ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Αριθμός Απόφασης : 5694/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ευθυμία Δανιά, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίστηκε κατόπιν της κατά νόμο κληρώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3327/2005, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 21 Οκτωβρίου 2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «… ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και το διακριτικό τίτλο «… ΜΕΠΕ», που εδρεύει στη (οδός … αρ….και εκπροσωπείται νόμιμα) με ΑΦΜ η οποία εκπροσωπήθηκε άπό τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Σταμπουλή (AM ΔΣΘ 1458), που κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΉΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «… ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΟΤΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΩΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και το διακριτικό τίτλο «… Ε.Π.Ε.», που εδρεύει στη Αττικής (οδός … αρ…. και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Πολυδώρου (AM ΔΣΑ 38683) που κατέθεσε έγγραφο σημείωμα.

Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-12-2019 και με αριθμό κατάθεσης ./2020 αίτηση της στρεφόμενη κατά της παραπάνω καθ’ ης, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 5-5-2020, κατά την οποία η συζήτηση της ματαιώθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, δυνάμει της υπ’ αρ. Δ1σ/ΓΠ.οικ. 17734/2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 833) και σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4690/2020, επαναπροσδιορίστηκε αυτεπάγγελτα για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εκφωνήθηκε από το οικείο έκθεμα.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 1 και 13 παρ. 1-3 του Ν. 146/1914 (περί αθεμίτου ανταγωνισμού), του άρθρου 4 παρ. 1, 2 και 3 και του άρθρου 8 εδ. α’ του Ν. 1089/1980 (περί εμπορικών, βιομηχανικών, επαγγελματικών και βιοτεχνικών επιμελητηρίων), του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 4 έως 8 διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 2081/1992 και μετά την κατάργηση τού νόμου (1089/1980) με το άρθρο 21 του Ν. 1746/1988 και σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 57, 58 και 59 ΑΚ, που έχουν συμπληρωματική εφαρμογή λόγω και της ευθείας παραπομπής σ’ αυτές του άρθρου 8 εδ. α’ του Ν. 1089/1980, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν. 146/1914 προϋποθέτει για την εφαρμογή της, ανταγωνιστική συμπεριφορά αντικείμενη στα χρηστά ήθη και ανταγωνιστικό σκοπό, με την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, ενώ δεν απαιτεί και επιδίωξη βλάβης του ανταγωνιστή. Η ανταγωνιστική συμπεριφορά συνδέεται με επιχειρήσεις του ίδιου ή συγγενικού οικονομικού κλάδου, με εναλλάξιμα προϊόντα ή υπηρεσίες και με ταυτότητα του κύκλου αποδεκτών ή πελατών, ενώ κάθε ανταγωνιστικά πρόσφορη επιχειρηματική πράξη θεωρείται ότι ενέχει και ανταγωνιστική πρόθεση εκείνου που την επιχειρεί, δηλαδή ότι γίνεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης ταυ στην αγορά. Η εν λόγω ανταγωνιστική πράξη καθίσταται αθέμιτη και παράνομη, όταν αντίκειται στα χρηστά ήθη, με προσδιοριστικό κριτήριο τις ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου του οικείου συναλλακτικού κύκλου, ο οποίος, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται και ενεργεί με φρόνηση και χρηστότητα. Για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού, κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 146/1914, με τη χρήση εμπορικής επωνυμίας ή διακριτικού τίτλου που χρησιμοποιείται ήδη νόμιμα από άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, απαιτείται και αρκεί να προκαλείται, με ή χωρίς σκοπό ανταγωνισμού, σχετικός κίνδυνος σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει, όταν από την ομοιότητα των εν λόγω διακριτικών γνωρισμάτων είναι πιθανό να δημιουργηθεί σε ένα εμπορικά αξιόλογο μέρος του συναλλακτικού κοινού και ειδικότερα στον άπειρο μέσο καταναλωτή η πλανημένη εντύπωση ότι πρόκειται για την ίδια επιχείρηση ή για διαφορετικές επιχειρήσεις, με οργανωτικό ή οικονομικό δεσμό ή , συνεργασία μεταξύ τους. Κίνδυνος σύγχυσης δεν απαιτείται μόνο σε περίπτωση διακριτικού γνωρίσματος με εδραιωμένη φήμη για την ποιότητα των προϊόντων που εμπορεύεται ή των υπηρεσιών που παρέχει η συγκεκριμένη επιχείρηση, οπότε η χρησιμοποίηση αυτού από άλλον, που εμπορεύεται τα ίδια προϊόντα ή τις ίδιες υπηρεσίες αλλά με κατώτερη ποιότητα, δημιουργεί κίνδυνο υπόσκαψης της φήμης του προϊόντος ή της υπηρεσίας του δικαιούχου, γεγονός που καθιστά προστατευτέο το διακριτικό γνώρισμα φήμης και χωρίς την ανάγκη κινδύνου σύγχυσης. Η εμπορική επωνυμία ανήκει στα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου, προσδιορίζει υποχρεωτικά στις συναλλαγές το φορέα της επιχείρησης (επιχειρηματία) και διαφοροποιείται τόσο από το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης ή του εμπορικού καταστήματος της (διακριτικό τίτλο) όσο και από τα διακριτικά γνωρίσματα των προϊόντων της επιχείρησης (σήμα και ιδιαίτερος σχηματισμός). Το δικαίωμα στην εμπορική επωνυμία* και στο διακριτικό τίτλο αποκτάται κατά το ουσιαστικό σύστημα με κριτήριο την αρχή της προτεραιότητας ως προς την πραγματική χρησιμοποίηση τους στις συναλλαγές, η δε προβλεπόμενη καταχώρηση αυτών έχει μόνο δηλωτικό χαρακτήρα και στηρίζει μαχητό τεκμήριο, ότι εκείνος που προηγήθηκε χρονικά είναι ο πραγματικός δικαιούχος. Ειδικότερα, το δικαίωμα στο διακριτικό τίτλο αποκτάται με μόνη την πραγματική χρησιμοποίηση της σχετικής ένδειξης στις συναλλαγές, εάν αυτή διαθέτει διακριτική δύναμη, ενώ, αν η χρησιμοποιούμενη ένδειξη δεν διαθέτει τέτοια δύναμη, προσαπαιτείται αυτή να επικρατήσει στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης, με κριτήριο την αντίληψη και εκτίμηση ενός μη αμελητέου μέρους του οικείου συναλλακτικού κύκλου. Για την απόκτηση δικαιώματος στον διακριτικό τίτλο, κεντρική σημασία έχει καθ’ εαυτή η διακριτική δύναμη της ένδειξης, και ιδίως η πρωτοτυπία ή η ονοματική ικανότητα αυτής, δηλαδή η ικανότητα της ένδειξης να αποτελέσει όνομα της επιχείρησης ή του καταστήματος της. Τα διακριτικά γνωρίσματα της επιχείρησης ή καταστήματος αυτής προστατεύονται με το σκοπό να αποτρέπεται η εκμετάλλευση ξένης φήμης, αλλά και να προφυλάσσεται το καταναλωτικό κοινό από τον κίνδυνο σύγχυσης. Η ύπαρξη κίνδυνου σύγχυσης από τη χρήση εμπορικής επωνυμίας δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε ότι το αντικείμενο δραστηριότητας των δύο επιχειρήσεων συμπίπτει ή είναι όμοιοι αφού αυτή αφορά τον φορέα της επιχείρησης και συνδέεται με τη φερεγγυότητα και την καλή συναλλακτική πίστη αυτού, ενώ δεν αποκλείεται η σύννομη χρήση ταυτόσημης επωνυμίας, εφόσον προστεθεί σ” αυτή διακριτικό στοιχείο, που την καθιστά ευδιάκριτη και αποτρέπει τη σύγχυση με τη χρονικά προγενέστερη. Το δικαίωμα της εμπορικής επωνυμίας και του διακριτικού τίτλου είναι απόλυτο και κάθε προσβολή αυτού είναι παράνομη, εάν δεν συντρέχει λόγος που να αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της. Η προσβολή συντελείται είτε με μόνη την αμφισβήτηση του δικαιώματος είτε με τη χρήση της επωνυμίας ή του διακριτικού τίτλου από άλλον. Ο δε παράνομος χαρακτήρας της προσβολής, κατά τη ρητή διατύπωση του άρθρου 13 του. Ν. 146/1914, έγκειται στη χρήση της επωνυμίας ή του διακριτικού τίτλου με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, ενώ, κατά την έννοια του άρθρου 58 ΑΚ, προκύπτει μετά από στάθμιση ορισμένων κρίσιμων στοιχείων, όπως η προτεραιότητα στη χρήση, ο τομέας συναλλαγών όπου γίνεται η χρήση και ο κίνδυνος σύγχυσης που προκαλείται από τη χρήση. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνες των άρθρων 297, 298, 914, 919 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση παράνομης προσβολής διακριτικού τίτλου, εμπορικής επωνυμίας, ιδιαίτερου διασχηματισμού ή άλλου διακριτικού γνωρίσματος, ο φορέας αυτών έχει αξίωση για άρση της παράνομης προσβολής και για παράλειψη της στο μέλλον, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του προσβολέα, καθώς και για αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών και του άρθρου 59 ΑΚ, εφόσον συντρέχει και υπαιτιότητα του τελευταίου, εάν δηλαδή αυτός γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι από την παράνομη ανταγωνιστική χρήση από τον ίδιο συγκεκριμένης ένδειξης ως διακριτικού γνωρίσματος, μπορούσε να προκληθεί σύγχυση με το διακριτικό γνώρισμα του δικαιούχου (βλ. ΟλΑΠ 2/2008 ΕΕμπΔ 2009.898, ΑΠ 1223/2014 ΕΕμπΔ 2014.1028, ΑΠ 1529/2008 ΕλλΔνη 2011.987, ΕφΑΘ -629/2016 ΔΕΕ 2017.200, ΕφΑΘ 6289/2012 ΔEE 2013.584, ΕφΑΘ 2561/2010 ΕλλΔνη 2011.823). Εξάλλου, μέσα προστασίας σε περίπτωση παράβασης των ως άνω διατάξεων είναι η αξίωση για άρση της προσβολής και παράλειψη αυτής στο μέλλον, μπορεί δε, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις να ζητηθεί και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά τις διατάξεις των άρθρων 682 επ. και 731 ΚΠολΔ, με την απειλή μάλιστα των έμμεσων ποινών εκτέλεσης του άρθρου 947 του ίδιου Κώδικα, ενώ παράλληλα μπορεί να διαταχθεί η δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης στον ημερήσιο τύπο με δαπάνες του παραβάτη, κατ’ άρθρο 22 του Ν. 146/1914 (ΜΠρΛαρ 550/2017, ΜΠρΛαρ 1156/2012 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, «Αθέμιτος Ανταγωνισμός» Νικ. Ρόκα, έκδοση 1996, σελ.394 (Κουτσούκης) με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα εταιρεία εκθέτει στην κρινόμενη αίτηση της ότι συνεστήθη νομίμως δυνάμει της υπ’ αριθμ.. 3-1-2012 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών …, νομίμως δημοσιευμένης και καταχωρημένης στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και σε περίληψη στο υπ’ αριθμ. ..9-1-2012 τεύχος ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και έχει ως σκοπό την αντιπροσώπευση εταιρειών της αλλοδαπής – εισαγωγή, αγορά, πώληση, εξαγωγή και γενικά κάθε συναλλαγή ή εμπορία τροφίμων, ποτών, νερών, μπύρας, κρασιού κ.λπ. Ότι τα τελευταία χρόνια η αιτούσα εταιρεία, υπό το διακριτικό τίτλο «…», έχει επικεντρωθεί στην αντιπροσώπευση εταιρειών αλλοδαπής και στην εισαγωγή, αγορά, πώληση και γενικά την εμπορία τροφίμων, ποτών, νερών, μπύρας, κρασιού και σαμπάνιας και τυγχάνει αποκλειστική εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος για ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, του εδρεύοντος στη Γαλλιά, παρασκευαστή οίκου κρασιών… Ότι η καθ’ ης εταιρεία, ομοίως δραστηριοποιείται στο χώρο εισαγωγής και εμπορίας ποτών, ωστόσο, χωρίς να έχει προμηθευτεί ποτέ από τη μοναδική παρασκευάστρια εταιρεία τον ροζέ οίνο … εντελώς παράνομα και καταχρηστικά, κυκλοφορεί και διαθέτει προς πώληση φιάλη ροζέ οίνου, παρόμοια με αυτή που εισάγει και εμπορεύεται η αιτούσα, με παραποιημένη και παραπλανητική ως προς τον παρασκευαστή οίκο του προϊόντος, με την επικόλληση στη φιάλη του προϊόντος ετικέτας στην οποία αναγράφεται ότι ο παρασκευαστής οίκος του συγκεκριμένου οίνου είναι ο οίκος … και εισαγωγέας του στην ελληνική επικράτεια η καθ’ ης εταιρεία. Ότι, η εκ μέρους της καθ’ ης, προπεριγραφόμενη ενέργεια, αντίκειται στα χρηστά ήθη, έγινε με σκοπό τον ανταγωνισμό ήτοι την αθέμιτη απόσπαση πελατείας και είναι δυνατόν να προκαλέσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό (μάλιστα δε προκαλεί) ως προς την προέλευση του ροζέ οίνου … και συγκεκριμένα ότι αυτός παρασκευάζεται από τον οίκο … και ότι η καθ’ ης αποτελεί εισαγωγέα και διανομέα του εν λόγω οίκου στην Ελλάδα, αποσκοπώντας εν τέλει στη μείωση της εμπιστοσύνης του καταναλωτικού κοινού στον παρασκευαστή οίκο του ως άνω οίνου … Ενόψει τούτων, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση, ζητά να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα και ειδικότερα να υποχρεωθεί προσωρινώς η καθ’ ης: α) να παύσει να ενεργεί άμεσα ή έμμεσα οποιαδήποτε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού καθώς και να παραλείπει κάθε όμοια ενέργεια στο μέλλον εις βάρος της αιτούσας, β) να παύσει να εμφανίζεται και διαφημίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο δημοσίως ως εισαγωγέας ή διανομέας ή έστω πωλήτρια των προϊόντων του οίκου … του οποίου αποκλειστικός διανομέας τυγχάνει η αιτούσα, γ) να αποσύρει όλες τις φιάλες οίνου που έχουν παραποιηθεί και κυκλοφορήσει με πλαστή ετικέτα, δ) να παραλείψει όλες τις παραπάνω ενέργειες καθώς και κάθε άλλη σχετική με αυτές στο μέλλον, ε) να της γνωστοποιήσει την ποσότητα των παραποιημένων φιαλών που πώλησε μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης, τους πελάτες στους οποίους που αυτές πωλήθηκαν, καθώς και τον προμηθευτή αυτών των φιαλών και στ) να απειληθεί εις βάρος της καθ’ ης και υπέρ αυτής (αιτούσας) χρηματική ποινή ποσού 5.000 ευρώ για κάθε περίπτωση μη συμμορφώσεως της προς τις ανωτέρω υποχρεώσεις της. Τέλος, ζητά να καταδικαστεί η καθ’ ης στη δικαστική της δαπάνη. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η αίτηση αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ (άρθρα 682 παρ. 1 και 683 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1, 13, 22 παρ. 5 του Ν. 146/1914,176, 731, 732, 946 παρ. 1 και 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός από το υπό στοιχείο ε’ αίτημα, να υποχρεωθεί η καθ’ ης να γνωστοποιήσει στην αιτούσα την ποσότητα των παραποιημένων φιαλών που πώλησε μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης, τους πελάτες στους οποίους που αυτές πωλήθηκαν, καθώς και τον προμηθευτή αυτών των φιαλών, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθώς δεν συνάδει με το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης. Επομένως, η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων … του … αιτούσας …) και …. του …. (καθ’ ης η αίτηση), που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, των υπ’ αριθμ. … 1-10-2020 και 14-10-2010 ενόρκων βεβαιώσεων, που δόθηκαν με επιμέλεια της καθ’ ης η αίτηση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών … και για τις οποίες δεν προκύπτει κλήτευση της αιτούσας, ωστόσο λαμβάνονται υπόψιν έστω και αν δεν έχει κλητευθεί η αντίδικος της, διότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, όπου αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών, λαμβάνονται ελεύθερα υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις στο συμβολαιογράφο ή τον ειρηνοδίκη, έστω και χωρίς κλήτευση του αντιδίκου (ΑΠ 1857/2011 ΝοΒ 2012.1227, βλ. Βαθρακοκοίλη ΚΠολΔ άρθρ.347 αριθμ.5 σελ.673, άρθρ.690 αριθμ.24, σελ.88, Τεντέ σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα άρθρ.347 αριθμ.2 σελ.703), καθώς επίσης και όλων των εγγράφων που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα (άρθρα 444 § 1 γ, 438 και 457 ΚΠολΔ, ΑΠ 1133/2013 δημοσιευμένη σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και από όσα ανέπτυξαν προφορικώς και με τα σημειώματα τους οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, σε συνδυασμό και με όλη γενικά τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα εξής: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ..-1-2012 πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών …, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα και καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό Γενικό … 2012 και Ειδικό … 2012 και σε περίληψη στο υπ’ αριθμ. ..1-2012 τεύχος ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, συνεστήθη η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «… ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και το διακριτικό τίτλο «… ΕΠΕ», που εδρεύει στη Γλυφάδα, με σκοπό την αντιπροσώπευση εταιρειών της αλλοδαπής-εισαγωγή, αγορά, πώληση, εξαγωγή και γενικά κάθε συναλλαγή ή εμπορία τροφίμων, ποτών, νερών, μπύρας, κρασιού και σαμπάνιας. Ήδη, με την υπ’ αριθμ. …. 16-4-2020 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών …, νομίμως δημοσιευθείσας, η αιτούσα εταιρεία μετετράπη σε μονοπρόσωπη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και η επωνυμία αυτής σε « … ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» με διακριτικό τίτλο «… ΜΕΠΕ». Η καθ’ ης εξάλλου εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, έχει συσταθεί ήδη από το έτος 2007 και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή και εμπορία ποτών και την αντιπροσώπευση διαφόρων ομοειδών εμπορικών οίκων και εταιρειών του εσωτερικού και του εξωτερικού. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι η αιτούσα εταιρεία, κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τον Γάλλο παρασκευαστή οίκο κρασιών …. ενεργεί ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος της …. στην Ελλάδα, καθώς και ότι το κρασί … παράγεται από τον οίκο κρασιών …. που βρίσκεται στην Προβηγκία (Cotes de Provance) της Γαλλίας (βλ. την από 18-10-2019 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της … σε επίσημη μετάφραση). Στις αρχές Οκτωβρίου 2019, η αιτούσα διαπίστωσε ότι η καθ’ ης η αίτηση, είχε κυκλοφορήσει και διαθέσει προς πώληση, φιάλες ροζέ οίνου με επικολλημένες επ’ αυτών ετικέτες που ανέγραφαν εσφαλμένα ότι ο παρασκευαστής οίκος του οίνου αυτού είναι ο …. και ότι εισαγωγέας του κρασιού αυτού στην Ελλάδα είναι η καθ’ ης εταιρεία. Αμέσως η αιτούσα κοινοποίησε στην καθ’ ης την από 7-10-2019 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία της, με την οποία την ενημέρωνε ότι αυτή (αιτούσα) είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος του συγκεκριμένου παρασκευαστή οίκου … στην Ελλάδα και την καλούσε να διακόψει άμεσα τη διάθεση των φιαλών που φέρουν την ως άνω ετικέτα και να της γνωστοποιήσει τον προμηθευτή της και τις ποσότητες του παραποιημένου αυτού προϊόντος που είχε διακινηθεί. Ακολούθως, ο νόμιμος εκπρόσωπος της καθ’ ης επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αιτούσας, στον οποίο κατέστησε γνωστό ότι η καθ’ ης εταιρεία δεν προβαίνει σε εισαγωγές του άνω προϊόντος, αλλά προμηθεύεται αυτό από έμπορο της Ευρώπης. Περαιτέρω, του ανέφερε ότι εκ παραδρομής και δη από σφάλμα του αποθηκάριου της καθ’ ης εταιρείας τέθηκε η παραπάνω ετικέτα στις φιάλες του συγκεκριμένου κρασιού, οι οποίες προορίζονταν για άλλη ποιότητα κρασιού, καθώς και ότι είχε διακινηθεί μόνο μία παλέτα με τις εν λόγω φιάλες. Πράγματι, όπως πιθανολογήθηκε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, η καθ’ ης είχε εισαγάγει από το εξωτερικό φιάλες κρασιού … του οίκου …. και του κρασιού … του οίκου … τα οποία είναι αμφότερα ροζέ και έχουν τους ίδιους αλκοολικούς βαθμούς (13). Εξάλλου πιθανολογήθηκε ότι η καθ’ ης, δεν προμηθεύτηκε το επίδικο κρασί … του οίκου … απευθείας από την εταιρεία εμφιαλώσεως …. της οποίας αποκλειστική διανομέας στην Ελλάδα είναι η αιτούσα, όπως προαναφέρθηκε, αλλά από άλλον έμπορο της Ευρώπης, κατά το θεσμό των παράλληλων εισαγωγών, τα στοιχεία του οποίου, ωστόσο, δεν πιθανολογήθηκαν. Σημειωτέον ότι η ενέργεια αυτή της καθ’ ης είναι, από απόψεως του ημεδαπού (εσωτερικού και κοινοτικού) δικαίου, απολύτως θεμιτή. Τυχόν αθέτηση της συμβάσεως μεταξύ της εταιρείας εμφιαλώσεως και του αποκλειστικού εισαγωγέα και διαθέτη του προϊόντος αυτού (αιτούσας) δίνει δικαιώματα ενοχικής φύσεως στον τελευταίο κατά της εταιρείας εμφιαλώσεως, όχι όμως και κατά του τρίτου εμπόρου που πωλεί τα αυτά προϊόντα, εκτός αν έχει δημιουργηθεί κλειστό δίκτυο διανομών από τον παραγωγό και ο τρίτος μη αποκλειστικός αντιπρόσωπος εν γνώσει της υπάρξεως του κλειστού δικτύου απατηλά αποκτά τα εμπορεύματα από κάποιο μέλος του δικτύου και τα διαθέτει στην πώληση παράλληλα με τον αποκλειστικό εισαγωγέα, στοιχεία που δεν διαλαμβάνονται στην ένδικη αίτηση (βλ. Γνωμοδ. Κ. Παμπούκη ο.π., σελ. 412 επ., ΕφΘεσ. 1648/1991 ΕΕμπΔ 1992 σελ. 154, ΜΠΑ 19432/1994, Επισκ. ΕΑ Α/1995 σελ. 411, ΜΠρΚαρδ. 310/1997, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πιθανολογήθηκε επίσης ότι εργαζόμενοι στις αποθήκες της καθ’ ης, από προφανή παραδρομή επικόλλησαν στο οπίσθιο μέρος της φιάλης του κρασιού και κάτω από τα στοιχεία της παραγωγού εταιρείας, μία ετικέτα που ανέγραφε «ΡΟΖΕ ΞΗΡΟΣ ΟΙΝΟΣ ΓΑΛΛΙΑΣ, ΑΛΚ ΒΑΘΜΟΙ; 13 (0,75lt), ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΗΣ ΟΙΚΟΣ … ΕΙΣΑΓΩΓΕΑΣ: … Ε.Π.Ε. …. ΤΗΛ. 210 …, ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΘΕΙΩΔΗ», ήτοι την ετικέτα που προοριζόταν για την έτερη ποιότητα κρασιού που είχαν εισαγάγει και συγκεκριμένα για το κρασί … του οίκου …. Ωστόσο, το ανωτέρω συμβάν δεν μπορούσε να δημιουργήσει σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, αφού οι πρωτότυπες ετικέτες που υπήρχαν στις επίδικες φιάλες του κρασιού … οι οποίες ουδέποτε παραποιήθηκαν, καλύφθηκαν ή εξαλείφθηκαν από τη φιάλη, ανέφεραν τον οίκο εμφιαλώσεως και τα ορθά στοιχεία της εν λόγω ποιότητας κρασιού και έτσι το καταναλωτικό κοινό, στο οποίο απευθυνόταν το κρασί αυτό, μπορούσε να διακρίνει ακριβώς για ποιο κρασί πρόκειται και ποιος είναι ο οίκος εμφιάλωσης του. Πιθανολογήθηκε επομένως ότι η καθ’ ης, διαθέτει τα ένδικα προϊόντα όπως τα παραλαμβάνει συσκευασμένα από το εργοστάσιο παραγωγής τους. Υπό τα δεδομένα αυτά, οποιαδήποτε διακίνηση των προϊόντων αυτών με την τιθέμενη επ’ αυτών ως άνω εσφαλμένης ετικέτας, είναι εξ αντικειμένου αδύνατον να παραπλανήσει τους έμπειρους, άλλωστε, περί το αντικείμενο καταναλωτές του συγκεκριμένου προϊόντος, οι οποίοι έχουν γνώση των ποιοτικών διαφορών των προϊόντων που αναζητούν και των παραγωγών, από τους οποίους προέρχονται. Εξάλλου, και ο μάρτυρας απόδειξης, ενώ φέρεται να έχει απευθυνθεί σε γνωστούς του εμπόρους, δεν αναφέρει το όνομα ουδενός εξ αυτών, που του εξέφρασε τα παραπάνω παράπονα, ώστε τα κατατιθέμενα από τον άνω μάρτυρα να επιστηρίζονται σε αντικειμενικά γεγονότα και όχι σε γενικόλογες διηγήσεις, τη στιγμή μάλιστα που ούτε η αιτούσα ισχυρίζεται ούτε και προκύπτει ποσώς από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία ότι κάποιος εκ των πελατών της καθ’ ης η ‘ αίτηση, εξέφρασε προς αυτή, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο, παράπονα σχετικά με την ποιότητα των ειδών που αγόρασε απ’ αυτή. Σε κάθε περίπτωση δε, μόλις η αιτούσα ενημέρωσε την καθ’ ης ότι στην αγορά κυκλοφορεί το επίδικο προϊόν με τη λάθος ετικέτα της καθ’ ης, η καθ’ ης παραδέχτηκε το λάθος των προστηθέντων υπαλλήλων της και έσπευσε να το διορθώσει επικολλώντας στις φιάλες, τόσο αυτές που είχαν απομείνει αδιανέμητες στις αποθήκες της καθ’ ης, όσο και σε αυτές που είχαν διανεμηθεί στα σημεία πώλησης αλλά δεν είχαν ακόμη πουληθεί στο καταναλωτικό κοινό, νέα ετικέτα με τα ορθά στοιχεία παραγωγού και εισαγωγέα του εν λόγω κρασιού. Οι υπόλοιπες δε φιάλες που πωλήθηκαν προφανώς έχουν ήδη καταναλωθεί και δεν κυκλοφορούν στην τοπική αγορά. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων, πιθανολογήθηκε επίσης ότι δεν υπάρχει επικείμενος κίνδυνος για τη λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, αφενός μεν ως ουσία αβάσιμη, αφετέρου δε λόγω έλλειψης κατεπείγοντος και επικίνδυνου κινδύνου για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, παρέλκει δε, συνεπεία της απόρριψης αυτής ή έρευνα των λοιπών ενστάσεων της καθ’ ής η αίτηση. Τέλος θα πρέπει να καταδικαστεί η αιτούσα στην δικαστική δαπάνη της καθ’ ης, καθοριζόμενη κατά το διατακτικό (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αιτούσα στην πληρωμή των δικαστικών εξάδων της καθ’ ης η αίτηση, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριο του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση την 10 Νοεμβρίου 2020.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο/Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/MPrAth%205694.2020.htm