ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου – Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: …, κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχάλη Μαρκουλάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8529/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4281/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2019 αίτηση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ’ αριθ. 4281/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη κατ’ ουσία η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθ.8529/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 29-11-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατ’ αυτής, για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και, ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005). Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ’ εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004). Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 719/2012). Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 669/2017, ΑΠ 631/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση υπαλλήλου, απλού ή διευθυντικού, Τράπεζας, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνα πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ’ αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεσθεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξη της. Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεση του μέσα και, γενικότερα, όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οττοίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας(ΑΠ 780/2019). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 959/2004). Περαιτέρω, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.” … Τρίτη αρχή: ‘Όι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.” Τέταρτη αρχή: “Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς.” …Έβδομη αρχή: “Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς”. Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της Τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ’ αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η Τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η Τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ). Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των λ προτεινόμενων τίτλων. Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η Τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της Τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής. Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας Τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει το προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, ή αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ). Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα Τράπεζα σε αποζημίωση. ʼλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MiFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα “perpetual bonds”, δηλαδή “ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας”, άλλως, “διηνεκή” ή “αιώνια” ή “αόριστης διάρκειας”, ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων. Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απόληψης των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση (επιστροφή) του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ’ ελεύθερη βούληση του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία τους (ΑΠ 536/2019). Επ’ αυτών και επί όλων των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων εφαρμόζεται επί πλέον και η 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ, η οποία δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α’, 277), έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 2123/2009). Βάσει δε της Πράξης αυτής, η ενημέρωση των συναλλασσομένων, οποιασδήποτε προέλευσης και βαθμού εμπειρίας, πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επί συνθέτων ομολόγων πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς και η κατανόηση των πιθανών ειδικά ισχυόντων για αυτά κινδύνων και της αναμενόμενης απόδοσης τους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από αυτό, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους να μην μπορεί να κριθεί αν η ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1211/2018, ΑΠ 1738/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: “Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος), περί τα τέλη Μαρτίου 2005, θέλοντας να αξιοποιήσει με ασφαλή τρόπο χρηματικό κεφάλαιο που διέθετε ο πατέρας του, προκειμένου να εξασφαλίσει ένα σταθερό εισόδημα για τα επερχόμενα συντάξιμα χρόνια και χωρίς να διακινδυνεύσει το αρχικό κεφάλαιο, απευθύνθηκε στην αρχική εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία “Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ”, της οποίας καθολικός διάδοχος κατέστη η εκκαλούσα εταιρεία, με την επωνυμία “Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ” (ήδη αναιρεσείουσα). Εκεί, απευθύνθηκε στην υπάλληλο … με την οποία γνωρίζονταν ήδη από το έτος 1999 και η σχέση τους ήδη είχε εξελιχθεί σε ερωτική, καταλήγοντας μάλιστα σε γάμο τον Μάιο του 2008. Οι ανωτέρω αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε ʼρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις υπάλληλος εργαζόταν ως “dealer” στη Διεύθυνση Διαχείρισης Διαθεσίμων-Υποδιεύθυνση Πωλήσεων Τμήματος Δικτύου της εν λόγω Τράπεζας, η οποία (διεύθυνση), πέραν των άλλων, καθόριζε και τη λίστα των προϊόντων που προωθούσαν τα καταστήματα, ανάλογα με τα προϊόντα που ήταν διαθέσιμα στην αγορά και τα χαρακτηριστικά τους, ενώ η ίδια (εν λόγω υπάλληλος) είχε τη δυνατότητα, τηρώντας εντολές και κατευθυντήριες οδηγίες από τους ανωτέρους αυτής υπαλλήλους της Τράπεζας, να επιλέξει μεταξύ προϊόντων που ήταν καταχωρημένα σε σχετική λίστα της εν λόγω Τράπεζας, προς πρόταση σε πελάτες της τελευταίας που επιθυμούσαν μία βελτιωμένη απόδοση τόκων έναντι της προθεσμιακής κατάθεσης. Έτσι, υπέδειξε στον εφεσίβλητο, ως επωφελή και ασφαλή επένδυση, την αγορά τραπεζικών ομολόγων της Eurobank, που έληγαν το έτος 2010, με 100% εγγύηση του κεφαλαίου του και με σταθερό επιτόκιο τα πρώτα δύο χρόνια και κυμαινόμενο στη συνέχεια. Κατόπιν των ως άνω διαβεβαιώσεων της εν λόγω υπαλλήλου, ο εφεσίβλητος μετέβη στο υποκατάστημα της τελευταίας στην Καλλιθέα, στις 29.3.2005, προκειμένου να ανοίξει λογαριασμό και να καταθέσει κεφάλαιο για την αγορά των αρχικώς προταθέντων ομολόγων της τραπεζικής εταιρείας “Eurobank”, όπως θεωρούσε και στη συνέχεια, ήτοι στις 4.4.2005, προέβη στην αγορά των ως άνω ομολόγων ονομαστικής αξίας ύψους 70.000 ευρώ, έναντι συνολικού ποσού ύψους 69.590,07 ευρώ. Για τη συγκεκριμένη συναλλαγή, το μοναδικό έγγραφο που δόθηκε στον εφεσίβλητο υπήρξε το με αριθμό …14.4.2005 γραμμάτιο είσπραξης, όπου αναγράφονταν το επώνυμο του, ο αριθμός λογαριασμού, η αγορά τίτλων ομολόγων και το συνολικό ποσό επιβάρυνσης. Στη συνέχεια, η ίδια ως άνω υπάλληλος της Τράπεζας, πρότεινε στον εφεσίβλητο την αγορά ομολόγων της Τράπεζας με την επωνυμία “Alpha Bank”, με όμοια χαρακτηριστικά, δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης και εγγύηση απόδοσης του κεφαλαίου. Αποδεχόμενος τις ως άνω οδηγίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες, ο εφεσίβλητος απευθύνθηκε εκ νέου στο ίδιο ως άνω υποκατάστημα και προέβη, στις 27.4.2005, σε αγορά των ομολόγων της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία “Alpha Bank”, όπως πίστευε ονομαστικής αξίας ύψους 75.000 ευρώ, έναντι συνολικού ποσού ύψους 72.862,50 ευρώ. Έλαβε δε, ομοίως, ως αποδεικτικό της συγκεκριμένης συναλλαγής, το με αριθμό …/27.4.2005 γραμμάτιο είσπραξης της εναγομένης Τράπεζας. Πράγματι, στο χρονικό διάστημα που επακολούθησε, ο εφεσίβλητος έλαβε τα πρώτα τοκομερίδια από τις ανωτέρω επενδύσεις του κεφαλαίου του, δίχως οποιαδήποτε υπόνοια διακινδύνευσης αυτού. Για το λόγο αυτό, πειθόμενος από όμοιες διαβεβαιώσεις της ως άνω υπαλλήλου, ότι συμφέρουσα και ασφαλή επενδυτική επιλογή θα αποτελούσε η αγορά εκ μέρους του, ομολόγων της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “Aspis Bank”, λήξεως το έτος 2010, με κυμαινόμενο επιτόκιο, αλλά εγγυημένο στη λήξη τους κεφάλαιο, τα οποία, επίσης, θα ήταν εύκολα και άμεσα ρευστοποιήσιμα, προέβη στις 24.3.2006, στην αγορά των συγκεκριμένων ομολόγων, ονομαστικής αξίας 110.000 ευρώ, έναντι συνολικού ποσού ύψους 112.263, 71 ευρώ, λαμβάνοντας, ως σχετικό παραστατικό της εν λόγω συναλλαγής, το με αριθμό …/23.5.2006 γραμμάτιο είσπραξης της εναγόμενης εταιρείας. Κατά την κατάρτιση των ανωτέρω επίμαχων συμβάσεων για την αγορά των συγκεκριμένων τραπεζικών ομολόγων, η εναγομένη Τράπεζα, δια των υπαλλήλων της, δεν εγχείρισε οποιαδήποτε έγγραφη αναλυτική παρουσίαση στον εφεσίβλητο, ως προς τους επενδυτικούς κινδύνους που αυτά ενείχαν, μάλιστα δε τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την Τράπεζα έγγραφα, που έχουν διατυπωθεί στην αγγλική μόνο γλώσσα και αφορούν στα πρώτα ως άνω ομόλογα, όπου φερόταν ως ημερομηνία λήξης τους, η 18.3.2049 και στα τρίτα, ανωτέρω, τραπεζικά προϊόντα, όπου αναγραφόταν ως ημερομηνία λήξης αυτών, η 10.2.2015, δεν προκύπτει ότι εγχειρίσθηκαν στον εφεσίβλητο από τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας. Επίσης, μόλις τον Οκτώβριο 2008 και μάλιστα, κατόπιν αιτήματος του ίδιου του εφεσίβλητου, έλαβε αυτός από την Τράπεζα, την από 1.10.2008 έγγραφη ανάλυση φύλαξης αξιόγραφων (statement of Holdings), όπου αναγραφόταν ως ημερομηνία λήξης των πλέον πρόσφατα αγορασθέντων από τον ίδιο τραπεζικών ομολόγων, η 10.2.2015 και των λοιπών δυο κατηγοριών ομολόγων, η 18.2.2049 και η 18.3.2049. Την ανησυχία του, μάλιστα, ως προς την ημερομηνία αυτή λήξης των ομολόγων, στα οποία είχε επενδύσει το κεφάλαιο αυτού, γνωστοποίησε στην προαναφερομένη υπάλληλο της Τράπεζας και πλέον νόμιμη σύζυγο του, η οποία απευθυνόμενη στους ανωτέρους αυτής υπαλλήλους, έλαβε την καθησυχαστική απάντηση ότι ουσιώδες στοιχείο των ανωτέρω ομολόγων αποτελούσε η δυνατότητα ανάκλησης τους σε χρονικό διάστημα πενταετίας μετά την έκδοση τους, ήτοι το 2010. Στη συνέχεια, η εναγόμενη Τράπεζα πρότεινε στον εφεσίβλητο, ο οποίος επιθυμούσε να προβεί σε άμεση ρευστοποίηση του συνόλου των παραπάνω ομολόγων, να μεταφέρει το Νοέμβριο του 2010, το χαρτοφυλάκειό του στο συσταθέν από 1-6-2010 τμήμα “Private Banking” της ανωτέρω Τράπεζας, καθώς η τελευταία είχε προβεί στην αγορά της συγκεκριμένης δραστηριότητας από το υποκατάστημα της εταιρείας με την επωνυμία “SOCIETE GENERALE BANK TRUST” στην Ελλάδα. Με την έναρξη της συνεργασίας του με το συγκεκριμένο τμήμα της εναγομένης Τράπεζας, συμπληρώθηκε από την αρμόδια υπάλληλο αυτής … το από 11.11.2010 ερωτηματολόγιο, με στόχο την αποτύπωση του επενδυτικού προφίλ του εφεσίβλητου και κατ’ επέκταση, την επιλογή των προϊόντων που συμφωνούσαν με αυτό, όπως επίσης και την 4η αξιολόγηση των επενδυτικών κινήσεων που είχαν ήδη διενεργηθεί για λογαριασμό του. Εκεί το επενδυτικό προφίλ του εφεσίβλητου-πελάτη της Τράπεζας, χαρακτηρίζεται ως αναπτυξιακό και αυτός, δυνάμενος να κατανοήσει τις αγορές αξιών καθώς, άλλωστε, ο ίδιος ήταν πτυχιούχος Διοίκησης Επιχειρήσεων του Αμερικανικού Κολλεγίου Αθηνών και κάτοχος τίτλου μεταπτυχιακών σπουδών, αλλά και επαγγελματικού τίτλου, συγχρόνως δε ασκούσε υπηρεσίες οικονομικού ελέγχου και ότι έχει επενδύσει σε ομόλογα που αποτελούσαν “βασικά” και όχι “σύνθετα” τραπεζικά προϊόντα. Αναφορικά, ωστόσο, με τους επιδίκους ομολογιακούς τίτλους, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Α) Όσον αφορά στα ομόλογα με την ονομασία “EFG Hellas Funding Limited”, αυτά δεν είχαν εκδοθεί από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “EFG Eurobank Ergasias ΑΕ”, αλλά από την ανώνυμη εταιρεία ειδικού χρηματοδοτικού σκοπού με την επωνυμία “EFG Heilas Funding Limited”, με έδρα στο Τζέρσεϊ, για τα οποία είχε δοθεί εγγύηση μειωμένης εξασφάλισης από την εταιρεία με την επωνυμία “EFG Eurobank Ergasias ΑΕ”. Όπως, μάλιστα, προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον εφεσίβλητο Ενημερωτικό δελτίο (offering circular) με ημερομηνία 15.3.2005, οι συγκεκριμένοι ομολογιακοί τίτλοι είναι ατελεύτητες ομολογίες, δίχως καθορισμένη ημερομηνία λήξης, οι δε κάτοχοι τους δεν δικαιούνται να ζητήσουν την εξαγορά τους, καθώς δεν έχουν καθορισμένη τελική ημερομηνία λήξης. Β) Ως προς τα τραπεζικά ομόλογα με την ονομασία “ALPHA GROUP JERSEY LTD PERPETUAL” προέκυψε ότι και αυτά δεν είχαν εκδοθεί από την τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία “Alpha Bank ΑΕ”, αλλά από την εταιρεία ειδικού χρηματοδοτικού σκοπού με την επωνυμία “ALPHA GROUP JERSEY LTD “, που είχε έδρα, επίσης, στο Τζέρσεϊ, για τα οποία είχε δοθεί εγγύηση μειωμένης εξασφάλισης από την εταιρεία με την επωνυμία “Alpha Bank ΑΕ”. Σύμφωνα δε με το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον εφεσίβλητο ενημερωτικό δελτίο (offeting citcular) με ημερομηνία 16.2.2005, οι συγκεκριμένοι ομολογιακοί τίτλοι είναι ατελεύτητες ομολογίες, δίχως καθορισμένη ημερομηνία λήξης, οι δε κάτοχοι τους δεν δικαιούνται να ζητήσουν την εξαγορά τους, καθώς δεν έχουν καθορισμένη τελική ημερομηνία λήξης. Ενόψει των παραπάνω ουσιαστικών παραδοχών, καθίσταται σαφές ότι αμφότεροι οι προεκτεθέντες ομολογιακοί τίτλοι, ουδόλως αποτελούν βασικά και απλά, αλλά αντιθέτως σύνθετα, στη σύλληψη και λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, ικανά να παραπλανήσουν τον οιονδήποτε, ακόμη και τον πλέον έμπειρο και με γνώσεις επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία αυτών. Γ) Ως προς τα ομόλογα με την ονομασία “ASΡIS FINANCE PLC”, χρήζει μνείας ότι στις 8.2.2005, εκδόθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία “ASPIS FINANCE PLC” ομολογιακό δάνειο μειωμένης εξασφάλισης, ποσού ύψους 50 εκατομμυρίων ευρώ, με εγγυήτρια την Τράπεζα με την επωνυμία “Aspis Bank” (ήδη υπό εκκαθάριση) και αναδόχους έκδοσης τις τράπεζες με τις επωνυμίες “ABN AMRO” και “ALPHA BANK”, οι οποίες ανέλαβαν την πλήρη κάλυψη του ομολογιακού δανείου. Για το εν λόγω ομολογιακό δάνειο εκδόθηκε το από 8.2.2005 ενημερωτικό σημείωμα της εκδότριας εταιρείας με την επωνυμία “ASPIS FINANCE PLC”, στην αγγλική γλώσσα. Οι ομολογιακοί τίτλοι εισήχθησαν στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και έλαβαν raring κατά την έκδοση τους ΒΒ από τον οίκο Fitch. Η εκδότρια εταιρεία με την επωνυμία “ASPIS FINANCE PLC”, ιδρύθηκε από την Τράπεζα με την επωνυμία “Aspis Bank”, ως θυγατρική της, στις 16.11.2004. Επρόκειτο για μια εταιρεία με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο και καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο 12.500 λίρες. Αποκλειστικός σκοπός ίδρυσης της εκδότριας εταιρείας, όπως προκύπτει από δημοσιευμένα στοιχεία, ήταν να αντλήσει 50 εκατομμύρια ευρώ, μέσω έκδοσης ομολογιακού δανείου μειωμένης εξασφάλισης, το οποίο, στη συνέχεια, διέθεσε ως δάνειο στην εταιρεία με την επωνυμία “Aspis Bank”, προς ενίσχυση των δεικτών της κεφαλαιακής της επάρκειας. Επρόκειτο δηλαδή, για μία εταιρεία “ειδικού σκοπού”, που δεν είχε θυγατρικές, δεν απασχολούσε υπαλλήλους, δεν είχε οικονομική δραστηριότητα, δεν είχε περιουσιακά στοιχεία και η κεφαλαιοποίηση της αποτελούταν από το εκδοθέν κεφάλαιο των 50.000 λιρών. Μοναδικό κατ’ ουσία περιουσιακό της στοιχείο από την ίδρυση μέχρι την εκκαθάριση της, ήταν η προσδοκία επιστροφής του δανεισμού προς την εταιρεία με την επωνυμία “Aspis Bank”. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 2 του ενημερωτικού δελτίου έκδοσης, το ομολογιακό δάνειο της “ASPIS FINANCE PLC” ανήκε στην κατηγορία των subordinated και junior bonds (μειωμένης διασφάλισης). Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοχοι ομολογιών εκδόσεως της “ASPIS FINANCE PLC” θα ικανοποιούνταν με συγκεκριμένη προτεραιότητα, μόνον εφόσον ικανοποιούνταν πλήρως οι προηγούμενοι πιστωτές της, ήτοι μετά τους τυχόν πιστωτές με διασφάλιση και τους λοιπούς πιστωτές μειωμένης διασφάλισης που δεν κατατάσσονταν, όπως οι συγκεκριμένες ομολογίες. Συμφωνά με το Ενημερωτικό Δελτίο του 2006 της ASPIS BANK, η Τράπεζα, το Δεκέμβριο του 2005, είχε λάβει από το διεθνή οίκο αξιολόγησης Fitch, τις εξής διαβαθμίσεις: Μακροπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση -ΒΒ+, Βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική διαβάθμιση -Β, Χρηματοοικονομική θέση -C/D. Σύμφωνα με τους ορισμούς του ίδιου οίκου, με ημερομηνία δημοσίευσης τον 12/2014, η μακροπρόθεσμη αξιολόγηση της ως άνω Τράπεζας ως ΒΒ, υποδεικνύει ότι υπήρχε αυξημένος κίνδυνος να διακόψει πληρωμές, ιδιαίτερα ως αποτέλεσμα δυσμενών οικονομικών αλλαγών ή μεταβολών της αγοράς. Η βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση ως Β, υποδεικνύει κερδοσκοπικού χαρακτήρα πιστοληπτική ικανότητα και μέτριες προοπτικές για έγκαιρη αποπληρωμή χρηματοοικονομικών δεσμεύσεων και αυξημένη ευπάθεια σε περίπτωση δυσμενών αλλαγών στις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συνθήκες, εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Τέλος, η αξιολόγηση της χρηματοοικονομικής θέσης της Τράπεζας ως C/D υποδεικνύει ότι επρόκειτο για μια Τράπεζα με μία ή και περισσότερες προβληματικές πτυχές και αδυναμίες εσωτερικής ή και εξωτερικής προέλευσης. Η συγκεκριμένη αξιολόγηση υποδείκνυε επιπλέον ανησυχίες σε σχέση με την κερδοφορία της, τα στοιχεία ισολογισμού της, τη διοίκηση και το περιβάλλον λειτουργίας της ή τις προοπτικές της. Περαιτέρω, όσον αφορά στην παρεχόμενη εγγύηση από την ASPIS BANK, πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Το ομολογιακό δάνειο της “ASPIS FINANCE PLC” ανήκε στην κατηγορία των subordinated bonds. Παρά το γεγονός ότι στην αρχική σελίδα του ενημερωτικού σημειώματος για την έκδοση του εν λόγω ομολογιακού δανείου αναφέρεται ότι η έκδοση είναι με την αμετάκλητη εγγύηση της ASPIS BANK, διευκρινίζεται ότι η εγγύηση αυτή αναφέρεται στη μειωμένης διασφάλισης εγγύηση. Τούτο σημαίνει ότι οι κάτοχοι των ομολογιών έκδοσης της ASPIS FINANCE θα ικανοποιούνταν μόνον εφόσον ικανοποιούνταν πλήρως οι προηγούμενοι τη τάξει πιστωτές της εγγυήτριας ASPIS BANK, δηλαδή μετά τους πιστωτές της εγγυήτριας με διασφάλιση και μετά τους λοιπούς πιστωτές μειωμένης διασφάλισης που δεν κατατάσσονταν όπως οι συγκεκριμένες ομολογίες. Σε περίπτωση δηλαδή πτώχευσης, εκκαθάρισης κ.λπ., η Τράπεζα θα ικανοποιούσε πρώτα όλους τους λοιπούς πιστωτές της και έπειτα, τους πιστωτές της ASPIS FINANCE. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο της εκδότριας, επρόκειτο για ομολογιακό δάνειο μειωμένης διασφάλισης, που εκδόθηκε στις 10.2.2005, έληγε το 2015, με δικαίωμα ανάκλησης το 2010, και το επιτόκιο (Euribor συν περιθώριο 1,35% μέχρι και το Φεβρουάριο του 2010 και ύστερα, σε περίπτωση μη ανάκλησης, προσαυξημένο κατά 1,30%) πληρωνόταν ανά τρίμηνο. Οι εν λόγω ομολογίες, ακριβώς, λόγω της ρήτρας μειωμένης διασφάλισης, θεωρούνται “σύνθετα” επενδυτικά προϊόντα, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών. Κατά το χρόνο κυκλοφορίας του ενημερωτικού δελτίου, ήτοι τις 8.2.2005, είχε γίνει αίτηση για την εισαγωγή των τίτλων στο Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου και αναμενόταν η βαθμολόγηση των τίτλων με ΒΒ στην κλίμακα διαβάθμισης πιστοληπτικής ικανότητας από τον προαναφερθέντα διεθνή οίκο αξιολόγησης. Η τελευταία αγοραπωλησία επί των συγκεκριμένων ομολόγων στην οργανωμένη αγορά του Λουξεμβούργου πραγματοποιήθηκε στις 8.2.2007, ενώ στις 15.12.2012 ανεστάλη οριστικά η διαπραγμάτευση του. Το συγκεκριμένο προϊόν, κατά τη στιγμή της έκδοσης του, είχε χαμηλή πιστοληπτική διαβάθμιση ΒΒ και ως εκ τούτου ανήκε στην κατηγορία του κερδοσκοπικού.

Σύμφωνα με την κλίμακα που χρησιμοποιεί ο εν λόγω οίκος αξιολόγησης, η συγκεκριμένη αξιολόγηση υποδεικνύει αυξημένη ευπάθεια σε πιστωτικό κίνδυνο, ιδιαίτερα σε περίπτωση δυσμενών μεταβολών στην επιχείρηση ή στις οικονομικές συνθήκες με την πάροδο του χρόνου. Η πιστοληπτική διαβάθμιση των τίτλων με ΒΒ, τους κατατάσσει στην κατηγορία των ομολογιών υψηλού κινδύνου Gunk bonds). Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 3.11.2008, η πιστοληπτική διαβάθμιση των τίτλων ήταν Β-, στις 29.7.2009 CCC+, στις 3.1 1.2009 CCC και στις 23.5.2011 C. Περαιτέρω, με βάση τη με αριθμό 25/17.12.2011 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (Φ.Ε.Κ. τ. Β’ 2856/17.12.2011), η “Τ BANK ΑΤΕ” (πρώην ASPIS BANK, βλ. Φ.Ε.Κ. Τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε. 5635/22.6.2010) τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, ενώ με βάση τη με αριθμό 26/17.12.2011 (Φ.Ε.Κ. τ. Β’ 2856/17.12.2011) απόφαση της ίδιας Επιτροπής, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της μεταβιβάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία «ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ», το οποίο κατέστη ειδικός διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “Τ BANK ΑΤΕ”. Στα μεταβιβαζόμενα στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο περιουσιακά στοιχεία δεν περιλαμβάνονταν οι υποχρεώσεις μειωμένης διασφάλισης, αφού οι δανειστές μειωμένης διασφάλισης ικανοποιούνται από το προϊόν της εκκαθάρισης μετά την ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Σύμφωνα με την από 11.10.2012 έγγραφη δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας, οι πιστωτές μειωμένης διασφάλισης έπονται στη σειρά ικανοποίησης από όλους τους πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης για τους σκοπούς της εκκαθάρισης. Στην ανωτέρω έγγραφη δήλωση γίνεται ρητή αναφορά ότι αναμένεται ότι οι πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης θα ικανοποιηθούν πλήρως σε αντίθεση με τους μειωμένης διασφάλισης. Η ίδια η εκδότρια Τράπεζα δια των εκκαθαριστών της δηλώνει ότι λόγω της θέσης σε εκκαθάριση τόσο αυτής όσο και της εγγυήτριας του τίτλου η ικανοποίηση των κατόχων των ομολόγων έχει καταστεί περιορισμένη, αν όχι αδύνατη. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδεικνύεται ότι και οι τρεις ως άνω επενδυτικές επιλογές του εφεσίβλητου καθίσταντο πολύπλοκες, εμπεριέχοντας, συγχρόνως, υψηλό οικονομικό κίνδυνο. Ακολούθως, ενώ ο τελευταίος είχε εκδηλώσει προς την εκκαλούσα εναγομένη την ανησυχία του για την αδυναμία ρευστοποίησης των ανωτέρω ομολογιακών τίτλων που είχε στο χαρτοφυλάκιο του, έλαβε μόλις, στις 13.2.2012, ηλεκτρονικό μήνυμα από τον …, υπάλληλο της συγκεκριμένης Τράπεζας, που περιείχε πρόταση για την ανταλλαγή των ομολογιών με την ονομασία “… Limited” έναντι μετρητών (εξαγορά) στο 40% της ονομαστικής αξίας αυτών, πλέον των δεδουλευμένων τόκων. Ενόψει της εξαιρετικά σύντομης προθεσμίας που είχε ταχθεί με το ως άνω ηλεκτρονικό μήνυμα (ήτοι μέχρι τις 15.2.2012), ο εφεσίβλητος αποδέχθηκε την πρόταση αυτή στις 14.2.2012, με αποτέλεσμα να εξαγορασθούν οι ως άνω ομολογίες, ονομαστικής αξίας 70.000 ευρώ, έναντι ποσού ύψους 30.077,08 ευρώ, το οποίο, στις 29.2.2012, πιστώθηκε στο με αριθμό … λογαριασμό, που ανοίχθηκε στην Τράπεζα για το σκοπό αυτό. Όμοια δε εντολή προς ανταλλαγή του συνόλου των ομολογιών του με την ονομασία “. LIMITED” έδωσε ο εφεσίβλητος προς την εκκαλούσα-εναγομένη εταιρεία, στις 25.4.2012, με τιμή εξαγοράς, κατόπιν σχετικής πρότασης της Τράπεζας 400 ευρώ για κάθε 1.000 ευρώ ονομαστικής αξίας των εν λόγω ομολόγων, δίχως να πληρωθούν οι δεδουλευμένοι τόκοι με αποτέλεσμα να πιστωθεί το ποσό των 30.000 ευρώ στον ίδιο ως άνω λογαριασμό του. Περαιτέρω, χρήζει αναφοράς ότι με την από 22.2.2012 έγγραφη επιστολή της, η εκκαλούσα εναγομένη τραπεζική εταιρεία, πληροφόρησε τον εφεσίβλητο-ενάγοντα ότι η εγγυήτρια των ομολόγων αυτών Τράπεζα έχει τεθεί σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, στο πλαίσιο των διαδικασιών της οποίας κάθε ομολογιούχος δανειστής θα πρέπει να προβάλει τις σχετικές απαιτήσεις του. Επιπλέον, επισύναπτε ενημερωτικό σημείωμα, στην αγγλική μόνο γλώσσα, που είχε λάβει από τον εκκαθαριστικό οίκο Euroclear, το οποίο απευθυνόταν προς όλους τους ομολογιούχους δανειστές, ως προς τις απαραίτητες ενέργειες για την άσκηση των δικαιωμάτων τους, ενώ σημείωνε, ότι για οποιεσδήποτε πληροφορίες, μπορούσαν οι ομολογιούχοι δανειστές να απευθύνονται στον ειδικό εκκαθαριστή της Τ-ΒΑΝΚ Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία, κ. … ή στη νομική σύμβουλο αυτού, κ. …, που είχαν ορισθεί αρμόδιοι για τη σχετική τους ενημέρωση. Τέλος, επεσήμαινε η εκκαλούσα – εναγομένη ότι σε περίπτωση τυχόν αμφιβολίας για τις ενέργειες ή τη διαδικασία, στις οποίες θα έπρεπε αυτοί να προχωρήσουν, ήταν απαραίτητη η συνδρομή του νομικού ή οικονομικού τους συμβούλου. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα από 11.10.2012 έγγραφη δήλωση των συνεκκαθαριστών της εκδότριας εταιρείας, οι πιστωτές μειωμένης διασφάλισης έπονται στη σειρά ικανοποίησης από όλους τους πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης για τους σκοπούς της εκκαθάρισης, ενώ αναμενόταν ότι οι πιστωτές μη μειωμένης διασφάλισης θα ικανοποιηθούν πλήρως, σε αντίθεση με τους μειωμένης διασφάλισης προκύπτει αφενός το απίθανο της εξόφλησης των μειωμένης διασφάλισης, πιστωτών και αφετέρου η σχέση αναντιστοιχίας μεταξύ του ποσού του κεφαλαίου, που είχε επενδυθεί στα ομόλογα με την ονομασία “ASPIS FINANCE PLC” εκ μέρους του εφεσίβλητου-ενάγοντος και της αξίας όσων αντιστοίχων τίτλων περιλαμβάνονται στην περιουσία του, η οποία είναι μηδενική.

Λόγω δε της μηδενικής αυτής αποτίμησης του συγκεκριμένου τμήματος περιουσίας αυτών, το οποίο διαμορφώθηκε μέσω της υποβολής τους σε δαπάνη ύψους, που αναφέρεται παραπάνω, ο εφεσίβλητος-ενάγων έχει υποστεί ισόποση ζημία, που έχει ήδη συντελεσθεί και είναι παρούσα, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού της εκκαλούσας-εναγομένης ότι επίκειται η απόληψη χρημάτων του εφεσίβλητου-ενάγοντος, στο πλαίσιο αναγγελίας των απαιτήσεων του κατά τη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης. Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι στις 24-2-2012, ο εφεσίβλητος-ενάγων απέστειλε ηλεκτρονικά, επιστολή διαμαρτυρίας προς το Τμήμα Διαχείρισης Παραπόνων Πελατών της εκκαλούσας-εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, με την οποία αφενός διαμαρτυρόταν για το χαρακτηρισμό του επενδυτικού του προφίλ, ως αναπτυξιακού, και αφετέρου εκδήλωνε την απογοήτευση του για την εμπιστοσύνη που είχε επιδείξει στις ψευδείς διαβεβαιώσεις της εκκαλούσας – εναγομένης, ως προς την ασφάλεια που ενείχε η επένδυση των χρημάτων του στους ανωτέρω εκτιθέμενους ομολογιακούς τίτλους. Εξάλλου, ο ως άνω χαρακτηρισμός του επενδυτικού του προφίλ από την εκκαλούσα-εναγομένη εταιρεία – ο οποίος, σημειωτέον, έλαβε χώρα, αφότου παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της τετραετίας από την αγορά των επιδίκων τραπεζικών ομολόγων- δεν καθίσταται, ασφαλές κριτήριο για τη διαπίστωση, στην προκειμένη περίπτωση, τόσο της γνώσης εκ μέρους του εφεσίβλητου-ενάγοντος των κινδύνων που εμπεριείχαν τα τραπεζικά προϊόντα, στα οποία είχε επενδύσει, όσο και της πρόθεσης του να τοποθετήσει το κεφάλαιο αυτού σε επενδύσεις με υψηλό κίνδυνο. Και τούτο διότι, από την επισκόπηση του συμπληρωμένου από την εκκαλούσα εναγομένη Τράπεζα σχετικού ερωτηματολογίου προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος- ενάγων θεωρούσε ότι η επένδυση του κεφαλαίου του αφορούσε σε βασικά και όχι σε σύνθετα προϊόντα, δίχως, ωστόσο, η πεποίθηση του αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς, από τα ανωτέρω εκτιθέμενα συνάγεται ότι οι επίμαχοι ομολογιακοί τίτλοι συνιστούσαν σύνθετα τραπεζικά προϊόντα και ότι ο ίδιος, αποσκοπούσε σε χρονικό ορίζοντα επένδυσης από 2 έως 5 έτη και συνεπώς, δεν επιθυμούσε τη δέσμευση των επενδύσεων του για εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα- εναγομένη, μέσω των εξειδικευμένων υπαλλήλων που απασχολούσε στην επιχείρηση της, ήταν σε θέση η ίδια να διαμορφώσει το περιεχόμενο όσων επιλογών εμφανιζόταν να επιχειρούνται από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, δίχως να παρέχει σε αυτόν, κατά τρόπο κατανοητό για τον ίδιο, όσες πληροφορίες θα του ήταν απαραίτητες, ώστε να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί ή θα απορρίψει την προτεινόμενη σε αυτόν επένδυση του κεφαλαίου του. Εξάλλου, όσο έμπειρος και αν θεωρηθεί ο εφεσίβλητος-ενάγων, καθίσταται σαφές ότι η εκκαλούσα-εναγόμενη διαθέτει πολύ πιο εξειδικευμένες γνώσεις, σχετικά με τα προαναφερόμενα σύνθετα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και τις αντίστοιχες συναλλαγές, με αποτέλεσμα οι συμβουλές της τελευταίας να είναι άκρως απαραίτητες για τη διαμόρφωση της επενδυτικής συμπεριφοράς του εφεσίβλητου-ενάγοντος, ο οποίος, με τη σειρά του, βασίζεται στην παροχή υπεύθυνης πληροφόρησης εκ μέρους της εκκαλούσας-εναγομένης, η οποία, άλλωστε, ανάγεται στην επαγγελματική ενασχόληση αυτής. Ενόψει των παραπάνω ουσιαστικών παραδοχών, καταδείχθηκε ότι ουδόλως γνώριζε ο εφεσίβλητος-ενάγων την ιδιότητα των συγκεκριμένων ομολόγων, καθώς επίσης και τη βαθμίδα του επενδυτικού κινδύνου αυτών. Σε κάθε περίπτωση, εάν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εκκαλούσας-εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, είχαν παραδώσει σε αυτόν εγγράφως τα προαναφερόμενα ενημερωτικά δελτία των εκδοτριών εταιρειών, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, επιχειρώντας, συγχρόνως, να του αναπτύξουν προφορικά τις έννοιες αυτού, όπως επίσης να του διευκρινίσουν το περιεχόμενο της συναλλακτικής σχέσης που περιγράφεται στο έγγραφο αυτό, καθίσταται βέβαιο ότι θα είχε αρνηθεί (ο εφεσίβλητος-ενάγων) να επιχειρήσει τις προτεινόμενες σε αυτόν τοποθετήσεις του κεφαλαίου του. Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα-εναγομένη παρέλειψε, όπως είχε υποχρέωση, να ενημερώσει τον εφεσίβλητο σχετικά με τα παραπάνω διαλαμβανόμενα χαρακτηριστικά των επενδύσεων, που υπέδειξε σε αυτούς να επιχειρήσουν, με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος εφεσίβλητος-ενάγων να μην έχει κατανοήσει, τουλάχιστον, τον κίνδυνο να υποστεί απώλεια του κεφαλαίου του, ο οποίος, όπως καταδείχθηκε, συνδεόταν βάσιμα με τις ως άνω επενδυτικές επιλογές εκ μέρους τους. Από τη συμπεριφορά αυτή της εκκαλούσας-εναγομένης, που συνίσταται στην αθέτηση του καθήκοντος διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του εφεσίβλητου-ενάγοντος- πελάτη αυτής εκ μέρους της, αναφορικά με την ασφάλεια του επενδυθέντος κεφαλαίου τους, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ σε συνδυασμό με το ν.2396/1996, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης των επιμέρους συμβάσεων από τον εφεσίβλητο- ενάγοντα, προκύπτει υπαίτια πλημμελής εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτής, που απορρέουν από τις συναφθείσες ως άνω συμβάσεις. Επιπλέον, η συμπεριφορά των αρμοδίων υπαλλήλων της εκκαλούσας-εναγομένης αποτελεί συγχρόνως, παράβαση του τότε ισχύοντος Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, δυνάμει των διατάξεων του οποίου, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας Τράπεζας, αν δεν επιμελείται της συμπλήρωσης σχετικού ερωτηματολογίου, πριν από την παροχή της επενδυτικής συμβουλής, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβουλών της τεχνικής ανάλυσης της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινόμενων για επένδυση τίτλων. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται κι από το γεγονός ότι σύμφωνα με το Κεφ. Β’ αριθ.4 περ.γ’ της Πράξης Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας αριθ.2501/2002 (ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 ΦΕΚ Α’ 277) “Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν επίσης να παρέχουν ενημέρωση για τη νομική θέση και τα δικαιώματα των συναλλασσόμενων, ιδίως στην περίπτωση κατοχής εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων τίτλων (π.χ. συμφωνίες πώλησης με επαναγορά) και λοιπών αξιών των συναλλασσομένων, είτε αυτή προκύπτει από καταθέσεις, είτε από επενδυτικά ή σύνθετα προϊόντα”, ενώ, σύμφωνα με το Κεφ. Γ της ίδιας Πράξης αριθμ. 1 στοιχ. Γ’ και Δ’, “Οφείλουν να γνωστοποιούν στους συναλλασσομένους πριν από τη σύναψη της σύμβασης, όλους τους όρους που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση και να τους παρέχουν πλήρες αντίγραφο μετά τη σύναψη της. Χορηγούν στους πελάτες τους παραστατικά συναλλαγών, καθώς και ανάλυση των καταβολών που πραγματοποιούν οι συναλλασσόμενοι σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους από τόκους, προμήθειες, εφάπαξ έξοδα και φόρους – τέλη. Η ανάλυση αυτή παρέχεται το αργότερο με την επόμενη της συναλλαγής περιοδική ενημέρωση”. Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος – ενάγων, ο οποίος ενεργούσε ως ιδιώτης και όχι ως επαγγελματίας και διέθετε ως αποδέκτης του αγαθού, ερασιτεχνική ιδιότητα ως προς τις συγκεκριμένες συναλλαγές, οι οποίες καθίστανται ιδιαίτερα δυσχερείς στη σύλληψη και λειτουργία τους, υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή και πρέπει να τύχει προστασίας του ν.2251/1994, καθώς δεν υπερβαίνει το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δεδομένου ότι ούτε το ποσό, το οποίο επένδυσε, ήταν τόσο υψηλό, ούτε αποδεικνύεται συστηματική ενασχόληση με έτερα προϊόντα και συναλλαγές-υψηλής οικονομικής αξίας, ούτε άλλωστε, διέθετε υπερβαίνουσα το μέσο όρο του καταναλωτή, με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, γνώση και εμπειρία από τέτοιου είδους συναλλαγές. Επομένως, η παραπάνω συμπεριφορά της εκκαλούσας- εναγομένης συνιστά και παράβαση του ανωτέρω Νόμου περί απαγόρευσης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και συγκεκριμένα, της υποχρέωσης παροχής της αναγκαίας και κατάλληλης πληροφόρησης, ώστε ο επενδυτής να λαμβάνει τεκμηριωμένα την απόφαση του για την πραγματοποίηση ή όχι κάποιας συναλλαγής. Η κρίση αυτή περί πλημμελούς εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εκκαλούσα εναγόμενη, μολονότι είχε σχετική υποχρέωση προς τούτο, παρέλειψε να προσκομίσει στον εφεσίβλητο-ενάγοντα τα προαναφερόμενα Offering Circulars (ενημερωτικά σημειώματα εκδότη), προκειμένου να ενημερωθεί πλήρως και εμπεριστατωμένα για το επενδυτικό αυτό προϊόν, επεξηγούμενο απαραιτήτως από τους έμπειρους υπαλλήλους αυτής. Η αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά της εκκαλούσας-εναγομένης αποτελεί συγχρόνως και αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των κανόνων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, των διατάξεων του ν.2251/1994, αλλά και του τότε ισχύοντος Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ). Και τούτο, διότι ο εφεσίβλητος – ενάγων απευθύνθηκε στην προαναφερομένη υπάλληλο της εκκαλούσας – εναγομένης, που συνδεόταν μαζί της με σχέση εξαρτημένης εργασίας και πρότεινε σε αυτόν την αγορά των ενδίκων ομολόγων, ενώ στη συνέχεια διενήργησε, για λογαριασμό του, τις επίμαχες αγοραπωλησίες του. Η εν λόγω υπάλληλος, κατά την εκτέλεση της ανατεθειμένης στην ίδια από την εκκαλούσα-εναγομένη υπηρεσίας της παροχής τραπεζικών/επενδυτικών υπηρεσιών, ακολουθώντας τις οδηγίες κι εντολές του εκάστοτε προϊσταμένου αυτής, ενήργησε με αμέλεια, ήτοι χωρίς να καταβάλει την επιμέλεια που απαιτείται σε τέτοιου είδους συναλλαγές εκ μέρους του μέσου συνετού υπαλλήλου τραπεζικού ιδρύματος, επιφορτισμένου μεταξύ άλλων και με την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι- καίτοι ο εφεσίβλητος- ενάγων της είχε επισημάνει την πρόθεση του να επενδύσει με ασφάλεια το κεφάλαιο αυτού, διατηρώντας, παράλληλα, τη δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης του πρότεινε την αγορά των συγκεκριμένων ομολόγων, τα οποία ήταν μειωμένης εξασφάλισης, μη ανταποκρινόμενα στην πραγματική βούληση αυτού, γεγονότα που όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει η εν λόγω υπάλληλος, αν είχε προμηθευτεί και διαβάσει, ως ήταν α, υποχρεωμένη, τα ανωτέρω ενημερωτικά σημειώματα εκδότη και ακολούθως, τα είχε επεξηγήσει και παραδώσει στον εφεσίβλητο-ενάγοντα. Μετά ταύτα, η προστήσασα εκκαλούσα-εναγομένη ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση του εφεσίβλητου-ενάγοντος, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία τελεσθείσα από τους προστηθέντες υπαλλήλους της και ευρισκόμενη σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υποθέσεως της εν λόγω εναγομένης … Επιπλέον, η συγκεκριμένη υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά της εκκαλούσας-εναγομένης συνδέεται αιτιωδώς προς την επελθούσα ζημία της περιουσίας του εφεσίβλητου- ενάγοντος, αφού, όπως αποδεικνύεται, αυτή προκλήθηκε, διότι η επένδυση επιχειρήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί η παροχή προς τον τελευταίο της ενημέρωσης που ήταν αναγκαία, ώστε να κατανοήσει τη μορφή και το περιεχόμενο και να αποφασίσει ο ίδιος αν θα επιλέξει την προτεινόμενη προς αυτόν τοποθέτηση του κεφαλαίου του, αναλαμβάνοντας, μέσω της επιλογής του, όσους κινδύνους συνδέονται με την τελευταία. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι σχετικές ενστάσεις της εκκαλούσας-εναγομένης περί συνυπαιτιότητας του εφεσίβλητου-ενάγοντος, καθώς και περί ανυπαρξίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ενεργειών των υπαλλήλων της και της ζημίας του εφεσίβλητου ενάγοντος.

Επιπρόσθετα, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός της εκκαλουσας- εναγομένης τραπεζικής εταιρείας ότι η ανυπαρξία οιασδήποτε συμβατικής σχέσης μεταξύ της ιδίας και του εφεσίβλητου-ενάγοντος ως προς την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προκύπτει από την έλλειψη συμφωνηθείσας αμοιβής προς τούτο, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην προκειμένη περίπτωση και δεν συνεπάγεται ανυπαρξία συνεργασίας μεταξύ τους, δεδομένου ότι ακόμη και η προσδοκία προσέλκυσης πελατών ή η ενίσχυση των δεσμών συνεργασίας με τους ήδη υπάρχοντες αποτελούν είδος οικονομικού οφέλους … Κατ” ακολουθία των ανωτέρω, η ζημία που υπέστη ο ενάγων, συνίσταται στο συνολικό ποσό των 194.638,49 ευρώ, το οποίο αναλύεται στο ποσό των 39.512,99 ευρώ (που συνιστά τη διαφορά μεταξύ της δαπάνης κτήσης των ομολόγων με την ονομασία “EFG HELLAS FUNDING LTD”, ποσού ύψους 69.590,07 ευρώ και του ποσού που εισέπραξε, κατόπιν εξαγοράς των συγκεκριμένων ομολογιακών τίτλων, ποσού ύψους 30.077,08 ευρώ) + στο ποσό των 42.862,50 ευρώ (που αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της δαπάνης κτήσης των ομολόγων με την ονομασία “ALPHA GROUP IERSEY LTD”, ποσού ύψους 72.862,50 ευρώ και του ποσού που εισέπραξε, κατόπιν εξαγοράς των συγκεκριμένων ομολογιακών τίτλων, ποσού ύψους 30.000 ευρώ) + στο ποσό των 112.263 ευρώ (που αποτελεί τη δαπάνη κτήσης των ομολόγων με την ονομασία “ASPIS FINANCE PLC”. Επιπλέον, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο επενδυτής εφεσίβλητος-ενάγων υπέστη ψυχική ταλαιπωρία από τη μείωση αυτή του κεφαλαίου του, συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των υπαλλήλων της εκκαλούσας – εναγομένης και κατ’ επέκταση ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρο 932 ΑΚ.

Ενόψει δε του είδους και της έκτασης της ζημίας που υπέστη, του βαθμού πταίσματος της εκκαλούσας-εναγομένης, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της τελευταίας στην πρόκληση της ζημίας, σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών, κρίνεται ότι είναι εύλογο το ποσό των 5.000 ευρώ για τον εκκαλούντα-ενάγοντα. Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους προσβάλλονται οι διατάξεις της εκκαλούμενης για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος απευθύνθηκε σε υπάλληλο της εναγομένης Τράπεζας προκειμένου να του παρέχει επενδυτικές συμβουλές ως προς την ασφαλέστερη και επωφελέστερη τοποθέτηση των χρημάτων του, η οποία υπάλληλος και προστηθείσα από την εναγομένη Τράπεζα τον συμβούλευσε να επενδύσει τα χρήματα του στους ανωτέρω λεπτομερώς αναφερόμενους ομολογιακούς τίτλους, που ουδόλως αποτελούν βασικά και απλά αλλά, αντίθετα, σύνθετα στη σύλληψη και λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, επενδυτική συμβουλή που ο εφεσίβλητος ακολούθησε, χωρίς να έχει ουδεμία ενημέρωση και δεν πρόκειται απλά για εντολή που ο εφεσίβλητος έδωσε προς την εναγόμενη Τράπεζα για την κατάρτιση των συμβάσεων αγοράς των ομολογιακών τίτλων, όπως εσφαλμένα διατείνεται η τελευταία, χωρίς, περαιτέρω, να χρειάζεται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε, μετ’ απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας, την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρεώσει την εναγομένη-αναιρεσείςιασα να καταβάλει στον ενάγοντα – αναιρεσίβλητο το ποσό των 199.638,49 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ’ αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, καθώς και εκείνες των άρθρων 914, 922, 281, 288, 297 και 298 ΑΚ, κατά παράβαση των οποίων, η υπάλληλος της αναιρεσείουσας Τράπεζας, Ειρήνη Παπαδοπούλου, απασχολούμενη ως διαπραγματεύτρια (“dealer”) της Διεύθυνσης Διαχείρισης Διαθεσίμων – Υποδιεύθυνσης Πωλήσεων Τμήματος Δικτύου για την προώθηση και πώληση επενδυτικών προϊόντων προς πελάτες της τελευταίας, υπό τις εντολές και οδηγίες της αναιρεσείουσας, τελούσα σε σχέση προστήσεως, λειτουργώντας στο πλαίσιο των καθηκόντων της, δεν προσέφερε στον αναιρεσιβλητο επαρκή, σαφή και ειδική, για το είδος των συνθέτων ομολόγων (perpetual bonds) πληροφόρηση, αναγκαία για τα προταθέντα σ’ αυτόν ανωτέρω επενδυτικά προϊόντα, όπως επιβάλλεται-ειδικά γι’ αυτά-από την υπ’ αριθ. 2501/2002 Πράξη του Διοικητή ΤτΕ, με αποτέλεσμα αυτός να μην είναι σε θέση να κατανοήσει ούτε τη φύση τους ούτε τους πιθανούς κινδύνους τους, αλλά, αντιθέτως, του παρέσχε ανεπαρκή και παραπλανητική πληροφόρηση, σχετικά με τα χαρακτηριστικά των προϊόντων και τον επενδυτικό κίνδυνο που αναλάμβανε. Η παράβαση των εκ του ανωτέρω κώδικα υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας στοιχειοθετεί την αμελή συμπεριφορά της προστηθείσης υπαλλήλου της, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά), κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, προτείνοντας σε αυτόν την αγορά των επιδίκων ομολόγων και, στη συνέχεια, διενεργώντας για λογαριασμό του τις επίμαχες αγοραπωλησίες, προσδιορίζεται δε με διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου. Εξάλλου, έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων ιδρύσεως ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, λόγω αδικοπραξίας διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αιτιώδους συνάφειας, μεταξύ υπαίτιας και παράνομης έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων ιδρύσεως ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου, λόγω αδικοπραξίας, συμπεριφοράς της προστηθείσης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας από αυτήν ζημίας του αναιρεσιβλήτου και του προσδιορισμού τους ύψους της. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα και δη προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η συγκεκριμένη (και αναλυτικώς πιο πάνω αναφερομένη) αμελής συμπεριφορά της προστηθείσης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, κατά παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, η οποία συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σχετική νομική σκέψη, παρανομία και η οποία (αμελής συμπεριφορά) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν πράγματι πρόσφορη να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο και (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης) προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται δε με σαφήνεια και το ύψος της θετικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου, η οποία συνίσταται, όπως από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, στην αδυναμία του να εισπράξει, για τους προεκτεθέντες λόγους που αφορούν τη φύση των επιδίκων επενδυτικών προϊόντων, το επενδεδυμένο κεφάλαιο του, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά και την εξαγορά από την αναιρεσείουσα μέρους των ενδίκων προϊόντων. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Ειδικότερα σε ότι αφορά τη συνδέουσα, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, την παραπάνω υπάλληλο ως προστηθείσα και την αναιρεσείουσα Τράπεζα ως προστήσασα, σχέση πρόστησης, με σαφήνεια και πληρότητα το Εφετείο καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το ζήτημα αυτό, με τις παραδοχές ότι: α) η τέλεση της άδικης και υπαίτιας από αμέλεια πράξης της υπαλλήλου της αναιρεσείουσας κατέστη δυνατή ακριβώς λόγω της ως άνω ιδιότητας αυτής ως “dealer” στα πλαίσια της παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών που είχαν ανατεθεί σ’ αυτήν και αποσκοπούσε στη διεκπεραίωση υποθέσεων της Τράπεζας και δη στην προώθηση επενδυτικών προϊόντων προς εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων της, β) η τελεσθείσα αδικοπραξία τελούσε σε εσωτερική συνάφεια με τα υπαλληλικά καθήκοντα, που της είχαν ανατεθεί, με την έννοια ότι δεν αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου (ΑΠ 1202/2008). Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι (ΑΠ 367/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το I Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το προσκομισθέν με επίκληση υπ’ αριθ.2602/5-7-2001 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της τέως Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, με το οποίο επικυρώθηκε ο κανονισμός λειτουργίας της Διεύθυνσης Διαχείρισης Διαθεσίμων της Τράπεζας και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς που αυτή προέβαλε και συγκεκριμένα ότι η υπάλληλος Ειρήνη Παπαδοπούλου δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και ότι ως “dealer” δεν μπορούσε να επικοινωνεί απευθείας με τους πελάτες μόνες δε αρμόδιες μονάδες για επαφή με αυτούς ήταν τα καταστήματα της Τράπεζας. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ρητά μνημονεύει ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα. Μεταξύ δε των εγγράφων αυτών είναι και το υπ’ αριθ. ./5-7-2001 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της τέως Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος. Από τη μη ειδική μνεία του ως άνω εγγράφου και τη μη αντίκρουση του περιεχομένου αυτού, στοιχεία στα οποία η αναιρεσείουσ στηρίζει τον ισχυρισμό της, ότι δεν λήφθηκε υπόψη αυτό από το δικαστήριο, δεν δημιουργείται αμφιβολία περί της λήψεως υπόψη και του εν λόγω εγγράφου, πλην όμως, κατέληξε σε αντίθετο με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας αποδεικτικό πόρισμα, συνεκτιμώντας αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο ʼρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 13/2004, ΑΠ 1486/2014, ΑΠ 1590/2008, ΑΠ 203/2008, ΑΠ 143/2008). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι στα πλαίσια ενεργηθείσας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση του επιδικασθέντος στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα με την προσβαλλομένη απόφαση ποσού κατέβαλε σ’ αυτόν συνολικά 100.950 ευρώ και ειδικότερα 1) ποσό 100.000 ευρώ για επιδικασθέν κεφάλαιο και 2) ποσό 950 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάσθηκαν υπέρ του προαναφερόμενου αναιρεσιβλήτου, σύνταξη επιταγής, εκδόσεως απογράφου κ.λπ., ζητεί, με το από 11-11-2020 σημείωμα-προτάσεις της, που κατατέθηκαν, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως σ’ αυτό στις 12-11-2020, ήτοι μετά την ημέρα της δικασίμου της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, και όπως υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος στην καταβολή σ’ αυτήν του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού. Η αίτηση αυτή πρέπει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω του ότι υποβλήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, με το κατατεθέν μετά την ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου σημείωμα-προτάσεις της αναιρεσείουσας και όχι ως την παραμονή τουλάχιστον της συζήτησης και, σε κάθε περίπτωση, ως άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναιρέσεως.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολ), ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσειο-κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Σεπτεμβρίου 2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ” για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4281/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερα κατάσταση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο του, στις 5 Απριλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

oenet.gr
areiospagos.gr