• 23 Απριλίου, 2015

    Κληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου

    Μον.Πρωτ.Ρόδου 259/2012 : Κληρονομικό δικαίωμα του κυοφορούμενου : “Σύµφωνα µε το άρθρο 1711 ΑΚ ο κυοφορούµενος µπορεί να κληρονοµήσει τόσο εκ διαθήκης όσο και εξ αδιαθέτου. Η ρύθµιση βρίσκεται σε αρµονία µε την ΑΚ 36. Συνεπώς ο κυοφορούµενος έχει πλήρη ικανότητα να κληρονοµήσει, υπό την αναβλητική νοµική αίρεση (condition iuris) ότι θα γεννηθεί ζωντανός. Αν η αίρεση πληρωθεί, ο κυοφορούµενος θεωρείται ότι ήταν ήδη κατά το θάνατο του κληρονοµούµενου (ενέργεια ex tunc) γεννηµένος. Συνεπώς είχε κατά τον ίδιο χρόνο την ικανότητα να κληρονοµήσει και γι`αυτό αποκτά και κληρονοµικό δικαίωµα (ΑΚ 36, 1710 παρ.1). Αν όµως η πλήρωση της αίρεσης µαταιωθεί, η συνέπεια είναι, ότι ο κυοφορούµενος δεν είχε ποτέ την ικανότητα να κληρονοµήσει και ούτε έγινε ποτέ κληρονόµος. Γι’ αυτό στην κληρονοµία καλούνται τα πρόσωπα που θα καλούνταν αµέσως µε την επαγωγή αν δεν υπήρχε ο κυοφορούµενος. Ο τελευταίος, υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις υπεισέρχεται όχι µόνο στα δικαιώµατα αλλά και στις υποχρεώσεις της κληρονοµίας. Αυτή άλλωστε είναι και η έννοια της καθολικής διαδοχής. Άλλο είναι το ζήτηµα ότι κατ`ανάλογη εφαρµογή της ΑΚ 1912 ο κυοφορούµενος κληρονοµεί πάντοτε µε το ευεργέτηµα της απογραφής (Απόστολου Γεωργιάδη-Μιχαήλ Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ κατ`άρθρο Ερµηνεία Κληρονοµικό δίκαιο Τόµος ΙΧ άρθρο 1711 σελ.50-51)”. (τνπ Nomos)

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 21 Απριλίου, 2015

    Στον αέρα προσωπικά δεδομένα

    Σύμφωνα με την Οδηγία (2009/136/ΕΚ), και τον αντίστοιχο ελληνικό νόμο (4070/2012), κάθε σάιτ στη χώρα μας οφείλει να ζητεί τη συγκατάθεση των χρηστών για τα «ψηφιακά μπισκότα» που θα αποθηκευτούν στις συσκευές τους. ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οταν «σερφάρετε» στο Ιντερνετ και ανακαλύπτετε ελληνικά σάιτ που σας ήταν άγνωστα, πόσα από αυτά την πρώτη φορά που τα επισκεφθήκατε εμφάνισαν ένα μικρό παράθυρο με πληροφορίες για τα cookies που χρησιμοποιούν, δίνοντάς σας μάλιστα τη δυνατότητα να απορρίψετε ορισμένα ή και όλα τα «ψηφιακά μπισκότα» τους; Θεωρητικά, αυτό θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι ελληνικοί ιστότοποι από τον Ιούλιο του 2012, όταν ενσωματώθηκε στη νομοθεσία μας η πιο πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία για την προστασία της ιδιωτικότητας στο Διαδίκτυο. Ετσι, σύμφωνα με την Οδηγία (2009/136/ΕΚ), και τον αντίστοιχο ελληνικό νόμο (4070/2012), κάθε σάιτ στη χώρα μας οφείλει να ζητεί τη συγκατάθεση των χρηστών για τα «ψηφιακά μπισκότα» που θα αποθηκευτούν στις συσκευές τους. Εντούτοις, αν και έχουν περάσει 2,5 περίπου χρόνια, η θεωρία απέχει ακόμη πολύ από την πράξη, όπως έδειξε η ευρωπαϊκή έρευνα «Cookie Sweep», στην οποία συμμετείχε και η ελληνική Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. «Στην έρευνα συμπεριλάβαμε τα 30 δημοφιλέστερα ελληνικά σάιτ από τους τομείς του ηλεκτρονικού εμπορίου, του ηλεκτρονικού Τύπου και των δημοσίων υπηρεσιών» λέει στην «Κ» η κ. Γεωργία Παναγοπούλου, Ειδική Επιστήμονας της Αρχής. Η εξέτασή τους έδειξε πως για περίπου έναν στους τρεις ιστότοπους στη χώρα μας η έννοια της προστασίας της ιδιωτικότητας μοιάζει να είναι παντελώς άγνωστη, καθώς το 31% δεν δίνει στους επισκέπτες καμία απολύτως πληροφορία για τα «ψηφιακά μπισκότα» του. «Οσον αφορά τους υπόλοιπους ιστότοπους, αρκετοί απλώς ενημερώνουν τον χρήστη για το ότι χρησιμοποιούν cookies και τον παραπέμπουν στις ρυθμίσεις του browser – χωρίς όμως να του επιτρέπουν να επιλέξει κάποια από αυτά ή ακόμη και κανένα, όπως προβλέπει ο νόμος» σημειώνει η κ. Παναγοπούλου. Επομένως, όπως προσθέτει, «από τα 30 σάιτ του δείγματος, στην πραγματικότητα ελάχιστα ζητούν την άδεια των επισκεπτών για τα cookies που θα εγκαταστήσουν». Τα cookies είναι μικρά αρχεία με πληροφορίες για τους χρήστες και τις προτιμήσεις τους. Μία κατηγορία «ψηφιακών μπισκότων» προέρχονται από τις ίδιες τις ιστοσελίδες (first party cookies), τα οποία συνήθως αξιοποιούνται για τη βελτίωση της λειτουργίας τους ή με σκοπό να διευκολύνουν τον χρήστη – π.χ. ώστε στην επόμενη επίσκεψή του να μη χρειάζεται να πληκτρολογήσει τον κωδικό του ή να ορίσει ξανά σε ποια γλώσσα θέλει να βλέπει το περιεχόμενο. Το «γκρίζο» σημείο, ωστόσο, είναι ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσω του επισκεπτόμενου σάιτ αποθηκεύονται επίσης cookies από online διαφημιστικές εταιρείες (third party cookies). Η συγκεκριμένη κατηγορία χρησιμοποιείται από τις διαφημιστικές για να παρακολουθούν τις κινήσεις των χρηστών στο web. Με αυτό τον τρόπο, όπως και με άλλες τεχνικές, δημιουργούν λεπτομερή καταναλωτικά προφίλ, για να προβάλλουν στοχευμένες καταχωρίσεις. Μαζί με τις υπόλοιπες τεχνολογίες online παρακολούθησης, τα «ψηφιακά μπισκότα» βρίσκονται εδώ και χρόνια στο στόχαστρο αναλυτών και ΜΚΟ, που επικαλούνται στοιχεία τα οποία δείχνουν πως, γύρω από τα καταναλωτικά προφίλ, έχει δημιουργηθεί μια τεράστια βιομηχανία «κατασκοπείας», καταγραφής και αγοραπωλησίας προσωπικών δεδομένων. Προσωπικά δεδομένα τα οποία υποτίθεται πως θα μπορούσε έστω κι εν μέρει να διατηρήσει ένας πολίτης απόρρητα, αν εφαρμοζόταν στην πράξη η ευρωπαϊκή Οδηγία για τα cookies. […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 16 Απριλίου, 2015

    Kαταχρηστικές μονομερείς τροποποιήσεις όρων συμβολαίων από εταιρίες τηλεπικοινωνιών επισημαίνει ο Συνήγορος του Καταναλωτή

    Το θέμα της μονομερούς τροποποίησης όρων σε συμβάσεις παροχής ηλεκτρονικών επικοινωνιών από πλευράς των εταιριών θίγει σε επιστολή του προς  την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων ο Συνήγορος του Καταναλωτή. Το περιεχόμενο της επιστολής έχει ως εξής: «Ένα θέμα που απασχόλησε την Αρχή μας, ιδιαιτέρως τους τελευταίους μήνες, είναι αυτό της μονομερούς τροποποίησης συμβατικών όρων σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών από τους παρόχους των εν λόγω δικτύων ή και υπηρεσιών. Ι. Η Αρχή μας, πιο συγκεκριμένα, δέχθηκε και συνεχίζει να δέχεται μεγάλο αριθμό καταγγελιών από συνδρομητές παρόχων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με τις οποίες η μονομερής τροποποίηση συμβατικών όρων – κυρίως των οικονομικών – από πλευράς παρόχων τούς φέρνει σε δυσχερή θέση, επιβαρύνοντας απροσδόκητα τον οικονομικό τους σχεδιασμό. Ο καταναλωτής κατά τη σύναψη της σύμβασης έχει λάβει ως δεδομένο το συμφωνηθέν ποσό του οικονομικού πακέτου με αντάλλαγμα την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη χρονική διάρκεια του συναφθέντος συμβολαίου. Αυτό, άλλωστε, είναι και το νόημα της επιλογής ενός συγκεκριμένου οικονομικού πακέτου και της σύναψης σύμβασης γι’ αυτό. Από τις αναφορές – καταγγελίες που υποβάλλονται στην Αρχή μας είναι προφανές ότι αρκετοί πάροχοι επιλέγουν συστηματικά την τακτική της μονομερούς τροποποίησης συμβατικών όρων, παρά το ότι δεν υπάρχει σημαντική μεταβολή των συνθηκών της αγοράς ούτε οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχουν τέτοια διάρκεια ικανή να δικαιολογήσει, κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, τη μονομερή τροποποίηση των συμβατικών όρων (πρόκειται για ετήσιες, το πολύ για διετείς συμβάσεις). Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι ο τομέας των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών παρουσιάζει αυξημένη κινητικότητα από πολλές απόψεις, σε σύγκριση ιδίως με άλλους τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας. Πολύ συχνά ωστόσο, οι αναφορές προς την Αρχή μας αναδεικνύουν τακτικές, στο πλαίσιο των οποίων εταιρίες, αφού κατορθώσουν να προσελκύσουν νέους συνδρομητές με κάποιο ανταγωνιστικό οικονομικό πρόγραμμα, πολύ σύντομα (συχνά μέσα στο πρώτο τρίμηνο) προβαίνουν σε μονομερή τροποποίηση των συμβατικών όρων. Η μονομερής αυτή ενέργεια συνεπάγεται την οικονομική επιβάρυνση των καταναλωτών, εγκλωβίζοντάς τους, όπως θα αναλυθεί πιο κάτω, σε μια σύμβαση την οποία υπέγραψαν, έχοντας υπόψη την πλέον συμφέρουσα προσφορά που τους έγινε κατά το χρόνο υπογραφής της. Συνήθως, η οικονομική επιβάρυνση συνδυάζεται με την παροχή μιας πρόσθετης υπηρεσίας, την οποία, πάντως, ο καταναλωτής δεν ζήτησε και, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν του είναι καν χρήσιμη. ΙΙ. Ο αντίλογος που διατυπώνουν οι εκπρόσωποι παρόχων στο πλαίσιο εξωδικαστικών συμβιβασμών που έχουν γίνει από τον Συνήγορο του Καταναλωτή είναι ότι η πρακτική αυτή είναι επιτρεπτή απο το Γενικό Κανονισμό Αδειών της ΕΕΤΤ. Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 2.1.8 σημείο v του παραρτήματος Β του Γενικού Κανονισμού Αδειών, “(…)Σε περίπτωση τροποποίησης των τιμολογίων των παρεχόμενων υπηρεσιών προσδιορίζεται κατά σαφή τρόπο η τροποποίηση η οποία πραγματοποιείται. Επίσης παρέχεται η δυνατότητα στο Χρήστη να αντιταχθεί σε αυτήν και να καταγγείλει τη σύμβαση αζημίως εντός ενός (1) μηνός από τη σχετική ενημέρωσή του (…)”. Εξάλλου, με παράγραφο 2.1.15 περίπτωση (ζ) του ίδιου Κανονισμού “Σε περίπτωση τροποποίησης των συμβατικών όρων μονομερώς από τα πρόσωπα (παρόχους) που παρέχουν Δίκτυα ή/και Υπηρεσίες Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, οι συνδρομητές έχουν το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης, είτε είναι ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, αζημίως εντός ενός (1) μηνός από τη σχετική κοινοποίηση. Ο πάροχος υποχρεούται να ενημερώνει τους συνδρομητές σχετικά με τις […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 10 Απριλίου, 2015

    Διαδικασία Αλλαγής Ονόματος ή Επωνύμου

    Διαδικασία αλλαγής κύριου ονόματος και επωνύμου Γράφει η Αναστασία Μήλιου, Δικηγόρος* Η μεταβολή του κύριου ονόματος αποφασίζεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κατά την διαδικασία της εκουσίας διαδικασίας. Η αίτηση συντάσσεται και κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου και ένα αντίγραφο κοινοποιείται στον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα. Η αλλαγή του κυρίου ονόματος δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση. Ο νόμος αναφέρει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει το κατά πόσον υπάρχει “σπουδαίος λόγος”, ο οποίος δικαιολογεί την μεταβολή του κύριου ονόματος. Υπάρχουν δικαστικές αποφάσεις κατά τις οποίες ένα μη εύηχο όνομα δικαιολόγησε τέτοια μεταβολή.  Π.χ. κύριο όνομα που μοιάζει με επώνυμο ή που προκαλεί σύγχυση είναι μερικοί λόγοι που το δικαστήριο αποδέχεται και προχωρεί στην αλλαγή του κυρίου ονόματος. Επίσης σημαντικοί είναι και οι ψυχολογικοί λόγοι. Π.χ. υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που φέρουν το όνομα συγγενούς τους, ο οποίος στο παρελθόν τους κακοποίησε ή τους εγκατέλειψε ή τους έχει φερθεί με ιδιαίτερα άσχημο τρόπο σε σημείο που η θύμηση του ονόματος είναι αρνητική και ταράζει ψυχολογικά τον κάτοχό του. Τέτοιου είδους λόγοι αν και ακραίοι έχουν γίνει δεκτοί από την νομολογία.Λόγοι συνειδησιακοί, όπως είναι η μεταβολή του θρησκεύματος, έχουν ήδη κριθεί ότι αποτελούν και σπουδαίο λόγο για την μεταβολή του κύριου ονόματος. Αλλαγή κύριου ονόματος θεωρείται επίσης η τροποποίηση ή η συμπλήρωσή του. Η αίτηση διόρθωσης ή συμπλήρωσης του ονόματος ανήκει στην ευρύτερη διαδικασία διόρθωσης των στοιχείων των ληξιαρχικών πράξεων. Έτσι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται και οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης, που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξή της και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί. Αντικείμενο, επομένως, της αίτησης διόρθωσης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων, που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία, που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση, η δε απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική διορθωτική θετική διοικητική πράξη και όχι διαταγή στο ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης, που, ενδεχομένως, συντάχθηκε από αυτόν ανακριβώς, ούτε υποκαθιστά τη δική του ενέργεια, παρά δημιουργεί εις βάρος του ανωτέρω την υποχρέωση να προβεί στη σχετική διόρθωση. Σε περίπτωση θετικής έκβασης, η τελεσίδικη απόφαση με την οποία διατάσσεται η μεταβολή του ονόματος προσκομίζεται στο ληξιαρχείο και στο δημοτολόγιο, τα οποία είναι υποχρεωμένα να προβούν στην σχετική μεταβολή. Η πρόσληψη και η αλλαγή επωνύμου παλαιότερα γινόταν με απόφαση του Νομάρχη και ήδη του Δημάρχου, ενώ μπορούν να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, λεπτομέρειες για τις προϋποθέσεις και τον τρόπο πρόσληψης και αλλαγής επωνύμου. Και σε αυτήν την περίπτωση απαιτείται σπουδαίος και συγκεκριμένος λόγος για την αλλαγή του επωνύμου, καθώς αποτελεί μεν το επώνυμο στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, η αλλαγή του, όμως, δεν απόκειται στην ιδιωτική βούληση, αλλά γίνεται ύστερα από απόφαση του αρμοδίου διοικητικού οργάνου εφ’όσον συντρέχουν συγκεκριμένοι και σοβαροί λόγοι, ικανοί να δικαιολογήσουν την μεταβολή του επωνύμου. Και τούτο διότι το επώνυμο, το οποίο έχει καθοριστικό ρόλο στην ταυτοποίηση του προσώπου, ενδιαφέρει προφανώς τη δημόσια τάξη και τις ειδικότερες εκφάνσεις […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 4 Απριλίου, 2015

    Σχολιασμός της υπ' αριθμ. 4003/2014 απόφασης του ΣτΕ, περί αναπροσαρογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων.

    Με την υπ’ αριθμόν 4003/2014 απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας (σε σχηματισμό Ολομελείας, λόγω μείζονος σπουδαιότητας) έκρινε την παράλειψη της Διοικήσεως να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων από το 2007 μετά από αίτηση ακυρώσεως που υπέβαλαν 13 ιδιοκτήτες ακινήτων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε, όπως ήταν αναμενόμενο, ότι η παράλειψη αυτή είναι παράνομη, καθώς δεν θα ήταν δυνατόν να φορολογείται η ακίνητη περιουσία το 2014 με βάση τιμές του 2007 που έχουν ήδη μεταβληθεί πάρα πολύ. Εφαρμόζοντας μια νέα διάταξη που εισήχθη το καλοκαίρι στη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία του, έθεσε προθεσμία 6 μηνών στη Διοίκηση για την αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών. Παρουσιάζει ενδιαφέρον πώς η Διοίκηση εξειδίκευσε το νόημα της υποχρέωσης του Κράτους για διετή αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών, πώς απήντησε στα ειδικότερα επιχειρήματα της Διοικήσεως, καθώς και η λογική, με την οποία επικαλέσθηκε, εφήρμοσε και, μάλιστα, υπερέβη τη νέα διάταξη για τάξιμο προθεσμίας στη Διοίκηση. Το αντικειμενικό σύστημα αξιών αποσκοπεί στον ορθότερο προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, προκειμένου η φορολογία επί των ακινήτων να είναι, κατά το δυνατόν, ανάλογη με την πραγματική τους αξία Η συνεισφορά των πολιτών στα δημόσια βάρη πρέπει να είναι σύμφωνη με τη φοροδοτική τους ικανότητα: ο κάθε φορολογούμενος συνεισφέρει “ανάλογα με τις δυνάμεις του” κατά τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος. Εξειδικεύοντας την παραπάνω διάταξη στη φορολογία περιουσίας, είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η πραγματική αξία της, ώστε επ’ αυτής της αξίας να υπολογίζεται ο φόρος. Για το σκοπό αυτό, του κατά το δυνατόν ορθότερου υπολογισμού της αγοραίας αξίας της φορολογητέας ύλης, ο νομοθέτης θέσπισε με το άρθρο 41 του νόμου 1249/1982 αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού της αξίας της ακίνητης περιουσίας, το οποίο στηρίζεται στον προσδιορισμό, με βάση στοιχεία της αγοράς, τιμών ανά τετραγωνικό μέτρο που αντιστοιχούν σε ζώνες ακινήτων, καθώς και μια σειρά συντελεστές που προσαυξάνουν ή μειώνουν την αξία του ακινήτου, όπως προσδιορίζεται με το σύστημα αυτό. Αναγνωρίζοντας, παράλληλα, τη μεταβλητότητα της αγοραίας αξίας των ακινήτων, και προκειμένου το σύστημα για να διατηρήσει την “αντικειμενικότητα” του, ο νομοθέτης όρισε και την υποχρεωτική επανεκτίμηση της αξίας του κάθε ακινήτου ανά διετία διαμέσου του επανακαθορισμού των αντίστοιχων τιμών ζώνης. Η τελευταία αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών έλαβε χώρα το 2007. Συνεπώς όσοι φόροι ακίνητης περιουσίας έχουν επιβληθεί από το 2008 και έπειτα, ακόμη και πολύ πρόσφατα (και μάλιστα πλέον και ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων – ΕΝΦΙΑ – που καθιερώθηκε με το ν. 4223/2013) έχουν υπολογιστεί ωσαν το κάθε προς φορολόγηση ακίνητο να άξιζε τόσο όσο το 2007. Το σύστημα των αντικειμενικών αξιών αντί να λειτουργεί ως εργαλείο κατά το δυνατόν αποτελεσματικότερου και άρα δικαιότερου υπολογισμού των “δυνάμεων” των φορολογουμένων – σκοπός άλλωστε για τον οποίο θεσπίστηκε- καταστρατηγείται τα τελευταία χρόνια προκειμένου να αντλήσει η Διοίκηση όσο δυνατόν περισσότερα έσοδα φορολογώντας περιουσίες με πλασματική αξία. Αξίζει να τονιστεί ότι σε μεγάλο μέρος της σχολιαζόμενης απόφασης παρατίθενται στοιχεία ενδεικτικά της κατάρρευσης της αξίας των ακινήτων, προκειμένου να καταδειχθεί η διάσταση της πραγματικής αξίας των ακινήτων από την αντικειμενική. Η Διοίκηση δεν μπορεί να επικαλείται εις βάρος των φορολογουμένων την αδυναμία της για νέο προσδιορισμό των τιμών ζώνης Με δεδομένη την πρόδηλη παραβίαση της νομοθετικής πρόβλεψης για διετή αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών από το 2007, η Διοίκηση περιόρισε […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 14 Φεβρουαρίου, 2015

    ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΕΝ ΕΠΙΔΙΚΙΑ

      ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΕΝ ΕΠΙΔΙΚΙΑ – ΕΠΙΜΗΚΥΝΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΒΛΑΒΗΣ ΣΩΜΑΤΟΣ Ή ΥΓΕΙΑΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ. Α.- ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ. Όπως είναι γνωστό, η παραγραφή εν επιδικία, κατά την πάγια και ομόφωνη άποψη της Θεωρίας και της Νομολογίας, συνιστά ειδικά ρυθμιζόμενη περίπτωση της παραγραφής, ως θεσμού του ουσιαστικού δικαίου, που συμπλέκεται και ρυθμίζεται σε ορισμένα σημεία του και από το δικονομικό δίκαιο.   Η συγκεκριμένη αυτή περίπτωση της παραγραφής του δικαιώματος εκδηλώνεται, όταν η αξίωση γίνει επίδικη με την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος και οι διάδικοι αδρανούν ως προς την επίσπευση της δίκης.   Το ζήτημα, το οποίο πρόσφατα έχει ανακύψει, ανάγεται στο τι ακριβώς ισχύει, πλέον, και σε ποιο βαθμό έχουν επηρρεαστεί τα μέχρι τούδε γνωστά δεδομένα της παραγραφής εν επιδικία, μετά τις τροποποιητικού χαρακτήρα, ρυθμίσεις του Ν. 4139/2013 και, ειδικώτερα, του άρθρου 261 ΑΚ.   Η διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής δεν έχει πλέον, όπως μέχρι πρόσφατα συνέβαινε, περιορισμένη διάρκεια, αλλά διαρκεί μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 1 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013), υπό την επιφύλαξη πάντοτε της παρ. 2 του ίδιου (τροποποιημένου) άρθρου, που ρυθμίζει τα της δικονομικής αδρανείας των διαδίκων και προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την τελευταία διαδικαστική πράξη του Δικαστηρίου και των διαδίκων, που διακόπτεται εκ νέου, εφ’ όσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης.   Η διαφορά σε σχέση με το προϊσχύσαν δίκαιο είναι σαφής. Κατά την προηγούμενη ρύθμιση, με την άσκηση της αγωγής η διακοπείσα παραγραφή, άρχιζε εκ νέου. Αντίθετα με την ρύθμιση του Ν. 4139/2013, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει και πάλι απ’ την έκδοση τελεσίδικης απόφασηςή σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων, μετά από   —————————————————————————————————- * Την εισήγηση αυτή αφιερώνω στη μνήμη της συνεργάτιδός μου Βούλας Π. Δαστερίδου, ενός σπάνιου, μοναδικού και ξεχωριστού ανθρώπου και Δικηγόρου, που έφυγε πρόωρα από κοντά μας.   έξι (6) μήνες απ’ την τελευταία διαδικαστική πράξη των ίδιων ή του Δικαστηρίου.   Όπως είναι προφανές, με τις ανωτέρω τροποποιήσεις και, κυρίως, με την ρύθμιση της νέας παραγράφου 2 του άρθρου 261 Α.Κ., ο Νομοθέτης επιχειρεί, να επιλύσει, εκ των ενόντων, το πρόβλημα, το οποίο έχει δημιουργηθεί στα μεγάλα, ως επί το πλείστον, Πρωτοδικεία της Χώρας, με τις βραχυχρόνιες παραγραφές, που συμπληρώνονταν μεταξύ της ασκήσεως της αγωγής και της συζητήσεώς της, όταν αυτή (λόγω των γνωστών προβλημάτων υλικοτεχνικής υποδομής και στελέχωσης) προσδιορίζεται σε απώτερο χρόνο, που υπερκαλύπτει τον χρόνο της παραγραφής.   Με δεδομένη, όμως, την προχειρότητα και την ανορθόδοξη νοοτροπία επιφανειακής επίλυσης τέτοιου είδους προβλημάτων, που χαρακτηρίζει ανάλογες νομοθετικές πρωτοβουλίες, η πιο πάνω ρύθμιση, αντί να δώσει άμεση και σαφή απάντηση στο πρόβλημα, που υποτίθεται ότι ήθελε να επιλύσει, δημιούργησε, εκ των πραγμάτων, μια άνευ προηγουμένου σύγχυση, σχετικά με την βούληση του Νομοθέτη, ειδικά ως προς την έννοια και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 261 Α.Κ. και, ως συνήθως, παρήγαγε πληθώρα ερμηνευτικών ζητημάτων, τα οποία καλείται, για μια ακόμη φορά, να επιλύσει η Νομολογία των Αστικών Δικαστηρίων και η Επιστήμη του Δικαίου.   Εξυπακούεται, ότι είναι αντικειμενικά ανέφικτο στα περιορισμένα πλαίσια της παρούσης εισήγησης να αναπτυχθούν εκτενώς και να αναλυθούν πλήρως […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 28 Δεκεμβρίου, 2014

    Ζώνη Ασφαλείας των πίσω καθημένων επιβατών

    Ζώνη Ασφαλείας  των πίσω καθημένων επιβατών Φωτογραφίες ως στοιχεία απόδειξης   Από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες των πίσω θέσεων του αυτοκινήτου, αποδεικνύεται ότι, στο συγκεκριμένο όχημα υπάρχουν μόνο δύο θέσεις και όχι τρεις. Στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκε απορριπτέα ως αβάσιμη η σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας συνεπιβαίνουσας, που καθόταν στη μέση στο πίσω κάθισμα, αφού το ως άνω αυτοκίνητο δεν διέθετε τρίτη ζώνη ασφαλείας και επομένως, αντικειμενικά δεν μπορούσε να προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας.   Ζώνη Ασφαλείας των πίσω καθισμένων Ενσταση Ασφαλιστού περί συνυπαιτιότητος κατά 80 % του ενάγοντος (συνεπιβαίνοντος στα πίσω καθίσματα) ΔΙΟΤΙ δεν έφερε ΖΩΝΗ ασφαλείας, απορριπτέα ως ουσία αβάσιμος, καθόσον το ζημιογόνο όχημα κυκλοφορήσαν πρίν την1.1.1993, δεν υφίστατο υποχρέωση εφοδιασμού των πίσω καθισμάτων με ζώνεςασφαλείας. (Σημ. ΕΣυγκΔ. Αναφέρονται αι ισχύουσαι σχετικαί διατάξεις (παρ 16άρθρ 81 Ν. 2094/1992 περί ΚΟΚ (παρατίθενται). Μον.Πρ.Θεσπρ.127/1996 ΣΕΣυγκΔ 1999/333 Ένσταση Συνυπαιτιότητας της Θανούσης, επιβάτιδος του Πίσω Καθίσματος του ΙΧΕ, διά Παράλειψη ΖΩΝΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ,Απερρίφθη ως νόμω και ουσία ΑΒΑΣΙΜΟΣ, διότι κατ΄άρθρ 81 παρ 16 του ΚΟΚ, ΜΟΝΟΝ τα αυτοκίνητα τα τεθέντα το πρώτον σε κυκλοφορία στη χώρα μας από 1-1-1993, επιβάλλεται να είναι εφοδιασμένα με Ζώνες Ασφαλείας και στα πίσω καθίσματα. Εξ άλλου ΔΕΝ εξεδόθη Υπουργική απόφαση που να καθορίζει τέτοια υποχρέωση και στα επιβατικά αυτοκίνητα που ήδη από πρίν την 1-1-1993 κυκλοφρούσαν στη χψωρα μας. Ενταύθα, το επίμαχο αυτοκίνητο, τέθηκε σε κυκλοφορία στη χώρα μας το έτος 1990.  Εφ.ΑΘ.2007/2000 ΣΕΣυγκΔ 2000/579 Η έλλειψη αυτή καθεαυτή της ζώνης ασφαλείας την οποία, ενόψει του ότι το ζημιωθέν αυτ/το κυκλοφόρησε για πρώτη φορά την 14.7.1998 σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του, όφειλε να φέρει ο ενάγων κατά τις διατάξεις των άρθρων 33  παρ. 3 και 81 παρ. 17 του ν.2696/1999,  δεν συνετέλεσε ουσιωδώς  στην έκταση της επελθούσης βαρύτατης ρανιοεγκεφαλικήςβλάβης που υπέστη κατά το ατύχημα, αφού ακόμη και αν αυτός φορούσε ζώνη ασφαλείας, ο τραυματισμός του στο κεφάλι δεν θα είχε αποφευχθεί. Εφ.Αθ.2035/2005 ΣΕΣυγκΔ 2005/147  Απορριπτέα η ένσταση περί συνυπαιτιότητας λόγω μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας καθότι δεν απεδείχθη τόσον από τις προανακριτικές καταθέσεις, όσον και από τις προσαγόμενες φωτογραφίες των πίσω καθισμάτων του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στις οποίες εμφαίνεται σαφώς ότι η ζώνη ασφαλείας του πίσω δεξιού καθίσματος, στο οποίο καθόταν ο θανών, είναι τελείως χαλαρή (“ξεχειλωμένη”), γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι ο θανών φορούσε τη ζώνη και από τα συνεχή ισχυρότατα κτυπήματα αυτή χάλασε (χαλάρωσε) και δεν συγκράτησε το σώμα του πίσω επιβάτη.Μον.Πρ.Αθ.1528/2004 ΣΕΣυγκΔ 2004/ 445  

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 27 Δεκεμβρίου, 2014

    Ζητήματα από την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου στις διαφορές από το άρθρο 681 Α' τουΚΠολΔ. Εισήγηση: Αθαν. Γ. Κρητικού. Αντιπροέδρου του Α.Π. ε.τ.

    Ζητήματα από την πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου στις διαφορές από το άρθρο 681 Α’ του ΚΠολΔ. Εισήγηση: Αθαν. Γ. Κρητικού. Αντιπροέδρου του Α.Π. ε.τ. Βάσεις και θεμέλια αστικής ευθύνης επί αυτοκινητικού ατυχήματος. 1) ΑΚ 914 και Ν. Γ Ν/1911 Η κατά την ΑΚ 914 υποκειμενική ευθύνη σε βάρος του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου προϋποθέτει υπαιτιότητα, δηλαδή συνήθως αμέλεια. Αν τέτοια στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχει γιατί π.χ. ο οδηγός κινούμενος κανονικώς με ελάχιστη ταχύτητα δεν μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα με οποιοδήποτε τρόπο (π.χ. λόγω αιφνίδιας εμφανίσεως ανηλίκου κάτω των 10 ετών όπισθεν σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου), τότε δεν θεμελιώνεται υποκειμενική ευθύνη και η βάση της αγωγής απορρίπτεται. Δεν υπάρχει λόγος προσφυγής στην ΑΚ 918 ελλείψει οποιασδήποτε συνυπαιτιότητας από πλευράς ανηλίκου. Δυσχερέστερα είναι τα πράγματα κατά την εξέταση της αγωγής υπό την οπτική γωνία της αντικειμενικής ευθύνης κατά το Ν. Γ Ν/1911. Εδώ ο οδηγός ευθύνεται ανεξαρτήτως αμελείας. Απαλλαγή του επέρχεται κατά το άρθ. 5 Ν. Γ Ν /1911 αν η ζημία οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του θύματος. Εφαρμόζεται ακόμη και η ΑΚ 300 αν στο θύμα μπορεί ν’ αποδοθεί συντρέχουσα υπαιτιότητα. Αλλά τόσο η αποκλειστική υπαιτιότητα του θύματος όσο και η συντρέχουσα υπαιτιότητα του τελευταίου προϋποθέτουν ικανότητα προς καταλογισμό η οποία όμως λείπει επί ανηλίκου κάτω των (10) ετών. Επομένως ο αναίτιος οδηγός θα έπρεπε πάντοτε να ευθύνεται όταν το θύμα είναι ηλικίας κάτω των (10) ετών. Η εφαρμογή του Ν. Γ Ν/1911 όμως μπορεί ν’ αποβεί σκληρή σε βάρος του αναίτιου οδηγού. Ο νομοθέτης του Ν. Γ Ν/1911 έχει τούτο υπόψη του και ορίζει στο άρθρο 9 αυτού ότι δικαστής κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως οφείλει να λαμβάνει υπόψη τας κατ’ ιδίαν περιστάσεις οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος. Τελευταία η νομολογία του Αρείου Πάγου με μία τολμηρή απόφαση εφήρμοσε το άρθρο 9 του Ν. Γ Ν/1911 για να αποκλείσει οποιαδήποτε ευθύνη του ανυπαιτίου οδηγού όταν ήταν πρόδηλη η “συντρέχουσα υπαιτιότητα ” του ανηλίκου θύματος. Δηλαδή εφήρμοσε το άρθρο 9 του νόμου όχι στον προσδιορισμό του ύψους της αποζημιώσεως του θύματος αλλά και για τον αποκλεισμό της (βλ. έτσι ΑΠ 1446/2009 Χρ ΙΔ 2010, 342 όπου και παρατηρήσεις Χριστακάκου). 2) Ευθύνη προστήσαντος (ΑΚ 922) Βασική προϋπόθεση για την έναντι τρίτου ευθύνη του προστήσαντος κατά την ΑΚ 922 είναι η ένταξη του προστηθέντος στην υπηρεσία του προστήσαντος με τη θέληση του τελευταίου. Τέτοια λε’ιπει όταν ο υιός αφαιρεί τα κλειδιά του αυτοκινήτου του πατέρα του και ακολούθως με αυτό προκαλεί ατύχημα σε τρίτον. Εν προκειμένω μάλιστα συντρέχει αυτογνώμων κατάληψη που στερεί από τον ιδιοκτήτη την ιδιότητα του κατόχου και του ανοίγει το δρόμο για προβολή ισχυρισμού (περί) περιορισμού της ευθύνης του μέχρι την αξία του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Κατά τις παραδοχές του το Εφετείο δέχθηκε πρόστηση του υιού από τον πατέρα παρόλο που συγχρόνως δέχθηκε ότι ο υιός αφήρεσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου που ήσαν [Μ εκτεθειμένα χωρίς προφύλαξη. Από τον ΑΠ κρίθηκε βάσιμος (και η απόφαση αναιρέθηκε) ο προβληθείς αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (αντιφατικές παραδοχές) (βλ. έτσι ΑΠ 1228/2010 αδημ.). Από το Εφετείο έγινε […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 26 Δεκεμβρίου, 2014

    3 σκέψεις για την υπόθεση Χαϊκάλη

    του δικηγόρου Αθ. Αναγνωστόπουλου Διαβάζοντας το πόρισμα του Αντεισαγγελέα Εφετών Π. Παναγιωτόπουλου για την υπόθεση Χαϊκάλη: 1. Ισχυρίζεται ο Παναγιωτόπουλος (σελ. 6 του πορίσματός του): … δεν λαμβάνονται υπόψιν τα προσκομισθέντα υπό του καταγγέλλοντος Π. Χαϊκάλη πειστήρια […]βλ. ΑΠ 277/2014 […] η εκ του άρθρου 177 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτουσα απαγόρευση δεν περιλαμβάνει πράξεις ή εκδηλώσεις προσώπων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των ανατιθεμένων σε αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, όπερ δεν υφίσταται εν προκειμένω, καθόσον η κατά τα άνω καταγραφή-αποτύπωση της προφορικής συνομιλίας εγένετο μεταξύ ιδιωτών και όχι το πλαίσιο υπηρεσιακού καθήκοντος και κατά την εκτέλεση τούτου. Τι μας λέει εδώ ο Εισαγγελέας; Ότι η νομολογία του Αρείου Πάγου μάς διδάσκει ότι η κάμψη της απόλυτης απαγόρευσης της χρήσης αποδεικτικών μέσων κάμπτεται μόνο όταν έχουμε πράξεις στο πλαίσιο υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση αυτών. [η νομολογία αυτή είναι βέβαια σαφώς αντισυνταγματική, αλλά επειδή το Σύνταγμα εν προκειμένω είναι σαφώς ηλίθιο, αγαπάμε την νομολογία] Και ότι εδώ δεν είχαμε πράξη στο πλαίσιο υπηρεσιακών καθηκόντων. Πράγματι, ο Χαϊκάλης ούτε στην Βουλή ήταν ούτε αγόρευε ούτε ψήφιζε. Ήταν ένας ιδιώτης. Κρίμα βρε παιδί μου. Αλλά αφού το λέει η νομολογία. Αλήθεια, να δούμε τι λέει ακριβώς η πρώτη διδάξασα, η ΣυμβΑΠ 1317/2001: Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η οποία θεσπίσθηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρ. 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου, η απαγόρευση της με ειδικά τεχνικά μέσα μαγνητοσκόπησης αθεμίτως αφορά πράξεις ή εκδηλώσεις της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους. Δεν περιλαμβάνει δε και τις πράξεις ή εκδηλώσεις τούτων, οι οποίες, ανεξάρτητα από τον τόπο και το χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ΄ αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, η οποία ως εκ του τρόπου πραγματοποιήσεώς της και της φύσεως και του είδους των εκπληρούμενων καθηκόντων υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Ώστε εδώ έχουμε και ένα συμπλήρωμα: η εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική και γιαυτό κάμπτεται η ρημάδα η απόλυτη απαγόρευση του άρ. 177 παρ. 2 ΚΠΔ. Μήπως μωρέ και η δραστηριότητα του βουλευτή για την ψήφο του σε μια κρίσιμη ψηφοφορία υπάγεται σε αυτήν την εξαίρεση; Μήπως; Αλλά είπαμε, είναι αυστηρή η νομολογία. Να, η ως άνω ΣυμβΑΠ 1317/2001 επέτρεψε την κάμψη στην εξής περίπτωση: Τέτοια μη δημόσια, κατά την ως άνω έννοια, πράξη η μαγνητοσκόπηση της οποίας δεν στοιχειοθετεί αξιόποινη πράξη και ως εκ τούτου η χρήση της σχετικής ταινίας ως αποδεικτικού μέσου είναι επιτρεπτή, αποτελεί η εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων των μελών της διοίκησης ενός Ιδρύματος ή ενός Ι. Π., ως νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, όπως είναι η είσπραξη και η καταμέτρηση των από τρίτους προς αυτά γενόμενων κάθε είδους προσφορών, ανεξαρτήτως του χρόνου και του τόπου στους οποίους αυτά επιτελούνται. 2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για παραπομπή στο ακροατήριο των αναιρεσειόντων, ως μελών της διοικητικής επιτροπής του […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 15 Δεκεμβρίου, 2014

    Φορολογοκή Κατοικία και Παγκόσμιο Εισόδημα

    Κάθε φυσικό πρόσωπο  φορολογείται : α) Για το εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του ή της συνήθους διαμονής του. Ως εισόδημα που προκύπτει στην Ελλάδα θεωρείται, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά : i. Το εισόδημα από μισθωτή εργασία που παρέχεται στην Ελλάδα. ii. Το εισόδημα από υπηρεσίες διοίκησης, συμβουλευτικές και τεχνικές που παρέχονται στην Ελλάδα. iii. Το εισόδημα από καλλιτεχνικές και αθλητικές δραστηριότητες που παρέχονται στην Ελλάδα. iv. Το εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκεί αλλοδαπός μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα. v. Το εισόδημα από μεταβίβαση παγίων περιουσιακών στοιχείων από αλλοδαπό που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα. vi. Το εισόδημα από ακίνητη περιουσία καθώς και το εισόδημα από λοιπά δικαιώματα που προκύπτουν από την ακίνητη περιουσία, εφόσον τα ακίνητα βρίσκονται στην Ελλάδα. vii. Το εισόδημα από την πώληση ακίνητης περιουσίας η οποία βρίσκεται στην Ελλάδα. viii. Το εισόδημα από την πώληση εταιρικών μεριδίων ή ποσοστών συμμετοχής ή μετοχών εφόσον τα νομικά πρόσωπα έχουν έδρα στην Ελλάδα. ix. Το εισόδημα από μερίσματα ή λοιπά διανεμόμενα ποσά από ανώνυμες εταιρείες με έδρα την Ελλάδα. x. Το εισόδημα από κέρδη ή λοιπά διανεμόμενα ποσά από λοιπές εταιρείες, εκτός ανωνύμων εταιρειών, εφόσον αυτές έχουν έδρα στην Ελλάδα. xi. Το εισόδημα από τόκους καταβληθέντες ή πιστωθέντες από κάτοικο Ελλάδας ή αλλοδαπής μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα. xii. Το εισόδημα από δικαιώματα (royalties) που εισπράττεται από κάτοικο Ελλάδας ή αλλοδαπής μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα. β) Για το παγκόσμιο εισόδημά του κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει : αα) την κατοικία του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 51 του Α.Κ. στην Ελλάδα, ή ββ) φυσική παρουσία στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα άνω των εκατόν ογδόντα τριών (183) ημερών αθροιστικά για µία περίοδο ή περιόδους σε οποιαδήποτε δωδεκάμηνη περίοδο μέχρι το τέλος του φορολογικού έτους. γ) Αν το φυσικό πρόσωπο μεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του : αα) Σε κράτος που εμπίπτει στον κατάλογο των κρατών που περιέχονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 44,( Μη συνεργάσιμα κράτη είναι εκείνα που δεν είναι κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης) θεωρείται ότι έχει την κατοικία του στην Ελλάδα και υπόκειται σε φόρο για το παγκόσμιο εισόδημά του. ββ) Εκτός Ελλάδας και υπαγόταν σε φόρο στην Ελλάδα για το παγκόσμιο εισόδημά του τα τελευταία πέντε έτη πριν από τη δήλωση μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του, θεωρείται ότι υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα, για το παγκόσμιο εισόδημά του ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΠΕΝΤΕ ΕΤΩΝ, που αρχίζει από την υποβολή της δήλωσης μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του, εφόσον : i) Μεταβάλει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του με μεταφορά της σε κράτος στο οποίο το εισόδημά του υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς, κατά την έννοια της παραγράφου 7 του άρθρου 44, και ii) Διαθέτει σημαντικά οικονομικά συμφέροντα στην Ελλάδα κατά το χρόνο δήλωσης στη φορολογική αρχή της μεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαμονής του. Ως τέτοια συμφέροντα νοούνται η συμμετοχή σε ποσοστό εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) σε ημεδαπή προσωπική εταιρεία ή η συμμετοχή σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) σε ημεδαπή κεφαλαιουχική εταιρεία, ή το εισόδημά του που προκύπτει στην Ελλάδα να υπερβαίνει το […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 6 Δεκεμβρίου, 2014

    Η νομική πλευρά της υπόθεσης Ρωμανού

    – Δικαιούται να ζητά άδεια ο Νίκος Ρωμανός; Θεωρητικώς ναι, βάση του ισχύοντος πλαισίου του Σωφρονιστικού Κώδικα της χώρας μας (Ν.Ν. 2776/1999 ΦΕΚ 291). Πλέον συγκεκριμένα το αίτημα για χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας (υπάρχουν και άλλες φυσικά κατηγορίες αδειών κρατουμένων που αναγράφονται ρητά στον Κώδικα ) εδράζεται στοάρθρο 35 παρ. 1 και 6 του Σωφρονιστικού Κώδικα, το οποίο αναγράφει πως: Η εκπαίδευση των κρατουμένων αποβλέπει στην απόκτηση ή συμπλήρωση εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων, καθώς και στην επαγγελματική κατάρτισή τους.” …..“ όσοι έχουν συμπληρώσει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση μπορούν να συνεχίσουν τις σπουδές στη δευτεροβάθμια ή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με εκπαιδευτικές άδειες, σύμφωνα με το άρθρο 58 του παρόντος.” – Υποχρεούται να δώσει την άδεια η Πολιτεία; Όχι. Δεν υποχρεούται το αρμόδιο συμβούλιο που ορίζει το άρθρο 70 του Σωφρονιστικού Κώδικα να χορηγήσει εκπαιδευτική άδεια. Εξετάζει τις νομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της αίτησης και είναι στη λεγόμενη διακριτική του ευχέρεια να προβεί στη χορήγηση της άδειας. – Ποιες οι προϋποθέσεις λήψης μιας εκπαιδευτικής άδειας; Οι προϋποθέσεις λήψης μιας εκπαιδευτικής άδειας αναγράφονται ρητά στο άρθρο 58 του Σωφρονιστικού Κώδικα.“Η εκπαιδευτική άδεια χορηγείται για τη φοίτηση κρατουμένων σε σχολές όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, εφόσον στην περιοχή φοίτησης λειτουργεί αντίστοιχο προς την κατηγορία στην οποία ανήκουν οι ενδιαφερόμενοι κατάστημα κράτησης. Η άδεια χορηγείται από το Συμβούλιο του άρθρου 70 παράγραφος 1 του παρόντος με τις προϋποθέσεις και κατά τη διαδικασία του άρθρου 55 παράγραφος 1 περίπτωση γ’, παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος. Για μεν τους υποδίκους απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του δικαστικού οργάνου που διέταξε την προσωρινή κράτηση, για δε τους χρεοφειλέτες και η σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Πρωτοδικών του τόπου κράτησης. Η διάταξη του άρθρου 56 παράγραφος 3 του παρόντος εφαρμόζεται ανάλογα.” Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει πως πρέπει να ισχύουν ( σωρευτικώς, αθροιστικά δηλαδή ) οι κάτωθι προϋποθέσεις: 1)  να υπάρχει φυλακή στην περιοχή της σχολής φοίτησης. 2)  να μην εκκρεμεί κατά του καταδίκου ποινική διαδικασία για αξιόποινη πράξη σε βαθμό κακουργήματος. Δηλαδή, εκτός από την πράξη που έχει ήδη καταδικαστεί, να μην εκκρεμεί άλλη που να έχει πλαίσιο ποινής από 5 χρόνια κάθειρξης και πάνω. 3)  να εκτιμάται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος τελέσεως, κατά διάρκεια της άδειας, νέων εγκλημάτων 4) αν κάποιος κρατούμενος είναι υπόδικος (δηλαδή αν εκκρεμούν και άλλες υποθέσεις εναντίον του για τις οποίες κρατείται προσωρινά και δεν έχουν ακόμα δικαστεί) απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη του δικαστού που διέταξε την προσωρινή του κράτηση (ο Ν. Ρωμανός είναι υπόδικος) – Με ποιο σκεπτικό απέρριψε το αίτημά του χθες, συμφωνώντας με τον Εισαγγελέα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά; Νομικά, εξετάζεται πρώτα το παραδεκτό της υποβολής της αίτησης, αν αυτή δηλαδή ασκήθηκε νόμιμα, ενώπιον των αρμοδίων οργάνων και αν πληρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την άσκησή της και μετά εξετάζονται οι λόγοι που επικαλείται ο αιτών, το λεγόμενο νομικά “ουσία βάσιμο”. Τύποις, η άσκηση της αίτησης του Ν. Ρωμανού έγινε σε αναρμόδιο όργανο ( δικαστικό συμβούλιο Πλημμμελειοδικών Πειραιώς, έγινε δηλαδή προσφυγή στην τακτική Ποινική Δικαιοσύνη, αντί του οριζόμενου συμβουλίου του άρθρου 70 του Σωφρονιστικού Κώδικα, που είναι καθ ύλην αρμόδιο για την εξέταση της αίτησης του).  Αυτή όμως είναι μια συνήθης πρακτική, όταν απορρίπτονται αιτήσεις κρατουμένων από τα αρμόδια συμβούλια των Φυλακών. Επιπροσθέτως δεν υπάρχει και  η σύμφωνη γνώμη του δικαστού που διέταξε την προσωρινή του κράτηση. Αν δεν έχει γίνει […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
  • 22 Νοεμβρίου, 2014

    «Απαγόρευση μαρτυρίας δικηγόρων – κατασχέσεις και έρευνες σε γραφεία δικηγόρων»

    «Απαγόρευση μαρτυρίας δικηγόρων – κατασχέσεις και έρευνες σε γραφεία δικηγόρων» του Δικηγόρου Αθηνών κ. Ζήση Κωνσταντίνου [Εισήγηση στην ΗΜΕΡΙΔΑ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Δ.Σ. ΛΑΡΙΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΕΠΙΤΙΜΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΘΕΜΑ «Ο ΘΕΣΜΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ»] A.- Βρίσκομαι απόψε εδώ ως Λαρισαίος, αλλά και ως συνεργάτης του τιμωμένου Γιάννη Διαμαντή.-          Τα θέματα με τα οποία θα σας απασχολήσω προβλέπονται στο νόμο. Αρκεί, για αυτά να διαβάσει κανείς τα άρθρα 371 ΠΚ και 212, 261 και 262 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 39 παρ. 1 και 5 του νέου Δικηγορικού Κώδικος. Πιστέψτε με, λοιπόν, ότι η προφορική ανάπτυξη του κυρίου θέματος της εισηγήσεώς μου, θα είναι σύντομη, προκειμένου να δώσουμε τη δυνατότητα στον τιμώμενο, τον οποίο εξακολουθούμε να θεωρούμε Συνάδελφό μας, την ευκαιρία να αναπτύξει το θέμα του με όλη τη χρονική άνεσή του.- Θα σας απασχολήσω, λοιπόν, κυρίως, με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και σοβαρό ζήτημα, που συνδέεται με το δεύτερο (υπό ΙΙ!) θέμα της εισηγήσεώς μου και απασχολεί εντονώτατα την επικαιρότητα (βλ. κεφ. Γ!).- Την εισήγησή μου, άλλωστε, θα βρείτε, σε λίγες μέρες, αναρτημένη, στην ιστοσελίδα του Δ.Σ. Λαρίσης, αλλά και του Δ.Σ. Αθηνών, όπως ανήγγειλαν, προ ολίγου, αμφότεροι οι Πρόεδροι των εν λόγω Δ.Σ., ο κ. Δημήτρης Κατσαρός, στην εισαγωγική του ομιλία και ο κ. Βασίλης Αλεξανδρής, στον χαιρετισμό του.- Είναι αυτονόητον ότι η γραπτή εισήγησή μου, που θα διαβάσετε στις παραπάνω ιστοσελίδες, αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισηγήσεώς μου στη σημερινή εκδήλωση.- Β.- Ι.-) Απαγόρευση μαρτυρίας α.-Η προστασία του καθήκοντος σιωπής (άρθρο 371 ΠΚ) συμπληρώνεται με την απαγόρευση εξέτασης του συνηγόρου ως μάρτυρoς, τόσο στην προδικασία, όσον και στην κυρία διαδικασία (άρθρο 212 ΚΠοινΔ). Πράγματι με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας απαγορεύεται η εξέταση του συνηγόρου ως μάρτυρος σχετικά με όσα του εμπιστεύθηκε ο πελάτης του. Επίσης ο συνήγορος κρίνει σύμφωνα με την συνείδησή του, αν και σε ποιο μέτρο πρέπει να καταθέσει όσα άλλα έμαθε με αφορμή την άσκηση του Λειτουργήματός του. Όμως είναι ευνόητον ότι, για γεγονότα που αφορούν τρίτους, μη πελάτες του δικηγόρου, αυτός, όπως όλα τα άλλα πρόσωπα, έχει τη γενική υποχρέωση προς μαρτυρία κατά τη διάταξη του άρθρου 209 ΚΠοινΔ.-   Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 212 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η οποία απαγορεύει να εξετασθεί ως μάρτυρας, ανάμεσα σε άλλα πρόσωπα, και ο δικηγόρος, ακόμη και αν υπάρχει η συναίνεση του πελάτη του, τέθηκε για κοινωνικούς λόγους, οι οποίοι είναι υπέρτεροι από την ιδιωτική βούληση του πελάτη του. Δηλαδή η απαγόρευση εξέτασης, ως μάρτυρος, του συνηγόρου εισάγεται χάριν του «κύρους» του Δικηγορικού Λειτουργήματος.-   Παρατηρούμε λοιπόν, ότι στην ποινική δίκη, η οποία αφορά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, προστατεύεται πρωταρχικά η «εμπιστοσύνη του κοινού σε συγκεκριμένα επαγγέλματα» και ακολουθεί η «προστασία της σφαίρας των ιδιωτικών απορρήτων».-   Εκείνο, πάντως, που πρέπει ιδιαίτερα να τονισθεί, είναι το ακόλουθο: Η σφαίρα των ιδιωτικών απορρήτων των ατόμων, που προστατεύεται από το άρθρο 212 ΚΠοινΔ, δεν είναι παρά το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του ανθρώπου, να έχει και να διατηρεί μυστικά γεγονότα ή καταστάσεις της ιδιωτικής ζωής του, ως μια ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος της προσωπικότητας.-   β.- Έτσι από το συνδυασμό των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντ. προκύπτει […]

    ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ