• 12 Ιουλίου, 2018

    Λογοδοσία διαχειριστή πολυκατοικίας – Δαπάνες συνιδιοκτήτη απαραίτητες για τη συνιδιοκτησία και την οικοδομή.

    Κατά τη διάταξη του άρθρου 303 του ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μίας ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και προς τούτο οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή, να επισυνάψει τα δικαιολογητικά και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού. Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός που ανακοίνωσε δεν είναι κανονικός, δεν εκπληρώνεται η παραπάνω υποχρέωση του δοσιλόγου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου περί ανακοίνωσης του λογαριασμού με την αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 473-377 ΚΠολΔ. Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση του δεξιλόγου, με βάση οποιαδήποτε έννομη σχέση, όπως είναι η σχέση μεταξύ συνιδιοκτητών και διαχειριστή πολυκατοικίας από τη σχέση της οροφοκτησίας. Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται εάν ο δοσίλογος είχε προβεί σε εξώδικη λογοδοσία ή αν ο δεξόλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει το λογαριασμοί που έδωσε ο δοσίλογος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1117 ΑΚ, 1,2 § 1,3 §§ 1 και 2,4 § 1,5 και 13 του ν. 3741/1929 προκύπτει, πλην άλλων, ότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεσμεύει τους συμβληθέντες και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους και εκείνους που προσχώρησαν σ` αυτόν. Από το άρθρο 4 §§ 1, 2 και 3 του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες πολυώροφης οικοδομής μπορούν να κανονίζουν τον τρόπο διορισμού, τα καθήκοντα, εξουσίες και υποχρεώσεις του διαχειριστή, ο οποίος, αν δεν ορίζεται αμοιβή, θεωρείται εντολοδόχος των συνιδιοκτητών προδήλως όμως όχι ατομικά του καθενός, αλλά του συνόλου των συνιδιοκτητών ως ομάδας, αφού αυτή είναι η εντολίδα και όχι τα πρόσωπα που την απαρτίζουν. Στην παραπάνω εντολή ισχύουν συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 718 και 303 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον κανονισμό. Συνεπώς, ο εντολοδόχος είναι υποχρεωμένος να παρέχει στον εντολέα πληροφορίες για την πορεία της διαχείρισης και ειδικότερα για τις γενόμενες εισπράξεις, πληρωμές κ.λπ., αν παραλείψει δε την υποχρέωση του αυτή είναι υπεύθυνος, κατ` άρθρο 714 ΑΚ, στην αποκατάσταση κάθε ζημίας που επήλθε στην περιουσία του εντολέα του. Μετά την περάτωση της εντολής είναι υποχρεωμένος να λογοδοτήσει κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 303 ΑΚ. Η λογοδοσία αυτή στην περίπτωση του διαχειριστή πολυκατοικίας, θα παρασχεθεί προς τη Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών, αν ο κανονισμός δεν ορίζει διαφορετικά και όχι σε καθένα ιδιοκτήτη χωριστά (ΕφΑΘ 5224/2008 ΕλλΔνη 2010. 825, ΕφΑΘ 6388/2007 ΕΔΠολ 2008.122, ΕφΑΘ 426/2005 ΕλλΔνη 2006. 606). Κατ` ακολουθίαν, ο διαχειριστής πολυκατοικίας δεν είναι υποχρεωμένος να παρέχει πληροφορίες για την πορεία της διαχείρισης του, ούτε να λογοδοτήσει σε καθένα ιδιοκτήτη διαμερίσματος ή ορόφου χωριστά και επομένως ο τελευταίος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή της σχετικής δαπάνης επικαλούμενος την άρνηση του διαχειριστή να του δώσει πληροφορίες. Ο διαχειριστής, εξάλλου, της πολυώροφης οικοδομής αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον κανονισμό, εκπροσωπεί και ενώπιον των δικαστηρίων το σύνολο των ιδιοκτητών της, ως ένωση προσώπων, η οποία στερείται νομικής προσωπικότητας, για τις υποθέσεις που σχετίζονται με τη διαχείριση αυτής (άρθρα 62, 64 § […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 11 Ιουλίου, 2018

    Σύμβαση μισθώσεως με 2 ή και περισσότερους (συν)εκμισθωτές.

    Σε περίπτωση που οι εκμισθωτές είναι περισσότεροι, νομιμοποιείται μόνο ένας να ασκήσει την αγωγή προς απόδοση του μισθίου, αν έχει τη συναί¬νεση των άλλων που μένουν έξω από τη δίκη ; Υποστηρίζεται η καταφατική εκδοχή (βλ. Παπαδάκη, ο.π. σελ. 68), δίχως καμιά εγγύτερη εξήγηση. Ίσως η εκδοχή αυτή στηρίζεται στο επιχείρημα της αντιδιαστολής από το άρθρο 788 § 2 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «επικείμενου κινδύνου έκαστος τούτων δικαιούται και άνευ συναινέσεως των λοι¬πών να λαβή τα απαιτούμενα προς συντήρησιν του πράγματος μέτρα». Από τη ρύθμιση αυτή θα μπορούσε, με την πρώτη ματιά, να αντληθεί το επιχείρημα, κατ’αντιδιαστολή ότι, και δίχως επικείμενο κίνδυνο, έχει δικαίωμα ένας μόνο από τους κοινωνούς να ενεργήσει, αρκεί να έχει τη συναίνεση των άλλων. Όμως δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η συναίνεση των άλλων κοινωνών είναι δήλωση της βούλησης που πρέπει να απευθυνθεί προς όλους τους άλλους, και αυτούς που συμφωνούν και αυτούς που διαφωνούν. Και τούτο, γιατί η συναίνεση ισχύει έναντι όλων (Φiλιος, στην ΕρμΑΚ 788 αρ. 26). Μόνη λοιπόν η συναίνεση που απευθύνεται προς τον ενάγοντα δεν αρκεί, παρά μόνο όταν οι κοινωνοί είναι δύο, από τους οποίους ο ένας παίρνει την πρωτοβουλία για την άσκηση της αγωγής και ο άλλος απλώς συναινεί. Όμως, και στην περίπτωση αυτή, σπάνια θα έχει ο ένας από τους κοινωνούς έννομο συμφέρον να ασκήσει την αγωγή μόνο στο δικό του όνομα και να αγνοήσει τον άλλο κοινωνό, παρόλο που συναινεί στην άσκηση της αγωγής. Τέτοια σπάνια περίπτωση συνδρο¬μής έννομου συμφέροντος είναι εκείνη, όπου η καταγγελία εμπορικής μίσθωσης για ιδιόχρηση γίνεται από τον ένα συνεκμισθωτή, με τη συγκατάθεση του άλλου, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται να κάνει ιδιόχρηση (ΑΠ 531/1974 ΝοΒ 23, 43 με σύμ¬φωνη σημ. Κ. Παπαδημητρίου). Με την τελευταία αυτή επιφύλαξη, είναι πιο πειστική η άρχουσα γνώμη, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση περισσότερων συνεκμισθωτών, η αγωγή για την απόδοση του μισθίου ασκείται από όλους μαζί ή, τουλάχι¬στον, από εκείνους που σχηματίζουν την πλειοψηφία των ιδανικών μεριδίων. Και αν δε σχηματίζεται πλειοψηφία (λχ γιατί είναι δύο, που δε συμφωνούν) τότε απαιτείται σχετική απόφαση του δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 790 ΑΚ (Δεληγιάννης, ΕΕΝ, 21, 69. Ζέπος, ΕνοχΔ Β: 2η εκδ. 1965 § 26 II 3 α’ σελ. 665. Σταυρόπουλος, ο.π. § 8 γ’ σελ. 795. Τούσης, ΕνοχΔ Β’ Ι 1975 § 77 σελ. 247. Φλούδας, ο.π. § 56 σημ. 12 σελ. 49). Μόνο αν αντικειμενικά επίκειται κίνδυνος (ΑΚ 788 § 2) καταστροφής ή βλάβης του μισθίου (Ζέπος, ο.π. σελ. 666), νομιμοποιείται ο ένας μόνο από τους συνεκμισθωτές, και δίχως τη συναίνεση των άλλων, να ασκήσει την εξωστική αγωγή (Φίλιος, ο.π. αρ. 84). Εξαίρεση υπάρχει στην περίπτωση που ο ένας από τους συνεκμισθωτές είναι το δημόσιο ή κοινωφελές ίδρυμα, οπότε, αν μετέχει στην κοινωνία με ποσοστό 50 ο/ο, νομιμοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 3 σε συνδ. με 72 § 3 ν. 2039/1939, να ασκήσει μόνο του την αγωγή, δίχως τη συγκατάθεση των άλλων συνεκμισθωτών (Φλούδας, ο.π. σελ. 49. ΑΠ 222/1976 ΝοΒ 24, 771). Αμφισβητείται ακόμη αν ο ένας από τους συνεκμισθωτές νομιμοποιεί¬ται να ασκήσει μόνος του αγωγή για την έξωση του μισθωτή από το ιδανικό του μερίδιο. Άρχουσα είναι η καταφατική εκδοχή (βλ. Σταυρόττουλο, ο.ττ.) με […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 9 Ιουλίου, 2018

    "Αγωγή αποδόσεως του μισθίου λόγω λήξεως της μισθώσεως".

    Κατά το άρθρο 599 του Αστ.Κ. «Ο μισθωτής κατά την λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε. – Σε περίπτωση υπεκμίσθωσης ή παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε τρίτον, ο εκμισθωτής μπορεί κατά τη λήξη της μίσθωσης να απαιτήσει το μίσθιο και από τον υπομισθωτή ή από εκείνον στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση.» [Πρβλ. Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Α.Κ. ΙΙΙ, Ειδ. Ενοχικό, υπ’ άρθρ. 599, και αυτόθι βιβλιογραφία. Καυκά, Ενοχ. υπ’ άρθρ. 599. Ζέπο, Ενοχ. 7, IV 3 δ σελ. 212. Τούση, Ενοχ. Ειδ. παρ. 79. Αποστολίδη, Ενοχ. υπ’ άρθρ. 599. Φουρκιώτη, Ενοχ. σ. 241, ίδιον εν ΝΔ 5 σ. 217. Βάλληνδα, Αστ.Κ. υπ’ άρθρ. 599. Φίλιο, Ενοχ. Ειδ. παρ. 7Ζ]. Η σύμβαση της μισθώσεως πράγματος λήγει, όπως κάθε σύμβαση, είτε εκ λόγων γενικών (όπως λ.χ. με αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων, λόγω καταστροφής του μισθίου πράγματος κλπ.) είτε και εκ λόγων ειδικών, με βάση ειδικές διατάξεις, όπως οι 608 επ., 612 επ. ΑΚ: Ζέπος παρ. 7, VI. Ο μισθωτής οφείλει να αποδώσει το μίσθιο πράγμα στον εκμισθωτή με όλα του τα παρακολουθήματα,. Ο εκμισθωτής δεν μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή, ούτε όταν το μίσθιο έχει σοβαρές βλάβες, διαφορετικά περιέρχεται σε υπερημερία (ΑΚ 351). Εάν ο μισθωτής αρνείται την απόδοση του μισθίου, ο εκμισθωτής έχει αξίωση κατά του μισθωτή για την απόδοση αυτού και αποβολή του μισθωτή από τον μίσθιο: Αποστολίδης 599 παρ. 4 εν τέλει. Καυκάς 599 παρ. 2. Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 648-661 Κ.Πολ.Δ. δικάζονται διαφορές από την μίσθωση πράγματος, που αναφέρονται στην απόδοση της χρήσεως του μισθίου για οποιοδήποτε λόγο: Κ.Πολ.Δ. 647. Βλ. και ΕΘ 782/73 ΝοΒ 21,941. Επί καθυστερήσεως του μισθώματος βλ. αγωγή εκ του ΑΚ 597, καθώς και την αγωγή απόδοσης του μισθίου λόγω δυστροπίας. (ΕισΝΚΠολΔ 66) Ε.Α. 5592/75 ΑρχΝ 26,665. Το Διάταγμα της 24/30.12.1943 «περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του ν. ΒΧΗ’ του 1899 περί εξώσεως δυστροπούντων μισθωτών», όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, καθώς και όλες οι διατάξεις, οι οποίες αναφέρονται στην εφαρμογή των διατάξεων αυτού, καταργήθηκαν δια του άρθρ. 31 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. Στοιχεία – προϋποθέσεις. : Στην προκείμενη αγωγή δέον να αναφέρονται, πλην των οριζομένων στα άρθρ. 118, 119 παρ. 1 και 216 Κ.Πολ.Δ.: α) η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μισθώσεως πράγματος (Α’), β) η ημερομηνία λήξεως της μισθώσεως αυτής (Β’), γ) σε περίπτωση καταγγελίας, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτήν (Γ’), δ) αίτημα αποδόσεως του μισθίου (Δ’) (Ε’). Α. Ειδικότερα ως προς την υφισταμένη σύμβαση της μισθώσεως, δέον να καθορίζονται στην αγωγή: ο τόπος και ο χρόνος της συνάψεως αυτής, οι συμβαλλόμενοι, το μίσθιο πράγμα (κινητό ή ακίνητο), το μίσθωμα και ο χρόνος διαρκείας της μισθώσεως. Περισσότερα βλ. στην αξίωση του μισθωτή για την παράδοση της χρήσεως του μισθίου πράγματος. Β. Κατά το άρθρ. 608 παρ. 1, μίσθωση η οποία συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λήγει με την παρέλευση του χρόνου αυτού, χωρίς άλλη προϋπόθεση. Ως μίσθωση ορισμένου χρόνου νοείται όχι μόνο η μίσθωση που συμφωνήθηκε για συγκεκριμένο ημερολογιακό χρόνο, αλλά και εκείνη που συνήφθη για περιορισμένη χρονικά χρήση ή, διαφορετικά, για χρήση προσδιορισμένη χρονικά, τα κρατούντα χρηστά συναλλακτικά ήθη ασκούν σημασία για τον προσδιορισμό: Ζέπος παρ. 7, VI σ. 240. Καυκάς 608 παρ. 2. Μίσθωση […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 30 Δεκεμβρίου, 2017

    Αναστολή εκτέλεσης με προσωρινή ρύθμιση. Η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 1 του όγδοου άρθρου του Ν. 4335/2015, με την οποία καταργήθηκε το 938 ΚΠολΔ, στο πλαίσιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ.

    Κατά τις διατάξεις των 731, 732 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του 933 παρ 6 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τον Ν. 4335/2015, σε περίπτωση που η τράπεζα επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση (δυνάμει διαταγής πληρωμής) σε εντολέα σας, ενόσω εκκρεμεί η έκδοση αποφάσεως επί της ανακοπής σας, τότε μπορείτε να ζητήσετε την έκδοση αποφάσεως αφαλιστικών μέτρων, για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, υπό την έννοι της αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενόψει της καταργήσεως του 938 ΚΠολΔ (με το άρθρο 1 του όγδοου άρθρου -μη σας κάνει εντύπωση η ασυνάρτητη σειρά των άρθρων, η μνημονιακή νομοθεσία είναι και από νομοτεχνικής άποψης για γέλια- του Ν. 4335/2015) Όπως έκρινε ήδη ο ΑΠ (Συμβ.ΑΠ 142/2016, Συμβ.ΑΠ 11/2017), προϋπόθεση για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων είναι να μην έχει αρχίσει ουσιαστικά η αναγκαστική εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή να μην έχουν γίνει μετά την επίδοση σε εκείνον, κατά του οποίου στρέφεται η αναγκαστική εκτέλεση, αντιγράφου του απογράφου της απόφασης αυτής με επιταγή προς εκτέλεση, που αποτελεί κατά το άρθρο 924 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ την πρώτη πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, περαιτέρω πράξεις εκτέλεσης, διότι τότε (αν δεν πρόκειται για άμεση εκτέλεση για την οποία προβλέπει ειδικά το άρθρο 937 παρ. 1 εδαφ. γ’ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 ν. 4335/2015) δεν υπάρχει δικονομική ανάγκη αναστολής της εκτελέσεως, αφού η απόφαση για την ανακοπή κατά της εκτελέσεως πρέπει κατά ρητή νομοθετική επιταγή να εκδοθεί εντός 60 ημερών από τη συζήτησή της (βλ. άρθρο 933 παρ. 6 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, παρ. 2 ν. 4335/2015), δηλαδή, θα εκδοθεί οπωσδήποτε πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Αν, ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να τηρηθούν οι προθεσμίες αυτές, ο καθ’ ου η εκτέλεση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει την αναστολή με τη μορφή της προσωρινής ρυθμίσεως καταστάσεως κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, εφόσον βέβαια υπάρχει βάσιμος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ λόγος ανακοπής κατά της επιχειρούμενης εκτέλεσης και πιθανολογείται έτσι η ευδοκίμηση της ανακοπής και η ανατροπή του εκτελεστού τίτλου. Τα ίδια ισχύουν και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου (άρθρα 982επ. ΚΠολΔ), η οποία συνιστά είδος έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επομένως για τη δυνατότητα αναστολής μετά από ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 1 του όγδοου άρθρου του Ν. 4335/2015, με την οποία καταργήθηκε το 938 ΚΠολΔ, στο πλαίσιο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Άλλωστε, δεν πρέπει να παροράται ότι η κατάργηση του άρθρου 938 ΚΠολΔ που έγινε με το άρθρο όγδοο του άρθρου 1 Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) παρίσταται και ως αντισυνταγματική, αφού το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. Πρόκειται για επιτακτικού χαρακτήρα διάταξη, η οποία τείνει να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα (προαναφερθείσα απόφαση Banco Español de Crédito, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικός δικαστής οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, πράττοντας τούτο, να αίρει […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 6 Νοεμβρίου, 2017

    Ποια έγγραφα θεωρούνται ότι είναι νόμιμα μεταφρασμένα.

    Ποια όργανα, σύμφωνα με τον νόμο, μπορούν να μεταφράζουν νόμιμα δημόσια, ιδιωτικά έγγραφα και άλλα κείμενα Α. Μεταφραστική Υπηρεσία του ΥΠΕΞ Η οργάνωση και η λειτουργία της Μεταφραστικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ διέπεται από τον Οργανισμό του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως αυτός έχει κωδικοποιηθεί με τον νόμο 3566/2007. Σύμφωνα με τον Οργανισμό του Υπουργείου Εξωτερικών Σκοπός της Μεταφραστικής Υπηρεσίας είναι: η έγκυρη μετάφραση δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων και άλλων κειμένων, η επικύρωση αυτών, καθώς και των εγγράφων που εκδίδονται στην Ελλάδα από τις ξένες διπλωματικές και προξενικές αρχές, η επικύρωση των υπογραφών των Ελλήνων υπηκόων επί παντός κειμένου, πλην των πληρεξουσίων, εφόσον αυτοί υπογράφουν ενώπιον του αρμόδιου υπαλλήλου των γραφείων της Μεταφραστικής Υπηρεσίας Στο ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι «Αλλοδαπά δημόσια έγγραφα μεταφράζονται εφόσον φέρουν την επισημείωση της σφραγίδας APOSTILLE, στην περίπτωση που προέρχονται από αρχή χώρας συμβεβλημένης στη Σύμβαση της Χάγης, η οποία κυρώθηκε με το ν. 1497/1984 (ΦΕΚ 188 Α), σε κάθε άλλη δε περίπτωση εφόσον φέρουν θεώρηση από την ελληνική προξενική αρχή της χώρας προέλευσης του εγγράφου ή από την προξενική αρχή της χώρας αυτής στην Ελλάδα. Για έγγραφα χωρών για τις οποίες η Ελλάδα έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την προσχώρηση τους στη Σύμβαση της Χάγης και για όσο διάστημα δεν έχουν αρθεί οι επιφυλάξεις αυτές, η επικύρωση θα γίνεται μόνο από την οικεία ελληνική προξενική αρχή. Όσον αφορά στις γλώσσες από και προς τις οποίες εκπονούνται μεταφράσεις και επικυρώνονται έγγραφα πολιτών και Δημοσίων Υπηρεσιών, η υπηρεσία αυτή μεταφράζει και επικυρώνει σε (34) γλώσσες με δυνατότητα αύξησης ή μείωσης τους (ΥΑ αριθμ. 1856/98 (ΦΕΚ 478 Β) Οι Μεταφραστές της Μεταφραστικής Υπηρεσίας είναι ιδιώτες από πίνακα που καταρτίζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, με τους επιτυχόντες σε ειδική γραπτή δοκιμασία ελέγχου της επάρκειας της δηλούμενης, εκ μέρους του υποψηφίου, ξένης γλώσσας. Τα μεταφραστικά τέλη που ισχύουν κατά κατηγορία εγγράφων καθορίζονται με απόφαση από τον Υπουργό Εξωτερικών. Η Μεταφραστική Υπηρεσία καταρτίζει πίνακα με μεταφραστές που κατά δήλωση τους έχουν ειδικευθεί σε μεταφράσεις ιατρικών, δικαστικών και τεχνικών εγγράφων ή εγγράφων με ναυτική και στρατιωτική ορολογία. Β. Η κατοχύρωση του δικαιώματος εκπόνησης νομίμων μεταφράσεων από τους δικηγόρους Η κατοχύρωση αυτού του δικαιώματος για τους δικηγόρους προκύπτει κυρίως από το άρθρο 36 παρ. 2 περ. γ νόμου 4194/2013 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/27-9-2013) και το άρθρο 454 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Άρθρο 36 παρ. 2 περ. γ νόμου 4194/2013 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/27-9-2013) «γ) Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγράφων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα. Η μετάφραση έχει πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε Δικαστικής ή άλλης Αρχής, εφόσον συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και ο δικηγόρος βεβαιώνει ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς την οποία μετέφρασε». Επομένως, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο οι δικηγόροι, οι εγγεγραμμένοι σε ελληνικούς δικηγορικούς συλλόγους έχουν το δικαίωμα να μεταφράζουν πάσης φύσεως έγγραφα, οι δε μεταφράσεις τους έχουν πλήρη ισχύ έναντι οποιασδήποτε Δικαστικής ή άλλης Αρχής. Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται επίσης ότι για να είναι έγκυρη αυτή η μετάφραση, πρέπει να συνοδεύεται από επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου που μεταφράστηκε και βεβαίωση του δικηγόρου ότι έχει επαρκή γνώση της γλώσσας από και προς […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 17 Οκτωβρίου, 2017

    Η συναίνεση του ασθενούς κατά την ιατρική και οικονομική ενημέρωση.

    Α. Γενικά νομικά στοιχεία για την ενημέρωση και συναίνεση του ασθενή. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Βιοιατρική (Σύμβαση του Οβιέδο 1997) που βρίσκεται σε ισχύ στην Ελλάδα, υπερισχύοντας του κοινού δικαίου (Ν. 2619/1998), ο γιατρός έχει υποχρέωση να πραγματοποιεί ιατρικές πράξεις μόνο με την συναίνεση του ασθενούς, καθώς επίσης να το πληροφορεί σχετικά με την υγεία του και το κόστος της εκάστοτε επεμβάσεως. Ειδικότερα στο άρθρο5 παρ. 1 της Σύμβασης του Οβιέδο ορίζεται ότι επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνο εφόσον ο ασθενής δώσει την ελεύθερη συναίνεση του, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης του1. Η υποχρέωση συναίνεσης και ενημέρωσης του ασθενούς προϋπήρχε ήδη στο άρθρο 47 του Ν. 2071/1992 σχετικά με τους νοσοκομειακούς ασθενείς. Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (εν συντομία ΚΙΔ, Ν.3418/2005) επαναδιατύπωσε τις ρυθμίσεις της Σύμβασης του Οβιέδο και ρύθμισε ειδικότερα τα ζητήματα της συναίνεσης και ενημέρωσης του ασθενούς στα άρθρα 11 και 12. Υπάρχει συνταγματική κατοχύρωση στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και της προστασίας της ανθρώπινης ζωής (Σ. άρθρο 5 παρ. 1, άρθρο 2 παρ. 1). Ο ασθενής έχει το δικαίωμα να ενημερώνεται για την γενική κατάσταση της υγείας του. Αυτό αποτελεί ειδικότερη έκφανση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και του ιδιωτικού βίου (Σ. άρθρο 9 παρ. 1)2. Β. Η συναίνεση 1. Η νομική σημασία της συναίνεσης του ασθενούς στην αστική ιατρική ευθύνη. Η συναίνεση του ασθενή αποτελεί στοιχείο υψίστης νομικής σημασίας για την ιατρική ευθύνη. Κάθε ιατρική πράξη που πραγματοποιείται χωρίς έγκυρη συναίνεση του ασθενούς, ασχέτως αν γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής, αποτελεί αυθαίρετη ιατρική πράξη και επιδέχεται δικαστική επίλυση (αστικά και ποινικά)3. Στο ελληνικό και γερμανικό δίκαιο επικρατέστερη είναι η άποψη ότι η συναίνεση του ασθενούς αίρει τον καταρχάς παράνομο χαρακτήρα της ιατρικής ενέργειας που πραγματοποιείται στο ανθρώπινο σώμα. Άρα κάθε ιατρική πράξη χωρίς έγκυρη συναίνεση του ασθενούς αποτελεί παράνομη σωματική βλάβη4. Υποστηρίζεται και η άποψη πως η θεραπευτική ιατρική πράξη είναι μία νόμιμη πράξη. Ωστόσο αν διενεργείται χωρίς τη συναίνεση ασθενούς, την καθιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του5. Το ζήτημα αν μια ιατρική πράξη είναι καταρχήν νόμιμη ή παράνομη είναι θεωρητικό αλλά και πρακτικό. Κατ αρχήν η πρώτη άποψη σχετικά με την παράνομη βλάβη του σώματος είναι ευνοϊκή για τον εκάστοτε ασθενή, διότι είναι ο μηχανισμός επίρριψης στο γιατρό του συνόλου του κινδύνου της θεραπείας. Η ιατρική πράξη είναι και παραμένει παράνομη χωρίς την συναίνεση του ασθενούς. Σε περίπτωση χειροτέρευσης ή θανάτου της υγείας του ασθενούς (με αιτιώδη σύνδεσμο), η ζημία αποκαθίσταται ολικά, ακόμα και αν η ζημία οφείλεται σε τυχαίο γεγονός και όχι σε ιατρικό σφάλμα. Το βάρος απόδειξης της έγκυρης συναίνεσης βαρύνει τον ιατρό. Ο ιατρός απαλλάσσεται από το βάρος απόδειξης αν αποδείξει ότι η πράξη δεν θα είχε ματαιωθεί ακόμα και με την έγκυρη συναίνεση του ασθενή (νόμιμη εναλλακτική συμπεριφορά). Αφ ετέρου η δεύτερη άποψη σχετικά με προσβολή του αυτοκαθορισμού του ασθενή είναι από κοινωνιολογική άποψη ορθότερη και δεν αμφισβητείται. Βέβαια όσον αφορά τις έννομες συνέπειες στο πεδίο της ευθύνης είναι ασαφές. Ο ασθενής έχει μόνο αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη. Ωστόσο ο ασθενής δεν έχει αξιώσεις αποκατάστασης της περιουσιακής και ηθικής ζημίας που υπέστη, εκτός […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 24 Σεπτεμβρίου, 2017

    Nομικές παγίδες που κρύβουν οι αποποιήσεις κληρονομιών.

    Την ώρα που το δημόσιο χρέος εκτιμάται στα 328 ευρώ, τα στοιχεία του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές των ιδιωτών δείχνουν ότι πλέον ξεπερνούν το ΑΕΠ! Σε ωρολογιακή βόμβα έτοιμη να σκάσει συμπαρασύροντας ολόκληρη την οικονομία εξελίσσονται τα χρέη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που συσσωρεύονται διαρκώς στα χρόνια της κρίσης. Ήδη, οι «κόκκινες» οφειλές στην εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και τις ΔΕΚΟ έχουν ξεπεράσει το ύψος του ΑΕΠ. Συγκεκριμένα, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των ιδιωτών ξεπερνούν τα 230 δισ. ευρώ, όταν το ΑΕΠ της χώρας προσδιορίζεται πλέον στα 176 δισ. ευρώ. Τα χρέη των πολιτών προς τράπεζες και δημόσιο έχουν πυροδοτήσει μια άνευ προηγουμένου έκρηξη των αποποιήσεων κατάχρεων κληρονομιών (Πρώτο Θέμα: «Απίστευτο: Στα 228 δισ. το ιδιωτικό χρέος των Ελλήνων»). Πάνω από 150.000 είναι οι αιτήσεις αποποίησης κληρονομιών το 2017. Τα στοιχεία για τις αποποιήσεις κληρονομιάς που σόκαραν –ειδικούς και μη – «μιλούν» πλέον για μια νέα κατάσταση πραγμάτων στην ελληνική κοινωνία της κρίσης και της ύφεσης. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα συνεχώς αυξανόμενο κύμα πολιτών, που σπεύδει να «πετάξει» από πάνω του ακίνητα και χρέη προς τράπεζες και δημόσιο. Οι σχετικές αιτήσεις για αποποίηση έχουν αγγίξει το 2016 τις 54.000 (επίσημα στοιχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης). Ωστόσο, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, που είναι τα ειρηνοδικεία, εκτιμούν ότι για φέτος ο αριθμός τους θα είναι έως και τριπλάσιος, από ό,τι φαίνεται με βάση τις αιτήσεις που έχουν ήδη υποβληθεί πριν καλά καλά κλείσει το πρώτο τρίμηνο του έτους (Καθημερινή, 26.03.2017). Όμως σε εφιάλτη έχει μετατραπεί και η αποδοχή ακινήτων από κληρονομιά και όταν η κληρονομιά δεν έχει χρέη, επειδή τα ακίνητα συνοδεύεται με φόρους και κυρίως με τον ΕΝΦΙΑ. Πλέον πολλοί φορολογούμενοι επιλέγουν να αποποιηθούν κληρονομιές για να γλιτώσουν από την εφορία. Στα ειρηνοδικεία όλης της χώρας καθημερινά εκατοντάδες άνθρωποι σπεύδουν να αποποιηθούν ακίνητα μικρής και μεγάλης αξίας που κληρονομούν από τους γονείς και τους συγγενείς τους. Οι φορολογούμενοι υπό το βάρος των φόρων των χρεών και των υποχρεώσεων που συνοδεύουν τις περιουσίες αποφασίζουν να προχωρήσουν σε αποποίηση των περιουσιών που κληρονομούν ακόμη και όταν οι περιουσίες δεν είναι κατάχρεες. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Τα τελευταία χρόνια οι αποποιήσεις κληρονομιών αυξήθηκαν κατά περίπου 85% (newsbeast: Κατακόρυφη η αύξηση αποποίησης κληρονομιάς λόγω φόρων) . Τα σημαντικότερα άρθρα στο Κληρονομικό Δίκαιο Άρθρο 1813 (ΑΚ) – Πρώτη τάξη Ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου στην πρώτη τάξη καλούνται οι κατιόντες του κληρονομουμένου. Ο πλησιέστερος απ’ αυτούς αποκλείει τον απώτερο της ίδιας ρίζας. Στη θέση κατιόντος που δεν ζει κατά την επαγωγή υπεισέρχονται οι κατιόντες που μέσω αυτού συνδέονται με συγγένεια με τον κληρονομούμενο (διαδοχή κατά ρίζες). Τα τέκνα κληρονομούν κατ’ ισομοιρία. Άρθρο 1814 – Δεύτερη τάξη Στη δεύτερη τάξη καλούνται μαζί οι γονείς του κληρονομουμένου, οι αδελφοί, καθώς και τέκνα και έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν απ’ αυτόν. Οι γονείς και οι αδελφοί κληρονομούν κατ’ ισομοιρία και τα τέκνα ή οι έγγονοι αδελφών που έχουν πεθάνει πριν από τον κληρονομούμενο κληρονομούν κατά ρίζες. Τα τέκνα αδελφού του κληρονομουμένου που έχει πεθάνει πριν απ’ αυτόν αποκλείουν τους εγγόνους της ίδιας ρίζας. [ερμηνεία: O νόμος καλεί ταυτόχρονα με τους γονείς όχι μόνο τους αδελφούς του κληρονομουμένου που επέζησαν […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 4 Σεπτεμβρίου, 2017

    Ο «εξαρτημένος» δράστης – η ποινική μεταχείρισή του.

    “Ο «εξαρτημένος» δράστης – η ποινική μεταχείρισή του” [Κώστας Κοσμάτος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ] Η μεταχείριση των εξαρτημένων δραστών ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 1α΄, 30 έως και 35 του Ν 4139/2013[1]. Οι προβλέψεις αφορούν σε τρία επίπεδα: α) στο πεδίο της διάγνωσης της εξάρτησης, β) στην ιδιαίτερη ποινική μεταχείριση των εξαρτημένων παραβατών του νόμου, γ) στην έμφαση στη θεραπεία, με την παροχή δυνατοτήτων για παρακολούθηση από μέρους των εξαρτημένων δραστών θεραπευτικών προγραμμάτων απεξάρτησης σε όλο το φάσμα της ποινικής διαδικασίας, καθώς των εννόμων αποτελεσμάτων που επιφέρει η ολοκλήρωσή τους [2]. Ι. Η εξάρτηση και η διάγνωσή της Αρχικά είναι κρίσιμο να σημειωθεί ότι η έννοια της εξάρτησης του κατηγορουμένου χρησιμοποιείται από το νομοθέτη κυρίως με την έννοια της «ψυχικής» εξάρτησης, όπως προκύπτει ρητά από την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 4139/2013[3]. Η θέση αυτή ακολουθώντας τα διεθνώς κρατούντα στην επιστήμη, θεωρεί ότι η εξάρτηση του ατόμου από τα ναρκωτικά έχει ως βασικό χαρακτηριστικό μια κατάσταση όπου ο χρήστης διακατέχεται από µια µη ελεγχόμενη επιθυµία χρησιμοποίησης των ουσιών αυτών. Περαιτέρω είναι δυνατόν να συντρέχει παράλληλα με την «ψυχική» και η λεγόμενη «σωματική» εξάρτηση, ωστόσο η τελευταία δεν μπορεί να εμφανίζεται αυτοτελώς αλλά θα πρέπει να συντρέχει συνδυαστικά και με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της «ψυχικής» εξάρτησης. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο μέτρο που καθορίζεται από το νομοθέτη μια ουσία ως ναρκωτική, εισάγεται τεκμήριο ότι η ουσία αυτή προκαλεί εξάρτηση (τουλάχιστον «ψυχική») στον χρήστη της. Άλλωστε ρητά η Εισηγητική Έκθεση στην διάταξη του άρθρου 30 αναφέρει ρητά ότι «η εξάρτηση αφορά σε όλες ανεξαιρέτως τις ουσίες που περιγράφονται στο άρθρο 1». Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τον ορισμό των ναρκωτικών κατά το άρθρο 1 δεν στηρίζεται στο νόμο, ούτε αποτελεί επαρκή αιτιολογία η απόρριψη ισχυρισμού του κατηγορουμένου σχετικά με την αναγνώριση της ιδιότητάς του ως εξαρτημένου με μόνη (ή βασική) την αιτίαση ότι η ουσία που κάνει χρόνια χρήση (λχ η κάνναβη) δεν δημιουργεί εξάρτηση. Στο πεδίο της διάγνωσης της εξάρτησης του κατηγορουμένου η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 3 του Ν 4139/2013[4] αυξάνει τα κριτήρια που μπορεί να χρησιμοποιήσει το δικαστήριο προκειμένου να αχθεί σε ασφαλέστερη κρίση. Η νέα διάταξη απαριθμεί ενδεικτικά (και όχι περιοριστικά) διαγνωστικά κριτήρια[5], τα οποία (ένα η περισσότερα) συνεκτιμώνται στην κρίση για την εξάρτηση του κατηγορουμένου. Τα προβλεπόμενα από τη διάταξη αυτή διαγνωστικά κριτήρια είναι: α) πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης (δηλαδή των αναφερόμενων στο άρθρο 51[6] εγκεκριμένων οργανισμών θεραπείας στο πλαίσιο του ποινικού συστήματος)[7], β) πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών χορήγησης υποκατάστατων κατά το άρθρο 22 παρ. 3[8] ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών κατά το άρθρο 22 παρ. 6[9], γ) πιστοποιητικά περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών[10], δ) ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο[11], ε) ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους[12]. Παράλληλα σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας παρέχεται η δυνατότητα να διαταχθεί ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη[13], είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, όπως επίσης και το είδος (σωματική ή ψυχική) και η βαρύτητα αυτής (χρόνος, εξαρτησιογόνα ουσία, απαιτούμενη ημερήσια δόση). Η προσέγγιση αυτή του νομοθέτη αρχικά απαντά σε ένα βασικό […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 4 Σεπτεμβρίου, 2017

    Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015).

    “Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)” [του Κωνσταντίνου Ηρ. Ρήγα, Δ.Ν., Πρωτοδίκη και Εισηγητή των Πτωχεύσεων Πατρών]. Α. Διαταγές Στο επιγραφόμενο «Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016. Ι. Διαταγή πληρωμής[1] 1. Η προσθήκη στο άρθρο 623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος, οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2]. Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών. 2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2 ΚΠολΔ Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624 ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3], καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση, διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5]. Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων εξαιρούνται […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 4 Αυγούστου, 2017

    Ανακοπή και Αναστολή εκτέλεσης κατά διαταγής απόδοσης μισθίου.

    Ανακοπή κατά διαταγής απόδοσης μισθίου. Σύμφωνα με τα άρθρα 642 επ. ΚΠολΔ, ως ισχύουν (Ιούλιος 2017), ο καθ ου η διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου μισθωτής δικαιούται, να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του καθ’ ύλην αρμοδίου για την εκδίκαση της αγωγής απόδοσης του μισθίου δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου. 1. Καθ ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε την διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Η ανακοπή εκδικάζεται ως μισθωτική διαφορά. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει την διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή. 2. Οι λόγοι ανακοπής πρέπει να στρέφονται κατά της νομιμότητας και του κύρους της ανακοπτομένης διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Έτσι λοιπόν, λόγο ανακοπής θεμελιώνει, μεταξύ άλλων, αν στο σώμα της διαταγής απόδοσης δεν αναφέρεται πουθενά ότι έλαβε χώρα εξώδικη όχληση προς τον ανακόπτοντα, ή ο αριθμός της έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ο οποίος προέβη στην επίδοση, ή όταν αμφισβητούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 66 του ΕισΝΚΠολΔ, στο οποίο στηρίζεται η αξίωση απόδοσης του μισθίου, όπως πχ. η προβολή εκ μέρους του μισθωτή του καταλυτικού ισχυρισμού ότι η καθυστέρηση πληρωμής του μισθώματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (άρθρα 330 και 342 ΑΚ), οπότε δεν επέρχεται υπερημερία του. Δυστροπία δεν υπάρχει και το τεκμήριο ανατρέπεται, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, αν ο μισθωτής ισχυριστεί και αποδείξει, ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε εύλογη αιτία, δηλαδή σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 86/2005, ΑΠ 850/2004). Εύλογη αιτία, που αίρει την δυστροπία αποτελεί, η ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, η έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, λόγω των οποίων παρεμποδίστηκε ολικά ή μερικά η χρήση του, η ανυπαίτια νομική ή πραγματική πλάνη, η εύλογη αμφιβολία του μισθωτή ως προς την ύπαρξη, το περιεχόμενο, το χρόνο καταβολής ή την έκταση των οφειλών του, η εύλογη αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, οπότε όμως οφείλει να καταθέσει δημόσια το μίσθωμα, η υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την αποδοχή του μισθώματος. Η δημόσια κατάθεση (άρθρο 434 ΑΚ) πρέπει, όμως, να είναι πλήρης και όχι μερική και να γίνει στον τόπο και χρόνο που έπρεπε να καταβληθεί το μίσθωμα κατά την συμφωνία, γιατί η εκπρόθεσμη κατάθεση δεν αίρει το γεγονός της δυστροπίας. Ο μισθωτής οφείλει να επικαλεστεί ότι πριν τη δημόσια κατάθεση είχε προβεί σε προσφορά των καθυστερούμενων μισθωμάτων πραγματικά και προσηκόντως (ΕιρΑθ 7210/2013,(ΜονΠρΘεσ 3633/16). Σύμφωνα με το άρθρο 342 ΑΚ, γεγονός που αίρει την δυστροπία του μισθωτή μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελέσει και η δικαιολογημένη αμφιβολία του μισθωτή περί την ύπαρξη, ή την έκταση, της οφειλής, καθ ότι δεν περιέρχεται σε υπερημερία ο οφειλέτης που ευλόγως αμφιβάλλει περί την έκταση της οφειλής του, όταν πραγματικά προσφέρει κατά το συμφωνημένο χρόνο εκείνο που νόμιζε ότι οφείλει ( ΑΠ 379/1997, ΕφΠατρ 747/2008, ΕφΑθ 2554/2003). Σε περίπτωση λοιπόν που ο μισθωτής αμφιβάλλει για το ακριβές ύψος του οφειλόμενου μισθώματος πρέπει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, που διέπουν την εκπλήρωση της παροχής (ΑΚ 288), να καταβάλει το κατά την αντίληψή […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ