ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1336/2018

ΤΜΗΜΑ Α’

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Καλλιόπη Κουτουράτσα, Εφέτη, που όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου της Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα Χαραλαμπία Στάθη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 20 Οκτωβρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α ΈΦΕΣΗ

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ -ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Α. Κ. του Α., κατοίκου .., που εκπροσωπήθηκε βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα με AM … του ΔΣ Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑ

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Α. Κ. του Ι., κατοίκου … ( οδός …), που εκπροσωπήθηκε βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Βαλτούδη με AM … του ΔΣ Θεσσαλονίκης και 2) Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία « …», η οποία εδρεύει στο … Αττικής (οδός …) και διατηρεί υποκατάστημα στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Τοσουνίδη με AM … του ΔΣ Θεσσαλονίκης .

Β ΈΦΕΣΗ

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Α. Κ. του Ι., κατοίκου … ( οδός …), που εκπροσωπήθηκε βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Βαλτούδη με AM … του ΔΣ Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑ

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: : Α. Κ. του Α. , κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα με AM … του ΔΣ Θεσσαλονίκης.

Γ ΑΝΤΕΦΕΣΗ

ΤΗΣ ΑΝΤΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία « ..», η οποία εδρεύει στο … Αττικής (οδός …) και διατηρεί υποκατάστημα στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Τοσουνίδη με AM … του ΔΣ Θεσσαλονίκης.

ΚΑΤΑ

ΤΟΥ ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: : Α. Κ. του Α. , κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα με AM … του ΔΣ Θεσσαλονίκης.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος-αντεφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία, τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου …/2014 αγωγή του περί καταβολής αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 1070/2016 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου α) ο ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος- αντεφεσίβλητος … με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …/4-3-2016 έφεση, β) ο ήδη εφεσίβλητος-εκκαλών Α. Κ. με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …/28-3-2016 έφεση του και γ) η ήδη εφεσίβλητη- αντεκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία « …» με τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου …/15-9-2017 αντέφεση. Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων και της αντέφεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ TO ΝΟΜΟ

Ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου εκκρεμούν οι υπ’ αριθ. έκθ. κατ. α) …/4-3-2016 έφεση του εν μέρει ηττηθέντος ενάγοντος (με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικασίμου στο παρόν Δικαστήριο …/4-3-2016) και β) …/28-3-2016 (με αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικασίμου στο παρόν Δικαστήριο …/28-3-2016 ) έφεση του εν μέρει ηττηθέντος πρώτου εναγομένου, κατά της με αριθμό 1070/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία. Οι εφέσεις αυτές έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ούτε από τα στοιχεία των δικογραφιών προκύπτει το αντίθετο. Εξάλλου, η υπ’ αριθμ. Καταθ. …/15-9-2017 αντέφεση της εναγομένης ήδη δεύτερης των εφεσίβλητων στην υπό στοιχείο α’ έφεση, που ηττήθηκε εν μέρει στον πρώτο βαθμό, με την οποία επιδιώκεται η εξαφάνιση της υπ’ αριθ. 1070/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκηθεί, κατ’ άρθρο 523 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ήτοι με κατάθεση ιδιαιτέρου δικογράφου στη Γραμματεία του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και σύνταξη έκθεσης κάτω από αυτό, καθώς και επίδοση στον εκκαλούντα τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης υπό στοιχείο α’ έφεσης ( βλ. υπ’αριθμ. …/19-9-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης…), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, αφού ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και αναφέρεται σε κεφάλαια που προσβάλλονται με την ως άνω έφεση και σε κεφάλαιο που αναγκαίως συνέχεται με αυτά. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί κατ4 ουσία, συνεκδικαζομένη υποχρεωτικά με τις εφέσεις (άρθρο 246 ΚΠολΔ) αφού δεν νοείται χωριστή εκδίκαση αυτής ενόψει της φύσης της αντέφεσης ως ιδιόμορφου ενδίκου μέσου ,παρεπόμενου της έφεσης.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., κατά την οποία “όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει”, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρεώσεως προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) προσώπου, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια. Τέτοια συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει και επέφερε πράγματι τη ζημία. Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., που ορίζει ότι: “ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του”, συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του Α. Κ. και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε μεν εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, η επ’ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ’ αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της ανατεθείσης σ’ αυτόν υπηρεσίας υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας. Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη αυτού, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον προστηθέντα λόγω ακριβώς της ένεκα της πρόστησης θέσης του αυτής, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) έδωσε σ’ αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλο σκοπό των στη διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προεκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 του ΑΚ και τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας (αρθρ. 74 ΚΠολΔ), αν εναχθούν από κοινού ( ΑΠ 418/2016, ΑΠ 147/2011 δημ. Νόμος, ΑΠ 291/2011 ΔΕΕ 2011. 922, ΑΠ 293/2011, ΑΠ 181/2011 δημ. Νόμος). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν 1569/1985, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν 2170/1993, ασφαλιστικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμηθείας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ή διά μέσου άλλων διαμεσολαβητών ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικής επιχείρησης, και επίσης παρέχει στον ασφαλισμένο κάθε αναγκαία συνδρομή κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης και ιδιαίτερα μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Τους αντίστοιχους ορισμούς για τον παραγωγό ασφαλίσεων, μετονομασθέντα σε ασφαλιστικό σύμβουλο, περιλαμβάνει η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του άνω νόμου (ως ισχύει τροποποιηθείσα με το άρθρο 36 παρ. 24 Ν 2496/1997). Ειδικότερα κατά την τελευταία αυτή διάταξη «Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων …. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη …». Η νομική φύση της σχέσης του ασφαλιστικού πράκτορα ή συμβούλου με την ασφαλιστική εταιρία και η δυνατότητα εκπροσώπησης ή όχι αυτής κατά την κατάρτιση ασφαλιστικών. συμβάσεων, εντεύθεν δε η δέσμευση της ασφαλιστικής εταιρίας και η παράλληλη τυχόν ευθύνη αυτού έναντι τρίτων εκ των συμβάσεων αυτών δεν αποκλείουν, εξ ορισμού, τη σχέση πρόστησης με την ασφαλιστική εταιρία, την ευθύνη αυτού εξ αδικοπραξίας για την επ’ ευκαιρία της άνω δράσης του προξενηθείσα σε τρίτο ζημία, συνεπώς δε και την εις ολόκληρο ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας, αν in concreto αποδεικνύεται σχέση πρόστησης ( ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 530/2014 δημ. Νόμος, ΑΠ 316/2009 ΔΕΕ 2009,811). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής. Σε περίπτωση αγωγής κατά περισσότερων προσώπων, τα οποία ευθύνονται εις ολόκληρον και τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας, η προβολή της εκ του άρθρου 300 ΑΚ ενστάσεως, ενεργεί υποκειμενικώς (άρθρο 486 ΑΚ), καθόσον ο ως άνω ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, αποτελεί ένσταση του εναγομένου, υπό του οποίου πρέπει να προτείνονται και αποδεικνύονται τα θεμελιούντα τη βάση αυτής πραγματικά περιστατικά, το δε δικαστήριο δεν δύναται να λάβει υπόψη την ένσταση αυτή αυτεπαγγέλτως, ούτε ωφελείται και ο μη υποβαλών την ένσταση εναγόμενος εκ της υποβολής αυτής υπό των συνεναχθέντων ομοδίκων του, εις ολόκληρον για τη ζημία του ενάγοντος ενεχομένων, κατά τα άρθρα 922 και 926 ΑΚ (ΑΠ 1253/2007 δημ. Νόμος, ΑΠ 1002/1990 ΝοΒ 1991. 1376).

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος- αντεφεσίβλητος με τη με αριθμό κατάθεσης …/10-9-2014 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη αττόφαση, ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος-εκκαλών απασχολούνταν στη δεύτερη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία, ήδη εφεσίβλητη- αντεκκαλούσα ως ασφαλιστικός σύμβουλος τελώντας πάντοτε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της δεύτερης. Ότι ο ως άνω εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του αυτή και τις σχέσεις εμπιστοσύνης που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ τους στο πλαίσιο προηγούμενης συνεργασίας τους, του παρέστησε ψευδώς, ότι η δεύτερη εναγόμενη διέθετε επενδυτικό προϊόν με την ονομασία «…», που αφορούσε στην αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, πρόγραμμα το οποίο εξασφάλιζε τόσο την επιστροφή του κεφαλαίου όσο και υψηλές αποδόσεις που θα καταβάλλονταν σε μηνιαία βάση και τον έπεισε να του καταβάλει τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του έτους 2011 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2012, το συνολικό ποσό των 140.000 ευρώ προκειμένου να το επενδύσει σε αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Ότι προς επίρρωση των ανωτέρω, ο πρώτος εναγόμενος του παρέδωσε, μετά την ολοκλήρωση της καταβολής του ως άνω ποσού, δύο έγγραφα με το λογότυπο του ομίλου επιχειρήσεων, στον οποίο εντάσσεται η δεύτερη εναγομένη, που πιστοποιούσαν την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού, ενώ κατά το ως άνω χρονικό διάστημα του κατέβαλε, κάθε μήνα, διάφορα χρηματικά ποσά, ισχυριζόμενος ότι αποτελούσαν τους τόκους του κεφαλαίου που είχε επενδύσει ο ενάγων. Τέλος εξέθεσε ότι ο πρώτος εναγόμενος ουδέποτε επένδυσε το ποσό που του κατέβαλε στο προαναφερόμενο πρόγραμμα επένδυσης, αλλά παράνομα το ιδιοποιήθηκε με αποτέλεσμα να υποστεί ισόποση περιουσιακή ζημία ύψους 140.000 ευρώ καθώς και ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται το ποσό των 20.000 ευρώ κατόπιν αφαίρεσης ποσού 50 ευρώ, προκειμένου να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Κατόπιν τούτων, επικαλούμενος την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και τη σχέση πρόστησης η οποία τον συνέδεε με τη δεύτερη εναγομένη, ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί, με απαγγελία σε βάρος του πρώτου εναγομένου προσωπικής κράτησης, να του καταβάλλουν το συνολικό ποσό των 160.000 ευρώ (140.000 ως αποζημίωση και 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η υπ’αριθμ. 1070/2016 οριστική απόφαση, με την οποία, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος με τις υπό κρίση εφέσεις τους και η δεύτερη εναγομένη με την αντέφεση, για τους περιεχόμενους σ’ αυτές λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση αυτής, προκειμένου, κατά τον ενάγοντα να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή του και κατά τους εναγόμενους να απορριφθεί αυτή.

Με το ως άνω περιεχόμενο και τα παραπάνω αιτήματα η προαναφερόμενη αγωγή είναι ορισμένη, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τη δεύτερη εναγομένη και ήδη αντεφεσίβλητη, δεδομένου ότι στο δικόγραφο της εκτίθεται: α) η σχέση της πρόστησης μεταξύ του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων και επιπροσθέτως ότι η δεύτερη εναγομένη διατηρούσε την γενική διεύθυνση και επίβλεψη σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του πρώτου εναγομένου, χωρίς να απαιτείται για το ορισμένο της, εξαντλητικός προσδιορισμός των ειδικότερων εντολών και οδηγιών προς τον προστηθέντα, καθόσον με μόνη την αναφορά της, αναμφίβολα γνωστής, έννοιας της πρόστησης που διέπει τις μεταξύ των εναγομένων συμβατικές σχέσεις και την ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως ασφαλιστικού συμβούλου, σύμφωνα με το άρθρο 16 § 1 του ν. 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 § 24 του ν. 2496/1997, θεωρούνται ότι προβάλλονται με την αγωγή τα χαρακτηριστικά, για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής, γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η από τη σύμβαση διαφύλαξη δικαιώματος από την προστήσασα για παροχή οδηγιών και εντολών προς τον υπαίτιο της αδικοπραξίας προστηθέντα πρώτο εναγόμενο, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της ανατεθείσας σ’ αυτόν υπηρεσίας, β) η αδικοπρακτική συμπεριφορά που επέδειξε ο πρώτος εναγόμενος και πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή η υπαίτια και παράνομη πράξη αυτού που έλαβε χώρα κατά κατάχρηση, με αφορμή και εξαιτίας της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την προστήσασα εναγομένη εταιρία, η οποία παρέσχε σ’ αυτόν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα μέσα που του διατέθηκαν, δηλαδή αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της επικαλούμενης ζημιογόνου πράξεως και σε κάθε περίπτωση ότι μεταξύ αυτής και της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται στενός αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η πρώτη δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη δεύτερη, γ) η περιουσιακή ζημία και η ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου και της ζημίας και ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων (ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 1507/2005 δημ. Νόμος). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε επαρκώς ορισμένη την αγωγή, έστω και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης, δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου λόγος της αντέφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (σημειώνεται ότι οι διασαφήσεις του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο και, συνεπώς, δεν συνεκτιμώνται μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, αφού αποβλέπουν στην διευκρίνιση των ισχυρισμών των διαδίκων και όχι στην απόδειξη της αλήθειας αυτών, ενώ διαφέρουν από την κατ’ άρθρο 415 ΚΠολΔ ανώμοτη εξέταση των διαδίκων – βλ. ΑΠ 44/2010 ΕλλΔνη 2010.703, ΑΠ 380/2009 ΧρΙΔ 22010.129), από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, άλλα από τα οποία χρησιμεύουν προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η δεύτερη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία «…», η οποία εδρεύει στο … Αττικής, είναι ασφαλιστική εταιρία που δραστηριοποιείται στους κλάδους ασφαλίσεων ζωής, των επενδύσεων, των αμοιβαίων κεφαλαίων και της διαχείρισης διαθεσίμων κεφαλαίων και διατηρεί υποκαταστήματα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας . Η εν λόγω εναγομένη, για την εξυπηρέτηση του λειτουργικού της σκοπού χρησιμοποιεί τους ασφαλιστικούς συμβούλους, οι οποίοι δεν αποτελούν μέλη του προσωπικού της αλλά τελούν υπό το καθεστώς του ελεύθερου επαγγελματία και συνδέονται με αυτή με συμβάσεις έργου με αντικείμενο την προώθηση των ασφαλιστικών προϊόντων της στο καταναλωτικό κοινό και την εν γένει εξυπηρέτηση των πελατών της. Μολονότι τα πρόσωπα αυτά δεν εντάσσονται στην υπαλληλική ιεραρχία της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ωστόσο αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της οργανωτικής δομής της τελευταίας, λειτουργώντας στο πλαίσιο της εκτέλεσης του έργου που έχουν αναλάβει, υπό τις οδηγίες των οργάνων της εναγομένης και αξιοποιώντας την υλικοτεχνική υποδομή που ανέπτυξε η τελευταία. Ο πρώτος εναγόμενος, με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου είχε ενταχθεί στο δίκτυο των προσώπων που απασχολούσε η εναγομένη και δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής, κατά το χρονικό διάστημα από 7-12-2000 έως 25-1-2013. Εξάλλου, κατά το διάστημα από 1-1-2001 έως και 25-1-2013, παρείχε τις υπηρεσίες του κατά αποκλειστικό τρόπο στη δεύτερη εναγομένη, με την οποία κατάρτισε σύμβαση έργου με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση του μεταξύ της ίδιας και του καταναλωτικού κοινού για τη σύναψη ασφαλίσεων των κλάδων δραστηριοποίησης της τελευταίας, αμειβόμενος με προμήθεια αλλά και με έκτακτες ανταμοιβές (bonus), η καταβολή και το ύψος των οποίων τελούσε σε συνάρτηση προς την έκταση της επαγγελματικής δραστηριότητας που ανέπτυσσε προς όφελος της εργοδότριας του. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με τη δεύτερη εναγομένη ανέπτυξε αξιόλογη δραστηριότητα διαμεσολαβώντας στην κατάρτιση περισσοτέρων ασφαλιστικών συμβάσεων, δραστηριοποιούμενος αρχικά στην ασφάλιση ζημιών και κατόπιν και στο χώρο των επενδυτικών προϊόντων και είχε αποκτήσει σημαντική φήμη ως ασφαλιστής, λόγω της κατάρτισης, με τη διαμεσολάβηση του, ιδιαίτερα αυξημένου αριθμού ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Η επιτυχημένη αυτή επαγγελματική πορεία του οφειλόταν, αφενός στις προσωπικές του ικανότητες και ιδιαίτερα στη δυνατότητα προσέγγισης των υποψηφίων πελατών και την πειθώ του και αφετέρου στο γεγονός ότι εξασφάλιζε στους τελευταίους χαμηλότερα ασφάλιστρα σε σχέση προς αντίστοιχα ασφαλιστικά προϊόντα, αποδεχόμενος τη μείωση της προμήθειας του, η οποία αποτελούσε την αμοιβή του. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να εξασφαλίσει έναν εκτεταμένο κύκλο πελατών και να αποκτήσει σημαντική φήμη ως ασφαλιστής , λόγος για τον οποίο η δεύτερη εναγομένη του παραχώρησε ιδιαίτερο και ανεξάρτητο γραφείο στις εγκαταστάσεις του υποκαταστήματος της, το οποίο βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη επί της οδού …. Ενόψει αυτών, ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, σύμφωνα με τη φύση και το σκοπό της δραστηριότητας αυτής, εντός του κύκλου της επιχειρηματικής της δράσης, στα πλαίσια της οποίας είχε διαπλαστεί ένα πλέγμα δεσμευτικών γι αυτόν καθηκόντων, από τα οποία δεν μπορούσε να αποκλίνει. Ως εκ τούτου, τον συνέδεε με αυτή σχέση πρόστησης, κατά την έννοια της ΑΚ 922, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των οργάνων της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το περιεχόμενο της σύμβασης «παραγωγικής συνεργασίας με Ασφαλιστικό Σύμβουλο», που υπογράφηκε μεταξύ των εναγομένων, στην οποία αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια ισχύος του συμφωνητικού, ο πρώτος εναγόμενος δεν επιτρέπεται να συνεργάζεται ως ασφαλιστικός σύμβουλος ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα διαμεσολαβούντος προσώπου στην ασφάλιση ή εκπαιδευτού ή βοηθού εκπαιδευτού με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση καθώς και με επιχείρηση ασφαλιστικής πρακτόρευσης ή με επιχείρηση μεσιτείας ασφαλίσεων ή απευθείας με συντονιστή ασφαλιστικών ασφαλιστικών συμβούλων. Από τη σύμβαση αυτή συνάγεται ότι αυτός είχε μεν δικαίωμα να ενεργεί ελεύθερα, στα πλαίσια της συνεργασίας του με την εναγομένη εταιρία, ως προς το χρόνο, τόπο, τρόπο ανεύρεσης πελατών, αλλά πάντα κινούμενος υπό τις οδηγίες και υπό την επίβλεψη των οργάνων της τελευταίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διατηρεί στα … Θεσσαλονίκης επιχείρηση εμπορίας ιατροτεχνολογικών προϊόντων, η οποία ασκείται με τη μορφή της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…», που ίδρυσε το έτος 2008 και συμμετέχει σ’ αυτή ως ομόρρυθμος εταίρος. Περί τις αρχές του έτους 2009, ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα στην έδρα της ως άνω επιχείρησης του και του παρουσίασε σειρά ασφαλιστικών προϊόντων της δεύτερης εναγομένης, προσφέροντας του ιδιαίτερα χαμηλά ασφάλιστρα, οπότε ο ενάγων, με τη διαμεσολάβηση του, προέβη στην κατάρτιση με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία μιας σειράς ασφαλιστικών συμβάσεων με αντικείμενο την κάλυψη της αστικής του ευθύνης έναντι τρίτων από την κυκλοφορία των ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων ιδιοκτησίας του. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών, με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους για τον ενάγοντα και η παρουσίαση από αυτόν των υπηρεσιών της δεύτερης εναγομένης ως αξιόπιστης ασφαλιστικής εταιρίας, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης του ενάγοντος προς τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος διαμεσολάβησε για την κατάρτιση, μεταξύ του πρώτου και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, με ευνοϊκούς επίσης όρους, τριών συνολικά ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής και υγείας, που αφορούσαν τον ενάγοντα και μέλη της οικογένειας του. Κατά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, ο πρώτος εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που έτρεφε ο ενάγων προς το πρόσωπο του, τον προσέγγισε και τον προέτρεψε να συμμετάσχει σε επενδυτικό πρόγραμμα της δεύτερης εναγομένης με την ονομασία « …», το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, είχε εκπονηθεί από την τελευταία και είχε ως αντικείμενο την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων από περισσότερες ανώνυμες εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ), οι οποίες αντιπροσωπεύονταν από την εργοδότρια του εναγομένη. Παράλληλα παρέστησε ψευδώς στον ενάγοντα ότι το πρόγραμμα αυτό εξασφάλιζε την επιστροφή ακέραιου του επενδεδυμένου κεφαλαίου και μάλιστα εντός χρονικού διαστήματος δέκα (10) ημερών, από την υποβολή σχετικού αιτήματος και χωρίς να είναι αναγκαία η δέσμευση του ποσού αυτού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός (1) μηνός, ενώ παράλληλα παρείχε υψηλότατη οικονομική απόδοση με ελάχιστο ετήσιο επιτόκιο δέκα (10) εκατοστών επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου, το οποίο μάλιστα μπορούσε να καταβάλλεται μετά από σχετικό αίτημα του επενδυτή σε μηνιαία βάση και το οποίο απέβαινε διευρυνόμενο. Η δεύτερη εναγομένη πράγματι διέθετε επενδυτικό πρόγραμμα με την ονομασία «…», το οποίο είχε ως αντικείμενο την αγορά μερικών αμοιβαίων κεφαλαίων από περισσότερες ανώνυμες εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, οι οποίες αντιπροσωπεύονταν από την ίδια. Ωστόσο οι όροι του εν λόγω προγράμματος ήταν εντελώς διαφορετικοί από αυτούς που περιέγραψε ο πρώτος εναγόμενος στον ενάγοντα. Συγκεκριμένα, βασικό χαρακτηριστικό του εν λόγω προγράμματος ήταν η ύπαρξη κινδύνου απομείωσης ή και απώλειας του επενδεδυμένου σ’ αυτό κεφαλαίου, ο οποίος αυξανόταν σε περίπτωση επιδίωξης μεγαλύτερης απόδοσης , η διάρκεια αυτού ήταν σε κάθε περίπτωση ευρύτερη του ενός μήνα, δεν υπήρχε δυνατότητα μηνιαίας απόληψης τόκων, ενώ η αποδέσμευση του επενδεδυμένου κεφαλαίου πριν από την παρέλευση του συμφωνημένου σχετικά χρονικού σημείου, προϋπέθετε την εξαγορά του σχετικού ασφαλιστικού συμβολαίου και επομένως απέφερε μείωση του κεφαλαίου αυτού. Επίσης, η συμμετοχή στο εν λόγω πρόγραμμα προϋπέθετε την τήρηση έγγραφης διαδικασίας δηλαδή τη συμπλήρωση προαριθμημένης αίτησης, η οποία αποτελούνταν από έξι (6) σελίδες και περιείχε ερωτηματολόγια που αφορούσαν στα προσωπικά στοιχεία του συμβαλλομένου και του ασφαλιζόμενου, στον τρόπο καταβολής του ασφαλίστρου, στην επιλογή των αμοιβαίων κεφαλαίων και στην κατάσταση της υγείας του ασφαλιζόμενου και του συμβαλλόμενου. Ο πρώτος εναγόμενος παρουσίασε ως άκρως δελεαστική την ως άνω επένδυση, η οποία εμφανιζόταν να βρίσκεται υπό την αιγίδα της δεύτερης εναγομένης, που απολάμβανε αξιοπιστίας, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο θα συνίστατο στο ποσό που θα του παρέδιδε προς επένδυση ο ενάγων, το οποίο θα ενσωμάτωνε στην περιουσία του. Ο τελευταίος, αφού πείσθηκε από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου, στον οποίο είχε πλήρη εμπιστοσύνη, οδηγήθηκε στην απόφαση να προβεί στην επένδυση που αυτός του πρότεινε και χωρίς να συμπληρώσει οποιαδήποτε αίτηση ή άλλο έγγραφο που απευθυνόταν στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κατέβαλε τμηματικά στον προστηθέντα από αυτή, πρώτο εναγόμενο, κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 2011 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2012, το συνολικό ποσό των 140.000 ευρώ, γεγονός που συνομολογεί ο τελευταίος. Η καταβολή του ποσού αυτού γινόταν με μετρητά, τα οποία παρέδιδε ο ενάγων στον πρώτο εναγόμενο, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έλαβε σχετικά οποιαδήποτε απόδειξη. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο πρώτος εναγόμενος του κατέβαλε σε μηνιαία βάση, διάφορα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 9.000 ευρώ, τα οποία αποτελούσαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του πρώτου εναγομένου, την απόδοση του κεφαλαίου που είχε επενδυθεί από τον ενάγοντα. Η καταβολή των ποσών αυτών γινόταν είτε με την παράδοση μετρητών από τον πρώτο εναγόμενο στον ενάγοντα είτε με την εξόφληση από τον πρώτο υποχρεώσεων του τελευταίου προς τη δεύτερη εναγομένη, οι οποίες αφορούσαν στην καταβολή ασφαλίστρων, χωρίς όμως στην περίπτωση αυτή να έχει περιέλθει στην κατοχή του ενάγοντος οποιοδήποτε παραστατικό έκδοσης της δεύτερης εναγομένης. Τα μόνα έγγραφα που σχετίζονταν με την κατά τα ανωτέρω « επένδυση» του ενάγοντος παραδόθηκαν σ’ αυτόν από τον πρώτο εναγόμενο μετά την ολοκλήρωση της καταβολής του ποσού των 140.000 ευρώ και ήταν δύο αντίγραφα της τέταρτης σελίδας της έντυπης αίτησης, η οποία περιγράφεται ανωτέρω, στο ένα από τα οποία ο πρώτος εναγόμενος είχε καταχωρήσει το ονοματεπώνυμο του ενάγοντος και στο άλλο αναγραφόταν η επωνυμία της εταιρίας του τελευταίου. Επιπλέον σε καθένα από τα έγγραφα αυτά είχε καταχωρηθεί ως εφάπαξ ασφάλιστρο το ποσό των 70.000 ευρώ και ως διάρκεια του προγράμματος το χρονικό διάστημα από 15-1-2012 έως 15-1-2013, μετά την παρέλευση του οποίου θα έπρεπε να αποδοθεί στον ενάγοντα το επενδεδυμένο κεφάλαιο. Το κεφάλαιο όμως αυτό, ουδέποτε περιήλθε στη δεύτερη εναγομένη ούτε επιστράφηκε στον ενάγοντα, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του τελευταίου προς αμφότερους τους εναγόμενους, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος από τις 25-1-2013 διέκοψε κάθε επικοινωνία με τον ενάγοντα. Η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου είχε ως επακόλουθο την περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, ύψους 131.000 ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 9.000 ευρώ, το οποίο αποδόθηκε αυτόν είτε με την καταβολή μετρητών είτε με την εξόφληση υποχρεώσεων του προς τη δεύτερη εναγομένη. Οι ισχυρισμοί του πρώτου εναγομένου, οι οποίοι εκφέρονται και ως λόγοι της έφεσης του, ότι α) ο ενάγων ουδόλως παραπλανήθηκε από τον ίδιο ότι επρόκειτο για επένδυση του κεφαλαίου του των 140.000 ευρώ αντίθετα το ως άνω χρηματικό ποσό, το κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο ως δάνειο, αφού γνώριζε τη δεινή οικονομική του κατάσταση, απαιτώντας υπέρογκους τόκους και β) ότι απέδωσε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 90.000 ευρώ, ως τόκους και συμψηφιστικά το ποσό των 20.000 ευρώ που όφειλε από ασφάλιστρα στη δεύτερη εναγομένη, δεν αποδεικνύονται από κανένα αποδεικτικό μέσο και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν, όπως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, κατά συνέπεια, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι οι αντίστοιχοι λόγοι της έφεσης του. Άλλωστε ο πρώτος εναγόμενος φέρεται να εισέπραξε και από άλλα πρόσωπα, διάφορα χρηματικά ποσά, χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί βάσιμα ότι αυτός είχε συνάψει με όλα αυτά τα πρόσωπα, τα οποία υπέβαλαν εγκλήσεις, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, συμβάσεις δανείου. Πρέπει να αναφερθεί ότι εναντίον του πρώτου εναγομένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την κακουργηματική πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση, η οποία τελέστηκε κατ’ επάγγελμα και από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ και ήδη καταδικάστηκε με την υπ’αριθμ. 935/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης σε φυλάκιση πέντε (5) ετών (βλ. την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα της υπό στοιχείο α’ έφεσης σχετική απόφαση). Οι προαναφερθείσα ποινική απόφαση δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, αφού οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, αλλά χρησιμοποιούνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν εξαφανίστηκαν μεταγενεστέρως, ύστερα από άσκηση ενδίκου μέσου (ΑΠ 1349/2008, ΑΠ 1777/2008 Νόμος, ΑΠ 1462/2005 ΕλλΔνη 2006. 190 ). Το αίτημα του εκκαλούντος της υπό στοιχείο β’ αγωγής (εναγομένου), περί αναβολής της δίκης, κατ’ άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ως άνω ποινική διαδικασία, που εκκρεμεί σε βάρος του, το οποίο υποβάλλει με τις έγγραφες προτάσεις του, πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η αναβολή δεν θα επηρεάσει σε αξιόλογο βαθμό την αποδεικτική διαδικασία, περί της βασιμότητας της εκκρεμούς αγωγής, ενόψει του αποδεικτικού υλικού που έχει ήδη τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Εξάλλου, για την ως άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του πρώτου εναγομένου, σε βάρος του ενάγοντος, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ της παράνομης ιδιοποίησης με απατηλή συμπεριφορά του χρηματικού ποσού που του παρέδωσε ο ενάγων, προκειμένου να διατεθούν για τη συμμετοχή του στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα, ευθύνεται παράλληλα και η δεύτερη εναγομένη ως προστήσασα αυτόν στην υπηρεσία της, δεδομένου ότι, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου τελούσε σε εσωτερική συνάφεια με την εν λόγω υπηρεσία που του είχε αναθέσει, ως ασφαλιστικού της συμβούλου και τελέστηκε κατά κατάχρηση αυτής. Και τούτο διότι, η εν λόγω υπηρεσία και η υπηρεσιακή εγκατάσταση του πρώτου εναγομένου σε ιδιαίτερο γραφείο στο υποκατάστημα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, επί της ενταύθα οδού …, καθώς και η αναγνώριση που απολάμβανε αυτός χάρη στην επαγγελματική του αποτελεσματικότητα, αποτέλεσαν το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση των ζημιογόνων ενεργειών του σε βάρος του ενάγοντος, διότι τα στοιχεία αυτά προσέδωσαν αληθοφάνεια και αξιοπιστία στο περιεχόμενο των ψευδών ισχυρισμών του, κάμπτοντας τις όποιες αμφιβολίες του ενάγοντος, ο οποίος απέβλεπε στην ασφαλή και επικερδή τοποθέτηση του κεφαλαίου του, στηριζόμενος στην προβολή, φερεγγυότητα και μεγάλη οικονομική επιφάνεια της εναγομένης και τη σύνδεση της με τον πρώτο εναγόμενο. Συνεπώς υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπηρεσίας αυτής και της ζημιογόνου πράξης, η οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρώτη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι υφίσταται σχέση πρόστησης μεταξύ των εναγομένων και ότι υπάρχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ της υπηρεσίας που ανατέθηκε στον πρώτο εναγόμενο και της ζημίας του ενάγοντος, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι της αντεκκαλούσας, η οποία υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, σχετικά με τον ισχυρισμό που πρόβαλε η δεύτερη εναγομένη εταιρία, που συγκροτεί την επί του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση, σύμφωνα με την οποία αυτή ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην επέλευση της επικαλούμενης ζημίας του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο ενάγων είναι επιχειρηματίας και έχει κοινωνική και συναλλακτική εμπειρία καθώς και γνώση των συνθηκών που επικρατούν στην οικονομία και μπορούσε να αντιληφθεί ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης που εκδηλώθηκε κατά το έτος 2007 στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι αποδόσεις της πλειοψηφίας των επενδυτικών προϊόντων ήταν ιδιαίτερα χαμηλές και κάθε προϊόν που εξασφάλιζε υψηλότερες αποδόσεις ήταν στενά συνυφασμένο με τη διακινδύνευση του κεφαλαίου που αποτελούσε το αντικείμενο του. Εξάλλου, είχε ήδη καταρτίσει περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και ήταν εξοικειωμένος με τη διαδικασία που τηρούσε η τελευταία, η οποία χαρακτηριζόταν από τον έγγραφο χαρακτήρα της. Επίσης, μπορούσε να αντιληφθεί ότι αποτελούσε ασυνήθιστο γεγονός να μη λάβει οποιοδήποτε παραστατικό από τη δεύτερη εναγομένη για ένα τόσο μεγάλο ποσό, όπως αυτό που παρέδωσε στον προστηθέντα από αυτή ασφαλιστικό της σύμβουλο, για λογαριασμό της οποίας υποτίθεται ότι ενεργούσε ο τελευταίος. Μάλιστα παρόλο που ο ενάγων είχε λάβει ήδη γνώση της από 5-10-2012 ειδοποίησης της δεύτερης εναγομένης περί της μη καταβολής οφειλομένων σ’ αυτή ασφαλίστρων, τα οποία αυτός είχε ήδη αποδώσει στον πρώτο εναγόμενο, εξακολούθησε να του καταβάλει και άλλα χρηματικά ποσά στο πλαίσιο της συμμετοχής του στο υποτιθέμενο επενδυτικό πρόγραμμα. Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, ο ενάγων συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία που υπέστη, δεδομένου ότι βαρύνεται με την ανωτέρω αμελή συμπεριφορά και είναι εν μέρει βάσιμη η προβληθείσα από τη δεύτερη εναγομένη ένσταση εκ του άρθρου 300 ΑΚ και πρέπει να προσδιοριστεί η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος σε ποσοστό 50%, περιοριζόμενης της ευθύνης μόνο της δεύτερης εναγομένης και όχι και του πρώτου, ο οποίος δεν προέβαλε την ως άνω ένσταση με τα θεμελιούντα τη βάση αυτής πραγματικά περιστατικά το δε δικαστήριο δεν δύναται να λάβει υπόψη την ένσταση αυτή αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Κατ’ ακολουθίαν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της έφεσης του πρώτου εναγομένου, ο οποίος αβάσιμα παραπονείται ότι δεν έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, και ως προς αυτόν, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, την οποία και ο ίδιος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, προέβαλε. Επίσης είναι απορριπτέοι, αφενός ο σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο παραπονείται για την εν μέρει παραδοχή της εκ του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία διατείνεται ότι έπρεπε να απορριφθεί άλλως να καθοριστεί το συντρέχον πταίσμα του σε μικρότερο ποσοστό και αφετέρου ο σχετικός λόγος της αντέφεσης με τον οποίο η δεύτερη εναγόμενη αποδίδει σφάλμα στην εκκαλουμένη για την εν μέρει μόνο παραδοχή της ένστασης της και σε κάθε περίπτωση για το μη καθορισμό του ποσοστού συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος σε 90%, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις έκρινε όμοια, δεχόμενο κατά το ως άνω ποσοστό (50%) την εν λόγω ένσταση και υποχρεώνοντας τους εναγόμενους να καταβάλουν, ως αποζημίωση, στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 68.500 ευρώ και επιπλέον ο πρώτος το ποσό των 65.500 ευρώ. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, πρέπει να του επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 3.000 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη αδικοπραξία, το βαθμό, το είδος και τη φύση της υπαιτιότητας (δόλος) του πρώτου εναγομένου, τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος, το είδος και την έκταση της ζημίας που υπέστη καθώς και την κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτόμενων ως αβασίμων των λόγων της υπό στοιχείο α’ έφεσης και της αντέφεσης αναφορικά με το επιδικασθέν κεφάλαιο που αφορά την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 1047 § 1 εδ. α ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, μπορεί δε να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Εξάλλου με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το “Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα”, που καταρτίσθηκε μεταξύ των κρατών-μελών του Ο.Η.Ε στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και έκτοτε έχει κατά το αρθρ. 28 § 1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ. Με το αρθρ. 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι “κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση”. Έτσι από την ίδια τη διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν ολοσχερώς την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν ως εξαίρεση, ειδικά για τις απαιτήσεις από σύμβαση, ότι ο οφειλέτης δεν επιτρέπεται να προσωποκρατηθεί όταν η μη πληρωμή των χρεών του οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία του. Συνεπώς το μεν αρθρ. 1047 § 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, το δε αρθρ. 11 του ως άνω Συμφώνου εισάγει διακωλυτικό κανόνα που αποκλείει γενικότερα την απαγγελία προσωπικής κράτησης για υποχρεώσεις από σύμβαση, επομένως και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη πληρωμή οφείλεται αποκλειστικά σε αντίστοιχη οικονομική αδυναμία, ενώ σε κάθε περίπτωση διατηρείται ανέπαφη η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης για απαιτήσεις από αδικοπραξία (ΟλΑΠ 23/ 2005, ΑΠ 33/2011, 272/2011 δημ. Νόμος). Επανάληψη της ρύθμισης του αρθρ. 11 του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αποτελεί η διάταξη του αρθρ. 1 του Τέταρτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που ορίζει, ως εξαίρεση και πάλι από τον κανόνα του επιτρεπτού της προσωπικής κράτησης, ότι κανείς δεν φυλακίζεται λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση του, ενώ η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας ως μέτρο για την είσπραξη γενικώς απαιτήσεων προβλέπεται και από την ίδια την ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, με το αρθρ. 5 § 1 περ. β της οποίας ορίζεται σχετικά ότι επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν το πρόσωπο υποβλήθηκε σε κανονική σύλληψη και κράτηση “εις εγγύησιν εκτελέσεως υποχρεώσεως οριζόμενης υπό του νόμου”. Η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης στις παραπάνω περιπτώσεις δεν προσκρούει στις επιταγές των αρθρ. 2 § 1, 5 §§ 1-4, 7 § 2 και 25 § 1 του Συντάγματος, εφόσον η επερχόμενη μ’ αυτή στέρηση της προσωπικής ελευθερίας προβλέπεται με νόμο και δεν έρχεται εξ ορισμού σε αντίθεση οπωσδήποτε με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 495/2010). Ειδικότερα ναι μεν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας αποτελούν ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (αρθρ. 2 § 1 Συντ.), πυρήνας της οποίας είναι η απαραβίαστη κατά το αρθρ. 5 § 3 του Συντάγματος προσωπική ελευθερία, όμως, όπως ρητά περαιτέρω ορίζεται στην ίδια συνταγματική παράγραφο, επιτρέπεται με νόμο και αυτή η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 1/2009 δημ. Νόμος), εφόσον βέβαια η στέρηση της είναι αναγκαία για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος, όπως ερμηνευτικά θα πρέπει να γίνει δεκτό. Αυτό ασφαλώς ισχύει για την προσωπική κράτηση (ΑΠ 842/2011 δημ. Νόμος), η οποία ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων συμβάλλει στη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης με την εμπέδωση αισθήματος δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα διασφαλίζεται παράλληλα και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας (πρβλ. ΟλΑΠ 43/2005, 6/2009 δημ. Νόμος ), με την έννοια ότι θα πρέπει να σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί το μέτρο της προσωπικής κράτησης και να λαμβάνεται έτσι το μέτρο αυτό μόνο όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει ( ΑΠ 1380/2013, ΑΠ 1051/2012 δημ. Νόμος). Έτσι δυσανάλογη και ασφαλώς καταχρηστική θα είναι η απαγγελία προσωπικής κράτησης όταν εξαιτίας της οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων με λόγο της έφεσης του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε με σιγή το αίτημα του περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του πρώτου εναγομένου ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Σύμφωνα όμως με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο λόγος αυτός της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον η προσωπική κράτηση, δεν κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο, υπό τις ανωτέρω παραδοχές, ως μέτρο που τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό ούτε είναι πρόσφορο και απόλυτα αναγκαίο, ενόψει της απουσίας αποδεικτικού υλικού για την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων του πρώτου εναγομένου, την αφερεγγυότητα του ή την κακή του πίστη ως προς την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος (πρβλ ΕφΠειρ. 8/2016, ΕΑ 3071/2014 δημ. Νόμος). Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με σιγή απέρριψε το ως άνω αίτημα, δεν έσφαλε και ο λόγος αυτός της έφεσης του ενάγοντος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακολούθως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμες οι εφέσεις καθώς και η αντέφεση και να καταδικαστεί ο εκκαλών κάθε έφεσης στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων καθώς και η αντεκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα του αντεφεσιβλήτου αντίστοιχα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ). Τέλος, εφόσον οι εφέσεις απορρίπτονται, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από τον εκκαλούντα κάθε έφεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την ένωση και συνεκδίκαση των υπ’αριθ. κατ. α) …/4-3-2016 έφεσης, β) …/28-3-2016 έφεσης και γ) …/15-9-2017 αντέφεσης.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν τις εφέσεις και την αντέφεση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα της υπό στοιχείο α’ έφεσης στα δικαστικά των εφεσίβλητων αυτής, που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ και τον εκκαλούντα της υπό στοιχείο β’ έφεσης στα δικαστικά του εφεσίβλητου αυτής, που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αντεκκαλούσα στα δικαστικά του αντεφεσιβλήτου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, που ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ποσού διακοσίων (200,00) ευρώ, που καταβλήθηκε αντίστοιχα, εκ μέρους του εκκαλούντος της υπ’αριθ. Κατ. …/4-3-2016 έφεσης με τα υπ’ αριθμ. …, …, … έως … .. διπλότυπα και εκ μέρους του εκκαλούντος της υπ’αριθ. Κατ. …/28-3-2016 έφεσης με τα υπ’ αριθμ. …, …, … ως … διπλότυπα

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση του στη Θεσσαλονίκη, στις 29 Μαΐου 2018 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με παρούσα τη Γραμματέα.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

http://www.nomotelia.gr/