ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει με το σύστημα της αντιπαροχής σε δύο όμορα οικόπεδα, που βρίσκονταν στην περιοχή “Ράχη” του Δήμου Λαγανά Ζακύνθου και ανήκουν στους εναγομένους, τις περιγραφόμενες οριζόντιες […]

Read more

ΠΠρΑθ 255/2018 : Αρνητική αγωγή – Χώροι στάθμευσης – Πυλωτή -.

17 Φεβρουαρίου, 2018

Υποχρέωση εναγομένων να παύσουν να σταθμεύουν τα οχήματά τους στις θέσεις στάθμευσης της πυλωτής και να παραλείπουν τη στάθμευση αυτών στο μέλλον. Χρηματική ποινή χιλίων (1.000) ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παράβαση της απόφασης. Η απόφαση κηρύσσεται προσωρινώς εκτελεστή. ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 255/2018 ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Βασιλική Μπάστα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ευτυχία Κατσά, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια, Αλεξάνδρα Καζάρα, Πρωτοδίκη και από τη Γραμματέα Κατσουρού Βασιλική. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2017, για να δικάσει την αγωγή: ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …, κατοίκου Παλαιού Ψυχικού, η οποία κατέθεσε προτάσεις διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτρη Αβραάμ (A.M. Δ.Σ.Α. 013597) δυνάμει του από 20.04.2017 δικαστικού πληρεξουσίου και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) …, κατοίκου Παλαιού Ψυχικού, 2) …, κατοίκου Αθηνών, 3) …, κατοίκου Αθηνών και 4) …, κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, οι μεν πρώτος και τέταρτη εξ αυτών δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Κωνσταντίνου Ρήγα (Α.Μ. Δ.Ε.Α. 027730), οι δε δεύτερος και τρίτη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Σταμαδιάνου (A.M. ΔΕΑ 031354), και δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 16.01.2017 αγωγή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 502353/2017 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 240/2017, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο. Η συζήτηση της υπόθεσης έγινε χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους (άρθρο 237§4 προτελ. εδ. ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το Ν. 4335/2015). ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά το άρθρο 1108 ΑΚ αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που πρόσβαλε την κυριότητα του, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, όταν δηλαδή ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του, που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλον τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα. Βάση της αρνητικής αγωγής είναι η κυριότητα ή συγκυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος και η προσβολή αυτής με πράξεις διαταράξεως. Διατάραξη της κυριότητας αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό της κυριότητας περιεχόμενο όταν δηλαδή ο τρίτος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνον ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα. Γενικώς δε κάθε πράξη που αποτελεί διατάραξη της νομής, αποτελεί επέμβαση στην κυριότητα, η οποία δικαιολογεί έγερση της αρνητικής αγωγής ΑΠ 901/2015 Α Δημ. ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο και την πληρότητα της πιο πάνα) αρνητικής της κυριότητας αγωγής απαιτείται να εκτίθενται συνοπτικά τα εξής στοιχεία: α) η κυριότητα του ενάγοντος πάνω στο πράγμα, β) η διατάραξη της κυριότητας του από τον εναγόμενο, γ) το παράνομο της διατάραξης, δ) αίτημα για άρση της προσβολής και παράλειψης της στο μέλλον. Ειδικότερα, πρέπει να εκτίθενται, μεταξύ άλλων, τα περιστατικά […]

Read more