Μονοµελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 6733/2016 : ΑΝΤΑΙΤΗΣΗ ΣΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΑ ΜΕΤΡΑ. Αίτηση µητέρας για προσωρινή επιδίκαση διατροφής των ανήλικων τέκνων. Ανταίτηση πατέρα για ρύθµιση επικοινωνίας µε τα τέκνα. Απαράδεκτη η ανταίτηση που ασκείται προφορικά µετά την ισχύ του ν. 4335/2015. (Παρατηρήσεις Ι. Κατρά)

28 Οκτωβρίου, 2016

Η αιτούσα στην υπό κρίση κύρια αίτηση εξιστορεί ότι το έτος 2003 τέλεσε νόµιµο γάµο µε τον καθ’ ου η αίτηση, από τον οποίο απέκτησαν δύο ανήλικα τέκνα, τη Μαρία – Ελένη και τον Αντώνιο, ότι ο γάµος τους αυτός λύθηκε ήδη µε συναινετικό διαζύγιο, καθώς και ότι µε το µνηµονευόµενο ιδιωτικό συµφωνητικό, που επικυρώθηκε µε την απόφαση του διαζυγίου, της ανατέθηκε η επιµέλεια των ανωτέρω παιδιών της. Ζητεί δε, επικαλούµενη επείγουσα περίπτωση, να υποχρεωθεί ο καθ’ ου να της προκαταβάλλει, ως προσωρινή συµµετοχή του στη µηνιαία διατροφή του κάθε παιδιού τους, το ποσό των 170 ευρώ το µήνα για το καθένα, νοµιµότοκα από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης, διότι τα τέκνα αυτά, λόγω της απορίας τους και της ανικανότητάς τους προς εργασία, δεν µπορούν να αυτοδιατραφούν. Ζητεί, τέλος, να καταδικαστεί ο αντίδικός της στη δικαστική της δαπάνη. Η αίτηση αυτή εισάγεται παραδεκτά ενώπιον του παρόντος ∆ικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρµόδιο (άρθρα 22, 683 ΚΠολ∆), για να εκδικαστεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολ∆). Είναι δε νόµιµη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1488, 1492, 1493, 1496, 1498, 1510, 1518 ΑΚ, 728 § 1 περ. α΄, 729 και 176 ΚΠολ∆. Εποµένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Ο καθ’ ου η (κύρια) αίτηση, µε δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που διατυπώθηκε προφορικά στο ακροατήριο, και µε το έγγραφο σηµείωµά του, που κατατέθηκε νοµότυπα µετά τη συζήτηση της υπόθεσης, άσκησε ανταίτηση, µε την οποία, επικαλούµενος επείγουσα περίπτωση, ζητεί να ρυθµιστεί προσωρινά το δικαίωµά του επικοινωνίας µε τα ανωτέρω ανήλικα τέκνα του κατά τον προτεινόµενο απ’ αυτόν τρόπο, µε την απειλή χρηµατικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε µη συµµόρφωση της καθ’ ης η ανταίτηση – αιτούσας µε την απόφαση. Η ως άνω ανταίτηση εισάγεται απαραδέκτως προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος ∆ικαστηρίου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολ∆), καθόσον αυτή ασκήθηκε προφορικά κατά τη συζήτηση της κύριας αίτησης, δηλαδή χωρίς να έχει τηρηθεί η απαιτούµενη από το νόµο έγγραφη προδικασία, η οποία ελέγχεται και αυτεπάγγελτα από το ∆ικαστήριο ως αναγόµενη στη δηµόσια τάξη (άρθρο 111 ΚΠολ∆), δοθέντος ότι, στο πλαίσιο των τροποποιήσεων που επέφερε από 1.1.2016 στον ΚΠολ∆ ο ν. 4335/2015, σύµφωνα µε τα τροποποιηθέντα ήδη άρθρα 238 και 268 ΚΠολ∆ δεν προβλέπεται πλέον η άσκηση προφορικής ανταγωγής, ακόµη και στις περιπτώσεις που η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως στις µικροδιαφορές, ούτε και η άσκηση προφορικής ανταίτησης στη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων (βλ. και άρθρο 686 §§ 1, 5 και 6 ΚΠολ∆, όπως ισχύει από 1.1.2016). Συνεπώς, πρέπει αυτή να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Σηµείωση Η ανταίτηση στα ασφαλιστικά µέτρα 1. Στη διαδικασία των ασφαλιστικών µέτρων, γινόταν δεκτό ότι ήταν δυνατή η άσκηση από τον καθού, ανταίτησης κατά του αιτούντος κατ’ ανάλογη εφαρµογή του άρθ. 268 § 1 ΚΠολ∆, κατά το οποίο: «Μετά την εκκρεµοδικία ο εναγόµενος µπορεί να ασκήσει ανταγωγή» (βλ. ΜΠρΑθ 7604/2008 αδηµ.). Για την άσκηση ανταίτησης πρέπει οι διάδικοι να παρίστανται ιδίω ονόµατι και στις δύο δίκες. Έτσι, επί αιτήσεως της µητέρας για καθορισµό προσωρινής διατροφής για λογαριασµό του ανήλικου τέκνου της, δεν µπορεί ο καθού- πατέρας να ασκήσει ανταγωγή κατά της µητέρας […]

Read more

Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης 1210/2016 : Προστασία σήματος. Αθέμιτος ανταγωνισμός. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

17 Οκτωβρίου, 2016

Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (Τακτική Διαδικασία) – Προστασία σήματος. Αθέμιτος ανταγωνισμός. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. – Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 121, 122, 125 και 147 του Ν. 4072/2012 προκύπτει ότι η προστασία του σήματος, δηλαδή κάθε σημείου επιδεκτικού γραφικής παράστασης (λ.χ. λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα, ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του και τα διαφημιστικά συνθήματα), ικανού να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων (βλ. ΕφΑθ 7460/1999 ΔΕΕ 2000.156), προϋποθέτει καταχώρησή του στο μητρώο σημάτων του άρθρου 147 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 150 και 153 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι εκείνος, που κατέθεσε νομίμως σήμα, δικαιούται και συνακόλουθα νομιμοποιείται ενεργητικά ως δικαιούχος του σήματος και μέχρι τη νόμιμη διαγραφή του, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί κατά τις συναλλαγές σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί ή σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανόμενου και του κινδύνου συσχέτισης, να άρει την προσβολή, να την παραλείπει στο μέλλον, καθώς και να καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. – Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του Ν. 146/1914 προκύπτει ότι εκείνος ο οποίος κάνει κατά τις συναλλαγές χρήση ονόματος εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος βιομηχανικής ή εμπορικής επιχείρησης, κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, το οποίο άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης, ακόμη και αν αυτή γίνεται με μερικές παραλλαγές, εφόσον όμως αυτές δεν αποκλείουν τον εν λόγω κίνδυνο (της σύγχυσης). Ειδικότερα, διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομά του) είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός) (βλ. ΑΠ 606/2005). Ο διασχηματισμός και η ιδιαίτερη διακόσμηση του εμπορεύματος, κατά την έννοια της άνω διάταξης (άρθρο 13 εδ. 4 Ν. 146/1914) περιλαμβάνουν τα εξωτερικά στοιχεία διαμόρφωσης, κυρίως το χρώμα ή συνδυασμούς χρωμάτων, τη συσκευασία ή περικαλύμματα του εμπορεύματος και κάθε διακριτικό στοιχείο, το οποίο έχει επικρατήσει στις συναλλαγές ως γνώρισμα του εμπορεύματος και είναι ικανό να το διακρίνει από άλλα όμοια ή ομοειδή εμπορεύματα άλλης προέλευσης (βλ. ΑΠ 1795/2014). Τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης, προστατεύονται από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανό να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σ’ έναόχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών αναφορικά είτε με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση είτε με την ταυτότητα της επιχείρησης είτε με την ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης αποτελεί κοινή προϋπόθεση για την […]

Read more

ΠολΠρ Θεσσαλονίκης 1210/2016 : Προστασία σήματος. Αθέμιτος ανταγωνισμός. Εμπορικό Σήμα.

13 Οκτωβρίου, 2016

(Τακτική Διαδικασία) – Προστασία σήματος. Αθέμιτος ανταγωνισμός. – Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 121, 122, 125 και 147 του Ν. 4072/2012 προκύπτει ότι η προστασία του σήματος, δηλαδή κάθε σημείου επιδεκτικού γραφικής παράστασης (λ.χ. λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα, ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του και τα διαφημιστικά συνθήματα), ικανού να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων (βλ. ΕφΑθ 7460/1999 ΔΕΕ 2000.156), προϋποθέτει καταχώρησή του στο μητρώο σημάτων του άρθρου 147 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 150 και 153 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι εκείνος, που κατέθεσε νομίμως σήμα, δικαιούται και συνακόλουθα νομιμοποιείται ενεργητικά ως δικαιούχος του σήματος και μέχρι τη νόμιμη διαγραφή του, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί κατά τις συναλλαγές σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί ή σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανόμενου και του κινδύνου συσχέτισης, να άρει την προσβολή, να την παραλείπει στο μέλλον, καθώς και να καταβάλει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. – Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του Ν. 146/1914 προκύπτει ότι εκείνος ο οποίος κάνει κατά τις συναλλαγές χρήση ονόματος εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος βιομηχανικής ή εμπορικής επιχείρησης, κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, το οποίο άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης, ακόμη και αν αυτή γίνεται με μερικές παραλλαγές, εφόσον όμως αυτές δεν αποκλείουν τον εν λόγω κίνδυνο (της σύγχυσης). Ειδικότερα, διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομά του) είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός) (βλ. ΑΠ 606/2005). Ο διασχηματισμός και η ιδιαίτερη διακόσμηση του εμπορεύματος, κατά την έννοια της άνω διάταξης (άρθρο 13 εδ. 4 Ν. 146/1914) περιλαμβάνουν τα εξωτερικά στοιχεία διαμόρφωσης, κυρίως το χρώμα ή συνδυασμούς χρωμάτων, τη συσκευασία ή περικαλύμματα του εμπορεύματος και κάθε διακριτικό στοιχείο, το οποίο έχει επικρατήσει στις συναλλαγές ως γνώρισμα του εμπορεύματος και είναι ικανό να το διακρίνει από άλλα όμοια ή ομοειδή εμπορεύματα άλλης προέλευσης (βλ. ΑΠ 1795/2014). Τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης, προστατεύονται από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανό να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σ’ ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών αναφορικά είτε με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση είτε με την ταυτότητα της επιχείρησης είτε με την ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Η ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης αποτελεί κοινή προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων. Αν τα […]

Read more

ΜονΔΠρ Σερρών 221/2015 : ακύρωση προστίμου που επιβλήθηκε σε επιχείρηση για αδήλωτη εργαζόμενη.

9 Οκτωβρίου, 2016

Σύμφωνα με απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών (αριθ. 221/2015), ακυρώθηκε πρόστιμο που επιβλήθηκε σε επιχείρηση για αδήλωτη εργαζόμενη, με το σκεπτικό ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο που βρέθηκε στην επιχείρηση κατά τον έλεγχο δεν συνδεόταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας με την επιχείρηση (ατομική επιχείρηση) ώστε να υπάρχει υποχρέωση υποβολής πίνακα προσωπικού ,παρά το γεγονός ότι βρέθηκε στον τόπο εργασίας ενώ απουσίαζε η ιδιοκτήτρια της επιχείρησης. Όπως προέκυψαν από τα πραγματικά περιστατικά και τα προσκομισθέντα στοιχεία, η ιδιοκτήτρια η οποία λειτούργησε την επιχείρησή της, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας μετέβη εσπευσμένα στον θεράποντα ιατρό της, χωρίς να προλάβει να κλείσει την επιχείρησή της. Εξαιτίας του εν λόγω γεγονότος ανωτέρας βίας, το συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο καταλογίστηκε ως εργαζόμενη και ανήκει στο ευρύτερο φιλικό περιβάλλον της ιδιοκτήτριας, παρέμεινε στον χώρο της επιχείρησης με σκοπό να επιστρέψει κάποιο συγγενικό πρόσωπο(της ιδιοκτήτριας) προκειμένου να κλείσει την επιχείρηση. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα προέκυψε έλεγχος από αρμόδια υπηρεσία για τον εντοπισμό αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας. Καταλυτικό ρόλο στην απόφαση έπαιξε το σχετικό δελτίο ελέγχου που συντάχθηκε από τους ελεγκτές. Στο δελτίο αναγράφεται ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο βρέθηκε στον χώρο της επιχείρησης, και δεν αναγράφεται ρητά και κατηγορηματικά ότι βρέθηκε να εργάζεται εντός της επιχείρησης. Η Υπουργική Απόφαση 27397/122/19-8-2013 προβλέπει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο. Η απασχόληση αδήλωτου εργαζόμενου, δηλαδή εργαζόμενου που δεν αναγράφεται σε πίνακα προσωπικού της επιχείρησης θεωρείται ως ευθέως αποδεικνυόμενη παράβαση της εργατικής νομοθεσίας. Για να αναγράφεται ένας εργαζόμενος σε πίνακα προσωπικού, πρέπει να τελεί σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τον εργοδότη του. Πολλές φορές όμως ο προσδιορισμός μιας έννομης σχέσης στα πλαίσια του περιορισμένου χρόνου του ελέγχου και ελλείψει σημαντικών στοιχείων δεν καθίσταται εύκολος και έτσι αναιρείται ο χαρακτήρας της ευθέως αποδεικνυόμενης παράβασης. πηγή: http://www.ergasiaka-gr.net/

Read more

ΤρΔΕφΑθ 2128/2016 : Φορολογία εισοδήματος – Φορολογικός έλεγχος – Εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα – Τραπεζική κατάθεση σε λογαριασμό – Αποστολή εμβάσματος στο εξωτερικό – Εισόδημα άγνωστης προέλευσης ή αιτίας – Κρίσιμος χρόνος περιουσιακής προσαύξησης.

23 Σεπτεμβρίου, 2016

ΤρΔΕφΑθ 2128/2016 Φορολογία εισοδήματος – Φορολογικός έλεγχος – Εισόδημα από ελευθέριο επάγγελμα – Τραπεζική κατάθεση σε λογαριασμό – Αποστολή εμβάσματος στο εξωτερικό – Εισόδημα άγνωστης προέλευσης ή αιτίας – Κρίσιμος χρόνος περιουσιακής προσαύξησης -. Αριθμός Απόφασης 2128/2016 ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Τμήμα 20ο Τριμελές Αποτελούμενο από τους: Μηνά Μηναδάκη Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Κυριακή Μεσαριτάκη και Κωνσταντίνα Κλουτσινιώτη (Εισηγήτρια), Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων, και Γραμματέα την Χαρίκλεια Τσαπακίδου, δικαστική υπάλληλο, σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2016, για να δικάσει την υπ’ αριθ. καταχώρισης ΠΡΦ1636/18.12.2014 προσφυγή τ ο υ ………, κατοίκου ……… (………) ο οποίος παρέστη με την δικηγόρο Ευαγγελία Μάντζου, που την διόρισε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, για το οποίο παρέστη, σύμφωνα με την από 20.5.2016 έγγραφη δήλωσή του (άρθρου 133 παρ. 2 ΚΔΔ), την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου, ο δικαστικός πληρεξούσιος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Δημήτριος Λιακόπουλος. Το Δικαστήριο, μετά τη συνεδρίαση, συνήλθε σε διάσκεψη, μ ε λ έ τ η σ ε τη δικογραφία και σ κ έ φ τ η κ ε σύμφωνα με το νόμο. 1. Επειδή, νόμιμα επαναφέρεται σε συζήτηση η κρινόμενη προσφυγή, μετά την έκδοση της 884/2016 παραπεμπτικής απόφασης του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία επιλύθηκαν τα υποβληθέντα σε αυτό, με την 5/2016 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και κατʼ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 τουν. 3900/2010 (Α΄ 213), προδικαστικά ερωτήματα. Με την προσφυγή αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 10.9.2015 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της 1642/14.11.2014 απόφασης της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, περί απόρριψης της υπʼαριθ. πρωτ. 20207/19.9.2014 ενδικοφανούς προσφυγής του και εδώ προσφεύγοντος κατά των κατωτέρω πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και εισφοράς αλληλεγγύης του ν. 3986/2011, του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου του Υπουργείου Οικονομικών: 1) 2067/30.6.2014, οικ. έτους 2011 και 2)2068/30.6.2014, οικ. έτους 2012. 2. Επειδή, το δικόγραφο των προσθέτων λόγων που κατατέθηκε στο Δικαστήριο τούτο στις 6.5.2016 (αρ. κατ.ΠΛ 6900/6.5.2016), μετά την έκδοση της ανωτέρω αναβλητικής του απόφασης αλλά και μετά την έκδοση της ανωτέρω παραπεμπτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει να απορριφθεί ως υποβληθέν,απαραδέκτως, μετά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 131 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. Κατά το μέρος όμως που με το δικόγραφο αυτό αναπτύσσονται οι λόγοι που έχουν προβληθεί με την προσφυγή καθώς και με το από 10.9.2015 δικόγραφο προσθέτων λόγων, αυτό εκτιμάται από το Δικαστήριο ως νομίμως υποβληθέν υπόμνημα. 3. Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 2238/1994 (Α΄ 151) ορίζεται, με το άρθρο 1 «Επιβάλλεται φόρος στο συνολικό καθαρό εισόδημα που προκύπτει είτε στην ημεδαπή είτε στην αλλοδαπή και αποκτάται από κάθε φυσικό πρόσωπο για το οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2», με το άρθρο 2 «Σε φόρο υπόκειται κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο αποκτά εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα ανεξάρτητα από την ιθαγένεια και τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του. Επίσης, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του, σε […]

Read more

ΠΠρΘεσ 3256/2015 : Τα μηνύματα SMS δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό υλικό σε πολιτική δίκη, διότι αυτό θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και του δικαιώματος στο απόρρητο της επικοινωνίας.

23 Σεπτεμβρίου, 2016

ΠρΘεσ 3256/2015 Κατά το άρθρο 444 § 1 αριθ. 3 ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Κατά την § 2 του ίδιου άρθρου μηχανική απεικόνιση, είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Κατά τη θεμελιώδη, όμως, διάταξη του άρθρου 2 § 1 του Συντάγματος «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα «πρωταρχικά», αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, που ορίζει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, Εφόσον αποδεικτικό μέσο αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε πολιτική δίκη. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει –υπό την επίκληση της ανάγκης απόκτησης αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα– στη γενίκευση της χρήσης π.χ. μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεση τους. Κατ’ αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφραση του, στα πλαίσια μιας ιδιωτικής συζήτησης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοίωσης του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν. Εξ άλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου) η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κύρωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 370Α του ΠΚ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγόρευσης των εν λόγω […]

Read more

ΑΠ 292/2016 (Γ’ Πολιτικό Τμήμα) : Αδικοπραξία. Παραγραφή.

23 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 292/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ – Αδικοπραξία. Αδικοπραξία που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα. Περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει τη δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον. Παραγραφή. – Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑK συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει για όλες τις ζημίες ενιαίως από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (ΟλΑΠ 24/2003). Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει τη δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ζημία που προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό κατάσταση της ζημίας δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσας και ολοκληρωθείσας πράξης του δράστη, από την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατήρησης και μη άρσης της τελευταίας, γεννάται δε καθόλο το χρονικό διάστημα που εκείνη διαρκεί και όχι άπαξ με την τέλεση της πράξης, με την οποία η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε. Επομένως η κατά το άρθρο 937 Α.Κ. πενταετής, ως άνω, παραγραφή της αξίωσης του ζημιωθέντος-προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από την διατήρηση της κατάστασης αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, δεν αρχίζει από το χρονικό σημείο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής συμπεριφοράς του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά διαστήματα που εξακολουθεί να υφίσταται η προαναφερόμενη κατάσταση και να προκαλεί ζημία σ’ εκείνον (ΑΠ 1604/2014, ΑΠ 1730/2010, ΑΠ 832/2008). inlaw.gr

Read more

ΑΠ 1111/2016 (ποιν.) : Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Ανώνυμη εταιρεία.

18 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 1111/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ – Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών. Ανώνυμη εταιρεία. – Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών ασχέτως ποσού, οι οποίες τον βαρύνουν προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, πάσης φύσεως ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν τις έχει καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Κατά δε την παρ. 2 του άνω άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν τις αποδίδει εντός μηνός από τότε που έγιναν απαιτητές τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν. 3346/2005, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 Ν. 3904/2010, που ισχύει κατά το άρθρο 38 αυτού από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-12-2010), ορίζεται ότι “1. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. 2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.”. Εξάλλου κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, που κυρώθηκε με τον Ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν μέχρι το τέλος του επόμενου μηνός από το χρόνο ο οποίος έχει ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών – εργατικών) συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη. Τα παραπάνω εγκλήματα είναι γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα δε της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του ΑΝ 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση και το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό (ΟλΑΠ 1/1996). Όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997, όπως αντικ. από το άρθρο 61 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου […]

Read more

ΕφΛάρ 378/2015 : Λύση ομόρρυθμης εταιρείας. Λόγοι λύσης..

18 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 378/2015 Μονομελές Εφετείο Λάρισας – Λύση ομόρρυθμης εταιρείας. Λόγοι λύσης. – Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 259 παρ. 1 Ν. 4072/2012 περί «Βελτιώσεως επιχειρηματικού περιβάλλοντος – Νέας εταιρικής μορφής – Σημάτων – Μεσιτών ακινήτων – Ρυθμίσεως θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ Α΄ 86/11-4-2012), η ομόρρυθμη εταιρία λύνεται α) με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της, β) με απόφαση των εταίρων, γ) με την κήρυξή της σε πτώχευση και δ) με δικαστική απόφαση ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, ενώ στην εταιρική σύμβαση μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσεως της εταιρίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Ν. 4072/2012, ομόρρυθμη είναι η εταιρία με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει εμπορικό σκοπό, για τα χρέη της οποίας ευθύνονται παράλληλα όλοι οι εταίροι απεριόριστα και εις ολόκληρον, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 249 του Ν. 4072/2012, εφόσον δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο αντίστοιχο κεφάλαιο, εφαρμόζονται στην ομόρρυθμη εταιρία οι διατάξεις του Αστικού Δικαίου για την εταιρία, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθρων 758 και 761 ΑΚ. Μάλιστα κατ΄ άρθρο 294 παρ. 1 του Ν. 4072/2012 περί μεταβατικών διατάξεων, ο εν λόγω Νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρίες που -κατά την έναρξη της ισχύος του από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 11/4/2012, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις (άρθρο 330 παρ. 2 Ν. 4072/2012) – δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του νέου νόμου 4072/2012 συνάγεται ότι οι λόγοι λύσεως προσωπικών εταιριών (Ο.Ε. και Ε.Ε.) διαφέρουν από αυτούς που γίνονταν δεκτοί κατά το προϊσχύσαν δίκαιο και καθορίζονται πλέον με κεντρικούς άξονες τη γενική αρχή της διατήρησης της εμπορικής επιχείρησης και το επιβεβλημένο απομάκρυνσης από τον απόλυτα προσωποπαγή χαρακτήρα των προσωπικών εταιριών. Η εκ μέρους εταίρου καταγγελία της εταιρίας έχει πλέον απαλειφθεί ως προβλεπόμενος από το νόμο λόγος λύσεως της προσωπικής εταιρίας, ισχύει όμως ως τέτοιος λόγος, εφόσον προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση. Ωστόσο, στην εκάστοτε εταιρική σύμβαση, μπορεί να προβλέπονται και άλλοι λόγοι λύσης της εταιρίας (άρθρο 259 παρ. 1 εδ. 2 Ν. 4072/2012, ως ανωτέρω), τέτοιοι δε λόγοι δεν αποκλείεται να είναι και γεγονότα που επιφέρουν άλλωστε και την έξοδο εταίρου από την εταιρία (για την εκούσια έξοδο αυτού, βλ. άρθρο 261 Ν. 4072/2012) που αφορούν σε μεταβολές στο πρόσωπο των εταίρων (όπως θάνατος ή πτώχευση εταίρου ή θέση του υπό δικαστική συμπαράσταση κλπ., κατ΄ άρθρο 260 παρ. παρ. 1-2 Ν. 4072/2012) ή και η καταγγελία της εταιρίας από μέρους εταίρου. Συνεπώς, η καταγγελία αποτελεί πλέον λόγο λύσης της ομόρρυθμης εταιρίας, μόνον αν προβλέπεται στην εταιρική σύμβαση και με τους όρους που προβλέπονται σ΄ αυτή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 249, 259, 294, όπως ισχύουν, σύμφωνα με το άρθρο 330 Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α 86/11-04-2012), συνάγεται ότι, κατά τα προαναφερόμενα, μεταξύ άλλων, η ομόρρυθμη εταιρεία λύεται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση εταίρου, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος. Η δικαστική λύση της εταιρίας για σπουδαίο λόγο, αφορά τόσο την εταιρία αορίστου όσο και την ορισμένου χρόνου. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της διατήρησης της επιχείρησης και δεδομένου ότι προβλέπεται και δικαίωμα εξόδου του εταίρου, σύμφωνα με […]

Read more

ΟΛ ΑΠ 8/2016 : Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων. Περιορισμένος αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων.

13 Σεπτεμβρίου, 2016

Αριθμός 8/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ – Μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων. Περιορισμένος αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων. – Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων]απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως. Συνεπώς, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή όχι επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ,ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως. – Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ.2 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μη πληρούντα τους όρους του νόμου, ακόμα και άκυρα για οποιοδήποτε λόγο έγγραφα. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τις βεβαιώσεις και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης και όσον αφορά τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων μέχρι τρεις το πολύ που λαμβάνονται υπόψη, πρέπει οι ένορκες βεβαιώσεις να έχουν ληφθεί αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη δίκη, οπότε και υπάρχει ο εν λόγω αριθμητικός περιορισμός. Ενώ δεν υφίσταται ο περιορισμός αυτός, αν οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, μεταξύ των αυτών διαδίκων, οπότε νομίμως λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις. inlaw.gr

Read more