Δεν αποδείχθηκε η απασχόληση με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Άκυρη απόλυση. Επιδίκαση μισθών υπερημερίας, επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας. Αόριστη η ένσταση του άρθρου 656 β΄ του Αστικού Κώδικα περί έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων από τους αιτούμενους από την ενάγουσα μισθούς υπερημερίας. Αβάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει μισθούς υπερημερίας. Αλυσιτελείς λόγοι έφεσης. Προσβολή της προσωπικότητας της εργαζομένης και ειδικότερα της τιμής και υπόληψής της εκ μέρους της εργοδότριας. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

(Η απόφαση δημοσιεύεται επιμελεία του δικηγόρου Αθηνών Διονύση Θ. Μπαράτη, Μεταπτυχιακού Διπλωματούχου Αστικού Δικαίου)

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

4ο Πολιτικό Τμήμα

Αριθμός αποφάσεως 6114/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ευαγγελία Μπάλλα, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου και από τον Γραμματέα Ιωάννη Διαμαντόπουλο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 13 Νοεμβρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΘΉΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: …, κατοίκου Κηφισιάς Αττικής, οδός …, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρία Δημητρουλάκη (AM ΔΣΑ 17678), με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2, που προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του Ν. 4194/2013 (βλ. το υπ’ αριθ. Π./2018 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ), η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: .., κατοίκου Αθηνών, οδός …, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου Διονυσίου Μπαράτη (AM ΔΣΑ 25979), με δήλωση του άρθ. 242 παρ. 2, που προκατέβαλε τις εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του Ν. 4194/2013 ( βλ. το υπ’ αριθ. Π./2018 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-10-2015 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2015 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 1874/2017 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που έκανε εν μέρει δεκτή την ως άνω αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η εναγόμενη με την από 6-12-2017 έφεση της, που κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την εκκαλούμενη απόφαση

Δικαστηρίου στις 7-12-2017 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2017, η οποία προσδιορίστηκε προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο, με τη με αριθμό έκθεση κατάθεσης ./2017 πράξη ορισμού συζήτησης του γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου αρχικώς για τη δικάσιμο της 5-3-2019 και κατόπιν της από 9-3-2018 και με αριθ. εκθ. καταθ. ./2018 κλήσεως της εφεσίβλητης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 6-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2017, υπό κρίση έφεση, κατά της με αριθ. 1874/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατιών διαφορών (άρθρα 663-676 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης η οποία έλαβε χώρα, στις 7-11-2017 (βλ. τη με αριθ. .Β/7-11-2017 έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας .) και η ένδικη έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 7-12-2017 ( άρθρα 495, 513, 516-518 παρ. 1, 520 του ΚΠολΔ ως ισχύουν μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο και ένατο του Ν 4.335/2015). Συνεπώς, πρέπει, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 &1, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 591 παρ.7 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015). Σημειωτέον ότι για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου λόγω του ότι πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθρο 495&4 εδ. τελευταίο ως αυτό ίσχυε πριν τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015 και νυν παρ.3 περ. Γ’ εδ. τελευταίο του ίδιου άρθρου).

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-10-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2015 αγωγή της, με την οποία ισχυρίστηκε ότι στις 1-9-2011 προσλήφθηκε από την εναγόμενη με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως οικιακή βοηθός, υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης και τετράωρης ημερήσιας εργασίας, με τα ειδικότερα καθήκοντα που εκθέτει, αντί μηνιαίων συμφωνηθέντων καθαρών αποδοχών ποσού 400 ευρώ, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας και νόμιμης ετήσιας άδειας αναψυχής μετ’ αποδοχών. Ότι στις 3-7-2015 και ενώ παρείχε την εξαρτημένη εργασία της στην υπηρεσία της εναγομένης, η τελευταία προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, χωρίς τη τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων, ήτοι εγγράφου τύπου και καταβολής της αποζημίωσης τηρήσεως των νομίμων προϋποθέσεων, με συνέπεια να δικαιούται μισθούς υπερημερίας λόγω της μη τήρησης των νομίμωμ προϋποθέσεων, άλλως λόγω καταχρηστικότητας της ένδικης καταγγελίας, για τους λόγους που ειδικότερα εκθέτει. Ότι, επιπλέον, στο υπόμνημα που κατέθεσε η εναγόμενη στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, που επιλήφθηκε της σχετικής προσφυγής που άσκησε η ίδια (ενάγουσα), περιέλαβε συκοφαντικούς για την ίδια ισχυρισμούς, που προσβάλλουν την προσωπικότητα της ως ατόμου και την επαγγελματική τιμή της ως εργαζόμενης, δικαιούμενης για το λόγο αυτό το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, ως ειδικότερα εκτίθεται. Ότι, επίσης, καθ’όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας η εναγόμενη ουδόλως της κατέβαλε, ως είχε υποχρέωση να πράξει, επιδόματα εορτών και αδείας και δη κατά τα έτη 2011 και 2015 δεν της κατέβαλε αποδοχές αδείας, ενώ για το έτος 2011 δεν της κατέβαλε ούτε και σχετική άδεια αναψυχής, από υπαιτιότητα της και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ιδίας ( ενάγουσας), δικαιούμενη για το λόγο αυτό της σχετικής αστικής αποζημίωσης, ήτοι διπλασιασμού των αποδοχών αδείας της, ως ειδικότερα εκτίθεται. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζήτησε, κυρίως από την έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της, άλλως και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις Α] να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της εκ μέρους της εναγομένης (ΑΚ 174, 180), Β] να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει α) για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 3-7-2015 έως 31-11-2016 το συνολικό ποσό των 2.800 ευρώ, άλλως όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι νομίμως καταγγέλθηκε η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της από την εναγομένη, να της καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης υπαλλήλου ποσού 933,34, άλλως τη νόμιμη αποζημίωση εργάτη ποσού 280,05 ευρώ, β) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, γ) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2011 έως και 2015 το συνολικό ποσό των 2.708,29 ευρώ, δ) για αποδοχές αδείας και προσαύξηση αποδοχών αδείας έτους 2011 και για αποδοχές αδείας έτους 2015 το συνολικό ποσό των 656 ευρώ και ε) για επιδόματα αδείας των ετών 2011 έως και 2015 το συνολικό ποσό των 866,67 ευρώ, όλα δε τα επιμέρους αγωγικά κονδύλια με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία εκάστη επιμέρους αξίωση που συγκροτεί το συνολικώς ως άνω αιτούμενο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής (αναφορικά με την αίτημα επιδίκασης ηθικής βλάβης) και μέχρι της πλήρους εξοφλήσεως. Τέλος, ζήτησε να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα εν γένει δικαστικά έξοδα της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, αφού δέχθηκε αυτήν ως παραδεκτώς ασκηθείσα εντός της τρίμηνης και εξάμηνης προθεσμίας του άρθ. 6 παρ.1 και 2 Ν. 3198/1S55, εν συνεχεία την έκρινε ορισμένη και νόμιμη, και μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της από την ακυρότητα της από 3-7-2015 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων τριάντα ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (7.230,96), με τον νόμιμο τόκο κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό της διακρίσεις. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα η εναγομένη, ήδη εκκαλούσα, με την υπό κρίση έφεση της, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, και να απορριφθεί η αγωγή της ενάγουσας.

Από την εκτίμηση των ενόρκων ενώπιον του ακροατηρίου καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν με επίκληση καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, εκ των οποίων άλλα λαμβάνονται προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 ΚΠολΔ), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσκομιζόμεν η από την ενάγουσα με αριθμό ./19-2-2016 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος …, που λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζεται απόδειξη κλητεύσεώς της και εφόσον δόθηκε χωρίς την παρουσία της εναγομένης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 1-9-2011 με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως οικιακή βοηθός, αντί συμφωνηθέντων καθαρών μηνιαίων αποδοχών εκ ποσού 400 ευρώ. Ειδικότερα, με βάση την ως άνω συναφθείσα σύμβαση εργασίας, η ενάγουσα θα απασχολείτο στην οικία της εναγόμενης, που βρίσκεται στην Κηφισιά Αττικής, επί της οδού ., αποτελούμενης από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, και μερικής τετράωρης ημερήσιας απασχόλησης από τις 14.00 έως τις 18.00, πλην της Τρίτης όπου θα εργαζόταν από 13.00 έως 17.00, εκτελώντας όλες τις οικιακές εργασίες που απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία του οίκου και συνάδουν με’ την ιδιότητα της οικιακής βοηθού (ήτοι εν γένει καθαριότητα, πλύσιμο και σιδέρωμα ρούχων, μαγείρεμα κ.λπ.), υπό τις οδηγίες, τις εντολές και την επίβλεψη πάντα της εναγόμενης υπό την έννοια της παρακολούθησης της τήρησης των δοθέντων οδηγιών), ενώ της είχαν παραδοθεί κατά την πρόσληψη της και κλειδιά της οικίας. Επιπλέον στην ενάγουσα είχε ανατεθεί από την ημερομηνία πρόσληψης της έως και το έτος 2013, ως μέρος των εργασιακών υποχρεώσεων της, η παράδοση και παραλαβή των ανηλίκων τέκνων (ηλικίας 11 και 9 ετών το 2011) της εναγομένης στο σχολικό λεωφορείο που τα μετέφερε στο σχολείο φοίτησης τους και εν συνεχεία η φύλαξη και επίβλεψη τους, καθώς η μητέρα τους-εναγόμενη εργαζόταν στην ασφαλιστική εταιρία Groupama με ωράριο εργασίας από 7.45 έως 15.15 και ήδη από 3-10-2012 και εντεύθεν με χρόνο αποχώρησης στις 15.45, με δυνατότητα καθυστέρησης έως 75 λεπτών κατά την πρωινή προσέλευση με αντίστοιχη επιμήκυνση κατά την αποχώρηση. Παράλληλα η ενάγουσα εργαζόταν, επίσης με μερική απασχόληση, ως καθαρίστρια στην εταιρία «Δ ΑΕ», εξυπηρετώντας τα καταστήματα Ν. Ιωνίας, Περιστεριού, Χαλανδρίου, εργαζόμενη κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή από τις 7.30 έως τις 9.30 στο κατάστημα Ν. Ιωνίας και από 9.30 έως 12.30 στο κατάστημα του Χαλανδρίου, ενώ κάθε Τρίτη και Πέμπτη από τις 7.30 έως τις 10.30 στο κατάστημα του Περιστεριού. Τις ως άνω υπηρεσίες της προσέφερε η ενάγουσα μέχρι τις 3-07-2015, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε προφορικά και χωρίς καμία προειδοποίηση τη σύμβαση εργασίας της και και χωρίς να της καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση της.

Η ενάγουσα κατήγγειλε την ως άνω συμπεριφορά της εναγόμενης με την από 7-7-2015 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη στις 8-7-2015 [βλ. σχετικά τη με αριθμό .Β /8-7-2015 έκθεση επιδόσεως της ως άνω κατονομαζόμενης Δικαστικής Επιμελήτριας …], ενώ προσέφυγε και στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Προς τούτο συντάχθηκε το με αριθμό ./16-7-2015 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς. Η εναγόμενη με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και με τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγο της έφεσης της ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα απασχολούταν στην οικία της όχι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά με σύμβαση εργασίας ανεξαρτήτων υπηρεσιών βάσει της οποίας παρείχε μόνο μία φορά εβδομαδιαίως υπηρεσίες καθαριότητας στην οικία της, και εκτάκτως άλλες δύο το πολύ φορές το χρόνο (κατά το χρόνο που απαιτούνταν επιπλέον οικιακές εργασίας λόγω εναλλαγής θέρους και χειμώνα), σε ημέρα που η ίδια (η ενάγουσα) κατά το δοκούν της προσδιόριζε, ανάλογα με την ευχέρεια που είχε από την εργασία της. Πλην, όμως, όπως αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, η τελευταία εργαζόταν στην οικία της εκκαλούσας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα, ήδη από το έτος 2011, ημερομηνία πρόσληψης την οποία αποδέχεται και η ίδια η εναγόμενη, ενώ η ανωτέρω κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εναγόμενη είχε παραδώσει την ενάγουσα και τα κλειδιά της οικίας της. Επίσης, ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι η οικονομική της κατάσταση δεν θα της επέτρεπε να απασχολεί οικιακή βοηθό επί καθημερινής βάσεως δεν αποδεικνύεται βάσιμος αφού αφενός η εναγόμενη δεν προσκομίζει προς επίρρωση του κανένα στοιχείο δηλωτικό της οικονομικής της κατάστασης αφετέρου αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι η εναγόμενη διαμένει σε πολυτελή μονοκατοικία-μεζονέτα 200 τ.μ. στην περιοχή της Κηφισιάς, τα τέκνα της φοιτούσαν σε ιδιωτικό σχολείο, έκαναν δε χρήση σχολικού λεωφορείου για τη μεταφορά τους στο χώρο του σχολείου (το οποίο περιλαμβάνει επιπλέον οικονομικό κόστος πέραν των διδάκτρων), ο σύζυγος της είναι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρίας Παραγωγής και Εμπορίας Μαγιό και ενδυμάτων … με το διακριτικό ΤΙΤΛΟ «.», ενώ και προ συστάσεως της εν λόγω εταιρίας( το έτος 1999) ο ίδιος δραστηριοποιείτο στον εν λόγω χώρο σε οικογενειακή επιχείρηση με την επωνυμία «.. ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΟΕ» [βλ. τη με αριθμό πρωτοκόλλου ./30-7-2015 ανακοίνωση καταχώρησης στο Γ.Ε.ΜΗ του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρίας, σε συνδυασμό, σε συνδυασμό με το με αριθμό ./22-11-1999 ΦΕΚ, τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης], ενώ και η ίδια (εναγόμενη) εργαζόταν, ως προαναφέρθηκε, αρκετές ώρες ημερησίως, μη έχουσα καθημερινώς επαρκή χρόνο για ενασχόληση με τις οικιακές εργασίες. Εφόσον η καταγγελία δεν έγινε εγγράφως και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δεν λύθηκε και επομένως οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των διαδίκων μερών, που απορρέουν από αυτή, εξακολουθούν να υφίστανται ακέραια. Η εναγόμενη εργοδότρια κατέστη υπερήμερη από τη στιγμή που έλαβε χώρα η άκυρη απόλυση, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε προσφορά, ούτε ρηματική, από την πλευρά της ενάγουσας, αφού η εργοδότρια εναγομένη με την καταγγελία δηλώνει κατά τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι από το χρονικό σημείο της καταγγελίας κι έπειτα δεν πρόκειται να συμπράξει για την εκπλήρωση της παροχής, πέραν του ότι δεν απαιτείται προσφορά των υπηρεσιών από την εργαζόμενη ενάγουσα. Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται, αναγνωριζομένης της ακυρότητας της από 3-7-2015 καταγγελίας, να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 3-7-2015 έως 31-1-2016, αφού έως αυτό το χρονικό σημείο αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν είχε άρει την υπερημερία της (ΑΠ 752/2007, ΕφΔωδ 249/2005 ΝΟΜΟΣ), συνολικού ποσού των 2.800 ευρώ {ήτοι 400 ευρώ ο μηνιαίος μισθός Χ 7 μήνες}, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλούμενη, χωρίς για την ορθότητα της κρίσης ως προς το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού να παραπονείται η εκκαλούσα-εναγόμενη.

Επιπλέον από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε και οφείλει στην ενάγουσα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2011 έως και 2015, συνολικού ποσού 2.708,29 ευρώ, αποδοχές αδείας ετών 2011 και 2015, συνολικού ποσού 528 ευρώ, επίδομα αδείας ετών 2011 έως και 2015 συνολικού ποσού 866,67 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του τα ίδια δέχθηκε, και στη συνέχεια επιδίκασε σε βάρος της εκκαλούσας-εναγόμενης τα αιτούμενα κονδύλια χωρίς για την ορθότητα της κρίσης ως προς το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού να παραπονείται η εναγόμενη με λόγο έφεσης, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και τον νόμο εφάρμοσε και θα πρέπει οι περί αντιθέτου λόγοι εφέσεως ν’ απορριφθούν. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη την άδεια αναψυχής του έτους 2011 και δεν της χορηγήθηκε από υπαιτιότητα της εναγομένης. Επομένως, η εκκαλουμένη που επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 128 ευρώ, ως αστική αποζημίωση λόγω μη χορήγησης της αναλογίας-ποσοστού των ημερών αδείας που δικαιούτο η ενάγουσα να λάβει για το 2011 από υπαιτιότητα της τελευταίας, ένεκα αρνήσεως αυτής για χορήγηση της παρά τις σχετικές περί τούτου οχλήσεις της ενάγουσας, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός δεύτερος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα- εναγομένη προσβάλει το κεφάλαιο της εκκαλουμένης που αφορά την ουσιαστική βασιμότητα του σχετικού κονδυλίου πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει το δικαίωμα να εκπέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από την ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίας του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το Νόμο (Σ.Σ. Ε. ή Δ.Ε.), εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, από τις αποδοχές δε αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που απεκόμισε ο μισθωτός από την ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από την χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος, είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια. Δηλαδή, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που επιδιώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά των συγκεκριμένων αμοιβών που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές (1148/2017 ΑΠ, ΑΠ 1539/2011, ΑΠ 221/2011 ΤΝΠ Νόμος). Η εκκαλούσα-εναγόμενη με τον πέμπτο λόγο της έφεσης της επαναφέρει την παραδεκτά προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επιγραμματική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου καταχωρηθείσα στα πρακτικά η οποία περιέχεται και στις πρωτόδικες προτάσεις της, ένσταση του άρθρου 656 εδ. β’ ΑΚ περί εκπτώσεως των αλλαχού κερδηθέντων ισχυριζόμενη ότι εκ των τυχόν επιδικαζόμενων μισθών υπερημερίας πρέπει να αφαιρεθεί το ποσόν που η ενάγουσα ωφελήθηκε λόγω παροχής της εργασίας της κατά το ένδικο χρονικό διάστημα σε τρίτους εργοδότες (ΑΚ 656), καθόσον η ίδια οπωσδήποτε ανηύρε άλλη εργασία και εισέπραξε από αλλού αμοιβές με τη διακοπή της μεταξύ των συνεργασίας, γεγονός το οποίο καταδεικνύεται από το ότι η ίδια(ενάγουσα) περιλαμβάνεται στους «φίλους» της εταιρίας «… ΟΕ Διαχείριση Πολυκατοικιών», και συνηγορεί στην επαγγελματική σχέση αυτών, αφενός λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας της ενάγουσας ως καθαρίστριας, αφετέρου δε λόγω της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εν λόγω εταιρίας στο χώρο της καθαριότητας. Με τέτοιο όμως περιεχόμενο, η ένσταση του άρθρου 656 εδ. β’ ΑΚ περί εκπτώσεως των αλλαχού κερδηθέντων από την ενάγουσα από τους αιτούμενους από αυτήν μισθούς υπερημερίας, εξαιτίας της παροχής της εργασίας της σε τρίτους εργοδότες, είναι αόριστη, εφόσον η δεν προσδιόρισε, ως όφειλε, το συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε η ενάγουσα από την παροχή της εργασίας της, ως αμοιβή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της υπερημερίας, σε τρίτους εργοδότες, τους οποίους επικαλέστηκε ονομαστικά η εναγομένη. Επομένως η εκκαλούμενη, που την απέρριψε ως αόριστης ορθά το νόμο εφάρμοσε απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του περί αντιθέτου λόγου της έφεσης.

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΌλΑΠ 10/2012, ΑΠ 13/2013, ΑΠ 1234/2012), αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ 1234/2012). Εξάλλου, η άσκηση του δικαιώματος του εργαζόμενου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, ενέχει υπέρβαση των εκ του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, και όταν αυτός, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας, χωρίς να εργάζεται.Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησης του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια.Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει: α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, β) τους λογούς για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού και γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε (ΑΠ 414/2016, ΑΠ 2059/2014 Νόμος, ΑΠ 960/2013 ΔΕΕ 2014, 730). Τούτο σημαίνει ότι δεν αρκεί να υποστηρίξει ο εργοδότης ότι ο μισθωτός παρέλειψε απλώς να βρει οποιαδήποτε άλλη εργασία ή ότι η ανεύρεση άλλης εργασίας ήταν ευχερής, ούτε αρκεί βεβαίως η απλή πιθανολόγηση μίας τέτοιας δυνατότητας με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 1506/2006 Νόμος, ΕφΑΘ3792/2012 ΕλλΔνη 2013.746). Στην προκείμενη περίπτωση η εκκαλούσα-εναγόμενη, με επιγραμματική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και αναλυτική αναφορά στις κατατεθείσες στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου, προτάσεις του, προέβαλε επικουρικά την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 656§2 ΑΚ επικαλούμενη η ενάγουσα καταχρηστικώς εγείρει την ένδικη αξίωση περί καταβολής μισθών υπερημερίας, καθόσον με δική της θέληση και με μοναδικό σκοπό να διεκδικήσει μισθούς υπερημερίας, παρέμεινε άνεργη καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αν και ευχερώς θα μπορούσε να ανεύρει άλλη εργασία ανάλογη προς την αναφερόμενη ειδικότητα του και με αποδοχές ανάλογες με αυτές που λάμβανε από αυτή (εναγομένη), γεγονός που, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται, αποδεικνύεται από πληθώρα αγγελιών που ακόμα και σήμερα είναι ανηρτημένες σε ιστοσελίδες ευρέσεως εργασίας. Την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επαναφέρει η εκκαλούσα με τον τέταρτο λόγο της έφεσης του. Η ως άνω προβαλλόμενη ένσταση της εναγόμενης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε προσφορές εργασίας, τις οποίες μπορούσε να αποδεχθεί για να εργαστεί και δεν τις αποδέχθηκε κακοβούλως προκειμένου να παραμείνει άεργη για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας από την εναγομένη, χωρίς να εργάζεται, καθώς μόνο η μνεία εκ μέρους της εναγομένης πληθώρας αγγελιών εφημερίδων δεν συνιστά προσφορά εργασίας ισότιμης ή ανάλογης με την εργασία που παρείχε στην εναγομένη η ενάγουσα και ως εκ τούτου δεν αρκεί αυτό για την επίρρωση του ισχυρισμού της, βλ. ΑΠ 118/2017, 414/20165, 223/2014 ΝΟΜΟΣ). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που την απέρριψε ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου ως ουσία αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης της εκκαλούσας-εναγομένης.

Περαιτέρω η εκκαλούσα-εναγόμενη με επιγραμματική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά και αναλυτική αναφορά στις κατατεθείσες στο ακροατήριο του ανωτέρω δικαστηρίου, προτάσεις του, προέβαλε επικουρικά την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση, με την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης αυτού για το σύνολο των αιτούμενων επικαλούμενη για τη θεμελίωση του ότι η εναγούς ουδέποτε ζήτησε την καταβολή τους. Τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική με την προπαρατιθέμενη έννοια την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, αφού μόνη η επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, ενώ δεν γίνεται επίκληση περαιτέρω ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, που σε συνδυασμό με την αδράνεια του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος να εξέρχεται των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και, επομένως, η προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης σχετική ένσταση καταχρηστικής άσκησης του επιδίκου δικαιώματος της ενάγουσας είναι αόριστη και ως τέτοια απορριπτέα. Η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε σιγή την προταθείσα εκ μέρους της εκκαλούσας – εναγομένης ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, ορθά έκρινε και πρέπει, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της δια της παρούσης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του έκτου λόγους της εφέσεως, ο οποίος υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από το άρθρο 520 §1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι λόγοι εφέσεως δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητας τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΕφΠειρ 422/2014 Νόμος, ΕφΔωδ 81/2013 Νόμος, Εφ Λαμ 98/2009. Νόμος, Σ. Σαμουήλ: Η έφεση, έκδ. 2008 σελ. 233). Η εκκαλούσα-εναγόμενη με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου της έφεση της ισχυρίζεται ότι η εκκαλούμενη εσφαλμένα δεν απάντησε στον ισχυρισμό της ότι ως οικιακή βοηθός ήταν εργάτρια και δικαιούται αποζημίωση εργάτη και όχι υπαλλήλου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, επειδή αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη δεν επιδίκασε αποζημίωση απόλυσης αλλά κρίνοντας άκυρη την απόλυση της εναγομένης επιδίκασε μισθούς υπερημερίας, επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας.

Τέλος, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη κατέθεσε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασία το από 11-9-2015 υπόμνημα της στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει επί λέξει τα εξής : «…Κατά το τελευταίο και μόνο χρονικό διάστημα συνομιλούσε κατά τη διάρκεια της παρουσίας της στην οικία μου πολλές φορές και επί μακρόν στο τηλέφωνο με το σύντροφο της, με τον οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα, μπροστά στα παιδιά μου, τα οποία είχαν γίνει, χωρίς φυσικά να το θέλουν, μάρτυρες γεμάτων ύβρεις και χυδαίες εκφράσεις συνομιλιών, παντελώς ακατάλληλων για την ηλικία τους. Λόγω των συμπεριφορών αυτών, τις οποίες η καθ’ ης επαναλάμβανε παρά το γεγονός ότι την είχα παρακαλέσει να μην επαναληφθούν, την ενημέρωσα στις αρχές Ιουλίου του τρέχοντος έτους ότι λήγει οριστικά η συνεργασία μας. Όταν η καθ’ ης αντιλήφθηκε ότι η απόφαση μου ήταν οριστική και δεν υπήρχε περίπτωση να καμφθώ επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί μου και με εξύβρισε, με εκβίασε ευθέως ότι ένα δεν της δώσω χρήματα θα «με καταστρέψει» και θα μου «στοιχήσει ο κούκος αηδόνι». Αρνήθηκα να υποκύψω στον ωμό εκβιασμό και η κ. … υπέβαλε την ψευδή καταγγελία της». Τα ανωτέρω καταγγελλόμενα που εξέθεσε η εναγομένη, δεν αποδείχθηκαν αληθή, η εναγόμενη δε τελούσε εν γνώσει της αναληθειας τους. Συντρέχουν, επομένως, στο πρόσωπο της εναγομένης τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της δυσφήμησης του άρθρου 362 του Π Κ. Εξ αιτίας των εις βάρος της ενάγουσας δυσφημιστικών ισχυρισμών που περιέχονται στο ανωτέρω υπόμνημα που κατατέθηκε στην Επιθεώρηση εργασίας συνοδευόμενων από χαρακτηρισμούς πλήρως απαξιωτικούς και καταφρονητικούς της προσωπικότητας της ενάγουσα προσβλήθηκε η προσωπικότητα της και ειδικότερα η τιμή και η υπόληψη της ως ατόμου καθώς δημιουργήθηκαν δυσμενείς παραστάσεις γι’ αυτήν στους τρίτους-υπαλλήλους της Επιθεώρησης Εργασίας που έλαβαν γνώση αυτής και ως εκ τούτου δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη. Λαμβανομένου δε υπόψη του είδους, του τρόπου και της έντασης της προσβολής, καθώς και της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών, πρέπει η εναγομένη, να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των 200 ευρώ, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη, απορριπτόμενου του περί αντιθέτου έβδομου λόγου της έφεσης της εκκαλούσας-εναγομένης με τον οποία η εναγόμενη παραπονείται για την επιδίκαση στην ενάγουσα χρηματικής ικανοποιήσεως, αρνούμενη την αδικοπρακτική συμπεριφορά της, χωρίς να προσβάλει και το ύψος αυτής. Επομένως, η πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε τα ανωτέρω, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας-εναγόμενης με την υπό κρίση έφεση του, με την οποία πλήττεται η εκκαλούμενη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατόπιν αυτών αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη με αριθμ. 1874/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όχι μόνον ως προς το κεφάλαιο για το οποίο έγινε δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης, αλλά στο σύνολο της για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου (ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26 642, ΕφΠειρ. 587/2008 ΕΣυγκΔ 2009 329, ΕφΠειρ 711/2015, ΕφΑνατΚρ 79/2014 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΑθ 1404/2014 Αρμ 2015.288), βλ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 2009, σελ. 447). αναγκαίως δε και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξη της που θα καθορισθεί από την αρχή (ΕφΑνΚρ 79/2014, ΕφΑθ 1404/2014, ό.π). Ακολούθως, πρέπει, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ερευνηθεί η από από 1-10-2015 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2015 αγωγή της, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και κατ’ ουσίαν, ως προς τα κύρια αιτήματα της, και Α] να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 3-7-2015 καταγγελίας της επίμαχης σύμβασης εργασίας και Β] να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβαλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των 7.102,96 ευρώ {2.800+ 2.708,29+ 528+ 866,67 + 200}, νομιμοτόκως ως εξής : για τους μισθούς υπερημερίας, από την 1η του επόμενου ημερολογιακού μηνός στο οποίο κάθε επιμέρους αξίωση που συγκροτεί το εν λόγω κονδύλιο αφορά, για τα επιδόματα εορτών (δώρα) Χριστουγέννων από την 31η-12 του έτους στο οποίο αφορά, για το επίδομα εορτών (δώρο) Πάσχα από την 30η-4 του έτους στο οποίο αφορά για το επίδομα αδείας από τη λήξη του οικείου

βλάβης, από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, πρέπει, να καταδικαστεί η εναγομένη – εκκαλούσα (εν σχέσει με την έφεση) σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσα-εφεσίβλητης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της και αναλόγως της εκτάσεως αυτών, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΔΙΚΑΖΕΙ την από 6-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2017 έφεση κατά της με αριθ.. 1874/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιμωλίαν των διαδίκων.

-ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση.

-ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη απόφαση.

-ΚΡΑΤΕΙ την από 1-10-2015 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης ./2015 αγωγή και τη δικάζει κατ’ ουσίαν.

-ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτήν.

-ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 3-7-2015 καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.

-ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των επτά χιλιάδων εκατόν δύο ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών(7.102,96), νομιμοτόκως ως προς εκάστη απαίτηση που συγκροτεί το εν λόγω ποσόν, με τις επιμέρους διακρίσεις που εξειδικεύονται αναλυτικά στο σκεπτικό της παρούσας.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη – εκκαλούσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας – εφεσίβλητης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του, στην Αθήνα στις 6 Νομεβρίου 2019, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

dsanet.gr