Αριθμός 462/2017

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά, Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία “… ΟΕ” (πρώην … ΟΕ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Ανδρεάτου – Λαμπροπούλου.
Της αναιρεσίβλητης: Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία “… ΑΑΕ”, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5650/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5918/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 10-2-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5-6-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5918/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-6-2015 (αρ. κατ. …2015) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η οριστική υπ’ αρ. 5918/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτου πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 54 του εισαγωγικού του Νόμου, συνάγεται σαφώς ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διαιρεμένη) κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ’ ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση. Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων αυτών μερών γίνεται είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας σύμβαση είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών κατά τα άρθρα 4 § 1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 (ΑΠ 1633/2003).

Εκτός από τις κατασκευές και εγκαταστάσεις που ενδεικτικά στο νόμο 3741/1929 (άρθρο 2 § 1) και στον ΑΚ (άρθρο 1117) αναφέρονται ως κοινά μέρη της οικοδομής, είναι δυνατόν και άλλες, σύμφωνα με το κριτήριο της χρήσης, να αποτελέσουν αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας (αφού θα χρησιμεύουν στην κοινή χρήση των ιδιοκτητών). Έτσι, αποτελούν κοινόκτητο και κοινόχρηστο πράγμα οικοδομής και οι εγκαταστάσεις παροχής και αποχέτευσης νερού, αφού όπως είναι πρόδηλο, παρέχουν χρησιμότητα σε όλους τους δικαιούχους της οριζόντιας ιδιοκτησίας (ΑΠ 406/1996). Αναφορικά με τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών από την αποκλειστική ιδιοκτησία, από τη διάταξη του άρθρου 6 § 1 του άνω ν. 3741/1929, συνάγεται ότι ο κύριος χωριστής ιδιοκτησίας έχει υποχρέωση να τη διατηρεί σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μην μπορεί να προκύψει από αυτή βλάβη στη χρήση των λοιπών διαιρετών ιδιοκτησιών. Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής γεννάει ενοχική αξίωση των λοιπών ή του βλαπτόμενου να ζητήσουν αποζημίωση. Αν η πιο πάνω παράλειψη του συνιδιοκτήτη είναι και υπαίτια, δικαιούται ο ιδιοκτήτης της βλαπτόμενης χωριστής ιδιοκτησίας του να στραφεί κατά του ζημιώσαντος με βάση τις διατάξεις για την αδικοπραξία και να ζητήσει πλήρη ικανοποίηση.

Εξάλλου, σε σχέση με τις υποχρεώσεις από την αναγκαστική συνιδιοκτησία πάνω στα κοινά πράγματα, κατά το άρθρο 5 εδάφ. β’ και γ’ του πιο πάνω νόμου 3741/1929, καθένας από τους συνιδιοκτήτες συμμετέχει υποχρεωτικά στη συντήρηση και επισκευή των κοινών μερών της οικοδομής και ευθύνεται ατομικά ή και παράλληλα με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες για την επισκευή τους, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του. Για κάθε δε υπαίτια ζημιογόνο παράλειψη των άνω συνιδιοκτητών ή του διαχειριστή εντολοδόχου τους σε σχέση με τις ανατεθείσες κατ’ άρθρα 4 και 13 του ως άνω νόμου από τον Κανονισμό υποχρεώσεις του, για συντήρηση και επισκευή των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, ο βλαπτόμενος ιδιοκτήτης έχει αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 932, 714, 297, 298 ΑΚ (ΑΠ 914/2005).

Στην περίπτωση αυτή (υποχρεώσεις από κοινά βάρη) η κύρια υποχρέωση όλων των συγκυρίων συνίσταται σε επιχείρηση πράξης, η οποία ως εκ της φύσης της είναι αδιαίρετη παροχή. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 494 παρ. 1, 481 και 482 του ΑΚ, αν περισσότεροι οφείλουν αδιαίρετη παροχή, καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την εκπληρώσει ολόκληρη, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή, κατά την προτίμησή του, από οποιονδήποτε οφειλέτη. Συνεπώς ο ιδιοκτήτης διαμερίσματος, βλαπτόμενος από τη χρήση κοινού πράγματος της οικοδομής έχει δικαίωμα να αξιώσει την κατάλληλη επισκευή αυτού προς άρση της προσβολής του είτε από όλους τους λοιπούς συνιδιοκτήτες είτε από ένα ή ορισμένους από αυτούς κατά την προτίμησή του (ΑΠ 406/96).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, εκτός από άλλα στοιχεία και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά το νόμο της αγωγής. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας (άρθρα 914, 297, 298 ΑΚ), πρέπει στο δικόγραφό της να αναφέρονται, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημίωσης και κυρίως η παράνομη ενέργεια του υπόχρεου (πράξη ή παράλειψη), η υπαιτιότητα αυτού, η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της παράνομης συμπεριφοράς του, καθώς και τα αναγκαία στοιχεία για τον προσδιορισμό της θετικής και αποθετικής ζημίας του ζημιωθέντος (ΑΠ 926/2004).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 481/2012, ΑΠ 538/2012).

Με τον 2° λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη δικονομική διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας αυτής, διότι έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 926, 481 – 482 ΑΚ και άρθρ. 5 περ. β’ του Ν. 3741/1929, χωρίς αυτά να εξειδικεύονται με πληρότητα στην αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 9-7-2007 (αρ. κατ. 9081/2007) αγωγή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι η ασφαλισμένη της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία … AE με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία ωρολογίων, που εδρεύει στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην οδό Βουλής αρ. 14, και διατηρεί ως αποθηκευτικό χώρο και λογιστήριο τους δεύτερο και τέταρτο ορόφους της ίδιας πολυκατοικίας, τους οποίους χρησιμοποιούσε ως μισθώτρια, υπέστη, στις 4-7-2004 και περί ώρα 23:00, τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο ζημίες, τόσο στις κτιριακές εγκαταστάσεις του πρώτου και δεύτερου ορόφου, όσο και στα εμπορεύματα που είχε αποθηκεύσει εκεί, εξαιτίας της διάρρηξης σωλήνα ύδρευσης του υπερκείμενου διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας, που ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας και ήδη αναιρεσείουσας, ότι η διάρρηξη του υδροσωλήνα οφείλεται στην παράλειψη της εναγομένης να ελέγχει και να συντηρεί τις σωληνώσεις ύδρευσης που βρίσκονται εντός της οριζόντιας ιδιοκτησίας του τρίτου ορόφου, κυριότητας αυτής, όπως είχε υποχρέωση εκ του νόμου ως ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου διαμερίσματος, αλλά και εκ της ιδιαίτερης υποχρέωσης πρόνοιας που οφείλει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός ιδιοκτήτης με δεδομένη την παλαιότητα των σωληνώσεων ύδρευσης της ανωτέρω πολυκατοικίας, ότι επίσης, δυνάμει ρητού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της ασφαλισμένης μισθώτριας, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καλύπτει και τις ζημίες από διάρρηξη σωληνώσεων, ότι μετά την διαπίστωση από πραγματογνώμονα της επέλευσης του ανωτέρω ασφαλιστικού κινδύνου η ενάγουσα ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών της ασφαλισμένης της και κατέβαλε σ’ αυτήν το συνολικό ποσό των 165.877,10 ευρώ με συνέπεια να υποκατασταθεί στα δικαιώματα της ασφαλισμένης της έναντι των τρίτων υπόχρεων.

Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, πλέον 4.720 ευρώ που κατέβαλε ως αμοιβή για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Με το ιστορικό αυτό και ειδικότερα ως προς το ποσό της αποζημίωσης των 165.877,10 ευρώ η αγωγή ήταν αρκούντως ορισμένη, διότι απευθυνόταν ατομικά κατά της εναγομένης ΟΕ και ήδη αναιρεσείουσας με την ιδιότητά της, ως ιδιοκτήτριας του διαμερίσματος του Γ’ ορόφου εντός του οποίου προκλήθηκε η διάρρηξη του υδροσωλήνα, εξαιτίας της οποίας η ασφαλισμένη της ενάγουσας, μισθώτρια εταιρεία, υπέστη ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας ευθύνεται η εναγομένη (κατά το ιστορικό της αγωγής) σύμφωνα με την υποκειμενική ευθύνη αυτής, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρ. 914 ΑΚ, αλλά και κατά τη διάταξη του άρθρ. 6 του Ν. 3741/1929 περί αντικειμενικής ευθύνης, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρ. 14 Ν. 2496/1997 (Ασφ.Ν), ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες άλλωστε ρητά ανέφερε η αγωγή. Εξάλλου, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε επίσης την αγωγή επαρκώς ορισμένη ως προς το ανωτέρω αγωγικό ποσό δεν έσφαλε, κατ’ αρχήν. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας και έλαβε υπόψη του πραγματικά περιστατικά που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρ. 926, 481 – 482 ΑΚ και αυτές σε συνδ. με τη διάταξη του άρθρ. 5 περ. β’ Ν. 3741/1929 (ευθύνη για τα κοινά βάρη), διότι ο υδροσωλήνας αποδείχθηκε ότι είναι κοινόχρηστος, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και ειδικότερα στις παραδοχές του Εφετείου που δέχθηκε την αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη, με βάση τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις (άρθρ. 926, 481 – 482 ΑΚ, άρθρ. 5 περ. β’ Ν. 3741/1929) και όχι διότι η αγωγή θεμελιωνόταν στις διατάξεις αυτές.

Αντίθετα, η αγωγή, σύμφωνα με το ιστορικό της, ήταν νόμιμη και επαρκώς ορισμένη και περιείχε τα στοιχεία, που ήταν αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, δεδομένου ότι στηριζόταν στην ατομική ευθύνη της εναγομένης ως αποκλειστική ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος του Γ’ ορόφου της πολυκατοικίας, δηλαδή, στην υποκειμενική και αντικειμενική ευθύνη αυτής, με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 914 και άρθρ. 6 του Ν. 3741/1929, τις οποίες μάλιστα ρητά μνημόνευε το αγωγικό δικόγραφο. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης όχι παρά το νόμο έκρινε παραδεκτή την αγωγή και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Συνεπώς, ο 2ος αναιρετικός λόγος (δικονομικό απαράδεκτο) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ, καθορίζονται στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής – με οποιαδήποτε μορφή – στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Έτσι εμπίπτει στην έννοια αυτή μεταξύ άλλων, και η μορφή συμμετοχής της παραυτουργίας, δηλαδή, η περίπτωση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία, χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους καμία συνεννόηση. Στη δεύτερη περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, (όπως συμβαίνει επί αναγκαστικής συνιδιοκτησίας), αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης.

Στην τρίτη περίπτωση η ζημία προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσότερων προσώπων, οι οποίες αποτελούν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία. Όταν συντρέχει μια από τις πιο πάνω τρεις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Προϋπόθεση όμως της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά. Εξ άλλου, στην περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν να αντιδικούν μεταξύ τους ούτε ως προς την ύπαρξη ούτε ως προς την έκταση της ευθύνης τους. Στη δίκη αποζημίωσης αν εναχθούν περισσότεροι εις ολόκληρον ευθυνόμενοι δεν μπορούν αυτοί να ζητήσουν από το δικαστήριο να τους προσδιορίσει με την απόφασή του, το βαθμό συμμετοχής τους στην αδικοπραξία. Αυτό θα κριθεί στα πλαίσια της δίκης αναγωγής μεταξύ των εις ολόκληρον ευθυνόμενων (ΑΠ 1229/2013, ΑΠ 1685/2009).

Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013, ΑΠ 349/2014).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ΟΕ αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 926, 927, 298, 330, 481 – 482 ΑΚ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα ΟΕ – ιδιοκτήτρια του Γ’ ορόφου της πολυκατοικίας ευθύνεται αποκλειστικά για τις προξενηθείσες ζημίες στα εμπορεύματα της ασφαλισμένης, στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας, στα δικαιώματα της οποίας υπεισήλθε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξ ασφαλιστικής υποκατάστασης, τις οποίες ζημίες προκάλεσε η εκροή υδάτων από υδροσωλήνα, που ανήκει σε κοινόχρηστο χώρο του Γ’ ορόφου της πολυκατοικίας, καθόσον από τις παραδοχές του Εφετείου, δεν προκύπτει η ευθύνη της αναιρεσείουσας στην εν λόγω αδικοπραξία και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το εάν η επιδίκαση σε βάρος της αναιρεσείουσας του ποσού αποζημίωσης υπέρ της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας είναι ή όχι το αναγκαίο επακόλουθο των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: “Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει της από 11-5-2004 ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης είχε αναλάβει την ασφαλιστική κάλυψη της εταιρείας εισαγωγής και εμπορίας ωρολογίων με την επωνυμία “… A.E.”, μεταξύ άλλων, και για ζημίες των κτιριακών της εγκαταστάσεων και των εμπορευμάτων της προερχόμενες από διάρρηξη σωληνώσεων, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν πιο κάτω. Η ως άνω ασφαλισμένη στην ενάγουσα εταιρεία στεγαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο στην πολυκατοικία που βρίσκεται στη συμβολή των οδών …, και δη ως μισθώτρια των πρώτου, δευτέρου και τετάρτου ορόφων αυτής τους οποίους χρησιμοποιούσε ως λογιστήριο και αποθηκευτικούς χώρους των εμπορευμάτων της. Στην ίδια ως άνω πολυκατοικία είναι εγκατεστημένη και η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη εταιρεία, η οποία είναι ιδιοκτήτρια επτά γραφείων του τρίτου ορόφου αυτής. Στις 4-7-2004 και περί ώρα 23.00 οι νόμιμοι εκπρόσωποι των ανωτέρω εταιρειών, ήτοι της ασφαλισμένης στην ενάγουσα εταιρείας με την επωνυμία “… A.E.” και της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας -εφεσίβλητης εταιρείας, ειδοποιήθηκαν από τον θυρωρό της παραπάνω πολυκατοικίας ότι υπήρχε διαρροή υδάτων στον τρίτο όροφο, όπου βρίσκονται τα γραφεία της εναγόμενης, και στους υποκείμενους αυτού ορόφους, ήτοι στον πρώτο και δεύτερο όροφο, όπου βρίσκονται αντίστοιχα τα γραφεία και οι αποθήκες της παραπάνω ασφαλισμένης στην ενάγουσα εταιρίας, εξαιτίας θραύσης σωλήνα υδρεύσεως στον τρίτο όροφο.

Η παραπάνω πολυκατοικία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 “περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους” και διέπεται από τις διατάξεις του ως άνω νόμου και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ. Οι δε σχέσεις μεταξύ των οροφοκτητών και των συνιδιοκτητών των επιμέρους οριζοντίων ιδιοκτησιών της διέπονται από τον προσαγόμενο και επικαλούμενο υπ. αρ. …/6-3-1958 κανονισμό του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ρ. Γ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ανωτέρω κανονισμού της πολυκατοικίας αυτής και σε συνδυασμό με το προσαγόμενο μετ’ επικλήσεως σχέδιο κάτοψης του δευτέρου και τρίτου ορόφου της, ο τρίτος όροφος αυτής περιλαμβάνει επτά (7) αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, που από την κατασκευή τους προορίζονταν για γραφεία και ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας -εφεσίβλητης, καθώς και από κοινόχρηστους χώρους, ήτοι κλιμακοστάσιο, δύο ανελκυστήρες, διάδρομο, δύο αποχωρητήρια και μικρό χώρο εναπόθεσης ειδών καθαρισμού για τους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας. Εντός του τελευταίου αποδείχτηκε ότι υπάρχει σωλήνας υδροδότησης, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπέστη διάρρηξη. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι διάρρηξη σωληνώσεων υδροδότησης προερχόμενη από τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες της εναγόμενης δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα στην ένδικη περίπτωση, καθόσον οι εν λόγω ιδιοκτησίες προορίζονται από την κατασκευή τους να χρησιμοποιούνται ως γραφεία, και εξ αυτού του λόγου δεν έγινε υδραυλική εγκατάσταση παροχής ύδατος εντός αυτών. Τα παραπάνω δεν αμφισβητούνται από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία, όμως, αρνείται τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του επίδικου σωλήνα υδρεύσεως, επικαλούμενη ότι η εναγόμενη κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων είχε τοποθετήσει σιδερένια πόρτα στο κλιμακοστάσιο του τρίτου ορόφου, που εμπόδιζε την σ’ αυτόν διέλευση των υπόλοιπων ενοίκων της ανωτέρω πολυκατοικίας, και ότι, ως εκ τούτου, εν τοις πράγμασι την αποκλειστική χρήση αυτού (γ’ ορόφου) έχει μόνο η εναγόμενη.

Οι αναφερόμενες, όμως, εκ μέρους της τελευταίας πολεοδομικές παραβάσεις, και αληθείς υποτιθέμενες, ανεξάρτητα από τις αντίστοιχες πολεοδομικές και ποινικές κυρώσεις που μπορούν να επισύρουν και τη γέννηση αξιώσεων των λοιπών συνιδιοκτητών προς άρση τους, δεν μεταβάλουν τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ανωτέρω χώρου εναπόθεσης ειδών καθαρισμού για τους κοινόχρηστους χώρους της ανωτέρω πολυκατοικίας, ούτε και του σωλήνα υδρεύσεως που τον εξυπηρετεί.
Συνεπώς, η εκκαλουμένη που δέχθηκε ότι στην ένδικη περίπτωση η διαρροή ύδατος στους δεύτερο και πρώτο ορόφους, που χρησιμοποιούσε η ανωτέρω ασφαλισμένη στην ενάγουσα εταιρεία, προήλθε από διάρρηξη σωλήνα ύδρευσης, που βρισκόταν εντός κοινόχρηστου χώρου του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας και χρησιμοποιείται για την αποθήκευση ειδών καθαρισμού των κοινόχρηστων χώρων της παραπάνω πολυκατοικίας, και όχι από διάρρηξη σωλήνα ύδρευσης που βρισκόταν εντός των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών (γραφείων) του τρίτου ορόφου της εναγόμενης, και συνεπώς ότι δεν πρόκειται για σωλήνα ύδρευσης τον οποίο όφειλε αυτή (εναγόμενη) να συντηρεί και να επισκευάσει αποκλειστικά ως ιδιοκτήτρια, κατ’ άρθρ. 6 παρ. 1 του ν. 3741/ 1929, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και οι περί του αντιθέτου επαναφερόμενοι ισχυρισμοί της ενάγουσας – εφεσίβλητης, τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι.

Ωστόσο, παραμένει ερευνητέα η αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο βλαπτόμενος (συνιδιοκτήτης ή τρίτος, ήτοι μισθωτής όπως και εν προκειμένω η ασφαλισμένη στην ενάγουσα εταιρεία “… Α.Ε.”) από τη χρήση κοινού πράγματος οικοδομής έχει δικαίωμα να αξιώσει την επισκευή του είτε απ’ όλους τους συνιδιοκτήτες είτε από έναν ή ορισμένους απ’ αυτούς κατά τη προτίμησή του κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, δεδομένου ότι, όπως επίσης προαναφέρθηκε, υφίσταται εις ολόκληρον ευθύνη των συνιδιοκτητών, καθώς και του τυχόν ορισθέντος διαχειριστή της πολυκατοικίας, κατά τις διατάξεις των άρθρ. 914, 926, 481 και 482 ΑΚ σε συνδ. με άρθρ. 5 περ. β’ του ν. 3741/ 1929, για την μη επισκευή των κοινοχρήστων πραγμάτων της έναντι του ζημιωθέντος. Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας-εναγόμενης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της, διότι ο διαρρηχθείς σωλήνας ύδρευσης βρισκόταν στον ανωτέρω κοινόχρηστο και κοινόκτητο χώρο του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας για τον οποίο ευθύνονται όλοι οι συνιδιοκτήτες της, που εκπροσωπούνται από τον εκλεγμένο διαχειριστή κατά του οποίου έπρεπε να στραφεί η ένδικη αγωγή, και όχι εναντίον της, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακόλουθα δε, οι δεύτερος και έκτος σχετικοί λόγοι έφεσής της με τους οποίους αυτή παραδεκτά επαναφέρει προς επανάκριση τον ανωτέρω πρωτοδίκως προταθέντα ισχυρισμό της είναι απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι”.

Επίσης το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: “Τέλος, αποδείχτηκε ότι η διάρρηξη του παραπάνω κοινόχρηστου σωλήνα οφείλεται στην παράλειψη της εναγόμενης ως συνιδιοκτήτριας να ελέγχει και να συντηρεί τις κοινόχρηστες σωληνώσεις υδρεύσεως της ανωτέρω πολυκατοικίας, ως όφειλε εκ της ιδιαίτερης υποχρέωσης πρόνοιας που οφείλει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός ιδιοκτήτης, δοθείσας της παλαιότητας του επίδικου κτιρίου (έτος κατασκευής του 1956)”. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αξιολόγησε με εσφαλμένες παραδοχές τη νομική βασιμότητα της αγωγής στις διατάξεις των άρθρων 926, 481 – 482 σε συνδ. 5 περ. β’ Ν. 3741/ 1929 και άρθρ. 914 ΑΚ, καθώς επίσης, διότι από τις παραδοχές του δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ευθύνη της αναιρεσείουσας ως ενεχόμενης σε ολόκληρο και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση με την εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε με ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες. Πιο συγκεκριμένα, από τις παραδοχές του Εφετείου δεν προκύπτει σε ποια από τις τρεις περιπτώσεις ευθύνης πλειόνων ενεχομένων του άρθρου 926 ΑΚ εμπίπτει η ευθύνη της αναιρεσείουσας στην ένδικη υπόθεση, δηλαδή εάν πρόκειται για ευθύνη κοινή ή παράλληλη ή από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις των πλειόνων συνιδιοκτητών. Εάν υποτεθεί, ότι πρόκειται για τις δύο πρώτες περιπτώσεις του άρθρου 926 ΑΚ, δηλαδή για ζημία για την οποία ευθύνεται από κοινού ή παράλληλα και αυτοτελώς κάθε συνιδιοκτήτης ή και ο διαχειριστής (εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου υπήρχε εκλεγμένος διαχειριστής από τον Κανονισμό), δεν συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ποιες είναι οι παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των πλειόνων ενεχομένων (και όχι μόνον της αναιρεσείουσας) να λάβουν τα κατάλληλα με τις περιστάσεις και την καλή πίστη προστατευτικά μέτρα, ενόψει της παλαιότητας του κτιρίου και εάν κάθε επί μέρους ενέργεια αυτών ήταν πρόσφορη από μόνη της για την επαγωγή της ζημίας, ούτε προσδιορίζεται κατ’ είδος η παράλειψη, δηλαδή το είδος των προστατευτικών μέτρων, που η αναιρεσείουσα αμέλησε να λάβει. Η γενική αναφορά ότι η αναιρεσείουσα παρέλειψε τον έλεγχο και συντήρηση των σωληνώσεων δεν αρκεί. Δηλαδή, το Εφετείο αρκείται στο πραγματικό γεγονός της διάρρηξης του κοινόχρηστου υδροσωλήνα λόγω παραλείψεων μόνον της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, χωρίς να εκθέτει το πραγματικό της αδικοπραξίας ως παράνομης πράξης ή παράλειψης κοινής ή παράλληλης και των υπολοίπων συνιδιοκτητών και χωρίς να εκθέτει το είδος της παράλειψης.

Επίσης, από τις παραδοχές του Εφετείου ουδόλως προκύπτει, εάν πρόκειται για ζημία που προήλθε από ανεξάρτητες πράξεις ή παραλείψεις περισσοτέρων συνιδιοκτητών (δηλ. η τρίτη περίπτωση του άρθρ. 926 ΑΚ), που αποτελούσαν όλες δυνατούς αιτιώδεις όρους επαγωγής της ζημίας, αλλά ότι δεν μπορεί να εξακριβωθεί, ποια συγκεκριμένη πράξη προκάλεσε πράγματι τη ζημία, δηλαδή ότι είναι αδύνατη η εξακρίβωση τίνος συνιδιοκτήτη ή του διαχειριστή η παράλειψη προκάλεσε τη διάρρηξη του σωλήνα. Τα ανωτέρω περιστατικά ήταν αναγκαία για να συντρέξουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρ. 926 ΑΚ και να δημιουργηθεί παθητική σε ολόκληρο ενοχή κατ’ άρθρ. 481 – 482 ΑΚ, για τη θεμελίωση της οποίας απαιτείται η πραγματική συνδρομή των νομίμων όρων ευθύνης για τον καθένα συνοφειλέτη. Επομένως, τα περιστατικά που θεμελιώνουν την σε ολόκληρο ευθύνη της αναιρεσείουσας ουδόλως τα παραθέτει το Εφετείο, αρκούμενο μόνον στην παραδοχή, ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται ως συνιδιοκτήτρια. Έτσι, όμως στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την επιδίκαση σε βάρος της αναιρεσείουσας της αποζημίωσης, με την εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρ. 926 και 481 – 482 ΑΚ και αυτές σε συνδ. 5 περ. β’ Ν. 3741/1929 και άρθρ. 914 ΑΚ, που επίσης εσφαλμένα ερμήνευσε, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος εκ του αριθμού 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων) πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. 5918/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο, το οποίο κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
tetravivlos.gr