ΑΠ 8/2013 (ποιν.) : Αρχή προφορικότητας στο ακροατήριο, απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας, ανακριτική κατάθεση ανηλίκου.

14 Μαΐου, 2017

Αριθμός απόφασης: ΑΠ 8/2013 Τμήμα: Τμήμα Ζ΄ (ποιν.) ΑΠ Πρόεδρος: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Εισηγητής: Δ. Παπαντωνοπούλου Αρχή προφορικότητας στο ακροατήριο, απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας, ανακριτική κατάθεση ανηλίκου. Άρθρα: 226Α παρ. 6, 358, 171 παρ. 1 περ. δ΄, 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ ΠΕΡΙΛΗΨΗ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), καθώς και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ’ αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Γ’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Από την άποψη αυτή στην έννοια του εγγράφου περιλαμβάνονται και οι προανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων. Η ως άνω όμως ακυρότητα, αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του μη αναγνωσθέντος στο ακροατήριο εγγράφου διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και το παραπάνω έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κηρύχθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ένοχος για κατάχρηση ανηλίκου κάτω των δεκατεσσάρων ετών σε ασέλγεια (άρθρο 342 παρ.1 ΠΚ) και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δώδεκα ετών. Το εκδόσαν την απόφαση αυτή Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε την έφεση του αναιρεσείοντος, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του περί της ενοχής αυτού για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, έλαβε υπόψη του, αμέσως και ευθέως, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του και την από 13-8-2009 προανακριτική κατάθεση της μητέρας της παθούσας M.-J. A.-C.-S., την οποία και ρητά μνημονεύει, δεχόμενο, ότι όταν αυτή πληροφορήθηκε από την ανήλικη θυγατέρα της τις πράξεις που την είχε υποχρεώσει να δεχθεί ο κατηγορούμενος “… προσέφυγε στην αστυνομία και σε σχετική από 13-8-2009 κατάθεσή της ανέφερε όλα τα ανωτέρω …”, αλλά και την από 19-10-2009 όμοια κατάθεση της ίδιας ενώπιον του Ανακριτή, καθώς και τις από 25-8-2009 προανακριτική και από 19-10-2009 ενώπιον του Ανακριτή καταθέσεις της ανήλικης παθούσας J.-T. A.-C., δεχόμενο στο σκεπτικό της ότι “… όλα όσα κατέθεσαν και οι δύο (δηλαδή η παθούσα και η μητέρα της) στην προσπάθειά τους να απαλλάξουν τον κατηγορούμενο από τις κατηγορίες σε βάρος του, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, αφού η αναλυτικότητα και σαφήνεια των αρχικών καταθέσεών τους ενώπιον των αστυνομικών και δικαστικών (ανακριτή) αρχών οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οι αρχικές των καταθέσεις ήταν οι αληθείς …”. Όμως, οι ανωτέρω καταθέσεις, δεν φέρονται αναγνωσθείσες στα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει μάλιστα και […]

Read more

Συμβούλιο Εφετών Πατρών 11/2017 : Κατηγορία που στηρίχθηκε σε ανάλυση DNA που βρέθηκε σε τσιγάρο σε χώρο χασισοφυτείας. Δεν αποτελεί επαρκές αποδεικτικό στοιχείο ενοχής.

11 Μαΐου, 2017

Σημαντική απόφαση (11/2017) εξέδωσε το Συμβούλιο Εφετών Πατρών, το οποίο, κάνοντας δεκτή την σχετική εισαγγελική πρόταση, διέταξε να μη γίνει κατηγορία εναντίον προσώπου για το κακούργημα της διακίνησης ναρκωτικών υπό την νομοτυπική μορφή της α) καλλιέργειας β) συγκομιδής γ) αποθήκευσης και δ) κατοχής ναρκωτικών ουσιών (κάνναβης) και από κοινού με άλλα άγνωστα πρόσωπα, να καταργηθεί το ένταλμα προσωρινής κράτησης και να απολυθεί από τις φυλακές όπου κρατείτο. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι, κατά το κατηγορητήριο, ο μόνος συνδετικός κρίκος του ιδίου με την χασισοφυτεία που βρέθηκε σε περιοχή του Νομού Ηλείας ήταν η ταυτοποίηση γενετικού του υλικού σε μία και μόνο γόπα τσιγάρου που ανευρέθηκε στο μέρος. Όπως αναφέρεται, περισυλλέγησαν τέσσερα πακέτα από τσιγάρα στο εσωτερικό της φυτείας τα οποία και απεστάλησαν για εργαστηριακή εξέταση (ως πειστήρια ) στην Δ/νση Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας προκειμένου να ανιχνευθεί πιθανή ύπαρξη Βιολογικού υλικού και σε θετική περίπτωση ανάλυση D.N.A. Επίσης σε μεταγενέστερη έρευνα βρέθηκαν μεταξύ άλλων γόπες από αποτσίγαρα τα οποία επίσης εστάλησαν για ανάλυση DNA. Από την εξέταση προέκυψε ότι ο ο γενετικός τύπος του κατηγορουμένου ταυτιζόταν με το γενετικό τύπο αγνώστου ατόμου του οποίου δείγμα D.NA είχε περισυλλέγει από χώρο καλλιέργειας κάνναβης Όπως αναφέρει στην πρότασή της η Εισαγγελέας Εφετών Πατρών Β. Αργύρη, «η διατύπωση του κατηγορητηρίου δεν στηρίχθηκε παρά στο γεγονός ότι σε γόπα τινός εκ των 15 τον αριθμόν αποτσίγαρων τα οποία την εργαστηριακή εξέταση τους (ανάλυση πυρηνικού DNA) απέδωσαν τον γενετικό του τύπο που ταυτίζεται με το γενετικό τύπο του άγνωστου ανδρός, που είχε προκόψει από τα προαναφερόμενα πειστήρια (γόπες 15 τσιγάρων), που βρέθηκαν στο χώρο της επίμαχης φυτείας (σχετ. η από .. έκθεση εργαστηριακής πραγ/νης). Η ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, εκτιμάται ελεύθερα, η δε διαλαμβανόμενη σ’αυτήν αξιολόγηση δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη, καθόσον η ανεύρεση γενετικού υλικού του κατ/νου στο πιο πάνω αντικείμενο (γόπα τσιγάρου ) δεν σημαίνει ότι αυτός είχε απαραίτητα έρθει σε επαφή με το αντικείμενο αυτό, διότι οι έμμεσοι τρόποι μεταφοράς του DNA με μορφή διαφόρων βιολογικών υλικών είναι πολλοί λ.χ. με τον αέρα καθόσον ο ίδιος όπως πειστικά εξηγεί στο υποβληθέν του πιο πάνω Ανακριτή αιτιολογικό του υπόμνημα, εμφαντικά αρνούμενος την εις βάρος του κατηγορία, τυγχάνει αγρότης γης και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κατά τους θερινούς μήνες του έτους 2004 μίσθωνε καλλιεργήσιμη γη στην ευρύτερη περιοχή, όπου καλλιεργούσε καρπούζια(500 μέτρα από το χώρο που εντοπίστηκε η φυτεία) και για το λόγο αυτό κινείτο στον ευρύτερο χώρο. Δηλαδή δεν αποκλείει, αντίθετα πιθανολογεί την συμπτωματική τοπική του παρουσία στην ευρύτερη περιοχή γεγονός που άνευ ετέρου ε’ ουδενί συνεπάγεται και την οιασδήποτε μορφής εμπλοκή του με την επίδικη καλλιέργεια…» Και καταλήγει η εισαγγελική πρόταση: «…εκτιμάται ότι η αποδοθείσα στον … κατηγορία αντικειμενικά θεωρούμενη, με Βάση την αρχή της κατ’ άρθρον 177 του Κ.Π.Δ. ηθικής αποδείξεως δεν παρέχει όρους επαρκείς για μια περαιτέρω σοβαρή ενασχόληση της Δικαστικής Αρχής με την προκειμένη υπόθεση μεν καθόσον κατ’ αυτού ότι μόνη η εύρεση Βιολογικού του υλικού στο συγκεκριμένο πειστήριο (γόπα τσιγάρου ) τυγχάνει ελεγκτέα και σαφώς δεν είναι πρόσφορη να αποτελέσει επαρκές αποδεικτικό στοιχείο αποδεικτικό της ενοχής εναντίον του, καθόσον ενόψει των προεκτεθέντων ουδόλως ενισχύεται από οιοδήποτε έτερο αποδεικτικό εντεύθεν ουδαμόθεν ως εκ του ότι δεν διαπιστώνεται κάποια σαφής […]

Read more

ΑΠ 221/2017 : Άκυρη επίδοση με θυροκόλληση ελλείψει αναφοράς κατοικίας του μάρτυρα και απλής μονογραφής αντί υπογραφής.

8 Μαΐου, 2017

Απόφαση 221 / 2017 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 221/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.15/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο – Εισηγητή, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Ε. Μ. του Κ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1470/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου. Το Τριμελές Πλημ/κείο Ηρακλείου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …2016. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή και δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η σχετική προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ΚΠΔ. Διαφορετικά, σύμφωνα με το άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠΔ, επέρχεται ακυρότητα της επίδοσης που εμποδίζει την κίνηση και συμπλήρωση της προθεσμίας για άσκηση της έφεσης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠΔ, αν αυτός που ενεργεί την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου, όπου ασκεί το επάγγελμα του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους οι οποίοι, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή στο γραφείο. Επίσης, κατά την παρ. 1 εδ. γ’ του ίδιου άρθρου, αν δεν βρεθεί στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή ο σύνοικος ή ο οικιακός βοηθός ή ο θυρωρός, όποιος κάνει την επίδοση επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας. Αν η θυροκόλληση έγινε επειδή τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 εδ. β’ και γ’ αρνήθηκαν να πάρουν το έγγραφο ή απουσίαζαν ή δεν υπήρχαν, επιδίδεται το αντίγραφο του εγγράφου στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο του ενδιαφερομένου κατηγορουμένου ή αστικώς υπευθύνου. Σ’ αυτή την περίπτωση τα αποτελέσματα αρχίζουν από την επίδοση στον αντίκλητο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ.1 του ΚΠΔ, για την επίδοση των άρθρων 155-158 του ΚΠΔ αυτός που την ενεργεί συντάσσει στον τόπο επίδοσης αποδεικτικό, στο οποίο πρέπει να σημειώνονται όλα τα στοιχεία που μνημονεύονται στη σχετική παράγραφο και το οποίο υπογράφεται από αυτόν που επιδίδει το έγγραφο, από αυτόν […]

Read more

ΜονΕφΠατρ 124/2017 : Αμοιβή δικηγόρου – ΝΠΔΔ – Υπολογισμός – Τόκος – ΦΠΑ – Στο 2% επί του αντικειμένου της αγωγής η δικηγορική αμοιβή. Δικαίωμα του δικηγόρου να αιτηθεί από το εναγόμενο την καταβολή του αναλογούντος ΦΠΑ επί της αμοιβής του. Ο φόρος είναι απαιτητός κατά το χρόνο έκδοσης της απόδειξης.

6 Μαΐου, 2017

Αριθμός 124/2017 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαριέττα Μαυρή, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο Εφετών και τη Γραμματέα Αφροδίτη Γεωργίου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 7 Μαΐου 2015 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …, Δικηγόρου και κατοίκου Πύργου Ηλείας, οδός …, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο αυτοπροσώπως λόγω της άνω ιδιότητας του. ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ΠΥΡΓΟΥ» ως εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει επί της οδού Τ. Πετροπούλου & Πατρών στον Πύργο Ηλείας, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εφεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ» και αυτού ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΛΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», το οποίο παραστάθηκε στο Δικαστήριο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΙΜΑ, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του ΚΦ. Ο ενάγων και ήδη εκκαλών με την από 21-01-2011 και με αριθμό κατάθεσης 26/2011 αγωγή του, που άσκησε προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας κατά του αρχικού εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΛΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος του το Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία «ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ» αρχικά εφεσίβλητο ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν. Το ανωτέρω Δικαστήριο αφού δίκασε την αγωγή εξέδωσε την υπ’ αριθ. 145/2012 οριστική του απόφαση, με την οποία, δέχθηκε εν μέρει ως κατ” ουσίαν βάσιμη αυτή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών – ενάγων με την από 07-01-2013 έφεση του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/21-01-2014, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 131/12-3-2014 και ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή. Η υπόθεση αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους που ο πρώτος εξ αυτών κατέθεσε επί της έδρας και η δεύτερη προκατέθεσε νόμιμα και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σε αυτές αναφέρονται. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 07-01-2013 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης 5/21-01-2014) έφεση του ενάγοντος κατά της υπ αριθ. 145/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και ούτε γίνεται επίκληση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρ. 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1β, 516, 517 εδάφιο α’, 518 παρ. 2, 520 του ΚΠολΔ) και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με την από 21-01-2011 (αριθ. κατ. Μει 26/2011) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, ο ενάγων και ήδη εκκαλών ιστορούσε ότι είναι νόμιμα διορισμένος δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Ηλείας και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας. Ότι με την υπ’ αριθ. 42/23-12-2005 απόφαση του Δ.Σ. του εναγόμενου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΩΝ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΘΑΗΣΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΠΥΡΓΟΥ», […]

Read more

ΑΠ 438/2017 : "Πρότερος έντιμος βίος – τι χρειάζεται να αποδειχθεί κατα την ακροαματική διαδικασία – Έντιμη ζωή σημαίνει σύμφωνα με τους νόμους και τους κρατούντες κανόνες ηθικής. Η έντιμη ζωή δεν έχει μόνο αρνητικό περιεχόμενο που να προκύπτει από μη ύπαρξη καταδίκης αλλά έχει βασικά αυτοτελή θετική υπόσταση."

1 Μαΐου, 2017

ΑΡΙΘΜΟΣ 438/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 15/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη-Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα – κατηγορουμένου Α. Κ. του Β., κατοίκου Αθηνών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΕΒ, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 24332/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …/22-10-2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …2015. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση, από 20-10-2015 αίτηση-δήλωση του κατηγορουμένου Α. Κ. του Β., κατοίκου … για αναίρεση της υπ’ αριθ. 24332/2015 αποφάσεως του δικάσαντος κατ’ έφεση, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε, σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι πέντε (25) μηνών, για τις πράξεις της μη καταβολής εργοδοτικών και ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ, ασκήθηκε, νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς. Η επιβαλλομένη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του. Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π Κ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, όπως αναφέρθηκε, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας […]

Read more

ΑΠ 407/2017 : Εγκυρότητα διαδικαστικών πράξεων δικηγόρου παρ’ εφέταις ενώπιον του Αρείου Πάγου.

29 Απριλίου, 2017

Εγκυρότητα διαδικαστιών πράξεων δικηγόρου παρ’ εφέταις ενώπιον του Αρείου Πάγου Απόφαση 407 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 407/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2′ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο, Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου), Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Β. του Ν., διαμένοντος στο … της Δημοκρατίας …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου, που κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία “X1 L.T.D.” νόμιμα εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στη … και είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα δυνάμει του α.ν. 89/1967 όπως ισχύει, και 2)αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία “X2 L.T.D.” που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τoυς Παναγιώτη Νικολόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 25/10/2016 δήλωσή του, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29/4/1998 και από 29/4/1998 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6595/2000 του ίδιου Δικαστηρίου, 1075/2001 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1214/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 792/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατά της οποίας ασκήθηκε νέα αναίρεση και εκδόθηκε η 655/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 137/2015 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/5/2015 αίτησή του και τους από 25/8/2016 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 21/10/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των δύο πρώτων λόγων και την παραδοχή του τρίτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης καθώς και την απόρριψη των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος έθεσε θέμα ακυρότητας της προδικασίας και προέβαλε ένσταση πληρεξουσιότητας των αναιρεσιβλήτων και ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/ 27-9-2013) ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός και συλλειτουργός της δικαιοσύνης, κατά δε το άρθρο 4 εδ. β’ του ιδίου νόμου την δικηγορική ιδιότητα αποκτά εκείνος για τον οποίο εκδίδεται απόφαση διορισμού από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 παρ. 1, 2, 5 του ως άνω Κώδικα, Δικηγόρος διορισμένος στο Πρωτοδικείο δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί τις σχετικές διαδικαστικές πράξεις ενώπιον όλων των Πρωτοδικείων, πολιτικών και διοικητικών, καθώς και όλων των Ειρηνοδικείων της χώρας. Επίσης ο δικηγόρος που είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο έχει το δικαίωμα να παρίσταται σε οποιαδήποτε προανακριτική ή ανακριτική αρχή, καθώς […]

Read more

ΜονΠρΦλωρινας 27/2017 : Ακύρωση διαταγής πληρωμής. Ελευθέρωση του εγγυητή λόγω μη δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης από την τράπεζα εντός ενός έτους από όταν έγινε απαιτητή η οφειλή.

24 Απριλίου, 2017

Με την υπ’ αρίθμ. 27/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, έγινε δεκτή ανακοπή Εγγυητή κατά Διαταγής Πληρωμής, δυνάμει της οποίας ο ανακόπτων ισχυριζόταν μεταξύ άλλων ότι ελευθερώθηκε εκ της δοθείσας εγγύησης, διότι η καθ’ ης Τράπεζα δεν επιδίωξε δικαστικά την απαίτηση της εντός ενός (1) έτους αφότου γίνει απαιτητή η κύρια οφειλή: “Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…», η οποία ήδη απορροφήθηκε λόγω συγχώνευσης από την καθ’ ης ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…» και τον διακριτικό τίτλο «…», αποτελούσα πλέον η τελευταία καθολική διάδοχο της πρώτης αυτών, χορήγησε στην …, δυνάμει της υπ’ αρ. .. σύμβασης δανείου Cash 4u με εξασφαλίσεις για την κάλυψη καταναλωτικών αναγκών, δάνειο ύψους 125.000 ευρώ. Την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση της απορρέουσας από την ανωτέρω δανειακή σύμβαση απαίτησης, κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, εγγυήθηκε εγγράφως ο ανακόπτων, συνυπογράφοντας την ως άνω σύμβαση και συμφωνηθείσας, περαιτέρω, της εις ολόκληρον ενοχής του μετά της πρωτοφειλέτριας. Δυνάμει, δε, του υπ’ αρ. 13.2εδ.β’ όρου της ανωτέρω αναφερόμενης σύμβασης δανείου, προβλέφθηκε ότι «Ο εγγυητής παραιτείται από τις ενστάσεις των άρθρων 866, 867 και 868 ΑΚ, συμφωνείται όμως ότι ελευθερώνεται από τη δοθείσα εγγύηση του εάν η Τράπεζα δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση της εντός 1 έτους αφότου έγινε απαιτητή η κύρια οφειλή (866, 867 ΑΚ) ή ζητήθηκε η καταγγελία από τον εγγυητή (868 ΑΚ). Στην τελευταία αυτή περίπτωση (868 ΑΚ), η καταγγελία μπορεί να ζητηθεί μόνο εφόσον υπάρχουν λόγοι καταγγελίας από την Τράπεζα κατά τους όρους της παρούσας σύμβασης». Με τον ως άνω συμβατικό όρο συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η εγγύηση για ορισμένο χρόνο και, ειδικότερα, η απόσβεση της ενοχής του ανακόπτοντος σε περίπτωση μη δικαστικής επιδίωξης εκ της καθ’ ης της απορρέουσας από την επίμαχη δανειακή σύμβαση απαίτησης εντός χρονικού διαστήματος ενός έτους από το απαιτητό αυτής. Η ρητή, δε, και σαφής δήλωση του ανακόπτοντος – εγγυητή ότι η ευθύνη του είναι χρονικά περιορισμένη με την θέση ειδικού χρονικού περιορισμού και ειδικού χρονικού σημείου έναρξης αυτού προσδίδει στην εν λόγω σύμβαση εγγύησης χαρακτήρα ορισμένου χρόνου. Στο σημείο αυτό, η καθ’ ης η ανακοπή, με τις νόμιμα κατατεθειμένες προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι ο ανακόπτων, δυνάμει του ιδίου ως άνω όρου της σύμβασης, παραιτήθηκε εγγράφως από το ευεργέτημα του άρθρου 866 ΑΚ, με αποτέλεσμα τη μη ελευθέρωση του από την εγγύηση. Πράγματι, δυνάμει του ανωτέρω όρου, ο ανακόπτων παραιτείται της ένστασης του άρθρου 866 ΑΚ, πλην όμως, συμφωνείται ακολούθως, και μάλιστα αμέσως μετά τη διατύπωση της ανωτέρω δήλωσης παραίτησης και κατ’ αντιδιαστολή αυτής, ότι αυτός ελευθερώνεται από τη δοθείσα εγγύηση εάν η καθ’ ης δεν επιδιώξει δικαστικά την απαίτηση της εντός έτους από το απαιτητό αυτής. Με βάση τη γραμματική διατύπωση του ανωτέρω όρου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανωτέρω δήλωση παραίτησης από την ΑΚ 866 δεν αναιρεί, εν προκειμένω, την ελευθέρωση του εγγυητή από την εγγύηση, δοθέντος ότι, από τη συσχέτιση των επιμέρους εκφράσεων των ενδιαφερομένων, προκύπτει ότι η σχετική δήλωση παραίτησης από το ευεργέτημα του άρθρου 866 ΑΚ προηγήθηκε της συμφωνίας των διαδίκων περί εγγύησης για ορισμένο χρόνο, η οποία επακολούθησε, διατυπωμένη μάλιστα σε αντιδιαστολή της δήλωσης παραίτησης, με την θέση σαφών και ειδικών προϋποθέσεων και την παραπομπή αυτής ευθέως στη διάταξη του άρθρου 866 […]

Read more

Mον.Πρωτ.Θηβών 1/2017 : Η μονομερής εγκατάλειψη του μισθίου χωρίς καταγγελία και παράδοση των κλειδιών δεν επιφέρει λύση της μίσθωσης. Υποχρέωση καταβολής των μισθωμάτων έστω κι αν δεν γίνεται χρήση του μισθίου .

20 Απριλίου, 2017

Mον.Πρωτ.Θηβών 1/2017: Κρίθηκε ότι εφόσον η επίδικη μίσθωση ετράπη νομίμως σε μίσθωση αορίστου χρόνου, συνεπάγεται ότι για τη λύση της έπρεπε να προηγηθεί καταγγελία αυτής από τους συμβαλλομένους ή εκούσια παράδοση του μισθίου ακινήτου από την μισθώτρια και αποδοχή της παράδοσης του από την εκμισθώτρια. Ωστόσο, τόσο η εναγόμενη όσο και η δικαιοπάροχος της – αρχικώς μισθώτρια ουδέποτε παρέδωσαν το μίσθιο (π.χ. προσφέροντας τα κλειδιά αυτού), ούτε κατήγγειλαν την αορίστου αυτή σύμβαση μισθώσεως. Η αυτόβουλη αυτή εγκατάλειψη του μισθίου από την δικαιοπάροχο της εναγομένης χωρίς προηγούμενη έγγραφη ή προφορική καταγγελία της ένδικης μίσθωσης και χωρίς παράδοση των κλειδιών του μισθίου δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης. Συνεπώς, η εναγόμενη εφόσον η σύμβαση μίσθωσης δεν έχει με οποιονδήποτε τρόπο λυθεί (μέχρι τον χρόνο άσκησης της αγωγής) είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συμφωνημένο μίσθωμα για το αιτούμενο χρονικό διάστημα. «Κατά τη διάταξη του άρθ. 608 § 1ΑΚ, μόλις περάσει ο συμφωνημένος ορισμένος χρόνος η μίσθωση λήγει «χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο», επομένως η μίσθωση εδώ λήγει αυτοδικαίως χωρίς να απαιτείται καταγγελία από μέρους του εκμισθωτή ή οποιαδήποτε άλλη όχληση του μισθωτή (ΑΠ 479/2001 ΕλΔ 43, σελ. 437, βλ. και Χ. Παπαδάκη, Αγωγές Απόδοσης Μισθίου εκδ. δεύτερη, σημ. 2052, 2074). Εξάλλου η μίσθωση ορισμένου χρόνου λήγει με την πάροδο του συμβατικού χρόνου, εφόσον δεν επακολουθήσει παράταση με συμφωνία εκμισθωτή και μισθωτή πριν από τη λήξη της διάρκειας της ή ανανέωση ή έστω σιωπηρή αναμίσθωση (άρθ. 611 ΑΚ) οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση η σύμβαση γίνεται αορίστου χρόνου και η λήξη της επέρχεται με καταγγελία. Οι προϋποθέσεις για τη σιωπηρή ανανέωση είναι ότι α) ο μισθωτής πρέπει να εξακολουθήσει τη χρήση του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης όπως ρητά ορίζει η ΑΚ 611, β) η γνώση του εκμισθωτή τόσο για τη λήξη της μίσθωσης όσο και για τη συνέχιση της χρήσης από το μισθωτή και γ) η μη εναντίωση του εκμισθωτή στην αναμίσθωση. Περαιτέρω, η σύμβαση μισθώσεως μπορεί να καταργηθεί με αντίθετη σύμβαση των συμβαλλομένων. Η αντίθετη αυτή συμφωνία (καταργητική) μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρά, να συνάγεται δηλαδή από ορισμένη συμπεριφορά των συμβαλλομένων. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, έχουμε σιωπηρή κατάργηση της μισθωτικής σύμβασης, αν η συμπεριφορά αυτή αποσκοπεί και επιφέρει τη λύση της σύμβασης. Τέτοια λύση της σύμβασης μισθώσεως επέρχεται και στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτής αποδώσει τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή. Συντρέχει δε οικειοθελής ή εκούσια απόδοση του μισθίου από το μισθωτή στον εκμισθωτή, όταν αυτή πραγματοποιείται κατόπιν ρητής ή σιωπηρής μεταξύ τους συμφωνίας, έστω και με την παράδοση των κλειδιών στα χέρια του εκμισθωτή συνοδευόμενη από επιφύλαξη του τελευταίου ως προς τυχόν αξίωση είσπραξης οφειλόμενων μισθωμάτων και όχι με μονομερή από την πλευρά του μισθωτή εγκατάλειψη του μισθίου, η οποία ούτε λύση της μίσθωσης επιφέρει, ούτε παύση πληρωμής του μισθώματος (βλ. ΕφΑΘ 198/1985 ΑρχΝομ 36.356, ΕφΑΘ 3407/1985 ΕΔΠ 1985). Ωστόσο, η μονομερής εγκατάλειψη του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να το αποδώσει στον εκμισθωτή δεν αποτελεί παράδοση τούτου, ούτε επιφέρει τη λύση της μισθώσεως αφού δεν εμποδίζεται αυτός (μισθωτής) να επανέλθει και να ανακαταλάβει το μίσθιο (βλ. Χ. Παπαδάκη: Αγωγαί αποδόσεως μισθίου, έκδ. 1990, αριθ. 709 σ. 259, ίδιου Δνη 24.502, Α.Ν. 36.89, σχετ. ΑΠ […]

Read more

ΑΠ : Αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος.

15 Απριλίου, 2017

Αριθμός 1357/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – Αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος. – Κατά το άρθρο 394 παρ.1 του Π.Κ., “όποιος με πρόθεση αποκρύπτει, αγοράζει, λαμβάνει ως ενέχυρο ή με άλλο τρόπο δέχεται στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη ή μεταβιβάζει σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος ή συνεργεί στη μεταβίβαση ή με οποιονδήποτε τρόπο ασφαλίζει την κατοχή του σε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση, ανεξάρτητα αν είναι τιμωρητέος ή όχι ο υπαίτιος του εγκλήματος, από το οποίον προέρχεται το πράγμα”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, το οποίο είναι ιδιώνυμο, αυτοτελές και υπαλλακτικώς μικτό, απαιτείται, αντικειμενικώς μεν, η με ένα από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους τέλεση αυτού και προέλευση του πράγματος από αξιόποινη πράξη, που προσβάλλει, έστω και εμμέσως, ξένη περιουσία, με την έννοια ότι αρκεί κάθε εγκληματική πράξη, η οποία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η συστηματική της τοποθέτηση, πρακτικώς προσβάλλει ξένα περιουσιακά δικαιώματα, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αυτού, παρά την ενδεχόμενη εγκληματική προέλευση του πράγματος, να πραγματώσει με ένα από τους αναφερόμενους τρόπους την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά, που καταδεικνύουν αμέσως ή εμμέσως και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και ότι υπάρχει βούληση αποδοχής του. Δηλαδή ο αποδέκτης δεν είναι ανάγκη να γνωρίζει από ποία ακριβώς αξιόποινη πράξη προέρχεται το πράγμα, ούτε το πρόσωπο του δράστη, αρκεί να γνωρίζει την παράνομη προέλευσή του. Από τα παραπάνω παρέπεται ότι για να είναι κατά τα προεκτεθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια σ’ αυτήν οι συνθήκες υπό τις οποίες περιήλθε στην κατοχή του δράστη το πράγμα, όπως και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε την κρίση του ότι εκείνος τελούσε σε γνώση της προελεύσεως του πράγματος από αξιόποινη πράξη. areiospagos.gr

Read more

ΑΠ 1034/2010 : Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ισχυρισμός αυτοτελής, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.

15 Απριλίου, 2017

Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Πότε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Πότε υποχρέωση δικαστηρίου προς αιτιολογία αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων (δεν υπάρχει υποχρέωση εάν είναι αόριστος). Απορρίπτει αίτηση. Αριθμός 1034/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E’ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ, που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βλάχο, περί αναιρέσεως της 2646/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Ζ. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1687/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, άλλως, εάν κριθεί παραδεκτή, να απορριφθεί ως αβάσιμη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ο δόλος, που ως υποκειμενικό στοιχείο ενυπάρχει, κατά τα άρθρα 26 παρ. 1 και 27 παρ. 1 ΠΚ, στη θέληση παραγωγής των συγκροτούντων την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος πραγματικών περιστατικών και εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός από την πραγμάτωσή τους, δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την τέλεση της πράξεως με τον “σκοπό” προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος) ή με την γνώση ορισμένου περιστατικού ή εάν ο δόλος έχει τη μορφή του ενδεχομένου τοιούτου, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Περαιτέρω, λόγον αναιρέσεως κατ’ άρθρον 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι, δεν αναφέρονται στην […]

Read more