Α.Π. 243 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία “… Ε.Ε.” και τον διακριτικό τίτλο “…”, που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία προήλθε από μετατροπή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… Α.Ε.”. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γαλάνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του 1) Αντώνιο Λαμπρόπουλο και 2) Κωνσταντίνο Χριστοδουλόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-8-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 104/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς κρίση η από 2-07-2017 αίτηση αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 104/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτή η από 30-11-2016 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξηφανίσθη η υπ’ αριθ. 49/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και έγινε εν μέρει δεκτή η από 16-8-2016 ανακοπή εκτελέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας. Με την πρωτοβάθμια απόφαση απορρίφθηκε η ως άνω ανακοπή με την παραδοχή ότι η προβληθείσα υπό του ανακόπτοντος ένσταση παραγραφής εκαλύπτετο από το υφιστάμενο δεδικασμένο Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της άνω, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθή νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθή ως προς του λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 933 § 4 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 § 2 εδ. γ` αντίστοιχα. Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το κριθέν δικαίωμα και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί κατά την ως άνω διάταξη και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 977/2015, 1881/2014, 133/2003). Η διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν δύναται πλέον να αμφισβητηθεί ούτε και με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η δι’ αυτής βεβαιουμένη απαίτηση, εφ’ όσον έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άνω άρθρου 633 § 2 εδ. τελευταίο, δεδικασμένο, που κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 330 και 935 ιδίου κώδικα καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, αφορώσα στο κύρος της εκτελέσεως, λόγων ανακοπής, που αν και ήταν γεννημένοι και ηδύναντο να προταθούν, δεν προτάθηκαν με μία από τις ανωτέρω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής (Ολ ΑΠ 30/1987, ΑΠ 1881/2014).

Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, εφ’ όσον το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών, την οποία προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 856/2014, 53/2004). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που ηδύναντο να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που δύναται να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελιώσεως.

Από εκείνες που δεν προτάθηκαν καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκ του δικονομικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγομένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια. Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν στο κατ` ουσία βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η μη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφ’ όσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφ’ όσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωση της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 856/2014, 1017/2001). Στην κατηγορία των καταχρηστικών ενστάσεων που αν δεν προτάθηκαν, κατά τα ανωτέρω, καλύπτονται από το δεδικασμένο, ανήκει και η ένσταση της παραγραφής.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ αιτιάσεις υπό την επίκληση ότι, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 321, 330, 632, 633, 933 ΚΠολΔ και 268 Α.Κ., θεωρώντας ότι η ένσταση παραγραφής που προτάθηκε, δεν καλύπτεται από το υφιστάμενο δεδικασμένο και ότι δεν συνέτρεξε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ ενώ περαιτέρω, παρά τον νόμο δεν έκρινε απαράδεκτη την ανωτέρω ένσταση.

Εν, προκειμένω το Εφετείο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), και όσον αφορά στον πρώτο λόγο εφέσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα : ” Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι η καθ’ ης ζήτησε και πέτυχε σε βάρος του ανακόπτοντος την έκδοση δύο διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, ήτοι των 184/2009 και 193/2009, για απαίτησή της 55.000 € και 20.000 € αντίστοιχα, πλέον τόκων και εξόδων που της όφειλε ο ανακόπτων ως έναντι της ευθυνόμενος υπογραφέας (εκδότης στις δύο και προγενέστερος αυτής οπισθογράφος στην τρίτη) σε τρεις τραπεζικές επιταγές που εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον τελευταίο κομιστή και δεν πληρώθηκαν και τις οποίες πλήρωσε η επίσης υπόχρεη έναντι του τελευταίου κομιστή καθ’ ης η ανακοπή και τις ανέλαβε. Τις παραπάνω διαταγές πληρωμής επέδωσε η καθ’ ης στον ανακόπτοντα πρώτη φορά την 7.10.2009 και για δεύτερη φορά την 16.6.2016 όταν του επέδωσε αντίγραφο εξ απογράφου των ίδιων διαταγών πληρωμής με τις κάτω από αυτές από 6.6.2016 επιταγές προς πληρωμή, χωρίς ο ανακόπτων να ασκήσει ανακοπή κατά των διαταγών πληρωμής.

Επομένως, μεταξύ των δύο επιδόσεων είχε παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, χρόνου παραγραφής των αξιώσεων κατά των ευθυνομένων υπογραφέων τραπεζικής επιταγής και έχουν παραγραφεί οι σχετικές αξιώσεις κατά του ανακόπτοντος, δεδομένου ότι η καθ’ ης ούτε επικαλέστηκε, ούτε άλλωστε προέκυψε από τις αποδείξεις ύπαρξη γεγονότος ανασταλτικού της ανωτέρω παραγραφής ή γεγονότος που να την διέκοψε. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ανακοπής ήταν και ουσιαστικά βάσιμος και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που τον απέρριψε θεωρώντας ότι η ένσταση της παραγραφής που συμπληρώθηκε μετά την έκδοση των διαταγών πληρωμής, καλύφθηκε από το δεδικασμένο τη δύναμη του οποίου απέκτησαν οι διαταγές πληρωμής που δεν προσβλήθηκαν με ανακοπή ούτε μετά τη δεύτερη επίδοση, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος έφεσης και η έφεση που κρίνεται, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και να δικαστεί η ανακοπή, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ανακοπής ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμος, … να γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη, να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης..”.

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο – το οποίο δια της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικο εδέχθη εν μέρει την ανακοπή εκτελέσεως και ακύρωσε τις επιταγές προς πληρωμή κάτωθι του αντιγράφου εξ απογράφου των υπ’ αριθ. 184/2009 και 193/2009 διαταγών πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, καθώς και την υπ’ αριθ. …/2016 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως – εσφαλμένως εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 ,324, 330, 632, 633, 933 παρ.4,935 ΚΠολΔ και παρά το νόμο δεν έκρινε ως απαράδεκτη την υπό του ανακόπτοντος- αναιρεσιβλήτου δια του πρώτου λόγου της ανακοπής προβληθείσα και δια του πρώτου λόγου της εφέσεως του επαναφερθείσα ένσταση παραγραφής. Τούτο δε διότι, υπό τα ανελέγκτως κριθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι η υπό του ανακόπτοντος-αναιρεσιβλήτου προβληθείσα ένσταση παραγραφής δεν ηδύνατο να προταθή παραδεκτώς ως άμυνα κατά της εν λόγω ανακοπής εκτελέσεως, εφ’ όσον οι δια των επιδίκων διαταγών πληρωμής βεβαιωθείσα απαίτηση εκαλύπτετο υπό του δεδικασμένου, του απορρέοντος εκ του ανελέγκτως κριθέντος γεγονότος ότι προς τον καθ’ ου, ως άνω οφειλέτη, επεδόθη δύο φορές αντίγραφο των διαταγών τούτων και ούτος δεν ήσκησε κατ’ αυτών ανακοπή, εντεύθεν εξέπεσε του δικαιώματος προβολής ενστάσεως παραγραφής δια της υπ’ αυτού ασκήσεως ανακοπής εκτελέσεως, συμφώνως και προς τα προεκτεθέντα στην μείζονα πρόταση. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου λόγου αυτής, που καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση (έρευνα δευτέρου λόγου εφέσεως) στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 104/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

areiospagos.gr