Αριθμός 157/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Βασιλική Ηλιοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου A. C. του R. του S. C. Z., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Περγαντή, η οποία ορίστηκε με την υπ’αριθμ. 132/2015 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’αριθ. 5,6,7,8,9/2014 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 24.3.2014 (αριθ. πρωτ. 2127/26.3.2014) αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 377/2014.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση: 1) ως προς τα πλημμελήματα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της αντίστασης, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος και 2) ως προς τις διατάξεις περί απορρίψεως της συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 πατ. 2 στοιχ. α,ε Π.Κ και περί επιβολής ποινών και καθορισμού συνολικής ποινής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση και την ορισθείσα με πράξη πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 24-3-2014 (αριθμός πρωτ: 2127/26-3-2014) αίτηση αναίρεσης του A. C. του S. C. Z. και S., κατοίκου … και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατ’ άρθρο 473 παρ. 2 του Π.Κ.Π.Δ. (άρθρο 589 παρ. 3 του Ν.Κ.Π.Δ.), στις 26-3-2014, στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμό 5-6-7-8-9/2014 δευτεροβάθμιας απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή.
II. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, “έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης”. Ακόμη, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. “ουδείς δύναται να καταδικασθή διά πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ’ ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος”, ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Νόμο 2462/1997, “κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν”. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προισχύσαντος Π.Κ., “αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις”. Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Νόμος 4619/2019), ισχύοντος από την 1η-7-2019 (βλ. άρθρο 460 αυτού). Η διάταξη αυτού αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί κανόνες έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ.. ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο “όλον”. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Σύμφωνα με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ., “Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό”. Επίσης, κατά μεν την παρ. 4 του άρθρου 463 του Π.Κ., “Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών”, κατά δε την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, “Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρεπόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν”. Επιπλέον, κατά μεν το άρθρο 590 παρ. 1 εδάφ. α’ του Ν.Κ.Π.Δ., που άρχισε να ισχύει από την 1η-7-2019, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του Νόμου 4620/2019, “Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικος. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους”, κατά δε το άρθρο 511 του ιδίου ως άνω Κ.Π.Δ., όπως το εδάφιο γ’ αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Νόμου 4637/2019 και ισχύει από την 18η-11-2019 “Αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχείο Β’. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. “Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης”. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της. Ακόμη, στο άρθρο 83 του νέου Π.Κ. ορίζεται, ότι “Όπου στο νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη, δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία”. Περαιτέρω, στον ισχύοντα από 26-6-2006 Νόμο 3459/2006 “Ναρκωτικά και Πρόδρομες Ουσίες” και το άρθρο 20 αυτού ορίζετο ότι “1. Με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) ευρώ μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος κατέχει και μεταφέρει ποσότητες ναρκωτικών ουσιών. 2. Αν η πράξη έχει τελεσθεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία και μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική του δράση”. Επίσης, στον ισχύοντα από 20-3-2013 Νόμο 4139/2013 “Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις” (Φ.Ε.Κ. Α’74/20/03/2013) και το άρθρο 20 αυτού (διακίνηση ναρκωτικών) ορίζεται, ότι “1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών και αναφέρεται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών,…. 3. Αν περισσότερες πράξεις κατοχής, μεταφοράς, αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνον ένα έγκλημα κατοχής και μεταφοράς. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιμέρους πράξεων κατοχής-μεταφοράς, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία”. Από τις διατάξεις των δύο προαναφερθέντων νόμων, εκ των οποίων ο πρώτος (Νόμος 3459/2006) ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης της κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών από τον κατηγορούμενο (26-6-2010) και ο δεύτερος (Νόμος 4139/2013) που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου της ουσίας (8-1-2014), ο τελευταίος περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, αφού προβλέπει κατώτερο όριο ποινής κάθειρξης από τον προηγούμενο (οκτώ έτη αντί δέκα έτη αντίστοιχα) και χρηματική ποινή που πάντως είναι ελαφρύτερη από την στερητική της ελευθερίας ποινή (από 2.900 ευρώ έως 290.000 ευρώ στην πρώτη περίπτωση και έως 300.000 ευρώ στη δεύτερη περίπτωση). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδάφ. α’ του Νόμου 2168/1999 “όποιος φέρει όπλα ή άλλα είδη που διαλαμβάνονται στις παραγράφους 1, πλην της περίπτωσης γ’ και 3 περιπτώσεων α’ και δ’ του άρθρου 1 του παρόντος, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ιδίου ως άνω Νόμου, “Όποιος με χρήση όπλου ή άλλου αντικειμένου αναφερόμενου στον παρόντα νόμο διαπράξει κακούργημα ή πλημμέλημα από δόλο ή αμέλεια και καταδικασθεί, ανεξάρτητα από την ποινή που επιβάλλεται γι’ αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών”. Στη διάταξη περί ανθρωποκτονίας από πρόθεση (άρθρο 299 παρ. 1 του Π.Π.Κ.) ορίζετο, ότι “1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με την ποινή του θανάτου (η οποία καταργήθηκε) ή με ισόβια κάθειρξη”, ενώ στη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα ορίζετο, ότι “1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)” και κατά το τελευταίο άρθρο περ. α’ του Π.Π.Κ. ορίζετο ότι “Όπου στο γενικό μέρος προβλέπεται ποινή ελαττωμένη χωρίς κανένα άλλο προσδιορισμό, η ποινή που πρέπει να επιβληθεί επιμετρείται ως εξής α) Αντί της ποινής της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών”. Στις αντίστοιχες διατάξεις περί ανθρωποκτονίας από πρόθεση, στην απόπειρα ανθρωποκτονίας και στην περί επιβολής ελαττωμένης ποινής (άρθρα 299 παρ. 1, 42 παρ. 1 και 83 περ. α’ του Ν.Π.Κ.) που άρχισε να ισχύει από την 1η-7-2019 (Νόμος 4619/2019), ορίζονται τα ακόλουθα 299 παρ. 1 “Όποιος σκοτώσει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών”. 42 παρ. 1 “Όποιος έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (83). Τέλος, στο άρθρο 83 εδάφ. α’ και β’ ορίζεται ότι “Όπου στο νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη και β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, ή κάθειρξη έως οκτώ έτη”. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 309 του Π.Π.Κ. ορίζετο ότι “Αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών”, ενώ κατά την αντίστοιχη διάταξη του Ν.Π.Κ. ορίζεται ότι “Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή”. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 2 περί αντίστασης του Π.Π.Κ. ορίζετο ότι “Αν οι πράξεις που προβλέπει η προηγούμενη παράγραφος έγιναν από πρόσωπο που οπλοφορεί…… καθώς και αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη”, ενώ, κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 167 παρ. 3 του Ν.Π.Κ., που τιτλοφορείται “Βία κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων” ορίζεται ότι “Αν το πρόσωπο κατά του οποίου στράφηκε η πράξη διέτρεξε σοβαρό προσωπικό κίνδυνο ή η πράξη έγινε από πρόσωπο που οπλοφορεί ή φέρει αντικείμενα με τα οποία μπορεί να προκληθεί σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη”. Με βάση τα προαναφερόμενα και τις προβλεπόμενες για την καθεμία αξιόποινη πράξη του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ποινές, προκύπτει ότι οι πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης αυτού που τελέσθηκαν σε βάρος του Αστυνομικού Ε. Κ. του Α., περιέχουν επιεικέστερες διατάξεις γι’ αυτόν μετά την εφαρμογή του Νέου Ποινικού Κώδικα, ενώ αντιθέτως η πράξη της αντίστασης του άρθρου 162 παρ. 2 του Παλαιού Ποινικού Κώδικα, περιέχει επιεικέστερες, για τον ίδιο, διατάξεις, αφού με αυτόν προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και με το Νέο Ποινικό Κώδικα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή. Συνάμα, οι διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ του νέου Ποινικού Κώδικα, που αφορούν τις ελαφρυντικές περιστάσεις του προτέρου σύννομου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είναι ευμενέστερες των αντιστοίχων προϊσχυσασών διατάξεων του καταργηθέντος Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της πρώτης ελαφρυντικής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της “νόμιμης” ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου την “έντιμης” ζωής και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδάφ. β’ του Συντάγματος “απαραβίαστη” προηγούμενη ιδιωτική οικογενειακή ζωή του υπαιτίου. Επομένως, κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ του νέου Π.Κ. είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου και, πάντως, το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί το μόνο αποδεικτικό στοιχείο για την κατάφαση της συνδρομής της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, του δικαστή δυναμένου να κρίνει στο πλαίσιο που ορίζεται από το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ. Ως προς την άλλη ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ., η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση, βάσει της νέας διάταξης, ακόμη και όταν αυτός υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής και αυτή η παράμετρος καθιστά ευμενέστερη την τώρα ισχύουσα διάταξη. Αντιθέτως, τόσο κατά το άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ’ του Π.Π.Κ., όσο και κατά το αντίστοιχο άρθρο του Ν.Π.Κ. ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και το ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Επίσης, στο άρθρο 85 του Π.Π.Κ. ορίζετο ότι “Όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84), εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις”, ενώ κατά την παρ. 1 του αντίστοιχου άρθρου του Ν.Π.Κ. ορίζεται ότι “Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή”. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ζ’ Κ.Π.Δ., ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθεί μόνο η καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που δίκασε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 128 περ. α’ του Κ.Π.Δ. “συναφή θεωρούνται μόνο τα εγκλήματα που τελούνται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους”, ενώ κατά το άρθρο 130 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα, “1. Στην περίπτωση που συμμετέχουν περισσότεροι στο έγκλημα, αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι εκείνο που είναι αρμόδιο για εκείνον από τους συμμέτοχους ο οποίος επισύρει τη βαρύτερη ποινή. Αν οι συμμέτοχοι υπάγονται σε δικαστήρια διαφορετικού βαθμού, αρμόδιο δικαστήριο για όλους είναι το ανώτερο. Το μικτό ορκωτό δικαστήριο θεωρείται στην περίπτωση αυτή ανώτερο από τα άλλα”. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι το δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα, είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο να δικάζει και τα άλλα συναφή εγκλήματα. Βαρύτερο έγκλημα θεωρείται εκείνο εναντίον του οποίου απειλείται στο νόμο βαρύτερη ποινή. Η κρατούσα στη νομολογία άποψη επισημαίνει ότι η καθ’ ύλην αυτή αρμοδιότητα, προσδιορίζεται από την προβλεπόμενη στο νόμο ποινή του ολοκληρωμένου εγκλήματος και όχι από μειωμένη ποινή που προβλέπεται για το συγκεκριμένο έγκλημα εξαιτίας συνδρομής λόγων μειώσεως της ποινής όπως λ.χ. όταν πρόκειται για απόπειρα ή απλή συνέργεια. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο και κατ’ επέκταση το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. ανώτερο δικαστήριο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ήταν καθ’ ύλην αναρμόδιο να προβεί στην εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης, αφού η πράξη της κατοχής και μεταφοράς της μεγάλης ποσότητας των ναρκωτικών ουσιών, είναι βαρύτερη από αυτήν της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που του αποδίδονται, δεδομένου ότι η προβλεπόμενη ποινή για την πρώτη πράξη είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή, ενώ για τη δεύτερη πράξη της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση προβλεπόμενη ποινή είναι ποινή ελαττωμένη σύμφωνα με το άρθρο 83 του Π.Κ. και συνεπώς αρμόδιο δικαστήριο ήταν το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της προκύπτει, ότι ο τότε κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για την παράβαση του άρθρου 20 παρ. 1 και 3 του Νόμου 4139/2013 που προβλέπει γι’ αυτήν ποινή κάθειρξης τουλάχιστον οκτώ (8) των και χρηματική ποινή έως 300.000 ευρώ, ενώ για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση προέβλεπε την ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προς εκδίκαση της εν λόγω υπόθεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Γ’ του Κ.Π.Δ. ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171) και η παραβίαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφ. δ’ του Κ.Π.Δ., που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 του Κ.Π.Δ.), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στα πρακτικά της απόφασης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, ούτε ο συντάκτης αυτού, ούτε και ο χρόνος σύνταξής τους, είναι αναγκαίο όμως να αναφέρονται τα στοιχεία εκείνα εκ των οποίων προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το συγκεκριμένο έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται, ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, η απαιτούμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται, στα αιτήματα και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιο αίτημα είναι και αυτό περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, κατ’ άρθρο 352 του Κ.Π.Δ., επίσης, τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., και τείνουν στην άρση του αδίκου της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου αιτήματος ή ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αρκεί να προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του, από την 1-7-2019 με το νόμο 4619/2019. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Π.Κ. θεωρούντο μεταξύ άλλων και τα υπό στοιχεία α’, δ’ και ε’ “το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του και το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του”. Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης παραπονείται ο αναιρεσείων για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, υποστηρίζοντας ότι το δικαστήριο της ουσίας, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του για την ενοχή του, έλαβε και συνεκτίμησε έγγραφο, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων που έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε προκύπτει ότι αναγνώσθηκε σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας. Δεν περιλαμβάνεται επίσης και στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Με τον ίδιο λόγο ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, όπως αναπτύσσεται στα υποβληθέντα υπομνήματά του, ότι το υποβληθέν αίτημα περί αναβολής της δίκης προκειμένου να διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη για τον τραυματισμό του και για την προσκόμιση του βιντεοσκοπούμενου υλικού των διοδίων του χρόνου που έγινε η επιχείρηση, απορρίφθηκε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και, ως εκ τούτου, ιδρύεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Στην προκείμενη περίπτωση και, αναφορικά με τους προαναφερόμενους λόγους αναίρεσης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας, στην επί της ενοχής κρίση του διέλαβε και τα ακόλουθα “….τέλος, τα υποβληθέντα από το δεύτερο κατηγορούμενο (εννοεί τον αναιρεσείοντα), αιτήματα περί διεξαγωγής ιατροδικαστικής εξέτασης, όσον αφορά τον τραυματισμό του και προσκόμισης βιντεοσκοπούμενου υλικού των διοδίων τον χρόνο που έγινε η επιχείρηση, πρέπει να απορριφθούν, το μεν πρώτο διότι λόγω της παρόδου μακροτάτου χρόνου από τον τραυματισμό του, η εξέτασή του κανένα χρήσιμο στοιχείο δεν θα εισέφερε, το δε δεύτερο, διότι το αρχείο καταγραφής διερχομένων αυτοκινήτων διατηρείται για 15 ημέρες, όπως διαβεβαιώνουν οι υπεύθυνοι της εταιρείας “Νέα Οδός Α.Ε.” (βλ. το από 26-09-2011 σχετικό έγγραφο). Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος…..”. Επιπλέον, το συγκεκριμένο πιο πάνω έγγραφο της εταιρείας διατείνεται ο αναιρεσείων, ότι δεν αναγνώσθηκε και δεν είναι καταχωρημένο στα πρακτικά όπου αναγράφονται τα αναγνωστέα έγγραφα. Από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου του λόγου αναίρεσης και η οποία είναι καταχωρημένη στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το συγκεκριμένο έγγραφο μνημονεύεται στο σκεπτικό της, με το οποίο απορρίφθηκε το ίδιο αίτημα περί προσκόμισης βιντεοσκοπούμενου υλικού (βλ. σελίδα 52 της υπ’ αριθμό 6-7/2012 απόφασης του Μ.Ο.Δ. Άμφισσας). Η αιτιολογία όμως αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο έκρινε ότι το αποδεικτικό υλικό ήταν επαρκές για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Γ’ και Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, η ως άνω αιτιολογία, με την οποία το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης, είναι όπως προαναφέρθηκε, πλήρης και εμπεριστατωμένη και κατά συνέπεια δεν παραβιάσθηκαν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και κατ’ ακολουθία ο σχετικός λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, που αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, με τις πιο πάνω αιτιάσεις, που αναπτύσσονται και στα ως άνω υπομνήματά του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
III. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ’ αριθμό 5-6-7-8 και 9/2014, απόφασής του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα επί λέξει πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις αξιόποινες πράξεις 1) της κατοχής και μεταφοράς μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών από κοινού με τον αποβιώσαντα συγκατηγορούμενό του, 2) της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση, 3) της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, 4) της αντίστασης κατά της αρχής, 5) της παράνομης οπλοκατοχής και 6) της παράνομης οπλοχρησίας (άρθρα 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26, 27, 42 παρ. 1, 45, 51, 53, 57, 94, 167 παρ. 2, 299, 308, 309 του Π.Κ., 1 στοιχ. α’, 10 παρ. 1, 13 εδάφ. α’, 14 του Νόμου 2168/1999, 1 παρ. 1 και 2, Πίν. Α’ αριθμ. 6 και 20 παρ. 1 και 3 του Νόμου 4139/2013), που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προέκυψε πλήρως ότι “Ο δεύτερος κατηγορούμενος (C. A.), κάτοικος …, αποφάσισε να εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα και έτσι στις 18-9-2010 ξεκίνησε με τα πόδια από το Τεπελένι μαζί με άλλους ομοεθνείς του και εισήλθαν από άγνωστο σημείο στην Ελλάδα. Στις 20-9-2010, διαχωρίστηκε από τους υπόλοιπους και επιβιβάσθηκε ως οδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας … αυτοκίνητο, μάρκας JEEP CHEROKEE, του οποίου είχε δηλωθεί η κλοπή στο Α.Τ. Παγκρατίου στις 20-9-2010, από την ιδιοκτήτρια εταιρεία με την επωνυμία “… Α.Ε.”, το οποίο παρέλαβε σε άγνωστο σημείο εντός της ελληνικής επικράτειας από πρόσωπο, του οποίου η ταυτότητα δεν κατέστη δυνατό να προσδιορισθεί. Εντός του αυτοκινήτου υπήρχε ακατέργαστη κάνναβη συνολικού βάρους 110 κιλών 650 γραμμαρίων χωρισμένη σε 107 δέματα 9 στην πίσω θέση και ένα όπλο τύπου Kalashnikov με αριθμό … με γεμιστήρα με 23 φυσίγγια διαμετρήματος 7,62 mm, τα οποία ο κατηγορούμενος θα μετέφερε έως έξω από την Αθήνα, όπου θα τα παρέδιδε σε άλλους (κατά το δεύτερο κατηγορούμενο σε πρόσωπο με το όνομα H. D.). Παράλληλα στην υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής είχαν περιέλθει πληροφορίες ότι επρόκειτο να μεταφερθεί μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών από την Αλβανία στην Αθήνα μέσω της περιοχής … με όχημα τύπου τζιπ σκούρου χρώματος. Αμέσως οργανώθηκε επιχείρηση για τον εντοπισμό και τον έλεγχο του οχήματος. Τις απογευματινές ώρες της 20-9-2010 οι αστυνομικοί εντόπισαν το όχημα που κινούνταν στην ορεινή περιοχή μεταξύ … Επειδή, όμως, στην ως άνω δύσβατη περιοχή ήταν εξαιρετικά δυσχερής η παρακολούθηση και ο εγκλωβισμός του οχήματος αποφασίσθηκε αυτό να γίνει στο σταθμό διοδίων της Τραγάνας, από τον οποίο υποχρεωτικά θα περνούσε το όχημα κατευθυνόμενο προς Αθήνα με τη συνδρομή δύναμης αστυνομικών από την Αθήνα και τη Λαμία. Έτσι, στις 03:00 π.μ. της 21-9-2010 όταν το ως άνω όχημα έφθασε στα διόδια και ο οδηγός άνοιξε το παράθυρο προκειμένου να καταβάλει το αντίτιμο, δόθηκε εντολή από τον επικεφαλής της ομάδας αστυνομικό να ακινητοποιηθεί το τζιπ, προκειμένου να ελεγχθεί. Με την εντολή του επικεφαλής, αστυνομικοί, που βρίσκονταν και από τις δύο πλευρές του οχήματος πλησίασαν το τζιπ και δηλώνοντας την ταυτότητά τους ζήτησαν από τον δεύτερο κατηγορούμενο να παραμείνει ακίνητος. Τότε ο οδηγός του τζιπ (β’ κατηγορούμενος) απροειδοποίητα και με σκοπό να διαφύγει έκανε όπισθεν με ταχύτητα, με αποτέλεσμα να παρασύρει και να τραυματίσει στον αστράγαλο του Υπαρχιφύλακα Ε. Κ., ο οποίος βρισκόταν πίσω αριστερά από το τζιπ, θέση την οποία διαπίστωσε ο δεύτερος κατηγορούμενος από τον καθρέπτη του αυτοκινήτου, εγκλωβίζοντάς τον μεταξύ του οχήματος και του τσιμεντένιου διαζώματος των διοδίων, κατά τρόπο, που μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική του βλάβη, λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο του οχήματος και του σημείου, που επιχείρησε να πλήξει ο κατηγορούμενος. Παρά τον τραυματισμό του αστυνομικού ο δεύτερος κατηγορούμενος συνέχισε την προσπάθεια διαφυγής του επιχειρώντας ελιγμούς προς τα πίσω, οπότε συγκρούσθηκε με το όχημα της δίωξης που είχε τοποθετηθεί πίσω από το δικό του και προς τα εμπρός. Ο επικεφαλής της επιχείρησης Τ. προκειμένου να ακινητοποιήσει το όχημα, άνοιξε πυρ και έριξε τρεις βολές στοχεύοντας τα ελαστικά και τη μηχανή του οχήματος. Αμέσως ο οδηγός του οχήματος-δεύτερος κατηγορούμενος πήρε το όπλο, που κατά τη διάρκεια της διαδρομής είχε τοποθετήσει σε θέση ανάμεσα σ’ αυτόν και τον συνοδηγό, ώστε να μπορεί εύκολα να το πιάσει, και βγάζοντας την κάνη από το παράθυρο με κατεύθυνση πίσω και προς τα αριστερά, όπου βρισκόταν ο αστυνομικός Κ., ο οποίος με τους ελιγμούς του αυτοκινήτου, που επιχείρησε ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εγκλωβισθεί και προσπαθούσε να μετακινηθεί προς τα εμπρός, πυροβόλησε μία φορά κατ’ αυτού, με σκοπό να τον τραυματίσει θανάσιμα, δεδομένης της πολύ μικρής απόστασης μεταξύ αυτού και του αστυνομικού, της δύναμης του όπλου, που χρησιμοποίησε και του ότι αυτό είχε ρυθμισθεί κατά βολές, ώστε να είναι πιο σταθερό, χωρίς όμως να καταφέρει να τον πετύχει. Πριν προλάβει να ξαναχρησιμοποιήσει το όπλο, ο Κ. πυροβόλησε κατά του δεύτερου κατηγορουμένου, τραυματίζοντάς τον στην κοιλιακή χώρα. Ακολούθησε η σύλληψη του εν λόγω κατηγορουμένου και βρέθηκε η ποσότητα των ναρκωτικών, η οποία και κατασχέθηκε. Στο σημείο τούτο θα πρέπει να λεχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει η επιβαρυντική περίσταση “της μεγάλης ποσότητας” κατ’ άρθρο 23Α του Νόμου 3459/2006, αφού το άρθρο αυτό καταργήθηκε ήδη με το Νόμο 4139/2013 (Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις), σύμφωνα με τον οποίον αλλάζει ριζικά το νομικό πλαίσιο του ως άνω άρθρου 23 και πλέον δεν υφίσταται η επιβαρυντική περίπτωση “της μεγάλης ποσότητας” και συνεπώς η εν λόγω κατηγορία δεν έχει εν προκειμένω καμία δικονομική και ουσιαστική ισχύ για την περαιτέρω ποινική αντιμετώπιση του κατηγορουμένου (βλ. σχετικά και την αιτιολογική έκθεση στο σχέδιο νόμου, όπως ειδικώς και αιτιολογημένως επεξηγείται το άρθρο 23 του νεοσύστατου νόμου 4139/213), δεκτού γενομένου, ως βασίμου κατ’ ουσία, του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του δευτέρου κατηγορουμένου. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι την ύπαρξη των ναρκωτικών εντός του αυτοκινήτου γνώριζε εκ των προτέρων ο δεύτερος κατηγορούμενος, με την παράδοση δε του αυτοκινήτου, τα έλαβε στην κατοχή του και τα μετέφερε εντός της ελληνικής επικράτειας. Ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν αρνείται την κατοχή και μεταφορά των ναρκωτικών, παραδέχθηκε μάλιστα ότι επρόκειτο να λάβει χρήματα για τη μεταφορά (1.500 ευρώ κατά τους ισχυρισμούς του). Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό του δευτέρου κατηγορουμένου ότι τέλεσε την απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βρασμό ψυχικής ορμής, ουδόλως ευσταθεί με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά. Ο εν λόγω κατηγορούμενος (δεύτερος), παρά την παρουσία ισχυρής αστυνομικής δύναμης, δεν έχασε την ψυχραιμία του, αλλά αμέσως προσπάθησε επανειλημμένως να διαφύγει και όταν διαπίστωσε ότι αυτό ήταν αδύνατο, παραμένοντας ψύχραιμος χρησιμοποίησε το όπλο, που από πριν είχε τοποθετήσει σε τέτοια θέση ώστε να μπορεί ευχερώς να το χρησιμοποιήσει εναντίον οποιουδήποτε δημιουργούσε εμπόδια στη μεταφορά και πυροβόλησε στοχεύοντας συγκεκριμένο άτομο και μάλιστα τον πλέον ευπαθή, λόγω του προηγηθέντος τραυματισμού του στόχο, και όχι υπό το κράτος πανικού προς εκφοβισμό ή άνευ συγκεκριμένου στόχου. Οι προηγηθέντες πυροβολισμοί ενός εκ των αστυνομικών δεν αναιρούν τα ανωτέρω, αφού κατευθύνονταν προς το αυτοκίνητο και συγκεκριμένα τα λάστιχα και τη μηχανή του αυτοκινήτου προς ακινητοποίησή του, χωρίς να δημιουργούν κίνδυνο για τη ζωή του δεύτερου κατηγορουμένου ή έστω για την σωματική του ακεραιότητα. Εξάλλου, η προηγηθείσα συμπεριφορά του δεύτερου κατηγορουμένου (τραυματισμός αστυνομικού και επανειλημμένες προσπάθειες διαφυγής με κάθε τρόπο), κατέστησε αναγκαία τη χρήση του όπλου εκ μέρους του αστυνομικού προς ακινητοποίηση του οχήματος, ώστε να αποτραπεί η φυγή του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, δεν προέκυψε η ύπαρξη περιστατικών, που να δικαιολογούν ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος έζησε έως τον χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεων έντιμη ζωή, η δε ύπαρξη του λευκού ποινικού μητρώου από μόνη της δεν καταφάσκει το στοιχείο αυτό, πολύ δε περισσότερο, που κρίνεται ως συμπτωματική λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη βαρύτητα των πράξεων, στις οποίες ενεπλάκη ο εν λόγω κατηγορούμενος. Επίσης, η τυχόν καλή διαγωγή του κρατουμένου στη φυλακή και μόνο, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αποδεικνύεται, δεν μπορεί να οδηγήσει στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ. στο πρόσωπό του. Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια (μεταμέλεια) μετά τις πράξεις του και γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμο το αίτημά του περί χορήγησης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ’ του Π.Κ., όπως επίσης και τα υποβληθέντα από αυτόν αιτήματα (αυτοτελείς ισχυρισμοί) περί μετατροπής της κατηγορίας της απόπειρας ανθρωποκτονίας σε επικίνδυνη σωματική βλάβη ή άλλως βαριά μη σκοπούμενη σωματική βλάβη και περί μεταβολής της κατηγορίας από αντίσταση (του άρθρου 167 του Π.Κ.) σε απείθεια (του άρθρου 169 του Π.Κ.), αφού σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν στοιχειοθετούνται αντικειμενικώς τα ως άνω αδικήματα (επικίνδυνης σωματικής βλάβης, βαριάς μη σκοπούμενης σωματικής βλάβης και απείθειας). Τέλος, τα υποβληθέντα από τον δεύτερο κατηγορούμενο αιτήματα περί διεξαγωγής ιατροδικαστικής εξέτασης όσον αφορά τον τραυματισμό του και προσκόμισης βιντεοσκοπουμένου υλικού των διοδίων του χρόνου, που έγινε η επιχείρηση, πρέπει να απορριφθούν, το μεν πρώτο διότι λόγω της παρόδου μακρότατου χρόνου από τον τραυματισμό του η εξέτασή του κανένα χρήσιμο στοιχείο δεν θα εισέφερε, το δε δεύτερο, διότι το αρχείο καταγραφής διερχομένων οχημάτων διατηρείται για δέκα πέντε (15) ημέρες, όπως διαβεβαιώνουν οι υπεύθυνοι της εταιρείας “Νέα Οδός Α.Ε.” (βλ. το από 26-9-2011 σχετικό έγγραφο). Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων της κατοχής και μεταφοράς (μεγάλης) ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, της απόπειρας ανθρωποκτονίας, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της αντίστασης κατά της αρχής, της παράνομης οπλοκατοχής και της παράνομης οπλοχρησίας, σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας”.
IV. Μετά ταύτα το Δικαστήριο της ουσίας και υπό τις παραδοχές αυτές, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τα αιτήματα, του δευτέρου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κήρυξε αυτόν, κατά πιστή μεταφορά, ένοχο, του ότι: “Στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. 1). Ειδικότερα, την 21-9-2010, στο σταθμό διοδίων της …, κατείχε ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ουσιών που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν την εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, έχοντας τη φυσική εξουσίαση, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούλησή του να διαθέτει πραγματικά, κατείχε ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης συνολικού βάρους εκατό δέκα (110) κιλών και εξακοσίων πενήντα (650) γραμμαρίων, την οποίαν είχε τοποθετήσει εντός εκατόν επτά (107) δεμάτων, που φύλασσε επιμελώς εντός του με αριθμό κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, μάρκας JEEP CHEROKEE. Την ανωτέρω δε ακατέργαστη κάνναβη, ενόψει της ποσότητας και της κατανομής της σε επιμέρους δέματα προς περαιτέρω διάθεση, κατείχε όχι για δική του χρήση, αλλά με σκοπό την εντεύθεν παράνομη εμπορία και καθ’ οιονδήποτε τρόπο διακίνηση ναρκωτικών. 2). Κατά το χρονικό διάστημα από 20-9-2010 έως 21-9-2010, μετέφερε οδικώς από τόπο σε τόπο εντός της ελληνικής επικράτειας ναρκωτικά κατά την έννοια του Νόμου 4139/2013, ήτοι ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν την εξάρτηση του ατόμου από αυτές. Ειδικότερα, κάνοντας χρήση του με αριθμό κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου μάρκας JEEP CHEROKEE, μετέφερε από τη …, έχοντας ως κύριο προορισμό την Αθήνα, την ποσότητα ναρκωτικών που λεπτομερώς αναγράφεται στην υπό στοιχείο 1 πράξη. Την ανωτέρω δε ακατέργαστη κάνναβη, ενόψει της ποσότητας και της κατανομής της σε επιμέρους δέματα προς περαιτέρω διάθεση, μετέφερε με σκοπό την εντεύθεν παράνομη εμπορία και καθ’ οιονδήποτε τρόπο διακίνηση ναρκωτικών. 3). Στην …, την 21-9-2010, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, επιχείρησε πράξη που περιείχε τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος αυτού, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε από λόγους εξωτερικούς και ανεξάρτητους της θελήσεώς του. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, κάνοντας χρήση ενός τυφεκίου εφόδου τύπου KALASHNIKOV με αριθμό … διαμέτρου 7,62 χιλιοστών και, έχοντας αποφασίσει να σκοτώσει τον αστυνομικό Ε. Κ., πυροβόλησε μία φορά εναντίον του, χωρίς όμως να τον πετύχει. 4). Στον ως άνω τόπο και χρόνο με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για την ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη και ειδικότερα, όταν ακινητοποιήθηκε το όχημα στο οποίο επέβαινε, ήτοι το με αριθμό κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας JEEP CHEROKEE, από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, έκανε όπισθεν με ταχύτητα, με αποτέλεσμα να παρασύρει και να τραυματίσει τον Υπαρχιφύλακα Ε. Κ., εγκλωβίζοντάς τον μεταξύ του οχήματος και του τσιμεντένιου διαζώματος των διοδίων, κατά τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει βαριά σωματική του βλάβη. 5). Στον ως άνω τόπο και χρόνο, οπλοφορώντας, μεταχειρίσθηκε βία για να εξαναγκάσει κάποια αρχή να παραλείψει νόμιμη πράξη και ειδικότερα φέροντας όπλο προέβαλε αντίσταση κατά των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων, επιχειρώντας ελιγμούς και προσκρούοντας μετά του οχήματος που οδηγούσε στον αστυνομικό Ε. Κ., όταν του ζητήθηκε να ακινητοποιήσει το όχημα στο οποίο επέβαινε, ήτοι το με αριθμό κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο, μάρκας JEEP CHEROKEE, προκειμένου να διενεργήσουν τα αστυνομικά όργανα νόμιμο έλεγχο επ’ αυτού. 6). Στην …, την 21-9-2010, έφερε ένα τυφέκιο εφόδου, τύπου KALASHNIKOV με αριθμό … διαμέτρου 7,62 χιλιοστών, με γεμιστήρα με 23 φυσίγγια, χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής. Και 7). Στην …, την 21-9-2010, έκανε χρήση ενός τυφεκίου εφόδου, τύπου KALASHNIKOV και έβαλε κατά του αστυνομικού Ε. Κ.”.
V. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το άνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε σ’ αυτήν, ως προς την περί ενοχής κρίση του, την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων 1) της κατοχής και μεταφοράς μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών από κοινού, 2) της απόπειρας ανθρωποκτονίας, 3) της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, 4) της αντίστασης κατά της αρχής, 5) της παράνομης οπλοκατοχής και 6) της παράνομης οπλοχρησίας, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί αυτών κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26, 27, 42 παρ. 1, 45, 51, 52, 53, 57, 94, 167 παρ. 2, 299, 308, 309 του Π.Κ., 1 στοιχ. α’, 10 παρ. 1, 13 εδάφ. α’, 14 του Νόμου 2168/1999, 1 παρ. 1 και 2 Πίν. Α’, αριθμ. 6, 20 παρ. 1 και 3 του Νόμου 4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Περαιτέρω, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση λαμβάνοντας υπόψη και αξιολογώντας όλα τα υπάρχοντα στη δικογραφία, καθώς και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους, αποδεικτικά μέσα, ενώ δεν ήταν αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Από τις παραδοχές της εν λόγω απόφασης ουδόλως συνάγεται ότι υπήρξε επιλεκτική εκτίμηση αποδεικτικών μέσων ούτε αποκλεισμός κάποιων εξ αυτών, οπότε η σχετική αιτίαση που αναφέρεται σε τυπική και προσχηματική αιτιολογία, εξαιτίας σχετικών πλημμελειών της, είναι αβάσιμη. Επομένως, ο προαναφερόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την καταδικαστική κρίση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Οι λοιπές αιτιάσεις με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απαράδεκτες, ως αναγόμενες στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα.
VI. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο αυτού με το άρθρο 13 του Νόμου 4637/2019 και ισχύει από την 18-11-2019 “Αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχείο Β’. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. “Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης”. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της”. Στην προκείμενη περίπτωση και εφόσον η παρούσα υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και συγκεκριμένα την 13-12-2019, ήτοι μετά την 18-11-2019, οπότε άρχισε να ισχύει η αντικατασταθείσα διάταξη του άρθρου 511 του νέου Κ.Π.Δ. και εφόσον δεν κρίθηκε κάποιος λόγος αναίρεσης βάσιμος, δεν δύνανται να έχουν εφαρμογή, οι περί παραγραφής διατάξεις για τις σε βαθμό πλημμελήματος πράξεις της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της αντίστασης κατά της αρχής, της παράνομης οπλοφορίας και της παράνομης οπλοχρησίας, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων. Περαιτέρω, ενόψει του ότι και κατά την επιβεβλημένη αυτεπάγγελτη εφαρμογή του επιεικέστερου, ισχύσαντος μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, νεότερου νόμου (άρθρων 2, 52 παρ. 2, 83, 84 παρ. 2 εδ. α’ και ε’,
463 παρ. 1 και 4 του Ν.Π.Κ., 511 εδ. δ’, 585, 589, 20 του Νόμου 4139/2013, 10, 13 και 14 του Νόμου 2168/1999) και επίσης ενόψει του ότι στο Ν.Π.Κ. δεν επαναδιατυπώθηκαν τα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 59 και 60 του Π.Π.Κ., όπου προβλεπόταν, σε περίπτωση καταδίκης σε πρόσκαιρη κάθειρξη, πρόσκαιρη αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων από δύο (2) έως δέκα (10) έτη, ακόμη ενόψει του ότι το άρθρο 74 του Π.Π.Κ. με το οποίο διατασσόταν η, σε περίπτωση καταδίκης, απέλαση του αλλοδαπού από την χώρα μετά την έκτιση της ποινής, καταργήθηκε με το Ν.Π.Κ. και με το άρθρο 511 εδάφ. δ’ του Κ.Π.Δ. το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ του Ν.Π.Κ., ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες επιβλήθηκαν οι στερητικές της ελευθερίας ποινές, οι χρηματικές ποινές, η συνολική στερητική της ελευθερίας ποινή και η συνολική ποινή, καθώς και ως προς αυτές, με τις οποίες καταγνώσθηκε στον αναιρεσείοντα η αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών και διατάχθηκε η απέλασή του από την Χώρα μετά την έκτιση της ποινής, να απαλειφθούν από τον Άρειο Πάγο από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης οι διατάξεις, με τις οποίες καταγνώσθηκε στον τότε δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα η αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και η απέλαση αυτού από την Χώρα μετά την έκτιση της ποινής, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας, κατά τούτα, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και τούτο εφόσον πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 του Κ.Π.Δ.). Κατόπιν αυτών οι αναιρετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αυτού για αναγνώριση, στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. δ’ του Π.Κ. και για εσφαλμένο προσδιορισμό του συνολικού χρόνου της στερητικής της ελευθερίας του ποινής και της συνολικής χρηματικής ποινής, είναι αβάσιμες ως αλυσιτελείς, διότι το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση θα παραπεμφθεί, πριν τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής, θα αποφασίσει επί των προπαρατεθέντων αιτημάτων, εφόσον αυτά υποβληθούν εκ νέου. Τέλος, κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση, με αριθμό 5-6-7-8-9/2014 του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Λαμίας, ως προς τις αναφερόμενες στον αναιρεσείοντα διατάξεις της α) περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του και απέλασής του από τη Χώρα μετά την έκτιση της ποινής, β) περί απόρριψης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ και ε’ του Ν.Π.Κ. και γ) περί ποινών και συνολικής ποινής.
Απαλείφει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τις διατάξεις που αφορούν, α) την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε σε πέντε (5) έτη και β) την απέλαση του αναιρεσείοντος από τη Χώρα, μετά την έκτιση της ποινής του.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο περί ποινών και περί συνολικής ποινής μέρος της, για νέα, κατά τούτο, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 24-03-2014 (αριθμός πρωτοκόλλου 2127/26-03-2014) αίτηση του A. C. του S. C.και της Z. S., κατοίκου … και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Δομοκού [ασκηθείσα με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 26-03-2014], για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

areiospagos.gr/nomologia/