Αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Οι αντιρρήσεις του ανακόπτοντος που αναφέρονται στην απαίτηση είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, το οποίο εκτείνεται και στις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η εκτελούμενη απόφαση, εκτός από εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Το δεδικασμένο δεν εκτείνεται στις μη προταθείσες ενστάσεις που δεν μπορούσαν να προταθούν, γιατί τα πραγματικά περιστατικά τα οποία τις θεμελιώνουν προέκυψαν το πρώτον μεταγενέστερα και επομένως δεν ισχύει γι’ αυτές το εκ του άρθρου 933 παρ. 3 ΚΠολΔ απαράδεκτο, όπως, επίσης και όταν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή. Οι εκκρεμείς απαλλοτριώσεις κατά την έναρξη εφαρμογής του ν. 4070/2012 δεν καταλαμβάνονται από την εισαχθείσα με αυτό ρύθμιση του άρθρου 131, αναφορικά με το δικαίωμα του καθ’ ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης, ως προς το οποίο, συνακόλουθα, ισχύει αμετάβλητο το προηγούμενο αυτής νομικό καθεστώς του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2882/2001 και έτσι με την αυτοδίκαιη άρση ή ανάκληση της απαλλοτρίωσης το εν λόγω δικαίωμα του καθ’ ου δεν παύει να υφίσταται, αφού μόνον αυτός μπορεί να την επικαλεσθεί και όχι ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή ο υπόχρεος προς καταβολή της αποζημιώσεως. Η προβλεπόμενη στον νόμο απαίτηση προσκομίσεως ισόποσης εγγυητικής επιστολής τράπεζας σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως κατά του Δημοσίου ισχύει μόνον όσον αφορά το Δημόσιο και όχι για τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ.

Αριθμός 868/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία “ΔΗΜΟΣ ΣΗΤΕΙΑΣ”, που εδρεύει στην Σητεία Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λαντζανάκη που ανακάλεσε την από 3/2/2018 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α) Μ. χήρας Γ. Κ., β) Χ. Κ., γ) Δ. Κ., κατοίκων …, ως κληρονόμων του Γ. Κ., 2) Γ. Κ. του Ε., 3) Χ. χήρας Ε. Κ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μουστάκα και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Γ. Π. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Μ. Κ. του Μ., 6) Ζ. Κ. του Μ., κατοίκων …, 7) Φ. – Μ. Ν. του Ν., κατοίκου …, 8) Κ. Ν. του Ν., κατοίκου …, 9) Κ. Ν. του Ε., 10) Φ. Ν. του Ε., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μουστάκα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 456/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/5/2017 αίτησή του και τους από 17/11/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Aπό την υπ’ αριθμ. 2938ε/21-12-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ανατ. Κρήτης Γ. Ν., που προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως Δήμος, προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφό της, με τη σχετική πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του ιδίου, στον τέταρτο αναιρεσίβλητο Γ. Π. (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 933 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 330. Κατά το τελευταίο τούτο άρθρο 330 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, από δε τις τελευταίες εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 933 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι, στην περίπτωση που επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο τελεσίδικη δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις του ανακόπτοντος που αναφέρονται στην απαίτηση, προς ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση, όπως είναι και αυτές που αναφέρονται στην απόσβεσή της, είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΚΠολΔ, το οποίο εκτείνεται και στις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν στην δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η εκτελούμενη απόφαση, εκτός από εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Το δεδικασμένο, όμως, δεν εκτείνεται στις μη προταθείσες ενστάσεις που δεν μπορούσαν να προταθούν, γιατί τα πραγματικά περιστατικά τα οποία τις θεμελιώνουν προέκυψαν το πρώτον μεταγενέστερα και επομένως δεν ισχύει γι` αυτές το εκ του άρθρου 933 παρ. 3 ΚΠολΔ απαράδεκτο (ΑΠ 1309/2007), όπως, επίσης και όταν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας (ΟλΑΠ 3/2003, ΑΠ 413/2014. Περαιτέρω, με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: “Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης. Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης. Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας”. Εξάλλου, στο άρθρο 39 παρ. 3 α’ εδάφ. στ’ και ζ’ του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για την διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31.12.2012. Περαιτέρω, με το άρθρο 131 του Ν. 4070/2012 προστέθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως κατ` εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως κατ` εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ` ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης. Σύμφωνα, όμως, με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012, προσδιορίζεται ποιές από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (10-4-2012) (παρ. 1) και ποιες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 2 ). Στις τελευταίες δε αυτές διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιηθέν άρθρο 20 του Ν. 2882/2001. Με βάση την γενικευμένη παραδοχή ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης εξυπηρετεί μόνον το συμφέρον του καθ` ου, γίνεται τελικά δεκτό ότι μόνον από αυτόν μπορεί να προταθεί η αυτοδίκαιη άρση της, όχι δε και από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή από τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 12/2018). Επομένως, οι εκκρεμείς απαλλοτριώσεις κατά την έναρξη εφαρμογής (10-04-2012) του ως άνω νόμου 4070/2012 δεν καταλαμβάνονται από την εισαχθείσα με αυτό ρύθμιση του άρθρου 131, αναφορικά με το δικαίωμα του καθ` ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης, ως προς το οποίο, συνακόλουθα, ισχύει αμετάβλητο το προηγούμενο αυτής νομικό καθεστώς του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2882/2001 και έτσι με την αυτοδίκαιη άρση ή ανάκληση της απαλλοτρίωσης το εν λόγω δικαίωμα του καθ’ ου δεν παύει να υφίσταται, αφού μόνον αυτός μπορεί να την επικαλεσθεί και όχι ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή ο υπόχρεος προς καταβολή της αποζημιώσεως.

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το Εφετείο, δικάζοντας αντιμωλία την από 29-01-2013 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, κατά της, επίσης, αντιμωλία εκδοθείσας υπ’ αριθμόν 456/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 02-05-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και οι πρόσθετοι λόγοι της, περί ακυρώσεως της αναφερομένης σ’ αυτήν επιταγής εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. 457/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, με την οποία, κατά παραδοχή αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων κατ’ αυτού, υποχρεώθηκε ο τελευταίος να τους καταβάλει το ποσό των 1.415.354,66 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση απαλλοτριώσεως υπέρ αυτού ακινήτων της ιδιοκτησίας τους, δέχθηκε τα εξής: “… Με το ΠΔ από 18-12-1985, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 28/Δ/13-12-1986 εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη της περιοχής … του ανακόπτοντος, Δήμου Σητείας. Με την πράξη εφαρμογής με αριθμό 1/1990, που κυρώθηκε με την με αριθμό 1943/20-6-1990 απόφαση του (τότε) Νομάρχη Λασιθίου, όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 450/95/550/27-12-1996 διορθωτική πράξη του, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … στον τόμο ..29 με αριθμό μεταγραφής …49, διατάχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση τμημάτων, εμβαδού 3.438,12 τ.μ. λόγω ρυμοτομίας και 1.920,57 τ.μ. για κοινωφελείς χώρους, οικοπέδου των καθών, το οποίο βρίσκεται στα Ο.Τ. Γ205, Γ205Α, Γ216Α, Γ216Β και Γ217Γ Γ200. Συγκύριοι του ακινήτου εξ αδιαιρέτου είναι οι καθών και συγκεκριμένα κατά ποσοστά 26% οι συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος την 1-7-2011 πρώτου, 12,02% η δεύτερη, 6,5% η τρίτη, 16% έκαστος των τέταρτου, πέμπτου, έκτης, 1,8% έκαστος των έβδομης, όγδοης, ένατου και δέκατης. Με την απόφαση με αριθμό 314/1998 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως των επιδίκων απαλλοτριωθέντων τμημάτων σε 80.000 δραχμές, ήτοι 234,77 ευρώ το τ.μ. για όσα βρίσκονται στα ΟΤ Γ203, Γ204, Γ205, Γ206, Γ210, Γ215, Γ216 και σε 70.000 δραχμές, ήτοι 205,43 ευρώ το τ.μ. για τα λοιπά. Με την απόφαση με αριθμό 474/1999 του Εφετείου Κρήτης καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των επιδίκων απαλλοτριωθέντων τμημάτων σε 90.000 δραχμές, ήτοι 264,12 ευρώ το τ.μ. Επίσης με τις με αριθμούς 345/2000 και 429/2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ο μεταποβιώσας πρώτος και οι λοιποί καθών αναγνωρίστηκαν συνδικαιούχοι της αποζημιώσεως κατά τα ως άνω ποσοστά ο καθένας από αυτούς. Ακολούθως, λόγω της αρνήσεως του ανακόπτοντος να τους καταβάλει την αποζημίωση, άσκησαν οι καθών, τότε ενάγοντες, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου την από 1-8-2001 (αρ. εκθ. κατ. 75/8-8-2001) αγωγή, με την οποία ζήτησαν να τους καταβάλει ο ανακόπτων, τότε εναγόμενος, το ποσό των 1.415.354,66 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ερήμην του Δήμου η με αριθμό 56/205 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή στο σύνολο της. Κατά της απόφασης αυτής ο ανακόπτων άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση με αριθμό 157/2007 του Εφετείου Κρήτης, που δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, λόγω της ερημοδικίας του Δήμου, κατ’ άρθρο 528 ΚΠολΔ. Ακολούθως, δίκασε επί της αγωγής των καθών, την οποία δέχθηκε ως κατ’ ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον ανακόπτοντα να τους καταβάλει το ανωτέρω ποσό κατά τα αντίστοιχα ποσοστά τους με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την έφεση ως μοναδικός λόγος προβλήθηκε από τον ανακόπτοντα και τότε εκκαλούντα Δήμο η καταχρηστική από τους καθών και τότε εφεσιβλήτους άσκηση του δικαιώματος να ζητήσουν την αποζημίωση, αν και γνώριζαν την δυσμενή οικονομική του κατάσταση του ανακόπτοντος, εξαιτίας της οποίας τους πρότεινε τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, ώστε να τους αποζημιώσει μόνο για έκταση εμβαδού 888,51 τ.μ., αλλά αρνήθηκαν την πρόταση αυτή. Τον λόγο αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο με την παραδοχή ότι τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά, ακόμα και αν είναι αληθινά, δεν αρκούν για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά της ανωτέρω απόφασης με αριθμό 157/2007 του Εφετείου Κρήτης ο Δήμος άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 1588/2011 του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω απόφαση με αριθμό 157/2007 του Εφετείου Κρήτης επιδόθηκε στον ανακόπτοντα με την με αριθμό …28/7-6- ν 2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λασιθίου Ν. Κ., επομένως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά βάσιμος ο δεύτερος λόγος ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι είναι άκυρη η επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση, που έγινε με την κατάσχεση στα χέρια τρίτου, διότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 4 παρ. 4 Ν. 3068/2002 με επίδοση στον ανακόπτοντα της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης μέσα σε προθεσμία 60 ημερών πριν από την εκτέλεση. Οι καθών επέσπευσαν αναγκαστική εκτέλεση με την από 17-4-2012 επιταγή προς πληρωμή, την οποία επέδωσαν στον ανακόπτοντα την 19-4-2012 (βλ. έκθεση επιδόσεως …7Β/19-4-2012 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λασιθίου Ν. Κ.) και επέβαλαν αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου με το από 24-4-2012 κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επέδωσαν στην … ως τρίτο (βλ. έκθεση επιδόσεως …2Β725-4-2012 του ίδιου δικαστικού επιμελητή) και στον ανακόπτοντα (βλ. έκθεση επιδόσεως …3Β 725-4-2012 του ίδιου δικαστικού επιμελητή). Κατά τα προεκτεθέντα, για την απαίτηση αποζημιώσεως ποσού 1.415.354,66 ευρώ, που δικαιούνται οι καθών από τον ανακόπτοντα, απορρέει δεδικασμένο, που καλύπτει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, που προβλήθηκε, καθώς και οποιαδήποτε άλλη ένσταση που δεν προβλήθηκε, αλλά θα μπορούσε να προβληθεί προς ανατροπή του δεδικασμένου αυτού……”.

Με τον υπ’ αριθμό 1 λόγο αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων Δήμος, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε πως η προβληθείσα απ’ αυτόν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, καθώς και οποιαδήποτε ένσταση που προβλήθηκε ή δεν προβλήθηκε, αλλά θα μπορούσε να προβληθεί, καλύπτεται από το δεδικασμένο, που απορρέει από την εκτελούμενη ως άνω (157/2007) εφετειακή απόφαση, αφού παρέβλεψε την, εν τω μεταξύ, επελθούσα νομοθετική μεταβολή και την αναδρομική ισχύ του άρθρου 131 παρ. 1 του Ν. 4070/2012, σύμφωνα με την οποία η αρθείσα απαλλοτρίωση, όπως στην ένδικη περίπτωση, δεν παράγει έννομες συνέπειες και δεν γεννά υποχρέωσή του να αποζημιώσει τους καθ’ ων, ήδη αναιρεσίβλητους. Ο λόγος, όμως, αυτός, που όντως προσήκει στον αριθμό 16, αφού οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου και, συνεπώς, η παραβίασή τους δεν ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 212/2004), πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, ουδεμία νομοθετική μεταβολή επήλθε, μετά την έκδοση της εκτελούμενης, υπ’ αριθμόν 157/2007 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, αναφορικά με το δικαίωμα των καθ’ ων η ένδικη απαλλοτρίωση, ήδη αναιρεσιβλήτων να επιδιώξουν την είσπραξη της ένδικης αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως και την αντίστοιχη υποχρέωση του υπέρ ου η απαλλοτρίωση, αναιρεσείοντος, να την καταβάλει, προς αυτούς, διότι η ένδικη απαλλοτρίωση ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη εφαρμογής (στις 10-04-2012) του νόμου 4070/2012 και, επομένως, αυτή δεν καταλαμβάνεται από τη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 131 αυτού, στην αναδρομική εφαρμογή της οποίας και τη συνεπεία αυτής επελθούσα, κατ’ αυτόν, νομοθετική μεταβολή, επιχειρεί ο αναιρεσείων να θεμελιώσει τον υπόψη αναιρετικό λόγο, για παραβίαση του δεδικασμένου, λόγω επελθούσης νομοθετικής μεταβολής μετά την έκδοση της τελεσίδικης αποφάσεως από την οποίαν απορρέει αυτό.

IV. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του Ν. 3068/2002, “2. Αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. επιτρέπεται μετά την παρέλευση εξήντα ημερών από την επίδοση της απόφασης στον Υπουργό που είναι αρμόδιος για την πληρωμή ή στον εκπρόσωπο του Ν.Π.Δ.Δ. 3. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του όγδοου βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας”. Ενώ, κατά το άρθρο 924 του ΚΠολΔ, “Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει από την επίδοση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση αντιγράφου του απογράφου με επιταγή για εκτέλεση και στην περίπτωση του άρθρου 915 και αντιγράφου του αποδεικτικού εγγράφου που αναφέρεται στο άρθρο αυτό. Η επιταγή γράφεται κάτω από το αντίγραφο του απογράφου και πρέπει να ορίζει με ακρίβεια την απαίτηση.”. Εξάλλου, οι λόγοι αναιρέσεως που προβλέπονται από τις διατάξεις των εδαφίων 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναφέρονται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου στην έλλειψη νόμιμης βάσης από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, σχετικά με την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως δεν στοιχειοθετούνται όταν αφορούν παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων ή ελλείψεις σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων (ΑΠ 608/2008, ΑΠ 1140/2005, ΑΠ 405/2004, ΑΠ 625/1988). Επομένως, οι περιεχόμενες στον υπ’ αριθμό 2 αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις ότι το Εφετείο, που δέχθηκε, κατά το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, ότι αρκούσε η επίδοση της εκτελούμενης υπ’ αριθμ. 157/2007 απόφασης του Εφετείου Κρήτης προς τον καθ’ ου η εκτέλεση ήδη αναιρεσείοντα Δήμο στις 07-06-2007 και δεν απαιτείτο η εκ νέου επίδοσή της εξήντα (60) ημέρες πριν την επίδοση σ’ αυτόν, στις 19-04-2012, της επιταγής προς πληρωμή, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις (άρθρ. 4 παρ. 2 και 3 του Ν. 3068/2002 και 924 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες αφού οι, φερόμενες ως παραβιασθείσες, διατάξεις δεν είναι ουσιαστικού δικαίου, εφόσον δεν ρυθμίζουν δικαιώματα και υποχρεώσεις ή έννομες σχέσεις του ουσιαστικού δικαίου, αλλά καθιερώνουν διαδικαστικό τύπο της εκτελεστικής διαδικασίας (βλ. σχετ. ΑΠ 1104/2006, ΑΠ 474/1999, ΑΠ 72/1995).

V. Περαιτέρω, η περιουσία των ΟΤΑ διακρίνεται: α) στα πράγματα (ενσώματα αντικείμενα) που έχουν ως προορισμό να εξυπηρετούν με τη χρήση τους δημοτικούς ή κοινοτικούς σκοπούς και, β) στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που έμμεσα μόνο, με την αξία ή τις προσόδους τους, παρέχουν στους Ο.Τ.Α. οικονομικά μέσα για την αντιμετώπιση των αναγκών τους και τη λειτουργία τους. Η “ιδιωτική περιουσία” των ΟΤΑ υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και είναι υπέγγυα στους δανειστές των, οι οποίοι μπορούν να την κατασχέσουν αναγκαστικά (άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 3068/2002). Αντίθετα, τα πράγματα που ανήκουν στη “δημόσια περιουσία” είναι εκτός συναλλαγής και δεν μπορούν να υποθηκευθούν ή ενεχυριασθούν ή κατασχεθούν από τους δανειστές. Στην “ιδιωτική περιουσία” των Ο.Τ.Α. περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις, άσχετα από την αιτία γέννησής τους, είτε δηλαδή ανάγεται στο ιδιωτικό είτε στο δημόσιο δίκαιο. Τα χρηματικά ποσά (έσοδα) από τις απαιτήσεις αυτές εγγράφονται στον προϋπολογισμό των ΟΤΑ, οι οποίοι και έχουν την ευχέρεια να τα αυξάνουν μονομερώς, προκειμένου να επαρκούν για τις χρηματικές ανάγκες τους. Αυτή είναι και η βασική διαφορά από την “δημόσια περιουσία”, διότι τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν είναι ατομικώς προσδιορισμένα, εξυπηρετούν το δημοτικό ή κοινοτικό σκοπό με την “χρήση” τους και δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαύξησης. Τυχόν αποστέρηση των ΟΤΑ από την δυνατότητα χρήσης των πραγμάτων, που απαρτίζουν την δημόσια περιουσία τους θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία της δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας, γι’ αυτό δε το λόγο ο νόμος κατέστησε τα πράγματα αυτά “εκτός συναλλαγής”, με συνέπεια να απαγορεύεται, λόγω αυτής της ιδιότητάς τους, η αναγκαστική κατάσχεσή τους. Δεν συντρέχουν όμως οι λόγοι αυτοί ώστε να χωρήσει αναλογική εφαρμογή του άρθρου 966 ΑΚ, στις απαιτήσεις των ΟΤΑ, έστω κι αν αυτές προέρχονται από φόρους ή τέλη, διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιορισμένα “πράγματα”, αλλά για έσοδα, τα οποία περιέρχονται στους ΟΤΑ αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών των ΟΤΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εξόφληση των προς τρίτους οφειλών των ΟΤΑ από οποιαδήποτε αιτία. Τα έσοδα δε των ΟΤΑ από φόρους και τέλη αποτελούν το μέγιστο τμήμα των εν γένει εσόδων τους. Επομένως, αν αυτά ήταν ακατάσχετα, η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των ΟΤΑ θα απέβαλλε κάθε σχεδόν περιεχόμενο. (ΟλΑΠ 17/2002, ΑΠ 2354/2009).

Mε τον υπό στοιχείο Γ λόγο της ένδικης ανακοπής του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, για την ανάγκη του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, επί λέξει, τα ακόλουθα: “Ο λογαριασμός μου, ο οποίος δεσμεύτηκε και κατασχέθηκε στην … έχει αριθμό …763, ο οποίος, όμως, είναι ακατάσχετος κατ’ άρθρο 982 παρ. 2 εδ. δ του ΚΠολΔ και 966 ΑΚ, διότι χρησιμοποιείται από μένα για την μισθοδοσία των υπαλλήλων αιρετών και απασχολουμένων στο Δήμο, τέλη εισφορές, αποδόσεις κρατήσεων υπέρ τρίτων, πληρωμές φόρων, προμηθειών έργων και λειτουργικών δαπανών ως έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό του έτους 2012 και έχουν ταχθεί για την εξυπηρέτηση των δημοτικών σκοπών. Τυχόν αποστέρηση από τη δυνατότητα χρήσης του θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία μου με συνέπεια να απαγορεύεται λόγω αυτής της ιδιότητάς τους, ως πράγματα εκτός συναλλαγής, η αναγκαστική κατάσχεσή τους …και επομένως η αρξαμένη κατάσχεση σε χείρας της τράπεζας, είναι άκυρη…”. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο προαναφερθείς λόγος της ένδικης ανακοπής, ακόμη και υπό την (ανεπίτρεπτα) εμπλουτισμένη εκδοχή του με τον υπ’ αριθμό 3 αναιρετικό λόγο, με τον οποίο προστέθηκαν ως συμπεριλαμβανόμενα στον επίμαχο λογαριασμό και τα ανταποδοτικά τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμμάτων, είναι αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται σ’ αυτόν τα επιμέρους ποσά, που απαρτίζουν το σύνολό του και ποια από αυτά προορίζονται για την εξυπηρέτηση ειδικού δημοτικού σκοπού, στην έννοια του οποίου, όπως έχει αναφερθεί, δεν εμπίπτουν και τα ποσά που προορίζονται για την εξόφληση των προς τρίτους οφειλών του, από οποιαδήποτε αιτία, όπως η μισθοδοσία των υπαλλήλων του και, έτσι, δεν μπορεί να κριθεί ποια από τα ποσά που διαλαμβάνονται στον επίμαχο τραπεζικό λογαριασμό εξυπηρετούν ειδικό δημοτικό σκοπό και, συνακόλουθα, είναι ακατάσχετα. Επομένως, ο υπό στοιχείο 3 αναιρετικός λόγος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον ο αναιρεσείων αιτιάται το Εφετείο ότι με το να απορρίψει ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας τον ως άνω λόγο ανακοπής του και, εντεύθεν, ως αβάσιμο το σχετικό πέμπτο λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, παραβίασε τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 4 του Ν. 3068/2002, είναι απορριπτέος, κατά μεν το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του ως αβάσιμος, πέραν της εσφαλμένης προϋποθέσεως επί της οποίας εδράζεται, αφού το Εφετείο εφάρμοσε, στην προκειμένη περίπτωση, την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου και όχι τις επικαλούμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, κατά δε το από τον αριθμό 19 σκέλος του ως απαράδεκτος, αφού για την ίδρυσή του πρέπει το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, ο επίμαχος λόγος ανακοπής δεν κρίθηκε από το Εφετείο στην ουσία του, αλλά απορρίφθηκε ως αόριστος.

VI. Με τον υπ’ αριθμό 3 (κατ’ ορθή αρίθμηση 4) αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε, σωρευτικά, στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 9, 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, επί των οποίων επιχειρεί την θεμελίωσή τους, εσφαλμένα απέρριψε τον έκτο λόγο της ένδικης έφεσής του, δεχόμενο, αφενός, την ύπαρξη, χωρίς να υπάρχει, θετικού, δεδικασμένου, από την υπ’ αριθμό 157/2007, τελεσίδικη, απόφαση του Εφετείου Κρήτης που καλύπτει την αξίωση των ήδη αναιρεσίβλητων για τους νομίμους τόκους, επί της επιδικασθείσας σ’ αυτούς, με την ίδια απόφαση, αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως 1.415.354,66 ευρώ, από την επίδοση προς αυτόν, στις 18-08-2001, της σχετικής αγωγής τους μέχρι την εξόφληση, και, αφετέρου, ότι η αξίωσή τους για τους νομίμους τόκους του ανωτέρω ποσού αποζημιώσεως, που γεννήθηκαν μετά την δημοσίευση στις 23-04-2007 της ίδιας ως άνω αποφάσεως (157/2007 του Εφετείου Κρήτης), δεν υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, με αποτέλεσμα να απορρίψει την σχετική ένστασή του, και να δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμo τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό (προφανώς αντένσταση)των ήδη αναιρεσιβλήτων, παραβιάζοντας, έτσι, τις διατάξεις των άρθρων 250 επόμ. του ΑΚ. Υπό το περιεχόμενο, όμως, αυτό ο υπόψη αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και, εντεύθεν, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο, διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφορικά με κάθε επικαλουμένη αναιρετική πλημμέλεια, παρά μόνο αναφέρεται, συνοπτικά, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης. Επιπλέον, για την θεμελίωση της από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, ο αναιρεσείων δεν αναφέρει, καθόλου, σε τι συνίσταται αυτή, αν δηλαδή αφορά ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως και ποιες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις εμφανίζουν οι αιτιολογίες αυτές, ώστε να καθίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος του σχετικού λόγου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1068/2007, ΑΠ 589/2005, ΑΠ 174/2004, ΑΠ 600/2000). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, απορριπτέος ως αόριστος κρίνεται και ο από τους αριθμούς 1, 8, 16 και 19 ΚΠολΔ, υπό στοιχείο 5 (κατ’ ορθή αρίθμηση 6) αναιρετικός λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα δέχθηκε, αφενός, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις, την ύπαρξη θετικού δεδικασμένου, με βάση την υπ’ αριθμόν 157/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, αναφορικά με την αξίωση των ήδη αναιρεσιβλήτων για την επιδικασθείσα σ’ αυτούς, ως άνω (από 1.415.354,66 ευρώ), αποζημίωση απαλλοτριώσεως και, αφετέρου ότι η αξίωσή τους για τους νομίμους τόκους της εν λόγω απαίτησής τους, που γεννήθηκαν από την δημοσίευση στις 23-04-2007 της ως άνω αποφάσεως και μέχρι την επίδοση, στις 19-04-2012, της επίμαχης επιταγής προς εκτέλεση δεν είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. 2882/2001 και 90 παρ. 6 του Ν. 2362/1995 και, συνακόλουθα, να απορρίψει τη σχετική ένστασή του. Τούτο δε διότι, πέραν του ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το κρίσιμο για τον αναιρετικό έλεγχο του υπόψη λόγου, περιεχόμενο του σχετικού λόγου της ένδικης ανακοπής, όπως αυτός προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πως ακριβώς διατυπώθηκε στον προαναφερθέντα λόγο έφεσης, του οποίου το περιεχόμενο, επίσης, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο. Επιπλέον, δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικά με την κάθε επικαλουμένη αναιρετική πλημμέλεια, παρά εκτίθεται, μόνο, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης. Επίσης, όπως και στον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, για την θεμελίωση της από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, ως προς την κατ’ ουσίαν απορριπτική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, επί της ενστάσεως του ήδη αναιρεσείοντος περί παραγραφής των νομίμων τόκων του χρονικού διαστήματος από την δημοσίευση της εκτελουμένης αποφάσεως (23-04-2007) μέχρι την επίδοση της ένδικης επιταγής προς πληρωμή (19-04-2012), ο αναιρεσείων δεν αναφέρει, καθόλου, σε τι συνίσταται αυτή, αν δηλαδή αφορά ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών αυτών, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της στοιχειοθέτησης του προβαλλομένου αναιρετικού λόγου.

VI. Mε την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 3068/2002 “Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις κλπ.” (ΦΕΚ Α’ 274) ορίζεται ότι “Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική ικανοποίηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών ΝΠΔΔ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου, το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού”. Στη συνέχεια, με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 326 του Ν. 4072/2012 “Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος – Νέα εταιρική μορφή – Σήματα – Μεσίτες ακινήτων – Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α’ 86) προστέθηκε εδάφιο στο τέλος της ως άνω παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 3068/2002 με το ακόλουθο περιεχόμενο: “Η εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων ή άλλων εκτελεστών τίτλων που υπόκεινται σε ένδικα μέσα ή βοηθήματα και από τους οποίους απορρέει χρηματική υποχρέωση του Δημοσίου, διενεργείται ύστερα από προσκόμιση εκ μέρους του δικαιούχου ισόποσης εγγυητικής επιστολής Τραπέζης. Το δικαστήριο που εξέδωσε την εκτελεστή απόφαση ή το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η εκδίκαση του ενδίκου βοηθήματος, μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αναλόγως της φερεγγυότητας του δικαιούχου ή των λοιπών εγγυήσεων που προσφέρει ή κρίνονται αναγκαίες, να μειώσει το ύψος της εγγυητικής επιστολής μέχρι του ενός δευτέρου. Αν η άσκηση του ενδίκου βοηθήματος δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό ο εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκτελεσθεί χωρίς εγγύηση, μετά την άπρακτη πάροδο 90 ημερών από την επίδοσή του. Η εγγυητική επιστολή εκδίδεται υπέρ της υπηρεσίας που είναι αρμόδια για την καταβολή και επιστρέφεται μετά από την προσκόμιση πιστοποιητικού αμετάκλητης υπέρ του αντιδίκου του υποχρέου επίλυσης της διαφοράς ή της μη ασκήσεως ενδίκου μέσου ή βοηθήματος μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από το νόμο”. Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4072/2012 η ανωτέρω διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 326 υπό τον παράτιτλο “Ρύθμιση θεμάτων Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και άλλες διατάξεις” αποβλέπει στην προστασία του Δημοσίου, ενόψει του ότι δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, όταν μετά από ικανό διάστημα εκδικάζεται αμετακλήτως υπόθεση, το Δημόσιο να αδυνατεί να εισπράξει τα επιδικασθέντα ποσά, λόγω του ότι ο υπόχρεος προς επιστροφή είναι αναξιόχρεος ή παύει να υφίσταται (θάνατος φυσικού προσώπου, παύση λειτουργίας νομικού προσώπου κλπ.), γεγονός που καθιστά άκρως δυσχερή ή και αδύνατη την καταβολή αυτών, ενώ η κατάθεση εγγυητικής επιστολής αποτρέπει την παρέλκυση της δίκης από πλευράς του αντιδίκου του Δημοσίου με καταχρηστικά αιτήματα αναβολών στον αναιρετικό βαθμό κλπ., προκειμένου να απομακρύνει το ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης που εκτελέσθηκε. Η ανωτέρω διάταξη, η οποία λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της πρέπει να ερμηνεύεται στενά, δεν καταλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), τα οποία έχουν χωριστή νομική προσωπικότητα και απολαύουν οικονομικής αυτοτέλειας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, εφαρμόζουν δε ίδιο το καθένα προϋπολογισμό. Ούτε η ένταξη αυτής ως τελευταίου εδαφίου στη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 3068/2002 μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπούσα στην απρόσκοπτη συνέχιση της λειτουργίας των κατωτέρω δημοσίων φορέων, αναφέρεται στο είδος των περιουσιακών στοιχείων του Ελληνικού Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΝΠΔΔ, επί των οποίων δεν επιτρέπεται κατάσχεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων κατά των εν λόγω νομικών προσώπων. Εάν ο νομοθέτης ήθελε να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 326 του Ν. 4072/2012 και επί των κατασχέσεων σε βάρος Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου για λόγους προστασίας της περιουσίας αυτών, θα το όριζε ρητώς ή τουλάχιστον θα διελάμβανε σχετική αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση, όπου όμως αντιθέτως κάνει μνεία, ως δικαιολογητικού λόγου θέσπισης της σχετικής ρύθμισης, “τη προστασία του Δημοσίου” και όχι γενικότερα την προστασία της δημόσιας περιουσίας ή της περιουσίας φορέων του στενού δημόσιου τομέα (ΑΠ 335/2017).

Με τον υπ’ αριθμό 4 (5 κατ’ ορθή αρίθμηση), αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο ότι υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, διότι με το να κρίνει ως μη νόμιμο τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της ένδικης ανακοπής του, με τον οποίον αυτός είχε προβάλλει την ακυρότητα της εναντίον του επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης, με βάση την ως άνω υπ’ αριθμ. 157/2007, αμετάκλητη, απόφαση του Εφετείου Κρήτης, επειδή οι επισπεύδοντες αυτήν, ήδη αναιρεσίβλητοι, δεν είχαν προσκομίσει, προηγουμένως, ισόποση εγγυητική επιστολή τραπέζης και, στη συνέχεια, να απορρίψει ως αβάσιμο τον έβδομο λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως, παραβίασε την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Ν. 3068/2002. Ο λόγος αυτός, όμως, ανεξαρτήτως του ότι είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως αόριστος, δεδομένου ότι δεν αναφέρει της σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, για την ανάγκη του αναιρετικού ελέγχου, σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ειδικότερα, κατά μεν από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, πέραν του ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την επικαλουμένη, ως παραβιασθείσα, διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2, αλλά αυτή της παρ. 1 εδ. β’ του ίδιου άρθρου του προαναφερθέντος νόμου, η ρύθμιση της τελευταίας διάταξης καταλαμβάνει μόνο το Δημόσιο και όχι άλλα ΝΠΔΔ, όπως ο αναιρεσείων Δήμος, ενώ και υπό την εκδοχή της εφαρμογής αυτής της εν λόγω διάταξης και επί των ΟΤΑ, πάλι δεν συντρέχουν, στην προκειμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις ώστε να απαιτείται για την εγκυρότητα της ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης να έχουν προσκομίσει, προηγουμένως, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, που την επέσπευσαν, εις βάρος του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, ισόποση εγγυητική επιστολή τραπέζης, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η ως άνω εκτελούμενη δικαστική απόφαση είναι αμετάκλητη, για την εκτέλεση της οποίας, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, δεν απαιτείται τούτο, κατά δε το από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, διότι τέτοιος λόγος δεν ιδρύεται, στην προκειμένη περίπτωση, αφού το Εφετείο δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς, αλλά έκρινε το σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής απορριπτέο ως μη νόμιμο.

VΙΙ. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν αυτοί, με τις προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183 και 141§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, σημειώνεται ότι δεν γίνεται λόγος περί της τύχης του προβλεπομένου στο άρθρο 495 παρ. 3 Β δ’ του ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, επειδή, κατ’ άρθρο 276 παρ. 1 εδ. β’ του Ν. 3463/2006, ο αναιρεσείων Δήμος απαλλάσσεται από την καταβολή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/05/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμόν 115/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2019.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

dsa.gr