Απόφαση 213 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 213/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη και Μαρία Βασδέκη – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Ε. Α. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ’αριθ. 54/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Α. Α. του Π., κάτοικο …, ο οποίος δεν εμφανίστηκε και 2. Χ. Π. του Δ., κάτοικο … ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13-7-2018 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 988/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, λόγω παραγραφής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 13-7-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ.54/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 6-7-2018, ασκήθηκε με δήλωση στο γραμματέα του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου και είναι νομότυπη και εμπρόθεσμη (άρθρο 473 παρ. 1, 3 και 474 παρ. 1, 2 ΚΠΔ). Κατά τα άρθρα 111,112 και 113 παρ. 2 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελήματος είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία έτη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 320 ΚΠΔ και 113 ΠΚ προκύπτει ότι για να αρχίσει η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία απαιτείται η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης να γίνει πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 111 παρ.3 χρόνου παραγραφής, δηλαδή πριν την παρέλευση πενταετίας για τα πλημμελήματα.
Περαιτέρω, στο δικαστήριο απόκειται ο ορθός χαρακτηρισμός της πράξης και κριτήριο προς τούτο αποτελεί η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και η απειλούμενη γι’ αυτήν από το νόμο ποινή και όχι ο χαρακτήρας που προσδίδεται σ’ αυτήν με το κλητήριο θέσπισμα ή το παραπεμπτικό βούλευμα και την κλήση. Αν, επομένως, ο κατηγορούμενος κηρυχθεί ένοχος για πράξη, η οποία κατά νόμο μεταβάλλει το είδος της επιβλητέας ποινής από κάθειρξη σε φυλάκιση , μεταβάλλεται και ο χαρακτήρας αυτής από κακούργημα σε πλημμέλημα, όταν δε κατ’ ορθό χαρακτηρισμό μεταβάλλεται από το δικαστήριο ο χαρακτήρας της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα και ως εκ τούτου σμικρύνεται ο χρόνος της παραγραφής της, έπεται ότι αυτή είναι πλημμέλημα αφότου τελέστηκε και ότι έκτοτε υπόκειται στην παραγραφή και στις προϋποθέσεις και το χρόνο διάρκειας της προθεσμίας αναστολής που ισχύουν για τα πλημμελήματα (ΑΠ 1620 /2002).Έτσι, προκειμένου για το αδίκημα της απάτης αν το δικάσαν δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει κατά νόμο επιβαρυντική περίπτωση επιτείνουσα το αξιόποινο αυτής και ως εκ τούτου η απειλούμενη γι’ αυτήν ποινή είναι φυλάκιση, παρέπεται ότι η πράξη φέρει χαρακτήρα πλημμελήματος και υπόκειται από την τέλεσή της στη για τα πλημμελήματα προβλεπόμενη παραγραφή και την προθεσμία αναστολής αυτής .
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως ιδρύει η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Υπό την έννοια αυτή υπέρβαση εξουσίας υφίσταται και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για αξιόποινη πράξη της οποίας το αξιόποινο είχε εξαλειφθεί λόγω παραγραφής ( ΑΠ 310/2018 ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο του εγκλήματος της απάτης κατ’ εξακολούθηση με προξενηθείσα ζημία ιδιαίτερα μεγάλη [άρθρα 98, 386 παρ. 1 εδ. β ΠΚ ] προβαίνοντας σε ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της αποδιδόμενης αξιόποινης πράξης της “απάτης κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ’ επάγγελμα με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ “[άρθρα 98 , 386 παρ.3 περ. α ΠΚ ]. Η επιτρεπτή αυτή μεταβολή της κατηγορίας προσέδωσε στη φερόμενη ως τελεσθείσα τον Ιούνιο – Ιούλιο 2010 αξιόποινη πράξη χαρακτήρα πλημμελήματος. Από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η επίδοση της κλήσης προς τον κατηγορούμενο για την εμφάνισή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δυτικής Μακεδονίας κατά τη δικάσιμο της 19-11-2015 έλαβε χώρα στις 11-9-2015, προς δε τον αντίκλητο δικηγόρο του στις 24-8-2015 δηλαδή αφού είχε παρέλθει πενταετία από την κατά τον Ιούνιο – Ιούλιο 2010 τέλεση της πράξης, η οποία κατέστη πλημμέλημα σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, έχει επέλθει εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής πριν ακόμη την έναρξη της κύριας διαδικασίας , πριν δηλαδή επιτευχθεί η κατ’ άρθρο 113 παρ. 2 και 3 ΠΚ τριετής αναστολή της παραγραφής. Το δικάσαν δικαστήριο μετά την κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό μεταβολή της κατηγορίας σε πλημμεληματική απάτη, αντί να διαπιστώσει την επελθούσα παραγραφή και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και κήρυξε αυτόν ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών. Έτσι, όμως, που έκρινε το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο αναίρεσης και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, επειδή δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ, πρέπει να παύσει οριστικά η κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 54/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος Ε. Α. του ότι : “Στη …, κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιουνίου – Ιουλίου του έτους 2010, με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιους σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ενώ η ζημία που προξενήθηκε για κάθε παθόντα και συνολικά είναι ιδιαιτέρως μεγάλη. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και κατά το διάστημα από τις αρχές Ιουνίου έως τις αρχές Ιουλίου 2010 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στους εγκαλούντες, Δ. Τ. του Κ., Χ. Π. του Δ. και Α. Α. του Π., ότι είχε τη δυνατότητα -λόγω της διασύνδεσης του με άτομο, το οποίο εργαζόταν στην τράπεζα “…” να τους πωλήσει και να μεταβιβάσει, σε εξαιρετικά συμφέρουσα τιμή, μεταχειρισμένα πολυτελή οχήματα, ευρισκόμενα σε άριστη κατάσταση, που είχαν εκπλειστηριαστεί, στην Αθήνα, από την ως άνω τράπεζα και προέρχονταν από κατασχέσεις σε βάρος οφειλετών της, που δεν μπορούσαν, λόγω της αρχομένης οικονομικής κρίσης, να αποπληρώσουν τις δόσεις αγοράς τους. Πλέον συγκεκριμένα: 1) Κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2010, εκμεταλλευόμενος τη φιλική σχέση, που τον συνέδεε με τον εγκαλούντα, Δ. Τ. του Κ., παρέστησε σε αυτόν εν γνώσει του ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα, εντός είκοσι ημερών να του πωλήσει και μεταβιβάσει, έναντι τιμήματος 26.000 ευρώ, την κυριότητα ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής AUDI, τύπου RS4 προερχομένου δήθεν από Πλειστηριασμό, που είχε διενεργήσει στην Αθήνα η τράπεζα “… Α.Ε.”, πείθοντας έτσι τον εν λόγω εγκαλούντα, να συμφωνήσει στην αγορά του ως άνω αυτοκινήτου και να καταθέσει, στις 24-6-2010, προς εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, το ποσό των 26.000 ευρώ στον υπ’ αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε ο Ν. Α…, στην … και επιπροσθέτως να αποστείλει στον τελευταίο, την 15- 10-2010, μέσω της υπηρεσίας μεταφοράς χρημάτων ” ΕΛΤΑ, το ποσό των 1.500 ευρώ, προκειμένου δήθεν να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβίβασης του ως άνω οχήματος. Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος, Δ. Τ., κατά το ποσό των 27.500 ευρώ (26.000 + 1.500), με αντίστοιχο παράνομο όφελος του άνω, Ν. Α…, καθόσον στην πραγματικότητα ούτε είχε την πρόθεση να πωλήσει-μεταβιβάσει στον εν λόγω εγκαλούντα το ως άνω όχημα, ούτε είχε την αντικειμενική δυνατότητα να πράξει τούτο, αφού τέτοιο όχημα ουδέποτε είχε περιέλθει στην κατοχή & κυριότητα του ιδίου ή του Ν. Α…, είτε από πλειστηριασμό της τράπεζας “Eurobank”, είτε με άλλο τρόπο και επομένως δεν ήταν διαθέσιμο προς πώληση, ουδείς δε εξ αυτών είχε οιαδήποτε διασύνδεση με άτομο, που εργαζόταν στην ως άνω τράπεζα.2) Κατά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2010, εκμεταλλευόμενος τη φιλική σχέση, που τον συνέδεε με τον εγκαλούντα, Χ. Π. του Δ., παρέστησε σε αυτόν ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα να του πωλήσει και μεταβιβάσει, έως τα τέλη Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, την κυριότητα: α) ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής AUDI, τύπου ΤΤ, μοντέλο 2009, έναντι τιμήματος 7.500 ευρώ β) μιας μοτοσυκλέτας εργοστασίου κατασκευής YAMAHA, κυλινδρισμού 1.000 κ.ε, έναντι τιμήματος 3.500 ευρώ και γ) μίας μοτοσυκλέτας εργοστασίου κατασκευής GILERA, κυβισμού 500 κ.ε. έναντι τιμήματος 1.500 ευρώ, ήτοι οχημάτων προερχομένων δήθεν από πλειστηριασμό, που είχε διενεργήσει στην Αθήνα η τράπεζα “… Ε.”, πείθοντας έτσι τον εν λόγω εγκαλούντα, να συμφωνήσει στην αγορά των ως άνω οχημάτων και να καταθέσει, στις 30-7-2010, προς εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, το ποσό των 12.500 ευρώ (7.500 + 3.500 + 1.500), στον υπ’ αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε αυτός (ο κατηγορούμενος) στην Τράπεζα ………… Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος, Χ. Π., κατά το ποσό των 12.500 ευρώ, με αντίστοιχο δικό του παράνομο όφελος καθόσον στην πραγματικότητα ούτε είχε την πρόθεση να πωλήσει-μεταβιβάσει στον εν λόγω εγκαλούντα τα ανωτέρω οχήματα, ούτε είχε την αντικειμενική δυνατότητα να πράξει τούτο, αφού τέτοια οχήματα ουδέποτε είχαν περιέλθει στην κατοχή & κυριότητα του ιδίου ή του Ν. Α…, είτε από πλειστηριασμό της τράπεζας “……………….”, είτε με άλλο τρόπο και επομένως δεν ήταν διαθέσιμα προς πώληση, ουδείς δε εξ αυτών είχε οιαδήποτε διασύνδεση με άτομο, που εργαζόταν στην ως άνω τράπεζα. 3)Αρχές του μηνός Ιουλίου του έτους 2010, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον εγκαλούντα Α. Α. του Π., παρέστησε σε αυτόν ψευδώς ότι είχε τη δυνατότητα να του πωλήσει και μεταβιβάσει, έως τα τέλη Ιουλίου του ιδίου έτους, έναντι τιμήματος 27.500 ευρώ, την κυριότητα ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής PORSCHE, τύπου CARRERA, λευκού χρώματος, ήτοι αυτοκινήτου προερχόμενου δήθεν από πλειστηριασμό, που είχε διενεργήσει στην Αθήνα η τράπεζα “… Α.Ε.”, πείθοντας έτσι τον εν λόγω εγκαλούντα, να συμφωνήσει στην αγορά του ως άνω οχήματος και να καταθέσει, στις 20-7-2010, προς εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, το ποσό των 27.500 ευρώ στον υπ’ αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό, που τηρούσε αυτός (ο κατηγορούμενος) στην Τράπεζα Πειραιώς. Με τον τρόπο αυτό έβλαψε την περιουσία του εγκαλούντος, Α. Α., κατά το ποσό των 27.500 ευρώ, με αντίστοιχο δικό του παράνομο όφελος, καθόσον στην πραγματικότητα ούτε είχε την πρόθεση να πωλήσει- μεταβιβάσει στον εν λόγω εγκαλούντα το ανωτέρω αυτοκίνητο, ούτε είχε την αντικειμενική δυνατότητα να πράξει τούτο, αφού τέτοιο όχημα ουδέποτε είχε περιέλθει στην κατοχή & κυριότητα του ιδίου ή του συγκατηγορουμένου του, Ν. Α…, είτε από πλειστηριασμό της τράπεζας “…….”, είτε με άλλο τρόπο και επομένως δεν ήταν διαθέσιμο, προς πώληση, ουδείς δε εξ αυτών είχε οιαδήποτε διασύνδεση με άτομο, που εργαζόταν στην ως άνω τράπεζα.”
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

areiospagos.gr