ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 9462/2021
(Αριθμός έκθεσης κατάθεσης ανακοπής ..)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Άννα Τσόρμπα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, η οποία ορίσθηκε με κλήρωση σύμφωνα με το νόμο, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέως.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 1η Ιουλίου 2021, για να δικάσει την υπ’ αριθμόν έκθεσης κατάθεσης ….. ανακοπή, με αντικείμενο ανακοπή άρθρου 973 παρ. 6 του ΚΠολΔ, μεταξύ:

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1) …. του …, κατοίκου (οδός …..), ΑΦΜ …. και 2) … του …, κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός….), ΑΦΜ … που παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας Δικηγόρου του ΔΣ Θεσσαλονίκης Ολγας Ζυγούρα (AM 1859), η οποία κατέθεσε σημείωμα

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «….. A.Ε.Δ Α,Δ.Π.», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφόρος ……), ΑΦΜ ….. κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί εν προκειμένω ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «……. », που εδρεύει στο ….. Ιρλανδίας (………). όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία έχει καταστεί ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……», που εδρεύει στην Αθήνα, ΑΦΜ …… στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ως ειδική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «… ….. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ………), ΑΦΜ ….., κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 16-3-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπόμενης από τα άρθρα 10 και 14 του Ν. 3156/2013 νομίμως δημοσιευμένης σε περίληψη με αριθμό πρωτοκόλλου …./17.03.2021 στον τόμο …. και με αριθμό …., στα τηρούμενα στο Ενεχυροφυλάκειο Αθηνών βιβλία του Ν 2844/2000, που παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας Δικηγόρου του ΔΣ Θεσσαλονίκης Χρυσάνθης Αγγελοπούλου (AM 6451), η οποία κατέθεσε σημείωμα.

Οι ανακόπτοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 07-06-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./2021 ανακοπή τους, που κατέθεσαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιες Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ’ άρθρο 973 παρ.1 ΚΠολΔ, εάν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με δήλωση που κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού δυο μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση τριών μηνών από την ημέρα αυτή. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου κάθε δανειστής, εφ` όσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε στον καθ’ ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό. Κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, εάν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό κατά την παράγραφο 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμοΰ και να συνταχθεί σχετική πράξη. Εάν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε τρεις ημέρες από τη δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου υπαλλήλου. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός τριών ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Κατά την παρ. 6 του ιδίου άρθρου, αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης και υποκατάστασης, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της κατά την παράγραφο 1 ανάρτησης. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα ημέρες από την κατάθεσή της και γίνεται με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε ένα μήνα από τη συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων. Η τελευταία αυτή ειδική ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης άλλου δανειστή εισήχθη το πρώτον με το ν. 4335/2015. Και αυτό γιατί μέχρι τις τροποποιήσεις του νόμου αυτού η σχετική ανακοπή κατά των δηλώσεων αυτών ασκούνταν στην προθεσμία του άρθρου 934 περ. β’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε προ του ν. 4335/2015, ήτοι μέχρι τον πλειστηριασμό, πρώτη δε πράξη εκτελέσεως θεωρούνταν ανάλογα η δήλωση συνέχισης ή υποκατάστασης (ΑΠ 610/2002 Νόμος). Ωστόσο, μετά την αναμόρφωση του άρθρου 934 με το ν. 4335/2015 και τη συγχώνευση των περιπτώσεων α και β του προϊσχύσαντος άρθρου 934 στην περίπτωση α του νέου άρθρου 934 με προθεσμία άσκησης της ανακοπής ενιαία 45 ημερών απ` την ημέρα της κατάσχεσης και διατήρηση της ανακοπής κατά του πλειστηριασμού ως περίπτωση β’ (τέως γ’), η εν λόγω ανακοπή κατά των δηλώσεων συνέχισης πλειστηριασμού και υποκατάστασης δεν μπορεί να υπαχθεί σε καμία απ’ τις προβλεπόμενες πλέον περιπτώσεις του άρθρου 934. έτσι ώστε να επιλεγεί απ’ το νομοθέτη να εισαχθεί γι’ αυτές μία ιδιαίτερη ανακοπή, που ρυθμίστηκε αυτοτελώς στο νέο άρθρο 973 παρ. 6 (Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης. ΕΜ, 2018. ΙΙΑ, σελ. 427, ΜονΠρΘεσ 8145/2020 Νόμος). Με την ανακοπή αυτή του άρθρου 973 παρ. 6 ΚΠολΔ δύνανται να προβάλλονται οποιοιδήποτε λόγοι, οι οποίοι συνέχονται με το κύρος της δήλωσης αυτής, ήτοι και λόγοι που αμφισβητούν την απαίτηση, το εκτελεστό του στηρίζοντος αυτή εκτελεστού τίτλου κλπ (Ε. Κιουπτσίδου-
Στρατουδάκη, Ζητήματα από το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης μετά τις τροποποιήσεις του Ν.
4335/2015, ΕΣΔΙ Σεμινάριο και δημοσίευση στον Αρμενόπουλο. έτος 2016).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση ανακοπή οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι με την υπ` αριθμόν …../2021 πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης …….., που επιδόθηκε προς αυτούς στις 28-05-2021, η οποία συντάχθηκε μετά την από 25-05-2021 εντολή συνέχισης πλειστηριασμού της καθ` ης, επισπεύδεται εκ νέου για τις 28-07-
2021 με ηλεκτρονικά μέσα ο πλειστηριασμός εις βάρος της περιγραφόμενης ακίνητης περιουσίας τους μετά την αναστολή της διενέργειάς του την ορισθείσα ημερομηνία της 19-05-2021 κατόπιν εντολής της επισπεύδουσας, λόγω άσκησης ανακοπής του άρθρου 934 ΚΠολΔ. Ζητούν δε, για τους λόγους που εκθέτουν σ’ αυτήν, να ακυρωθούν η με αριθμό …../2021 πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ……., αντίγραφο της οποίας αναρτήθηκε στις 28-05-2021 στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών και η από 26-04- 2021 επιταγή προς πληρωμή που τους επιδόθηκε στις 13-05-2021 παρά πόδας του με αριθμό ……/2017 πρώτου εκτελεστού απογράφου της με αριθμό ……/2016 διαταγής πληρωμής αυτού του Δικαστηρίου προς αναγκαστική είσπραξη ποσού 2.151.478,26 ευρώ, νομιμότοκα από τις 19-11-2016, επί της οποίας η καθ’ ης βασίζει την ενεργητική της νομιμοποίηση στην ως άνω πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού, και γενομένης δεκτής της ανακοπής να διαταχθεί η αναστολή του πλειστηριασμού που πρόκειται να διενεργηθεί στις 28-7-2021, καθώς και την καταδίκη της καθ’ ης στα δικαστικά τους έξοδα.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση ανακοπή παραδεκτώς εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ως καθ` ύλην και κατά τόπον αρμοδίου (άρθρα 973 παρ.3, 6 και 933 παρ.1, 2 ΚΠολΔ), για να δικασθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (686 επ. ΚΠολΔ). Είναι δε εμπρόθεσμη, δεδομένου ότι ασκήθηκε πριν από τη συμπλήρωση τριάντα ημερών (10-06-
2021 κατάθεση και 14-06-2021 επίδοση στην καθ’ ης) από την ανάρτηση της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (28-05-2021), και νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 973 παρ.1, 6, 176, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της να διαταχθεί η αναστολή του πλειστηριασμού, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθόσον εν προκειμένω οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 1000 του ΚΠολΔ ζητώντας με σωρευόμενη αίτηση την αναστολή του επικείμενου πλειστηριασμού κι εξάλλου, αν τυχόν γίνει δεκτή η εν λόγω ανακοπή, στη συνέχεια με άλλο δικόγραφο θα μπορεί να προσβληθεί από τους ανακόπτοντες ο γενόμενος ττλειστηριασμός μετά τη διενέργειά του. σε περίπτωση που η καθ’ ης δεν αναστείλει αυτόν με δήλωσή της, αφού θα στηρίζεται σε επιταγή προς πληρωμή και σε πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού που θα έχουν ακυρωθεί. Επομένως, η ανακοπή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και περαιτέρω να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιούχου δεν μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση πριν κοινοποιηθούν σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση η επιταγή και τα έγγραφα που τον νομιμοποιούν. Δηλαδή, οφείλει να κοινοποιήσει στον καθ` ου η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση και τα νομιμοποιούντο αυτόν έγγραφα. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται τόσο για την έναρξη, όσο και για τη συνέχιση της υπό του δικαιοπαρόχου αρξαμένης εκτελέσεως, είναι δε ανεξάρτητος και πρέπει να γίνεται ακόμα και όταν ο καθ’ ου η εκτέλεση έλαβε άλλοθεν γνώση της διαδοχής. Ως νομιμοποιούντο το διάδοχο έγγραφα νοούνται τα αποδεικνύοντα τη διαδοχή και πρέπει να κοινοποιούνται είτε αυτά είναι δημόσια, είτε ιδιωτικά. Απαιτείται δε η επίδοση ολοκλήρων των εγγράφων και όχι αποσπασμάτων. Αυτά πρέπει να κοινοποιούνται ως πρωτότυπα επίσημα έγγραφα, μη αρκούσης, της απλής μνείας τούτων στην επιταγή. Η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας. Περαιτέρω, ως προς την υποχρέωση ειδικότερα συγκοινοποιήσεως των νομιμοποιητικών εγγράφων και στην περίπτωση της οιονεί καθολικής διαδοχής, η οποία επέρχεται λόγω συγχωνεύσεως ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, με δεδομένη τη συνθετότητα και την ποικιλία των επιμέρους πράξεων, από τις οποίες απαρτίζεται η συγχώνευση των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών, άρα και των αντιστοίχων εγγράφων, που την πιστοποιούν, η απαίτηση συγκοινοποίησης στον καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, όλων των εγγράφων που απαιτεί ο νόμος για τη συντέλεση της συγχώνευσης, εκτός του ότι δεν συμπορεύεται με το πνεύμα της ρυθμίσεως του ανωτέρω άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι και ιδιαιτέρως πολυτελής, εξόχως δαπανηρή, αλλά και παρεμβάλει σοβαρά εμπόδια, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση των δανειστών αδικαιολογήτως στην εκτελεστική διαδικασία. Η αναγκαστική εκτέλεση βάζει μεν συνήθως τον τύπο πριν από την ουσία, όχι, όμως, σε βαθμό που εγγίζει τα όρια της κατάχρησης. Κατ` ανάγκη λοιπόν, όπως άλλωστε υποδεικνύει η ίδια η ρύθμιση του νόμου, θα πρέπει να επιλεγούν εκείνα μόνο τα έγγραφα, που αποδεικνύουν την συντέλεση της συγχωνεύσεως και στοιχειοθετούν τη νομιμοποίηση του επισπεύδοντος. Καθώς δε
τα αποτελέσματα της συγχωνεύσεως επέρχονται αυτοδικαίως εκ του νόμου και χωρίς άλλη διατύπωση τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες, όσο και έναντι τρίτων από την έγκριση και καταχώρηση της εγκριτικής πράξεως της διοικήσεως στο Μητρώον Ανωνύμων Εταιρειών, από το ίδιο δε χρονικό σημείο εκχωρούνται οι απαιτήσεις και αναλαμβάνονται οι υποχρεώσεις της νέας εταιρείας, είναι προφανές ότι και η νομιμοποίηση της τελευταίας αρχίζει ακριβώς από τότε (Ολ. ΑΠ 12/1999). Άρα, τα έγγραφα, που πιστοποιούν τις ανωτέρω πράξεις και ολοκληρώνουν την συγχώνευση, είναι τα μόνα κρίσιμα και θα πρέπει να συγκοινοποιούνται στον οφειλέτη με την επιταγή. Όλα τα προηγούμενα οσηδήποτε σπουδαιότητα και σοβαρότητα αν παρουσιάζουν για τη διαδικασία της συγχωνεύσεως καθ` εαυτήν, δεν παύουν να αποτελούν στοιχεία, που αφορούν στις εσωτερικές σχέσεις των συγχωνευομένων εταιρειών. Προς τα έξω η συγχώνευση λαμβάνει σάρκα και οστά μόνο με την έγκριση και καταχώρηση τα εγκριτικής πράξεως στο Μητρώον Ανωνύμων Εταιρειών. Τα έγγραφα που νομιμοποιούν συνεπώς τη νέα εταιρεία, που προήλθε από τη συγχώνευση των τραπεζικών ανωνύμων εταιρειών, είναι η απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, με την οποία εγκρίνεται η συγχώνευσή τους, καθώς και η σχετική ανακοίνωση της καταχώρησης όλων των συγχωνευόμενων εταιρειών στο Μητρώον Ανωνύμων Εταιρειών. Η κοινοποίηση των εγγράφων αυτών είναι αρκετή και ανταποκρίνεται πλήρως στη νομοτυπική μορφή των εγγράφων που αξιώνει το άρθρο 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Ως προς το συμβολαιογραφικό έγγραφο συγχωνεύσεως, η ενδεχόμενη υποχρεωτική συγκοινοποίησή του μετά των αμέσως ανωτέρω εγγράφων όχι μόνο δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, αλλά δεν εξυπηρετεί και καμία πρακτική σκοπιμότητα, ενώ αντιθέτως μόνο προσκόμματα στην εκτέλεση και δυσανάλογη επιβάρυνση του οφειλέτη συνεπιφέρει. Βέβαια είναι ακριβές ότι η συμβολαιογραφικώς καταρτιζόμενη σύμβαση συγχωνεύσεως αποτελεί, από ουσιαστική άποψη, τον σημαντικότερο όρο και το ουσιωδέστερο έγγραφο της διαδικασίας της συγχωνεύσεως. Δεν έχει, ωστόσο, αποφασιστική σημασία για τη νομιμοποίηση της επισπεύδουσας εταιρείας, που προήλθε από την συγχώνευση. Δεν συνιστά έγγραφο, που αποδεικνύει τη νομιμοποίηση της νέας εταιρείας στη θέση των παλαιών. Μπορεί η σύμβαση της συγχωνεύσεως να περιλαμβάνει όλους τους όρους και τις ειδικότερες συμφωνίες των συμβαλλομένων εταιρειών, αυτό όμως ελάχιστα ενδιαφέρει τον οφειλέτη. Τον οφειλέτη δεν τον ενδιαφέρει η ευρωστία ή η φερεγγυότητα της νέας εταιρείας, αλλά μόνον αν αυτή διαδέχθηκε νομότυπα τις αρχικές εταιρείες. Εφόσον πιστοποιείται από την αρμόδια διοικητική αρχή, ύστερα από έλεγχο της νομιμότητας, το νομότυπο της συγχωνεύσεως και επακολουθεί η κατά νόμον καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών η νέα εταιρεία υποκαθίσταται αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφούμενης εταιρείας δίκην καθολικής διαδοχής (Ολ. ΑΠ 12/1999) και η νομιμοποίηση της νέας εταιρείας αποδεικνύεται έτσι πλήρως και τα δικαιώματα του καθ` ου η εκτέλεση οφειλέτη κατοχυρώνονται, επίσης, πλήρως και από κάθε άποψη, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην καθολική διαδοχή, όπου αρκεί η κοινοποίηση του κληρονομητηρίου για την εκπλήρωση της νομοτυπικής μορφής του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση της (οιονεί) καθολικής διαδοχής, ανάγκη για εξακρίβωση του φορέα συγκεκριμένων δικαιωμάτων της διαδοχής δεν υφίσταται. Η περιουσία της απορροφώμενης εταιρείας μεταβαίνει ως σύνολο στην απορροφώσα εταιρεία, ώστε να αρκούν τα έγγραφα, που πιστοποιούν τη συνολική αυτή περιουσιακή μετατόπιση για την απόδειξη της αλλαγής του φορέα του συνόλου των ουσιαστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, άρα και της νομιμοποιήσεως (ΑΠ 345/2006 Νόμος). Αντίθετα όμως με τα όσα απαιτούνται για την οιονεί καθολική διαδοχή και την καθολική διαδοχή, όπως προεκτέθηκε ανωτέρω, η ουσιαστικού δικαίου σύμβαση πρέπει να κοινοποιείται στην περίπτωση της ειδικής διαδοχής, διότι εκεί είναι απαραίτητη η αναγωγή στις επιμέρους συμφωνίες (λ.χ. της εκχωρήσεως), ώστε να διαπιστωθεί ο φορέας του επιδίκου δικαιώματος, που αποτελεί ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της νομιμοποιήσεως. Εξάλλου, αν η εκτέλεση είχε ήδη αρχίσει, θα πρέπει να κοινοποιηθεί από το διάδοχο (νέα) επιταγή με τα σχετικά της διαδοχής νομιμοποιητικά του έγγραφα. Η κοινοποίηση των εν λόγω εγγράφων δεν αποκλείεται να προηγηθεί της επιταγής ή και να επακολουθήσει (Βαθρακοκοίλης, ερμηνεία ΚΠολΔ στο άρθρο 925 αριθ. 3). Η κοινοποίηση επιταγής και των εν λόγω εγγράφων απαιτείται ακόμη και αν η διαδοχή επέρχεται αυτοδικαίως από το νόμο ή από δικαστική απόφαση (Μπρίνιας, παρ. 124 I), όπως π.χ. στην περίπτωση επιδίκασης κληρονομιαίας επιχείρησης σε έναν από τους κληρονόμους του δικαιούχου σύμφωνα με το άρθρο 483. Τα αποδεικτικά της διαδοχής έγγραφα, δημόσια ή ιδιωτικά, ως προελέχθη, θα πρέπει να κοινοποιούνται στο πρωτότυπο ή σε επίσημα αντίγραφα, ολόκληρα και όχι σε απόσπασμα (ΜΠρΖακ 179/1969, ΑρχΝ 1969/567), αν δε για την ολοκλήρωση της διαδοχής απαιτούνται περισσότερα, απαιτείται η κοινοποίηση όλων τους π.χ. σε πώληση ακινήτου του δικαιούχου, τόσο το σχετικό συμβόλαιο όσο και το πιστοποιητικό μεταγραφής. Η διάταξη θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται και στην περίπτωση ανάθεσης της είσπραξης απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια ή πιστώσεις σε διαχειριστική εταιρία του άρθρου 1 του ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε, η οποία οφείλει να κοινοποιήσει την οικεία διαχειριστική σύμβαση, όπως επίσης, όταν η διαχείριση της έχει ανατεθεί από εταιρία απόκτησης τέτοιων απαιτήσεων, και πιστοποιητικού καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασής τους στην τελευταία. Η παράβαση της διάταξης συνεπάγεται ακυρότητα ανεξάρτητα από βλάβη, λόγω της αυστηρότητας στη διατύπωσή της, που ισοδύναμει με απειλή ακυρότητας (ΑΠ 345/2006, ΕλλΔ/νη 2006.807-808, Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, 2017, I, σελ. 450) και είναι χωρίς σημασία, αν ο καθ’ ου η εκτέλεση είχε λάβει άλλοθεν γνώση της διαδοχής (ΑΠ 345/2006, ό.π, βλ. Π. Μάζη σε Ερμηνεία ΚΠολΔ Κεραμέα- Κονδύλη-Νίκα, 2η έκδοση 2021, άρθρο 925, σελ. 163-165).

Περαιτέρω, το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων και των επιπτώσεων που αυτά έχουν στα ίδια κεφάλαια και στη ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων, έλαβε τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις, με αποτέλεσμα ο Έλληνας νομοθέτης να οδηγηθεί στη θέσπιση του Ν. 4354/2015 για τη δυνατότητα διαχείρισης ή απόκτησης απαιτήσεων από τέτοιου είδους δάνεια και πιστώσεις από εταιρίες ειδικού σκοπού. Ειδικότερα ο Ν. 4354/2015 προβλέπει δύο δυνα­τότητες αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών: α) την ανάθεση της διαχείρισής τους σε εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και β) τη μεταβίβασή τους σε εταιρία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Στην περίπτωση της ανάθεσης της διαχείρισης απαιτήσεων, δικαιούχος των απαιτήσεων παραμένει το πιστωτικό ίδρυμα και η ειδικού σκοπού εταιρία αναλαμβάνει μόνον τη διαχείριση. Αυτή μπορεί να συνίσταται (άρθρο 2 παρ. 2 περ. β του Ν. 4354/2015) «ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ` αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 4224/2013». Επί αναθέσεως μόνον της διαχείρισης, ο προς ον η διαχείριση φορέας δεν εμφανίζεται προς τα έξω ως δικαιούχος της απαίτησης, αλλά ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αναθέσαντος πιστωτικού ιδρύματος ή της εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Σύμφωνα με ρητή διάταξη (άρθρο 2 παρ. 4). οι εταιρίες διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να εγείρουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ενώ το δεδικασμένο των σχετικών αποφάσεων ισχύει υπέρ και κατά των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των εταιριών απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (για τα ανωτέρω βλ. Α. Γεωργιάδη, Η μεταβίβαση «κόκκινων» δανείων από τις τράπεζες και η προστασία των προσωπικών δεδομένων του δανειολήπτη, ΧρΙΔ 2018.3. Δ. Ρούση, το ειδικό δίκαιο της εκχώρησης απαιτήσεων – Από την πρακτορεία και τιτλοποίηση στη διάθεση απαιτήσεων με αιτία τη διαχείριση ή την πώληση: συστηματική εναρμόνιση με το γενικό δίκαιο εκχώρησης του ΑΚ, ΧρΙΔ 2016/569. Ζ. Τσολακίδη. Μεταβίβαση απαιτήσεων από μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ΧρΙΔ 2016/641). Εν προκειμένω οι διαχειριστικές εταιρίες ενεργούν τόσον επί του ουσιαστικού όσον και επί του δικονομικού πεδίου ως «δυνάμει λειτουργήματος μη δικαιούχοι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας», με συνέπεια η κατ’ εξαίρεσιν νομιμοποίηση αυτών να αντλείται απευθείας από τον νόμο, εφόσον φυσικά έχει συναφθεί η προβλεπόμενη από το Ν. 4354/2015 σύμβαση (βλ. Κιτσαρά, Η περαιτέρω μεταβίβαση απαιτήσεως από δάνεια και πιστώσεις μετά την αρχική απόκτησή της από «εταιρεία αποκτήσεως» του Ν. 4354/2015, σε ΧρΙΔ 2019,305 και για το ότι η κατ’ εξαίρεση νομιμοποίηση μη δικαιούχου διαδίκου απαιτεί πρόβλεψη σε ειδική νομοθετική διάταξη σε Ν. Νίκα, Πολιτική Δικονομία τ. 1, παρ. 23 αρ. 5, Α. Πλεύρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, σελ. 35-36, 59-60). Η έκταση και το περιεχόμενο της νομιμοποιητικής εξουσίας των διαχειριστικών εταιριών εξαρτάται πάντως και αποτελεί αντι­κείμενο της σχετικής διαχειριστικής συμβάσεως (σύμβαση ανάθεσης δανειακού χαρτοφυλακίου), η οποία καταρτίζεται υποχρεωτικά εγγράφως και περιέχει α) τις προς διαχείριση ληξιπρόθεσμες και μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, β) τη συμφωνηθείσα διαχειριστική αμοιβή, και γ) τις πράξεις διαχείρι­σης. που δύναται να ασκήσει η εταιρία διαχείρισης (βλ. σχετ. Δ. Διακόπουλος, Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων (ΕΔΑΔΠ) και
GDPR: Προκλήσεις και προβληματισμοί. ΔΕΕ 2018/1400). Με δεδομένο δε ότι η απαρίθμηση των ανατιθέμενων στη διαχειριστική εταιρία νομικών εξουσιών είναι ενδεικτική (άρθρο 2 παρ. 2β` του Ν 4354/2015: «ιδίως»), παρέπεται ότι η βούληση των συμβαλλομένων δύναται ελευθέρως να καθορίζει τις ανατιθεμένες διαχειριστικές πράξεις, επιτρέπουσα ή αποκλείουσα ορισμένες από τις διαχειριστικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015. Εφόσον, όμως, συμφωνηθεί ως περιεχόμενο της διαχείρισης η νομική διαχείριση και η είσπραξη των απαιτήσεων, τότε αυτή περι­λαμβάνει και τις πράξεις που κατατείνουν στην ικανοποίηση των απαιτήσεων διά της εν ευρεία εννοία δικαστικής επιδιώξεως αυτών, ήτοι διά της διαγνωστικής δίκης, της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και των ασφαλιστικών μέτρων (βλ. Π. Κολοτούρο, Δικονομική αρμοδιότης των εταιριών διαχειρίσεως απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων, ΧρΙΔ 2019/464, Λ. Κιτσαρά, ό.π. και Δ. Ρούση, ό.π. και για όλα τα ανωτέρω ΜονΠρΘεσ 10411/2019 ΠειρΝομ 2020.136 και Νόμος).

Με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, ότι η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «…….. …… ΑΕ» εξέδωσε σε βάρος τους τη με αριθμό …./2016 διαταγή πληρωμής αυτού του Δικαστηρίου. Ότι κατόπιν των αναλυτικά εξιστορούμενων εναλλαγών, τροποποιήσεων και μεταβιβάσεων η καθ` ης, ως διαχειρίστρια στα δικαιώματα της ειδικής διαδόχου της αρχικής τους δανείστριας, ήτοι της εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………», ξεκίνησε σε βάρος τους διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση σ` αυτούς στις 13-05-2021 ακριβούς αντιγράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής μετά του υπ` αριθμόν 3-1-2017 πρώτου εκτελεστού απογράφου της και την παρά πόδας αυτού από 26-04-2021 επιταγή προς πληρωμή. Ότι στην ως άνω επιταγή προς πληρωμή αναφέρεται ότι θα συνεχιστεί η εκτελεστική διαδικασία που επισπεύδεται από τη δικαιοπάροχο της ……….. δυνάμει της με αριθμό …../25-07-2019 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης ………, σε συνδυασμό με το υπ’ αριθμόν /31-07-
2019 απόσπασμα της άνω έκθεσης κατάσχεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή υπέρ της ειδικού διαδόχου «……….», ήτοι δυνάμει εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που ουδέποτε τους κοινοποιήθηκαν και ουδεμία σχέση έχουν μ’ αυτούς, καθώς τους έχει επιδοθεί μόνο η με αριθμό …../12-10-2020 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ……….. Ότι οι διαδικαστικές ενέργειες της καθ` ης δεν ήταν νόμιμες και ότι η καθ` ης δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να επισπεύσει εκτέλεση κατά αυτών, ως εγγυητών, καθόσον δεν επέδωσε σ’ αυτούς όλα τα νομιμοποιητικά της έγγραφα και δη ολόκληρες τις συμβάσεις πώλησης και διαχείρισης τις οποίες επικαλείται, ούτε τα παραρτήματα αυτών, ούτε τις επιμέρους ανακοινώσεις στο ΓΕΜΗ. παρά μόνο ακριβή αντίγραφα καταχώρησης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, κατ’ ευθεία παράβαση της διάταξης του άρθρου 925 ΚΠολΔ, παράλειψη η οποία έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να αρχίσει ή να συνεχίσει αναγκαστική εκτέλεση πριν τους συγκοινοποιήσει τα έγγραφα που τη νομιμοποιούν. Ότι συνεπώς, η από 26-04-
2021 επιταγή προς πληρωμή βάσει της οποίας συντάχθηκε η ως άνω πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κι επισπεύδεται νέος πλειστηριασμός της ακίνητης περιουσίας τους είναι μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί ανεξαρτήτως βλάβης τους και συνακόλουθα και η ως άνω πράξη δήλωσης συνέχισης. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 925 παρ. 1 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από όλα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, καθώς και από όλα όσα εξέθεσαν προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιες Δικηγόροι τους, αλλά και με τα έγγραφα σημειώματά τους, κι από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει της υπ` αριθμόν …./12-10-2020 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ……. και σε εκτέλεση του με αριθμό .03-01-2017 πρώτου (α’) εκτελεστού απογράφου της υπ` αριθμόν …./2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, μετά της κάτωθι του αττογράφου από 20-07-2020 επιταγής προς πληρωμή, για είσπραξη απαίτησης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «…… ……. ΑΕ», σε βάρος-εκτός άλλων- των ανακοπτόντων, ως εγγυητών για την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης που θα προέκυπτε από τη με αριθμό …./14.09.2004 σύμβαση πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις υπέρ της πιστούχου εταιρίας με την επωνυμία ……….. συνολικού ποσού 2.151.478,26 ευρώ, νομιμοτόκως. κατασχέθηκε αναγκαστικά, για το ποσό των 84.000,00 ευρώ προς περιορισμό μόνο των εξόδων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, με τη ρητή επιφύλαξη της επισπεύδουσας για την είσπραξη του υπολοίπου της απαίτησης, τα λεπτομερώς περιγραφόμενα στην ως άνω έκθεση πέντε ακίνητα της συγκυριότητας κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου εκάστου των ανακοπτόντων, ήτοι συνολικό ποσοστό αμφοτέρων εξ αδιαιρέτου επί των πέντε κατασχεθέντων ακινήτων, που βρίσκονται στο Πανόραμα του Δήμου ……… Θεσσαλονίκης, τα οποία επρόκειτο να πλειστηριαστούν αναγκαστικά στις 2021, ημέρα Τετάρτη, και από ώρα 10:00’ έως 14:00’ με ηλεκτρονικά μέσα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ……….., ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, ή του νομίμου αναπληρωτή της σε περίπτωση κωλύματος της, με τιμή πρώτης προσφοράς την εμπορική αξία έκαστου ακινήτου, ο οποίος όμως δεν διενεργήθηκε μετά από εντολή της επισπεύδουσας, λόγω άσκησης ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ από τους εδώ ανακόπτοντες. Επισπεύδουσα ήταν η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία «………. COMPANY», στην οποία μεταβιβάστηκαν οι επιχειρηματικές απαιτήσεις της ανωτέρω πιστώτριας …….. ΑΕ στα πλαίσια τιτλοποίησης απαιτήσεων δυνάμει της από 12-9- 2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία αλλοδαπή εταιρία κατέστη ειδικός διάδοχος της μεταβιβάζουσας Τράπεζας, ως διαχειρίστρια της οποίας ενήργησε, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδοχος, η ανώνυμη εταιρία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία «…….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ». Ακολούθως, επιδόθηκε στους ανακόπτοντες η από 26-04-2021 ένδικη επιταγή προς πληρωμή κάτωθι ακριβούς αντιγράφου του υπ` αριθμόν …./03-01-2017 πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία οι καθ’ ων η εκτέλεση-ήδη ανακόπτοντες επιτάσσονταν να καταβάλλουν, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 2.151,478,26 ευρώ, νομιμοτόκως από την 19-11-2016, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, μέχρι την πλήρη εξόφληση, στην ειδική διάδοχο εταιρία με την επωνυμία «………» για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω επιταγή, σχετικά με τις ανωτέρω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις ως διαχειρίστρια του Ν. 4354/15 η πληρεξούσια και δεκτική καταβολής εταιρία με την επωνυμία «………. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «………. Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.». Με την από 26-04-2021 επιταγή προς πληρωμή κατέστη γνωστό στους καθ’ ων η επιταγή προς πληρωμή-ήδη ανακόπτοντες, ότι δυνάμει της από 12.09.2019 συμφωνίας, η οποία συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «……….. …….. Α.Ε.» (ΑΦΜ ………) που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ………, νόμιμα εκπροσωπούμενης και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……… COMPANY» με έδρα του Δουβλίνο Ιρλανδίας (οδός ……….) μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη δεύτερη μέσω τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 &13 του Ν. 3156/2003, χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών απαιτήσεων. Η ως άνω συμφωνία καταχωρήθηκε την 16.09.2019 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ……, στο Τόμο ….. και με αριθμό …… σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003. Στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν κατά τα ανωτέρω περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από την υπ` αριθμ …../14 09.2004 σύμβαση
πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις. Ως εκ τούτου, η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία “………. COMPANY” κατέστη δικαιούχος των ως άνω απαιτήσεων ως ειδικός διάδοχος της μεταβιβάζουσας Τράπεζας. Αρχικά με την από 12.09.2019 Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 10 &14 και 16 του Ν. 3156/2003. ανατέθηκε από την ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού η διαχείριση και είσπραξη των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στην «….. ….. Α.Ε.». Η ως άνω σύμβαση καταχωρήθηκε στις 16.09.2019 στα δημόσια βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../16.09.2019, στον Τόμο ….. και αριθμό …… Στη συνέχεια, την 16.09.2019 και δυνάμει της υπ’ αριθμ. …../16.09.2019 πράξης σύστασης ανωνύμου εταιρίας της Συμβολαιογράφου Πειραιά ……… συστάθηκε η εταιρία με την επωνυμία «………… ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», με διακριτικό τίτλο «………… Μ.A.Ε.Δ.Α.Δ.Π.» δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015, η οποία και αδειοδοτήθηκε νομίμως από την ΤΡΑΠΕΖΑ
ΕΛΛΑΔΟΣ δυνάμει της με αριθμό 326/2/17.09.2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ Τεύχος Β` 3533/20.09.2019) και ακολούθησε η τροποποίηση της από 12.09.2019 σύμβασης διαχείρισης, τροποποίηση που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/23.09.2019, στον Τόμο …. και αριθμό …. με την οποία διορίστηκε νέος διαχειριστής των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η εταιρία με την επωνυμία «……….. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» με διακριτικό τίτλο «………. Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π», ενώ παράλληλα χορηγήθηκε στην τελευταία από την ειδική διάδοχο « ……….. COMPANY» το από 16.09.2019 πληρεξούσιο σύμφωνα με τον ν. 3156/2003. Την 25/10/2019 καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), με Κωδικό Αριθμό Καταχώρησης …., το από 23/10/2019 Πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία « ………… ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», το διακριτικό τίτλο «……… Μ.Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.» και αριθμό ΓΕΜΗ ………., με το οποίο αποφασίσθηκε η μεταφορά των γραφείων της έδρας της εταιρείας από την οδό ……… στη Λεωφόρο ……..του Δήμου Αθηναίων, Αττικής. Η ως άνω καταχώριση ανακοινώθηκε με τη με αριθμό πρωτοκόλλου …../30.10.2019 ανακοίνωση του Προέδρου του ΕΒΕΑ. Εν συνεχεία το καταστατικό της ως άνω εταιρείας (διαχειρίστριας) τροποποιήθηκε διαδοχικά ως ακολούθως : α) την 01.11.2019 καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ) με Κωδικό Αριθμό καταχώρισης …. η με αριθμό ……/01.11.2019 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Κεντρικού Τομέα Αθηνών (ΑΔΑ: ………) με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας «…………. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και η αλλαγή της επωνυμίας της ως άνω εταιρίας σε «……… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», και τον διακριτικό τίτλο “…….. Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π.”. Η ως άνω καταχώριση της τροποποίησης του καταστατικού ανακοινώθηκε με την με αριθμό πρωτοκόλλου ……./05.11.2019 ανακοίνωση του Προέδρου του ΕΒΕΑ και β) την 9-3-
2020 καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης ……… η με αριθμό ……/9-3- 2020 απόφαση της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΑΔΑ: …….), με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του άρθρου 4 του καταστατικού της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και αριθμό Γ.Ε.ΜΗ.: ………. σύμφωνα με την απόφαση της από 16-12-2019 της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας. Το εν λόγω καταστατικό, με ημερομηνία 16-12-2019. αποτελείται από τριάντα πέντε (35) άρθρα, ως αυτά διαλαμβάνονται στα Κεφάλαια I έως VIII αυτού. Την ίδια ημερομηνία καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο, το νέο κείμενο καταστατικού μαζί με τις τροποποιήσεις του και το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σχετικής με την ως άνω καταχώριση του καταστατικού που ανακοινώθηκε με την με αριθμό πρωτοκόλλου ……../09-03-2020 ανακοίνωση. Κατόπιν των ανωτέρω η εταιρεία με την επωνυμία “……… COMPANY’’ κατέστη ειδική διάδοχος της απαιτήσεως που επιδικάστηκε με την ως άνω διαταγή πληρωμής και απορρέει από την υπ’ αριθμ. ……/14.09.2004 σύμβαση πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, όπως τούτο προκύπτει από το συγκοινοποιούμενο με την ως άνω επιταγή προς πληρωμή ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της σελίδας ….. εκ του παραρτήματος με αρ.
πρωτοκόλλου …../16.09.2019 από το καταχωρηθέν στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο…. και α.α ….στο οποίο η ως άνω σύμβαση έχει λάβει α.α. …… (αρ. πρωτ. Αντιγράφου …../16.09.2019). Εν συνεχεία, δυνάμει της υπ’αριθμ. πρωτ. …../30.12.2020 απόφασης του τμήματος Ασφαλιστικών ΑΕ και Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων της Διεύθυνσης εταιρειών της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, εγκρίθηκε η Διάσπαση διά απόσχισης κλάδου της Τραπεζικής Δραστηριότητας της «… …….. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με αριθμό ΓΕΜΗ ………… και ΑΦΜ ……….(η «ΔΙΑΣΠΩΜΕΝΗ») με σύσταση νέας εταιρείας – Πιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία «…. ……… ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (ΕΠΩΦΕΛΟΥΜΕΝΗ), βάσει των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν.2515/1997 ως και των άρθρων 54
παρ. 3, 57 παρ. 3, 59 έως 74 και 140 παρ. 3 του Ν. 4601/2019 καθώς και του άρθρου 145 του Ν. 4261/2014 όπως ισχύουν. Η ανωτέρω εγκριτική απόφαση καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.Μ.Η. στις μερίδες και των δύο εταιριών (διασπώμενης και επωφελούμενης) με αριθμούς καταχώρησης ……. και …….., όπως προκύπτει από τις με αρ. πρωτ. ………/30-12- 2020 και ………/30-12-2020 Ανακοινώσεις καταχώρισης και δημοσίευσης στο Γ.Ε.Μ.Η. στοιχείων των δύο ανωτέρω εταιριών αντίστοιχα. Συνεπεία της εν λόγω διάσπασης διά απόσχισης κλάδου η επωφελούμενη υποκαταστάθηκε δυνάμει καθολικής διαδοχής κατ’ εφαρμογή του νόμου στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, εννόμων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της διασπώμενης μεταξύ των οποίων και τα περιουσιακά στοιχεία, έννομες σχέσεις και εν
γένει δικαιώματα που απορρέουν από την από 12-09-2019 σύμβαση πώλησης δια τιτλοποίησης. Κατά συνέπεια από την ημερομηνία της ως άνω διάσπασης ήτοι από την 30.12.20 στη θέση της διασπώμενης ως συμβαλλόμενου μέρους στην από 12-09-2019 σύμβαση πώλησης υποκαταστάθηκε η επωφελούμενη και τροποποιήθηκε σχετικά η παράγραφος Α.1 (α) του με αριθμό πρωτοκόλλου …./16.09.2019 Εντύπου Δημοσίευσης Συμβάσεων του άρθρου 10&8 του Ν.3156/2003 ως τροποποιηθείς ισχύει. Η ως άνω τροποποίηση καταχωρήθηκε στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν.2844/2000 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, με αριθμό Πρωτοκόλλου /10.03.2021, στον Τόμο .. και με αριθμό. … Στη συνέχεια στις 10.03.2021, η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….. COMPANY» προέβη σε επανεκχώρηση προς την Τράπεζα …….. Α.Ε. (επωφελούμενη), μέρους των μεταβιβασθεισών προς αυτήν, αρχικά, δυνάμει και σε εκτέλεση της αρχικής από 12-09-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, απαιτήσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από την ανωτέρω σύμβαση, δημοσιευθείσας της σχετικής μεταβολής (επαναγοράς) της από 12-09-2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης, στο δημόσιο βιβλίο του άρ. 3 του ν. 2844/2000 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ……./10.03.21 στον τόμο και με αριθμό σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 8 του Ν. 3156/2003. Τα ανωτέρω προκύπτουν και από το συγκοινοποιούμενο με την ως άνω επιταγή ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της σελίδας …… εκ του παραρτήματος με αρ. πρωτοκόλλου …../10.03.21, από το καταχωρηθέν στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο …. και α.α …… στο οποίο η ως άνω σύμβαση έχει λάβει α.α …… (αρ. πρωτ. Αντιγράφου …../22-03-2021). Ακολούθως δυνάμει της από 16.03.21 Σύμβασης Πώλησης και Μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ της «……………. Ανώνυμος Εταιρεία» (η «Τράπεζα») και της εταιρείας με την επωνυμία «……….», που εδρεύει στο ….. Ιρλανδίας (με αρ μητρώου …….., δ/νση ………) (η «Δικαιούχος»), και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του ν. 3156/2003. των άρθρων 455 επ. ΑΚ, η Τράπεζα μεταβίβασε στη Δικαιούχο χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων ή / και πιστώσεων. Στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν κατά τα ανωτέρω περιλαμβάνονται και οι απορρέουσες από την υπ’ αριθ.
……/14.09.2004 σύμβαση πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις. Η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων δημοσιεύθηκε την 17.03.21 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …./17.03.21 στον τόμο … και με αριθμό … σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3156/2003. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, η μεταβίβαση αυτή έχει
αποτέλεσμα εκχώρησης, η δε καταχώρηση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο έχει αποτέλεσμα αναγγελίας εκχώρησης στον οφειλέτη. Με την άνω μεταβίβαση των εν λόγω απαιτήσεων στη Δικαιούχο μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως κάθε παρεπόμενο, διαπλαστικό ή άλλο δικαίωμα που συνδέεται με τις μεταβιβασθείσες απαιτήσεις καθώς και οι εξασφαλίσεις αυτών, με αποτέλεσμα η Δικαιούχος να είναι πλέον αποκλειστικός δικαιούχος όλων των απαιτήσεων που απορρέουν ή θα απορρεύσουν από την ανωτέρω Σύμβαση και τις τυχόν πρόσθετες πράξεις αυτής. Περαιτέρω, δυνάμει της από 16.03.21 Σύμβασης Διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταξύ της Δικαιούχου και της Διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία «…… Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις», που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../17.03.2021, στον Τόμο ….. και αριθμό ….διορίστηκε ως διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η ως άνω εταιρεία, ενώ παράλληλα χορηγήθηκε στην τελευταία από την ειδική διάδοχο εταιρεία με την επωνυμία «……….». Συνεπεία των ανωτέρω η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» τυγχάνει σήμερα ειδική διάδοχος – δικαιούχος της απαιτήσεως που επιδικάστηκε με την ως άνω διαταγή πληρωμής και απορρέει από την υπ’ αριθ. ……./14.09.2004 σύμβαση πίστωσης σε ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις Τα ως άνω προκύπτουν και από το συγκοινοποιούμενο με την επιταγή προς πληρωμή ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της σελίδας
….. εκ του παραρτήματος με αρ. πρωτοκόλλου ……/17.03.21 από το καταχωρηθέν στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο και α.α …. στο οποίο η ως άνω σύμβαση έχει λάβει α.α ….. (αρ. πρωτ. Αντιγράφου ……/18-03-2021). Διαχειρίστρια δε εταιρεία της Δικαιούχου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, σε συνδυασμό και με τα ανωτέρω αναφερόμενα, πληρεξούσια και δεκτική καταβολής τυγχάνει η εταιρεία με την επωνυμία «……..Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις». Με την ως άνω επιταγή προς πληρωμή, στην οποία ως προελέχθη αναφέρονταν τα ανωτέρω, συγκοινοποιήθηκαν τα αναφερόμενα στις υπ’ αριθ. …./2021 και …../2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης ……… νομιμοποιητικά έγγραφα, με τις οποίες επιδόθηκε στους καθ` ων-ήδη ανακόπτοντες ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της …./2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου μετά της από 26-04-2021 ένδικης επιταγής προς πληρωμή. Επίσης μνημονεύονται στην υπ’ αριθμόν 25-05-2021 πράξη κατάθεσης εγγράφων της συμβολαιογράφου-επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου ………… Στη συνέχεια με τη με αριθμό …../25-05-2021 πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κατ’ άρθρο 973 ΚΠολΔ της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, μετά από εντολή της επισπεύδουσας-καθ` ης, και βάσει της ως άνω ένδικης επιταγής προς πληρωμή, ορίστηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού η 28η Ιουλίου 2021, ημέρα Τετάρτη και από ώρα 10:00’ έως 14:00’, με υπάλληλο του πλειστηριασμού την ως άνω συμβολαιογράφο, που επιδόθηκε στους ανακόπτοντες στις 28-05-2021. Πιθανολογήθηκε, ότι η καθ` ης ουδέποτε και καθ` οιονδήποτε τρόπο δεν προέβη, ως όφειλε κατά νόμο, στην κοινοποίηση μαζί με την ως άνω επιταγή προς πληρωμή ή με την ως άνω πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού και των νομιμοποιητικών της εγγράφων, όπως προβλέπει το άρθρο 925 ΚΠολΔ και ειδικότερα δεν κοινοποίησε στους ανακόπτοντες ολόκληρες τις συμβάσεις πώλησης-μεταβίβασης κι εκχώρησης απαιτήσεων και τις συμβάσεις διαχείρισης τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων τις οποίες επικαλείται στην ένδικη επιταγή προς πληρωμή, στο πρωτότυπο ή σε επίσημα αντίγραφα, αλλά μόνο αποσπάσματα αυτών. Με τον τρόπο αυτό οι καθ` ων η εκτέλεση-ήδη ανακόπτοντες θα ήταν σε θέση να ελέγξουν επαρκώς και με πληρότητα την ενεργητική νομιμοποίηση της επισπεύδουσας την εκτέλεση και ιδίως αν στη σύμβαση διαχείρισης περιλαμβάνεται η απαίτηση της πιστώτριας τράπεζας, αν η σύμβαση ανάθεσης έχει καταρτιστεί νομίμως και αν προβλέπεται σε αυτή η δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης. Ο ισχυρισμός της καθ’ ης η ανακοπή ότι δεν απαιτείται εν προκειμένω η κοινοποίηση ολόκληρων των συμβάσεων μεταβίβασης, αλλά αρκούν τα αποσπάσματα δεν είναι νόμιμος, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά και διότι η καθ` ης η ανακοπή εταιρία διαχείρισης επισπεύδει την εκτέλεση στο όνομά της, δυνάμει των διατάξεων του Ν. 4354/2015, οι οποίες κατ` εξαίρεση επιτρέπουν στις εταιρίες διαχείρισης να παρίστανται σε δίκες αντί του δικαιούχου της απαίτησης. Άλλωστε, όπως αναπτύχθηκε σχετικά στη μείζονα σκέψη της παρούσης η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της καθ` ης η ανακοπή περί έλλειψης δικονομικής βλάβης των ανακοπτόντων.

Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός κατά τα ανωτέρω ως κατ` ουσίαν βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, καθόσον αποβλέπουν στο ίδιο αποτέλεσμα, να γίνει δεκτή η ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη, να ακυρωθεί η από 26-04-2021 επιταγή προς πληρωμή και συνακόλουθα και η βάσει αυτής εκδοθείσα με αριθμό …./25-05-2021 πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης-επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου ……. και να καταδικασθεί η καθ ης η ανακοπή στα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων (άρθρ. 191 τταρ. 2 και 176 ΚΠολΔ. 58, 63, 65, 66, 68, 84, 166 Ν. 4194/2013), κατά τα
οριζόμενα το διατακτικό, λόγω της ήττας της στην παρούσα δίκη

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την από 26-04-2021 επιταγή προς πληρωμή παρά πόδας του με αριθμό …../03-01-2017 πρώτου εκτελεστού απογράφου της υπ` αριθμόν …../2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της βάσει αυτής εκδοθείσα με αριθμό …./25-05-
2021 πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κατ` άρθρο 973 ΚΠολΔ της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης-επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου ………….

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ` ης η ανακοπή στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των ανακοπτόντων τα οποία καθορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ τη 19η Ιουλίου 2021.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, την 22α Ιουλίου 2021, απουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, παρουσία της Γραμματέως Μαρίας Καλπακίδου.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Σ.

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Ανακοπή κατά δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού κατ΄ άρθρο 973§6 ΚΠολΔ. Συνέπειες ματαίωσης πλειστηριασμού κατά την ημερομηνία διενέργειας του. Διαδικασία επίσπευσης του και απώτερη προθεσμία διενέργειας του εκ νέου. Δικαίωμα έτερου του επισπεύδοντος δανειστή του οφειλέτη να υποβάλλει δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού ενώπιον του αρμοδίου συμβολαιογράφου συνταχθείσας σχετικής πράξης. Αν και εκείνος είχε υποβάλλει κατάσχεση επί του βεβαρυμμένου ακινήτου, η υποβολή της δήλωσης επιφέρει ανάκληση της κατάσχεσης. Αντιρρήσεις κατά του κύρους της δήλωσης συνέχισης ή υποκατάστασης του αρχικού επισπεύδοντος εισάγονται διά ανακοπής κατά τα ασφαλιστικά μέτρα. Εμπρόθεσμο αυτής. Κατηγορίες προβαλλόμενων λόγων επί της δεδομένης ανακοπής. Διάκριση της από τις ανακοπές κατά της κατάσχεσης. Η εκδοθείσα επ’ αυτής απόφαση δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Απαιτούμενες διατυπώσεις για την έναρξη ή συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη εκ μέρους καθολικού ή ειδικού διαδόχου του αρχικού δικαιούχου. Μεταξύ αυτών η κοινοποίηση στον οφειλέτη νέας επιταγής εκτελέσεως και των εγγράφων που νομιμοποιούν τον διάδοχο ανεξαρτήτως αν ο οφειλέτης έχει λάβει τοιουτοτρόπως γνώση αυτής. Περιπτώσεις νομιμοποιητικών εγγράφων ιδίως επί πολύπλοκης διαδοχής λόγω συγχωνεύσεως τραπεζών άλλως επί ανάθεσης της διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια ή πιστώσεις κατά Ν. 4354/2015. Επί παραβίασης της άνω διαδικασίας επέρχεται ακυρότητα της εκτέλεσης άνευ επίκλησης δικονομικής βλάβης του τελευταίου. Ενναλακτικές αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων πιστωτικών ιδρυμάτων κατά Ν. 4354/2015. Αρμοδιότητες εταιρειών διαχείρισης και εταιρειών απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις αντίστοιχα κατά το άνω νομοθέτημα που καθορίζονται βάσει της έγγραφης σύμβασης διαχείρισης ή απόκτησης. Μπορεί να περιλαμβάνουν την νομική διαχείριση και η είσπραξη των απαιτήσεων διά αναγκαστικής εκτέλεσης ή ασφαλιστικών μέτρων. Δέχεται ανακοπή.

nomos