Η Συνταγματικά κατοχυρωμένη αξίωση του πολίτη για παροχή έννομης δικαστικής προστασίας (α. 20 Σ.) εξυπακούεται πως ισχύει και κατά την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας (Ασφαλιστικά Μέτρα). Τι γίνεται όμως όταν νομοθετικές τροποποιήσεις δημιουργούν κενά ή ερμηνευτικές δυσχέρειες; Εκεί κατά την απονομή της δικαιοσύνης με την ερμηνεία και εφαρμογή του Δικαίου ο Δικαστής, σταθμίζοντας παράλληλα τα εκατέρωθεν δικαιώματα, διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο.
Στο όγδοο βιβλίο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας περιλαμβάνονται οι διατάξεις που αφορούν την Αναγκαστική Εκτέλεση. Στο άρθρο 933 προβλέπεται η Ανακοπή εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αναγκαστική εκτέλεση, στην οποία προβάλει τις αντιρρήσεις του ως προς την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης κλπ. Η ανακοπή αυτή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 933 ΚΠολΔ προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε 60 ημέρες από την κατάθεσή της. Στην πράξη όμως όλοι ξέρουμε, ότι αυτό είναι ανεφάρμοστο. Στο Πρωτοδικείο της Αθήνας τουλάχιστον, η συζήτηση της Ανακοπής του 933 προσδιορίζεται σε ημερομηνία μεγαλύτερη του ενός έτους από την ημερομηνία κατάθεσης!
Οι συνέπειες του ανωτέρω γεγονότος δεν είναι τόσο βαριές σε περιπτώσεις άμεσης εκτέλεσης αφού το άρθρο 937 παρ. 1 περίπτ. γ’ προβλέπει, ότι : « Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η Ανακοπή, μπορεί μετά από αίτηση του ανακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686επ., να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης».
Το ερώτημα που τίθεται, είναι τι γίνεται στις περιπτώσεις έμμεσης εκτέλεσης (όπως πχ. Κατάσχεση εις χείρας Τρίτου), δεδομένης της Κατάργησης του άρθρου 938 ΚΠολΔ με την παρ. 1 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015; Διότι μέχρι πριν την κατάργησή του, το άρθρο 938 ΚΠολΔ έδινε τη δυνατότητα και στις περιπτώσεις αυτές να διαταχθεί, με αίτηση του ανακόπτοντος, η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικαστής έκρινε ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενούσε ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογούσε την ευδοκίμηση της Ανακοπής. Με την κατάργηση όμως του εν λόγω άρθρου, στην πράξη, στις περιπτώσεις έμμεσης εκτέλεσης, ο οφειλέτης που ασκεί την Ανακοπή κατά της Εκτέλεσης του άρθρου 933 ΚΠολΔ, δεν λαμβάνει προσδιορισμό της ανακοπής μέσα σε 60 ημέρες αλλά λαμβάνει ημερομηνία πολύ αργότερα του έτους μετά την κατάθεση της Ανακοπής. Ακόμη και αν ο ανακόπτων αιτηθεί για σοβαρούς λόγους την προτίμηση της συζήτησης της Ανακοπής σε κοντινότερη ημερομηνία, αυτή δεν είναι μικρότερη του έτους από την κατάθεση της Ανακοπής! Αυτά ισχύουν σήμερα στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι, ότι ο οφειλέτης αυτός παραμένει «απροστάτευτος» για όλο το χρονικό διάστημα από την κατάθεση της ανακοπής, μέχρι τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης επ’ αυτής, μη έχοντας νομοθετικά τη δυνατότητα άσκησης αίτησης αναστολής.
Άμεση εκτέλεση, δε, είναι εκείνη που λαμβάνει χώρα όταν η ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται κατ’ ευθείαν κατά τρόπο φυσικό και άμεσο π.χ. με την αφαίρεση από τα χέρια του οφειλέτη κινητού πράγματος εάν έχει καταδικασθεί για την παράδοση ή απόδοσή του, με την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο σε εκτέλεση της απόφασης που διατάσσει την απόδοση του μισθίου στον μισθωτή, ενώ έμμεση αναγκαστική εκτέλεση λαμβάνει χώρα όταν η ικανοποίηση του δανειστή δε γίνεται άμεσα, αλλά με τον πλειστηριασμό, ο οποίος θα επιτευχθεί με τη ρευστοποίηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη, των πλοίων ή των αεροσκαφών του. Πρέπει να σημειωθεί ότι έμμεση αναγκαστική εκτέλεση γίνεται μόνο όταν η απαίτηση του δανειστή είναι χρηματική [κατάσχεση κινητών, ακινήτων, κατάσχεση εις χείρας τρίτου κλπ, Βλ. Κεραμέα /Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, υπό άρθρα 942, 943, 950]. Επομένως όταν μέσα εκτέλεσης δεν οδηγούν τελικά στην αυτούσια ικανοποίησή του δανειστή, η αναγκαστική εκτέλεση είναι έμμεση [Φαλτσή, – Αναγκαστική Εκτέλεση, τομ. II, Ειδικό μέρος, § 53, II, 1, σελ. 86-89].
Στο σημείο αυτό, μία άποψη διαμορφώνεται με γραμματική ερμηνεία του Νόμου στο ότι, μετά τις Τροποποιήσεις του Νόμου 4335/2015, αίτηση αναστολής δεν προβλέπεται στις περιπτώσεις έμμεσης εκτέλεσης παρά μόνον σε δεύτερο στάδιο, όταν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης που απορρίπτει την Ανακοπή [937 ΚΠολΔ, ΜΠρΑθ 5801/2017, ΜΠρΛαμ 223/2016 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].
Τέτοια ερμηνεία θα στερούσε όμως αυτόματα από τον καθ’ού η εκτέλεση το θεμελιώδες δικαίωμα για παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας [Χατζηϊωάννου Β, παρατηρήσεις στην υπ’ αρ. 11/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, ΝοΒ 2017, 657επ. βλ. και Κατρά, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, κατ’ άρθρο νομολογία, 2016, σ. 874.].
Λύση σε αυτό το νομοθετικό κενό θα μπορούσε να δώσει μόνο η δυνατότητα άσκησης αίτησης αναστολής και στις περιπτώσεις έμμεσης εκτέλεσης [Χατζηϊωάννου Β, παρατηρήσεις στην υπ’ αρ. 11/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, ΝοΒ 2017, 661]. Το ερώτημα είναι που θα μπορούσε να βασίζεται η δυνατότητα για άσκηση αυτής της αίτησης αναστολής.

Ο Άρειος Πάγος απεφάνθη με την υπ’ αρ. 11/2017 απόφασή του σε συμβούλιο(βλ. σε ΝοΒ 2017, Σελ 657 επ.), ότι στην περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας για την απόφαση επί της ανακοπής, ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος λόγος ανακοπής και πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με βάση την απόφαση του Ακυρωτικού. Ο Άρειος Πάγος με την απόφαση αυτή έδειξε εμφανή διάθεση διαμόρφωσης ομοιόμορφης νομολογίας στο εν λόγω ακανθώδες ζήτημα και μ’ αυτή την έννοια ενίσχυσε την άποψη περί ακούσιου νομοθετικού κενού μετά την κατάργηση του 938 ΚΠολΔ. Με την απόφαση αυτή προκρίνει γενικό δικαίωμα αίτησης αναστολής του καθ’ ου σε κάθε περίπτωση που δεν προβλέπεται επαρκής, εμπρόθεσμη και αποτελεσματική οριστική δικαστική προστασία [Χατζηϊωάννου Β, παρατηρήσεις στην υπ’ αρ. 11/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, ΝοΒ 2017, 662].

Κατά άλλη άποψη, τέτοια δυνατότητα για άσκηση αίτησης αναστολής, παρέχεται και στις περιπτώσεις έμμεσης εκτέλεσης, καθώς οι προθεσμίες που προβλέπει ο νεότερος νομοθέτης είναι, όπως αποδεικνύεται στην πράξη, πρακτικά αδύνατο να τηρηθούν, είτε με αναλογική εφαρμογή του 937 παρ. 1 περ. γ ΚΠολΔ (Ειρ.Κέρκυρας 28/2017 σε ΝοΒ 2017, σελ 365επ.), είτε με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 937 παρ. 1 β εδαφ3 ΚΠολΔ (Ορφανίδης Γ., Η αναστολή εκτελέσεως για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων μετά το ν.4335/2015, 2017, σ. 87 επ.).

Σε σχέση με τα ανωτέρω, διατυπώνονται και αντίθετες απόψεις, είτε ότι δεν είναι δυνατή η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων της προσωρινής ρύθμισης της κατάστασης στην αναστολή της εκτέλεσης, [Απαλαγάκη Χ., Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ, 2017, σ. 64, Καλαβρός Κ., παρατηρήσεις στην υπ’ αρ. 11/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, ΕλλΔνη 58(2017), σελ. 418], είτε ότι δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα αναλογικής εφαρμογής του 937 παρ. 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ που επιτρέπει την αναστολή επί άμεσης εκτέλεσης, διότι στην ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων ελλείπει το στοιχείο της διενέργειας μιας μόνο διαδικαστικής πράξης μετά την επιταγή προς εκτέλεση (Καλαβρός Κ., ό.π., 419).

Το μόνο βέβαιο όμως είναι, ότι σε στην περίπτωση που προκριθεί η Γραμματική Ερμηνεία του Νόμου και κατ’ επέκταση η απαγόρευση αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης, δημιουργείται μείζον θέμα εναρμόνισης με το Σύνταγμα που προστατεύει την προσωρινή δικαστική προστασία. Σε ένα κράτος δικαίου το βάρος της μη έγκαιρης έκδοσης της απόφασης επί της ανακοπής δεν μπορεί να επωμίζεται ο καθ’ ου η εκτέλεση μιας πιθανολογούμενα άκυρης έμμεσης εκτελεστικής διαδικασίας. Το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου, αλλά και στην κατάσχεση χρημάτων καθώς από την αιτιολογική έκθεση του νόμου δεν προκύπτει ότι το κενό ήταν ηθελημένο απ’ το νομοθέτη (Τζουνάκου Ε. Ζητήματα από το Δίκαιο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης. Εισήγηση στο επιμορφωτικό σεμινάριο Δικαστικών Λειτουργών που διοργάνωσε η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών με τίτλο «Οι Ειρηνοδίκες ως λειτουργοί της Δικαιοσύνης» στη Θεσσαλονίκη 19-22 Σεπτεμβρίου 2017). Επομένως, η χορήγηση της αναστολής και στις περιπτώσεις αυτές κρίνεται επιβεβλημένη, μέχρι να καλυφθεί από το νομοθέτη αυτό το ακούσιο κενό που δημιουργεί πολλές δυσχέρειες.

Θεοδόσης Κ. Λουκαδούνος
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω ΜΔΕ/Υπ.ΔΝ