Αριθμός 2261/2025
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2024, με την εξής σύνθεση: Ηλίας Μάζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βασιλική Κίντζιου, Μαρία Αθανασοπούλου, Σύμβουλοι, Νικόλαος Μαρκόπουλος, Κωνσταντίνα Σκούρα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ευδοξία Καπίρη.
Για να δικάσει την από 29 Ιανουαρίου 2024 αίτηση:
του Π.Α., κατοίκου …, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Παύλο Ρήγα (Α.Μ. 8303), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά της Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., η οποία παρέστη με τις δικηγόρους: α) Αθανασία Λελεντζή (Α.Μ. 21498) και β) Μάρθα Καββαθά (Α.Μ. 28103), που τις διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. …/30.11.2023 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΕΠΑΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ).
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Νικολάου Μαρκόπουλου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τις πληρεξούσιες της καθ’ ης Τράπεζας, οι οποίες ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (e-παράβολο με κωδικό πληρωμής: …).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 5.2.2024 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση της …/30.11.2023 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), με την οποία, αφού κρίθηκε ότι ο αιτών -ενόψει του ρόλου, των υποχρεώσεων και των αρμοδιοτήτων που του είχαν ανατεθεί ως διευθυντικό στέλεχος της εταιρείας με την επωνυμία «… – Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις»- έφερε ευθύνη για παραβάσεις διατάξεων του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την δραστηριότητα των Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις του
ν. 4354/2015, επιβλήθηκαν σε βάρος του: α) το διοικητικό μέτρο της αντικατάστασής του από το Δ.Σ. της Εταιρείας από άλλο πρόσωπο που να πληροί τα κριτήρια καταλληλότητας (κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 16 του ν. 4354/2015), β) η διοικητική κύρωση της απαγόρευσης να ασκεί καθήκοντα σε ιδρύματα για δύο (2) έτη (κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 2 και του άρθρου 59 παρ. 2 στοιχείο δ΄ του ίδιου νόμου), και γ) η διοικητική κύρωση του προστίμου συνολικού ποσού επτά χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (€ 7.500) [κατ’ εφαρμογή του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 2 και του άρθρου 59 παρ. 2 στοιχείο στ΄ του ίδιου νόμου].
3. Επειδή, οι αιτιολογικές σκέψεις 5 και 7 του Κανονισμού 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, «σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων […]» (L 176) αναφέρουν τα εξής: « (5) Ο παρών κανονισμός και η οδηγία 2013/36/ΕΕ θα πρέπει μαζί να θέτουν το νομικό πλαίσιο που θα διέπει την πρόσβαση σε δραστηριότητες, το εποπτικό πλαίσιο και τους κανόνες προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων (εφεξής από κοινού “ιδρύματα”). Κατά συνέπεια, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συνδυάζεται με την εν λόγω οδηγία. […] (7) Ο παρών κανονισμός θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τα ιδρύματα που αφορούν αποκλειστικά τη λειτουργία των αγορών τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και στοχεύουν στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας των φορέων που δραστηριοποιούνται στις εν λόγω αγορές, καθώς και σε ένα υψηλό επίπεδο προστασίας επενδυτών και καταθετών. […]». Το άρθρο 1 («Πεδίο εφαρμογής») του Κανονισμού 575/2013 ορίζει: «Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες που αφορούν τις γενικές προληπτικές απαιτήσεις προς τους οποίους οφείλουν να συμμορφώνονται τα ιδρύματα που εποπτεύονται δυνάμει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ σε σχέση με τα κατωτέρω στοιχεία: α) απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία πιστωτικού κινδύνου, κινδύνου αγοράς, λειτουργικού κινδύνου και κινδύνου διακανονισμού, β) απαιτήσεις περιορισμού των μεγάλων ανοιγμάτων, γ) […] απαιτήσεις ρευστότητας που αφορούν πλήρως ποσοτικοποιήσιμα, ενιαία και τυποποιημένα στοιχεία κινδύνου ρευστότητας, δ) απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων σχετικά με τα στοιχεία α), β) και γ) και με τη μόχλευση, ε) απαιτήσεις δημοσιοποίησης. […]». Περαιτέρω, το άρθρο 4 («Ορισμοί») ορίζει: «1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) ως “πιστωτικό ίδρυμα” νοείται η επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην αποδοχή από το κοινό καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό, […] 3) ως “ίδρυμα” νοείται πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων, […] 26) ως “χρηματοδοτικό ίδρυμα” νοείται μια επιχείρηση πλην ιδρύματος, η κύρια δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2 έως 12 και στο σημείο 15 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, περιλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών […] και των εταιρειών διαχείρισης αλλά αποκλειομένων των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου και των ασφαλιστικών εταιρειών χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας […]». [Κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης το άρθρο 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013 είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1, σημείο 2, στοιχείο αʹ, περίπτωση iii του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ης Μαΐου 2019 (L 150), με το οποίο προστέθηκε στον ορισμό του «χρηματοδοτικού ιδρύματος» ότι ως τέτοιο νοείται μια επιχείρηση πλην ιδρύματος «και πλην αμιγώς βιομηχανικής εταιρίας χαρτοφυλακίου» καθώς και ότι περιλαμβάνονται στην ανωτέρω έννοια και οι περιπτώσεις των «επιχειρήσεων επενδύσεων» και των «επενδυτικών εταιρειών συμμετοχής». Κατά τα λοιπά η διάταξη του σημείου 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013 παρέμεινε ως είχε].
4. Επειδή, το άρθρο 1 («Αντικείμενο») της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (L 176), ορίζει ότι: «Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες σχετικά: α) με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (από κοινού καλούμενες “ιδρύματα”), β) με τις εποπτικές αρμοδιότητες και τα εργαλεία για την προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές, γ) με την προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων από τις αρμόδιες αρχές κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, δ) με τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης για τις αρμόδιες αρχές όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των ιδρυμάτων». Περαιτέρω, το άρθρο 3 («Ορισμοί») ορίζει ότι: «1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί: 1) […] 22) “χρηματοδοτικό ίδρυμα”: χρηματοδοτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, 23) […]». Διατάξεις για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα περιέχονται στο άρθρο 34 της Οδηγίας 2013/36. Με το άρθρο αυτό επεκτάθηκε το ευεργέτημα της αμοιβαίας αναγνώρισης σε εκείνες τις δραστηριότητες του Παραρτήματος Ι της ίδιας Οδηγίας οι οποίες ασκούνται από χρηματοδοτικό ίδρυμα που είναι θυγατρική ενός πιστωτικού ιδρύματος (υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ότι αυτή η θυγατρική συμπεριλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται και η μητρική της επιχείρηση και πληροί αυστηρές προϋποθέσεις). Το Τμήμα IV της Οδηγίας περιέχει διατάξεις για τις εποπτικές και κυρωτικές εξουσίες των αρμοδίων αρχών (άρθρα 64 έως 67). Το άρθρο δε 65 παρ. 1 ορίζει ότι: «Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 64 […] τα κράτη μέλη ορίζουν κανόνες όσον αφορά τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα όσον αφορά παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της παρούσας οδηγίας και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, λαμβάνουν δε όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους. […]».
5. Επειδή, το Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, στα σημεία 2 έως 12 και 15 του οποίου παραπέμπει ρητώς το άρθρο 4 παρ. 1 σημείο 26 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013 σχετικά με τον ορισμό του «χρηματοδοτικού ιδρύματος», ορίζει τα εξής: «ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ 1. […]. 2. Χορήγηση πιστώσεων, στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: η καταναλωτική πίστη, συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα, οι πράξεις αναδόχου εισπράξεως απαιτήσεων (factoring) με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η χρηματοδότηση εμπορικών συναλλαγών (συμπεριλαμβανομένου του forfeiting). 3. […] 11. Διαχείριση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλών για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου. 12. […]».
6. Επειδή, στις αιτιολογικές σκέψεις 1, 9, 10, και 23 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2021, «για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ (L 438)» αναφέρονται τα εξής: «(1) Η καθιέρωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την αντιμετώπιση του ζητήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) αποτελεί προτεραιότητα για την Ένωση. […] (9) Η οδηγία θα πρέπει να προωθεί την ανάπτυξη δευτερογενών αγορών για τα ΜΕΔ στην Ένωση εξαλείφοντας τα εμπόδια στη, και καθορίζοντας διασφαλίσεις για τη, μεταβίβαση ΜΕΔ από πιστωτικά ιδρύματα σε αγοραστές πιστώσεων, και, παράλληλα, διασφαλίζοντας τα δικαιώματα των δανειοληπτών. […] Η παρούσα οδηγία θα πρέπει, επομένως, να καθιερώσει ένα ενωσιακό πλαίσιο τόσο για τους αγοραστές όσο και για τους διαχειριστές μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με το οποίο οι διαχειριστές πιστώσεων θα πρέπει να λαμβάνουν άδεια από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και να υπόκεινται στην εποπτεία των αρχών αυτών. (10) Σήμερα, οι αγοραστές πιστώσεων και οι διαχειριστές πιστώσεων δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς, λόγω των εμποδίων που θέτουν τα αποκλίνοντα εθνικά καθεστώτα, ελλείψει ειδικού και συνεκτικού ρυθμιστικού και εποπτικού καθεστώτος. Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν κοινά ενωσιακά πρότυπα για τη ρύθμιση των διαχειριστών πιστώσεων. Ειδικότερα, δεν έχουν θεσπιστεί κοινά πρότυπα για τη ρύθμιση της είσπραξης οφειλών. […] (23) Τα πιστωτικά ιδρύματα της Ένωσης αναλαμβάνουν δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους. Έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις για τις συμβάσεις πίστωσης που έχουν εκδώσει τα ίδια όσο και για εκείνες που αγόρασαν από άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Δεδομένου ότι τα εν λόγω ιδρύματα υπόκεινται ήδη σε ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο, η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στις δραστηριότητές τους στον τομέα της διαχείρισης ή της αγοράς πιστώσεων θα συνεπαγόταν περιττό αλληλεπικαλυπτόμενο κόστος αδειοδότησης και συμμόρφωσης, και ως εκ τούτου δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. Η εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων διαχείρισης πιστώσεων από πιστωτικά ιδρύματα, τόσο για τις εξυπηρετούμενες όσο και για τις μη εξυπηρετούμενες συμβάσεις πίστωσης, σε διαχειριστές πιστώσεων ή σε άλλους τρίτους, επίσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, διότι τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται ήδη να τηρούν τους εφαρμοστέους κανόνες εξωτερικής ανάθεσης. Εξάλλου, οι πιστωτές που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, υπόκεινται όμως σε εποπτεία από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ και αναλαμβάνουν δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων για πιστώσεις που χορηγούνται σε καταναλωτές στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, όταν ασκούν δραστηριότητες διαχείρισης εξυπηρετούμενων πιστώσεων στο εν λόγω κράτος μέλος. Επιπλέον, οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, οι εταιρείες διαχείρισης και οι εταιρείες επενδύσεων (εφόσον μια εταιρεία επενδύσεων δεν έχει ορίσει εταιρεία διαχείρισης) που έχουν αδειοδοτηθεί ή καταχωριστεί βάσει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επίσης δεν θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. […]».
7. Επειδή, στο άρθρο 2 («Πεδίο εφαρμογής») της οδηγίας 2021/2167 ορίζεται ότι «1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους εξής: α) διαχειριστές πιστώσεων οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων σε σχέση με τα δικαιώματα πιστωτή που απορρέουν από μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης, ή της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, που έχει εκδοθεί από πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο· β) αγοραστές πιστώσεων των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης ή της ίδιας της μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης, που έχει εκδοθεί από πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο. […] 5. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στα εξής: α) τη διαχείριση των δικαιωμάτων πιστωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης ή της ίδιας της σύμβασης πίστωσης, που ασκείται από: i) πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ένωση· ii) διαχειριστή οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (ΔΟΕΕ) που έχει λάβει άδεια ή έχει καταχωριστεί σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ, ή εταιρεία διαχείρισης, ή επενδυτική εταιρεία που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι η εταιρεία επενδύσεων δεν έχει ορίσει εταιρεία διαχείρισης δυνάμει της εν λόγω οδηγίας, για λογαριασμό του ταμείου που διαχειρίζεται· iii) μη πιστωτικό ίδρυμα που υπόκειται σε εποπτεία από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 20 της οδηγίας 2008/48/ΕΚ [σχετικά με τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης] ή το άρθρο 35 της οδηγίας 2014/17/ΕΕ [σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία] κατά την άσκηση δραστηριοτήτων στο εν λόγω κράτος μέλος· β) […]». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 («Ορισμοί») ορίζεται ότι «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: 1) “πιστωτικό ίδρυμα”: το πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· 2) […] 8) “διαχειριστής πιστώσεων”: νομικό πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, διαχειρίζεται και επιβάλλει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με τα δικαιώματα πιστωτή στο πλαίσιο μη εξυπηρετούμενης σύμβασης πίστωσης ή με την ίδια τη μη εξυπηρετούμενη σύμβαση πίστωσης, για λογαριασμό αγοραστή πιστώσεων, και ασκεί τουλάχιστον μία ή περισσότερες δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων· 9) “δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων”: μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες δραστηριότητες: α) είσπραξη ή ανάκτηση, από τον δανειολήπτη, κάθε οφειλόμενου ποσού που σχετίζεται με τα δικαιώματα πιστωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης ή με την ίδια τη σύμβαση πίστωσης· β) επαναδιαπραγμάτευση με τον δανειολήπτη, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οιωνδήποτε όρων και προϋποθέσεων που σχετίζονται με τα δικαιώματα πιστωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης, ή με την ίδια τη σύμβαση πίστωσης, σύμφωνα με τις οδηγίες του αγοραστή πιστώσεων, εφόσον ο διαχειριστής πιστώσεων δεν είναι μεσίτης πιστώσεων, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 στοιχείο στ) της οδηγίας 2008/48/ΕΚ ή στο άρθρο 4 σημείο 5) της οδηγίας 2014/17/ΕΕ· γ) διαχείριση οιωνδήποτε καταγγελιών σχετικά με τα δικαιώματα πιστωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης ή με την ίδια τη σύμβαση πίστωσης· δ) ενημέρωση του δανειολήπτη για τυχόν μεταβολές των επιτοκίων ή των εξόδων ή οιωνδήποτε οφειλόμενων ποσών που σχετίζονται με τα δικαιώματα πιστωτή στο πλαίσιο σύμβασης πίστωσης ή με την ίδια τη σύμβαση πίστωσης· […]». Τέλος, στο άρθρο 4 («Γενικές απαιτήσεις») της ίδιας οδηγίας ορίζεται ότι: «1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους διαχειριστές πιστώσεων να έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος καταγωγής, πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων τους στο έδαφός τους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. 2. Τα κράτη μέλη αναθέτουν την εξουσία χορήγησης της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου στις αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3», ορίζεται δε προθεσμία μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο έως τις 29 Δεκεμβρίου 2023 (άρθρο 32).
8. Επειδή, με το ν. 4261/2014 (Α΄ 107) ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη η προαναφερθείσα Οδηγία 2013/36. Για τους σκοπούς δε των άρθρων 1 έως 166 του ν. 4261/2014 το άρθρο 3 του ιδίου νόμου επανέλαβε τους ορισμούς της ενσωματωθείσας οδηγίας, μεταξύ των οποίων και τον ακόλουθο ορισμό: «22) “χρηματοδοτικό ίδρυμα”: χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο σημείο 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013». Ο ν. 4261/2014 περιέχει τρία άρθρα για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα. Το άρθρο 41, το οποίο (ενσωματώνοντας το άρθρο 34 της οδηγίας 2013/36) περιέχει διατάξεις για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε άλλο κράτος-μέλος και είναι θυγατρικές επιχειρήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων, μέσω της άσκησης των δραστηριοτήτων του άρθρου 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου (Παράρτημα Ι της οδηγίας 2013/36). Το άρθρο 42, το οποίο (ενσωματώνοντας τις διατάξεις 34 παρ. 1 και 2 και 35 παρ. 3 της οδηγίας 2013/36) περιλαμβάνει διατάξεις για την παροχή υπηρεσιών (άσκηση δραστηριοτήτων των περιπτώσεων β΄ έως στ΄ και θ΄ του άρθρου 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου) σε άλλα κράτη-μέλη από χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα και εποπτεύονται από την ΤτΕ. Και τέλος, το άρθρο 43 που περιλαμβάνει διατάξεις αφενός για την παροχή υπηρεσιών στην Ελλάδα από χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος-μέλος και αφετέρου για την παροχή υπηρεσιών από χρηματοδοτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα σε τρίτη χώρα ή σε άλλο κράτος-μέλος, αλλά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 41 και 42, αντίστοιχα. Περαιτέρω, ο ν. 4261/2014 ορίζει στο άρθρο 153 («Μέτρα, κυρώσεις, απόρρητο και λοιπές διατάξεις για χρηματοδοτικά ιδρύματα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος») ότι: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και των ειδικών διατάξεων της νομοθεσίας περί λειτουργίας της οικείας κατηγορίας χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, οι διατάξεις […] των άρθρων 56 έως 60 […] εφαρμόζονται και επί χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται σε ατομική βάση στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. […]». Το άρθρο 57, στο οποίο παραπέμπει το προπαρατεθέν άρθρο 153 παρ. 1, ορίζει ότι: «1. […] 2. Επί παραβάσεων ιδρυμάτων, […] των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Τράπεζα της Ελλάδος […] μπορεί να επιβάλει κυρώσεις, πέρα από το νομικό πρόσωπο και στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση, πράξη ή παράλειψη, εφόσον αυτή έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί». Το άρθρο 59, στο οποίο επίσης παραπέμπει το άρθρο 153, ορίζει ότι: «1. […] 2. Τηρουμένων των διατάξεων του καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος και των κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος νόμου κανονιστικών πράξεων, η Τράπεζα της Ελλάδος στις περιπτώσεις της παρ. 1, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση παράβασης του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 575/2013, του παρόντος νόμου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, επιβάλλει με απόφασή της, διαζευκτικά ή σωρευτικά, διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα, τα οποία περιλαμβάνουν τα εξής: α) […] δ) προσωρινή απαγόρευση κατά των προσώπων της παρ. 2 του άρθρου 57 του παρόντος νόμου να ασκούν καθήκοντα σε ιδρύματα, ε) […] στ) στην περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικά πρόστιμα μέχρι και πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ, ζ) […] 3. […]».
9. Επειδή, πριν από τη θέσπιση, το πρώτον, με την προμνησθείσα Οδηγία 2021/2167 ενός ενωσιακού πλαισίου ρύθμισης των δραστηριοτήτων των διαχειριστών και αγοραστών πιστώσεων, με τα άρθρα 1 έως 3 του ν. 4354/2015 «Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων […]» (Α΄ 176), κατέστη δυνατή η δημιουργία σε εθνικό επίπεδο δευτερογενούς αγοράς, αρχικώς, μη εξυπηρετούμενων δανείων, και στη συνέχεια [μετά την αντικατάσταση των ανωτέρω άρθρων του ν. 4354/2015 με το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 4389/2016 (Α΄ 94)], και εξυπηρετούμενων δανείων, με τη θέσπιση νομικού πλαισίου για την ίδρυση και λειτουργία των «Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και των «Εταιρειών Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» ως εταιρειών «ειδικού και αποκλειστικού σκοπού». Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του ανωτέρω 4354/2015, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 4389/2016, ορίστηκε ότι: «1.α. Η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, […] ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, […]: αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) [όπως το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 4643/2019 (Α΄193)]. Οι παραπάνω εταιρίες, που είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται για τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (…) [όπως το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του ν. 4549/2018 (Α΄ 105)]. β. Η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, […], μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά […]: αα) [σε] [α]νώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) [σε] Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, [και] που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις […] γ. Η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή μόνο εφόσον έχει υπογραφεί συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος. […] 2. […]. 13. α. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανακαλέσει τη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, χορηγηθείσα άδεια, εάν η εταιρία: αα. […] ζζ. παραβιάζει διατάξεις νόμου ή αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που αφορούν στην εποπτεία ή τον τρόπο λειτουργίας των Εταιριών Διαχείρισης, εφόσον τίθεται σε κίνδυνο η αποτελεσματική άσκηση εποπτείας, […] β. […] δ. Αν εταιρία του παρόντος νόμου παραβιάζει τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, αφού προηγουμένως καλέσει την εταιρία σε ακρόαση, να της επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο, το οποίο δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 14. Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τις δραστηριότητες των εταιριών που αδειοδοτεί με στόχο τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 55 Α του Καταστατικού της (ν. 3424/1927, Α΄ 298). 15. α. Κάθε εταιρία που αδειοδοτείται από την Τράπεζα της Ελλάδος και διαχειρίζεται απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις, οφείλει να διατηρεί ανά πάσα στιγμή ελάχιστο ολοσχερώς καταβληθέν μετοχικό κεφάλαιο ύψους εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β. […] 16. Αν η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, κρίνει αιτιολογημένα ότι οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού οργάνου της Εταιρίας είναι ακατάλληλο να ενεργεί ως μέλος διοικητικού οργάνου, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την παράγραφο 23 του παρόντος άρθρου, δύναται να ζητήσει εγγράφως την αντικατάστασή του. 17. […] 20. Οι εταιρίες της περίπτωσης α` της παρ. 1 του παρόντος άρθρου δύνανται να λαμβάνουν άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να χορηγούν νέα δάνεια ή/και πιστώσεις σε δανειολήπτες, των οποίων δάνεια ή πιστώσεις διαχειρίζονται, με αποκλειστικό σκοπό την αναχρηματοδότηση των δανείων τους ή την αναδιάρθρωση της δανειολήπτριας επιχείρησης δυνάμει ενός συγκεκριμένου σχεδίου αναδιάρθρωσης που συμφωνείται μεταξύ των μερών, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης συναίνεσης του δικαιούχου της απαίτησης. Τα νέα δάνεια και πιστώσεις του προηγούμενου εδαφίου λογίζονται ως τραπεζικά δάνεια και πιστώσεις […]. Η άδεια της παραγράφου αυτής θα χορηγείται υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α. ότι η εταιρία έχει ήδη [καταβάλει] σε μετρητά […] το ποσό των τεσσάρων εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (4.500.000) ευρώ ως ελάχιστο μετοχικό κεφάλαιο. [όπως η περ. α΄ αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο τέταρτο παρ.1 Ν.4393/2016 (Α΄106)] β.[…] 23. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εξειδικεύονται τα κριτήρια, οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά και όλα τα έγγραφα που απαιτούνται για τη χορήγηση της άδειας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 24. Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ` εφαρμογή του παρόντος άρθρου υπόκεινται σε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εξαιρούνται οι αποφάσεις της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 13, οι οποίες υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ν. 4354/2015, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 4389/2016, το οποίο φέρει τον τίτλο «Συμβάσεις ανάθεσης της διαχείρισης», ορίζεται ότι: «1. Στις εταιρίες της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή/και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, […] 2. Η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης των απαιτήσεων αυτών υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο και περιλαμβάνει κατ` ελάχιστο περιεχόμενο τα ακόλουθα: α. Τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης. β. Τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871- 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών […] γ. Την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. […] 3. […]. 4. Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α΄ 246) […]».
10. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 23 του ν. 4354/2015 εκδόθηκε η Πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΤτΕ (ΠΕΕ/ΤτΕ) 118/2017 «Πλαίσιο για την ίδρυση και λειτουργία εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις του ν. 4354/ 2015 […] (Β΄ 1764). Στην εν λόγω ΠΕΕ/ΤτΕ 118/2017, μεταξύ άλλων, περιέχονται διατάξεις σχετικά με το σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης και τα όργανα διοίκησης των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (Κεφάλαιο Β΄- Ενότητα Β.3.) και την υποβολή στοιχείων και αναφορών στην εποπτική αρχή (Κεφάλαιο Γ΄).
11. Επειδή, με τις διατάξεις που περιέχονται στο Μέρος Β΄ του
ν. 5072/2023 (Α΄198/2.12.2023) ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη η προαναφερθείσα Οδηγία 2021/2167. Με το άρθρο δε 41 του ν. 5072/ 2023, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 101 παρ. 2 του
ν. 5079/2023 (Α΄ 215), καταργήθηκαν μεν τα άρθρα 1 έως 3 του ν. 4354/ 2015 περί των Εταιρειών Διαχείρισης από Δάνεια και Πιστώσεις και των Εταιρειών Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ορίστηκε όμως ότι οι πράξεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων και οι συμβάσεις διαχείρισης αυτών, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέχρι τις 30.12.2023, εξακολουθούν να διέπονται από το ν. 4354/2015. Περαιτέρω, στο άρθρο 5 του ν. 5072/2023, το οποίο φέρει τον τίτλο «Γενικές απαιτήσεις άδειας λειτουργίας (άρθρο 4 της Οδηγίας 2021/2167/ΕΕ)», ορίζεται, στην παρ. 2, ότι: «Οι διαχειριστές πιστώσεων αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια της περ. 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013/ΕΕ» (μολονότι ούτε στο άρθρο 4 της οδηγίας 2013/36 ούτε σε άλλο άρθρο της περιέχεται διάταξη τέτοιου περιεχομένου).
12. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου (ιδίως από το 23.12.2022 τελικό πόρισμα ελέγχου της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εποπτευόμενων Εταιρειών της ΤτΕ και το από 29.11.2023 εισηγητικό σημείωμα της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικού Συστήματος της ΤτΕ) προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης κατείχε κατά διαστήματα τις θέσεις του Προέδρου Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου στην εταιρεία με την επωνυμία «… – Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» (εφεξής «εταιρεία …»). Η Εταιρεία αυτή είναι Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (εφεξής «ΕΔΑΔΠ») εδρεύουσα στην Ελλάδα και λειτουργούσε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015 υπό την εποπτεία της ΤτΕ. Με την υπ’ αριθμ. 225/1/12.4.2017 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ΤτΕ η Εταιρεία … έλαβε άδεια για την άσκηση της δραστηριότητας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. 276/1/25.6.2018 απόφαση της ίδιας Επιτροπής της ΤτΕ εγκρίθηκε η επέκταση της άδειάς της για την διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που έχουν αποκτηθεί από μη εποπτευόμενα από την ΤτΕ ιδρύματα. Υπό το καθεστώς των ανωτέρω αδειών η Εταιρεία … ανέλαβε τη διαχείριση του πρώτου χαρτοφυλακίου τιτλοποιημένων δανείων της εδρεύουσας στην Ελλάδα Τράπεζας Αττικής («Τιτλοποίηση Άρτεμις»), το οποίο είχε μεταβιβασθεί στην εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «ARTEMIS SECURITISATION S.A.», με έδρα το Λουξεμβούργο. Το χαρτοφυλάκιο, με ονομαστική αξία 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ, περιλάμβανε δάνεια τόσο σε φυσικά πρόσωπα όσο και σε επιχειρήσεις. Οι κύριες υπηρεσίες που προσφέρει η εταιρεία … συνίστανται στη διαχείριση των χαρτοφυλακίων που αναλαμβάνει με στόχο τη μεγιστοποίηση των ανακτήσεων απαιτήσεων. Κατά το νόμο (βλ. προπαρατεθέν άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4354/2015) οι προσφερόμενες από τις ΕΔΑΔΠ υπηρεσίες διαχείρισης απαιτήσεων συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871-872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών, αλλά και στην ανάληψη νομικών ενεργειών (άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και η κίνηση ή συμμετοχή σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών κ.ά.). Το έτος 2002 η Διεύθυνση Επιθεώρησης Εποπτευόμενων Εταιρειών της ΤτΕ προέβη στην διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου στην εταιρεία …, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την αξιολόγηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας του συστήματος εταιρικής διακυβέρνησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου, καθώς και των διαδικασιών για την αποφυγή αντικρουόμενων συμφερόντων. Σύμφωνα με το από 23.12.2022 τελικό πόρισμα της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εποπτευόμενων Εταιρειών της ΤτΕ (221022/ΕΜΠ1701/ 23.12.2022) από τον επιτόπιο έλεγχο προέκυψαν διάφορα ευρήματα, μεταξύ των οποίων: α) Περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των στελεχών της Εταιρείας και των συναλλασσόμενων με αυτήν εταιρειών παροχής υπηρεσιών, β) αδυναμία ως προς την παρακολούθηση και αντιμετώπιση των ευρημάτων του εσωτερικού ελέγχου, γ) παράλειψη υιοθέτησης, από την έναρξη της λειτουργίας της Εταιρείας και μέχρι τη σύνταξη του πορίσματος, κατάλληλων πολιτικών και διαδικασιών προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι αμοιβές των μελών του Δ.Σ. και των στελεχών της διαμορφώνονται με συνεπή συνεκτίμηση της αρχής αποφυγής της παροχής κινήτρων για την ανάληψη υπερβολικών κινδύνων ή τον προσπορισμό βραχυπρόθεσμου οφέλους και δ) ανακρίβειες στην υποβολή εποπτικών αναφορών και παραλείψεις ως προς την υποβολή στοιχείων στην Τράπεζα της Ελλάδος. Κατόπιν τούτου, κρίθηκε από την ΤτΕ ότι ήταν αναγκαία η επιβολή διοικητικών κυρώσεων για τα ανωτέρω ευρήματα τόσο σε βάρος της ίδιας της εταιρείας … όσο και σε συγκεκριμένα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου, καθώς εκτιμήθηκε ότι με τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους ευθύνονταν για τη μη συμμόρφωση της εταιρείας με τις απαιτήσεις του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των ΕΔΑΔΠ (κυρίως με τις διατάξεις της εκδοθείσας, κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 4354/2015, ΠΕΕ/ΤτΕ 118/2017 κανονιστικής απόφασης). Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε η 487/2/30.11.2023 προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της ΤτΕ, με την οποία κρίθηκε ότι ο αιτών ως Πρόεδρος και εκτελεστικό μέλος της εταιρείας Θεάς Άρτεμις από 27.11.2020 έως 30.6.2022, ενόψει του ρόλου και των υποχρεώσεών του στην εταιρεία καθώς και των αρμοδιοτήτων που του είχαν ανατεθεί στο χρονικό αυτό διάστημα, έφερε ευθύνη λόγω πράξεων ή παραλείψεών του για τις κάποιες από τις ανωτέρω παραβάσεις και, για το λόγο αυτό, επιβλήθηκαν σε βάρος του α) το διοικητικό μέτρο της αντικατάστασής του από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας από άλλο πρόσωπο που να πληροί τα κριτήρια καταλληλότητας, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 16 του ν. 4354/2015, β) η διοικητική κύρωση της απαγόρευσης να ασκεί καθήκοντα σε ιδρύματα για δύο έτη, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 στοιχείο δ΄ του ίδιου νόμου και γ) η διοικητική κύρωση του προστίμου συνολικού ποσού επτά χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (€ 7.500), κατ΄ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 59 παρ. 2 στοιχείο στ΄ και του άρθρου 57 παρ. 2 του ίδιου νόμου. Με την 64/2024 απόφαση του Δικαστηρίου έγινε εν μέρει δεκτή η από 5.2.2024 αίτηση αναστολής του αιτούντος, η οποία συνόδευε την κρινόμενη αίτηση, και ανεστάλη, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, η ανωτέρω δεύτερη προσβαλλόμενη κύρωση της απαγορεύσεως ασκήσεως καθηκόντων σε ιδρύματα για δύο (2) έτη.
13. Επειδή, ο ν. 4354/2015 προέβλεψε ειδικό σύστημα επιβολής διοικητικών κυρώσεων και μέτρων. Συγκεκριμένα: α) στο άρθρο 1 παράγραφο 13 στοιχείο α΄ του ν. 4354/2015 προβλέπεται η δυνατότητα ανάκλησης από την ΤτΕ της χορηγηθείσας άδειας σε ΕΔΑΔΠ εφόσον συντρέχει μια εκ των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή [μεταξύ άλλων, όταν παραβιάζονται διατάξεις νόμου ή αποφάσεις της ΤτΕ που αφορούν την εποπτεία ή τον τρόπο λειτουργίας των ΕΔΑΔΠ (περ. ζζ΄)], β) στο άρθρο 1 παράγραφο 13 στοιχείο δ΄ του ιδίου νόμου προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής διοικητικού προστίμου από την ΤτΕ σε βάρος των ΕΔΑΔΠ (λόγω διάπραξης των παραβάσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ της ίδιας παραγράφου 13), το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 300.000 ευρώ, και γ) στο άρθρο 1 παρ. 16 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι η ΤτΕ δύναται να επιβάλλει την αντικατάσταση οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου ΕΔΑΔΠ σε περίπτωση που, κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, κρίνει αιτιολογημένα ότι αυτό είναι ακατάλληλο να ενεργεί ως μέλος διοικητικού οργάνου. Πλην του ανωτέρω πλαισίου ο ν. 4354/2015 δεν προβλέπει άλλο είδος κυρώσεως ούτε περιέχει ρητή διάταξη περί παραπομπής σε κυρωτικές διατάξεις άλλων νόμων.
14. Επειδή, εν προκειμένω, η ΤτΕ επέβαλε τις προσβαλλόμενες κυρώσεις της απαγόρευσης άσκησης καθηκόντων σε ιδρύματα για δύο έτη και του χρηματικού προστίμου χρησιμοποιώντας ως νομικές βάσεις διατάξεις του κυρωτικού συστήματος του ν. 4261/2014 (ο οποίος ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη την οδηγία 2013/36), οι οποίες αφορούν τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, χωρίς όμως να υφίσταται τέτοια ρητή παραπομπή από το ν. 4354/2015. Συγκεκριμένα, με την προσβαλλόμενη πράξη εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014, κατά την οποία εφαρμόζονται και στην περίπτωση των «χρηματοδοτικών ιδρυμάτων», μεταξύ άλλων, οι διατάξεις περί επιβολής κυρώσεων σε ιδρύματα των άρθρων 57 και 59 του ιδίου νόμου (με τα οποία ενσωματώθηκαν τα άρθρα 65 και 67 της οδηγίας 2013/36, αντίστοιχα, για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας και του Κανονισμού 575/2013). Όπως προεκτέθηκε, οι ανωτέρω ένδικες κυρώσεις επιβλήθηκαν κατ’ επίκληση του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014 σε συνδυασμό με τις διατάξεις α) του άρθρου 57 παρ. 2 (το οποίο προβλέπει την επιβολή κυρώσεων και στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ιδρυμάτων) και β) τις διατάξεις του άρθρου 59 παρ. 2 στοιχείο δ΄ (προσωρινή απαγόρευση άσκησης καθηκόντων σε ιδρύματα) και στοιχείο στ΄ του ιδίου νόμου (χρηματικό πρόστιμο έως 5.000.000 ευρώ σε βάρος φυσικών προσώπων), αντίστοιχα.
15. Επειδή, στο προοίμιο της προσβαλλόμενης πράξης της ΤτΕ μνημονεύονται οι διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 153 του ν. 4261/2014 χωρίς όμως να παρατίθεται ειδικότερη σκέψη για την δυνατότητα εφαρμογής και επί των ΕΔΑΔΠ του κυρωτικού συστήματος του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014 για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα (ενόψει του ότι οι διατάξεις του ν. 4354/2015 δεν περιέχουν σχετική παραπομπή). Ωστόσο, δεν χωρεί καμία αμφιβολία, όπως άλλωστε αποδέχεται και η ίδια η ΤτΕ στις απόψεις της, προς το Δικαστήριο, ότι η αυτόματη εφαρμογή εν προκειμένω του κυρωτικού συστήματος του ν. 4261/2014 για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα οφείλεται στο νομικό χαρακτηρισμό από το νομοθέτη των ΕΔΑΔΠ ως «χρηματοδοτικών ιδρυμάτων». Κατ’ ουσίαν, εν προκειμένω, η ΤτΕ στηρίχθηκε στο νομοθετικό χαρακτηρισμό των ΕΔΑΔΠ ως «χρηματοδοτικών ιδρυμάτων» προκειμένου να προβεί στην «γεφύρωση» του κυρωτικού συστήματος του άρθρου 153 παρ. 1 του
ν. 4261/2014 για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα με το κυρωτικό σύστημα του
ν. 4354/2015 για τις ΕΔΑΔΠ.
16. Επειδή, συγκεκριμένα, με το άρθρο 69 παρ. 1 του ν. 4549/ 2018 αντικαταστάθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, το δεύτερο εδάφιο της περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 4354/2015 (το οποίο όριζε ότι «Οι παραπάνω εταιρίες, λαμβάνουν ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, […] και εποπτεύονται […] από την Τράπεζα της Ελλάδος») και οι ΕΔΑΔΠ χαρακτηρίσθηκαν ως «Χρηματοδοτικά ιδρύματα», με συνέπεια η ως άνω διάταξη να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Οι παραπάνω εταιρίες, <που είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα>, λαμβάνουν ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος, […] και εποπτεύονται […] από την Τράπεζα της Ελλάδος». Με την παράγραφο δε 4 του άρθρου 69 του ν. 4549/2018 ορίστηκε ότι «Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται και σε εταιρίες, που έλαβαν άδεια πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος. […]». Ο ανωτέρω νομοθετικός χαρακτηρισμός των ΕΔΑΔΠ ως χρηματοδοτικών ιδρυμάτων δεν συνοδεύτηκε από διάταξη παραπομπής στο κυρωτικό σύστημα του ν. 4261/2014 για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα. Στην οικεία αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 69 του σχεδίου του ν. 4549/2018 αναφέρεται μόνο ότι «Με την παρ. 1 ορίζεται ρητώς, προς αποφυγή κάθε ερμηνευτικής αμφιβολίας, ότι οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα. Λόγω του ερμηνευτικού χαρακτήρα της διάταξης, η παρ. 4 ορίζει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και σε εταιρείες που έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος». Τον ανωτέρω νομικό χαρακτηρισμό («χρηματοδοτικό ίδρυμα») επανέλαβε ο εθνικός νομοθέτης και με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 5072/ 2023, με τον οποίο ενσωματώθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, στην εθνική έννομη τάξη η Οδηγία 2021/2167 για τους διαχειριστές και αγοραστές πιστώσεων, ορίζοντας ειδικότερα ότι: «Οι διαχειριστές πιστώσεων αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια της περ. 26 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού 575/ 2013/ΕΕ», μολονότι η ίδια η οδηγία δεν προβαίνει σε τέτοιο νομικό χαρακτηρισμό των διαχειριστών πιστώσεων ούτε αναφέρει την έννοια αυτή («χρηματοδοτικό ίδρυμα») στις διατάξεις της.
17. Επειδή, από τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη και συγκεκριμένα α) από τον ερμηνευτικό χαρακτήρα της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 69 του ν. 4549/2018 περί χαρακτηρισμού των ΕΔΑΔΠ ως «χρηματοδοτικών ιδρυμάτων», ο οποίος ανατρέχει αναδρομικά στην έναρξη ισχύος του ν. 4354/2015, καταλαμβάνοντας όλες τις ΕΔΑΔΠ που έλαβαν άδεια από την ΤτΕ πριν από τη δημοσίευση του ν. 4549/2018 (παρ. 4 του άρθρου 69), β) από την ρητή και ανενδοίαστη αναφορά του νομοθέτη στην προαναφερθείσα αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 69 του ν. 4549/2018 ότι ορίζεται ρητώς ο χαρακτηρισμός των ΕΔΑΔΠ ως χρηματοδοτικών ιδρυμάτων «προς αποφυγή κάθε ερμηνευτικής αμφιβολίας», και γ) από την επανάληψη του επίμαχου χαρακτηρισμού και όσον αφορά τους διαχειριστές πιστώσεων του ν. 5072/2023 (ο οποίος ενσωμάτωσε την οδηγία 2021/2167) το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι ο εθνικός νομοθέτης εμφορείτο από την αντίληψη ότι οι ΕΔΑΔΠ ενέπιπταν, ήδη από την δημοσίευση του
ν. 4354/2015, στην ενωσιακή έννοια του «χρηματοδοτικού ιδρύματος», όπως αυτή ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013, και, συνεπώς, και στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 575/2013 και της Οδηγίας 2013/36. Ανακύπτει, συνεπώς, προκαταρκτικώς, και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, το ζήτημα της ορθότητας του χαρακτηρισμού αυτού από τον νομοθέτη, δηλαδή, εάν οι ΕΔΑΔΠ (όπως εν προκειμένω η εταιρεία …, της οποίας ο αιτών διετέλεσε Πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου) ενέπιπταν πράγματι στην ενωσιακή έννοια του «χρηματοδοτικού ιδρύματος», κατά την έννοια της προμνησθείσας διάταξης του Κανονισμού 575/2013. Και τούτο, προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να κρίνει, τελικώς, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας επιβολής σε βάρος του αιτούντος (υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας …) των προσβαλλόμενων κυρώσεων της απαγόρευσης άσκησης καθηκόντων σε ιδρύματα για δύο έτη και του χρηματικού προστίμου, εάν η ΤτΕ, ερειδόμενη αποκλειστικά στον ανωτέρω νομοθετικό χαρακτηρισμό των ΕΔΑΔΠ ως χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, εφάρμοσε εγκύρως, ως νομικές βάσεις επιβολής των εν λόγω κυρώσεων, διατάξεις του κυρωτικού πλαισίου του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014 για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα.
18. Επειδή, ο αιτών προβάλλει (βλ. τα από 5.12.2024 και 10.1.2025 σχετικά υπομνήματα) ότι δεν είναι νόμιμη η εφαρμογή του κυρωτικού πλαισίου του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2024 για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, μέσω του νομικού χαρακτηρισμού των ΕΔΑΔΠ ως «χρηματοδοτικών ιδρυμάτων», κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013. Και τούτο, κατά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, διότι οι ΕΔΑΔΠ δεν εμπίπτουν σε καμία από τις περιπτώσεις του ανωτέρω ορισμού δεδομένου ότι δεν ασκούν δραστηριότητες άμεσα συνδεόμενες με τον πιστωτικό τομέα, αλλά διενεργούν αποκλειστικά πράξεις «διαχειριστικού factoring» απαιτήσεων τρίτων, χωρίς καμία ανάληψη πιστωτικού κινδύνου.
19. Επειδή, η καθ’ ού η αίτηση ΤτΕ υπέβαλε στο Δικαστήριο, με το από 5.12.2024 υπόμνημά της, το από 4.11.2024 Πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου της όπου αναπτύσσονται αναλυτικά τα επιχειρήματα της Τράπεζας για την νομιμότητα της επιβολής των ανωτέρω προσβαλλόμενων κυρώσεων του ν. 4261/2014 σε βάρος του αιτούντος. Ειδικότερα, στο εν λόγω πρακτικό υποστηρίζεται ότι νομίμως ο εθνικός νομοθέτης, τόσο στο ν. 4354/2015 όσο και εν συνεχεία στο ν. 5072/2023, απέδωσε το νομικό χαρακτηρισμό «χρηματοδοτικά ιδρύματα» στις ΕΔΑΔΠ. Και τούτο, κατά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, διότι η κύρια δραστηριότητα των εταιρειών αυτών αφορά την διαχείριση πιστώσεων, ως μορφή διαχειριστικού factoring, η οποία συνδέεται με τον χρηματοπιστωτικό τομέα ως εμπίπτουσα στο σημείο 2 του Παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/36, όπου αναφέρεται ρητώς η δραστηριότητα «[των] πράξε[ων] αναδόχου εισπράξεως απαιτήσεων (factoring)». Επιπλέον, υποστηρίζει η ΤτΕ, οι ΕΔΑΔΠ δύνανται να διαχειρίζονται και χαρτοφυλάκια τιτλοποιημένων δανείων, όπως εν προκειμένω η εταιρεία …, δηλαδή δραστηριότητα εμπίπτουσα στο σημείο 11 του Παραρτήματος Ι της οδηγίας 2013/36, όπου αναφέρεται ρητώς η δραστηριότητα «[δ]ιαχείριση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλών για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου». Επιπροσθέτως, υποστηρίζει η ΤτΕ, οι ΕΔΑΔΠ δύνανται, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 4354/2015, όπως ισχύει, να λαμβάνουν ειδική άδεια από την ΤτΕ προκειμένου να χορηγούν νέα δάνεια ή/και πιστώσεις σε δανειολήπτες, των οποίων δάνεια ή πιστώσεις διαχειρίζονται, με αποκλειστικό σκοπό την αναχρηματοδότηση των δανείων τους ή την αναδιάρθρωση της δανειολήπτριας επιχείρησης. Η εν λόγω όμως, αναχρηματοδότηση, ισχυρίζεται η ΤτΕ, συνάπτεται με την χορήγηση πιστώσεων, δηλαδή, κατεξοχήν αρμοδιότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα με συνέπεια οι επιχειρήσεις που ασκούν τη δραστηριότητα αυτή να θεωρούνται νομίμως χρηματοδοτικά ιδρύματα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013. Επομένως, συμπεραίνει η ΤτΕ, νομίμως χαρακτηρίστηκαν από τον εθνικό νομοθέτη οι ΕΔΑΔΠ ως χρηματοδοτικά ιδρύματα και, συνακόλουθα, νομίμως εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του κυρωτικού πλαισίου του ν. 4261/2014 για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα σε βάρος του αιτούντος, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου ΕΔΑΔΠ (της εταιρείας …).
20. Επειδή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) από τις επιταγές τόσο της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης όσο και της αρχής της ισότητας προκύπτει ότι οι όροι διάταξης του δικαίου της Ένωσης που δεν περιέχει καμία ρητή παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον προσδιορισμό έννοιας και του περιεχομένου αυτής πρέπει κατά κανόνα να ερμηνεύονται κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο σε ολόκληρη την Ένωση, με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της εν λόγω διάταξης, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται και τον σκοπό που επιδιώκει η οικεία κανονιστική ρύθμιση (βλ. ενδεικτικά αποφάσεις Δ.Ε.Ε. της 26ης Οκτωβρίου 2023, Lineas-Concessões de Transportes, C-207/22 [συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-207/22, C-267/22, C-290/22], ECLI:EU:C:2023:810, σκέψη 53 και της 18ης Μαΐου 2017, Hummel Holding, C-617/15, ECLI:EU:C:2017:390, σκέψη 22).
21. Επειδή, όσον αφορά, κατά πρώτον, το πλαίσιο και το σκοπό του Κανονισμού 575/2013, στον οποίο εντάσσεται η γραμματική διατύπωση της έννοιας «χρηματοδοτικό ίδρυμα», πρέπει να επισημανθεί ότι σε αυτόν περιέχονται κανόνες που αφορούν τις γενικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας προς τους οποίους οφείλουν να συμμορφώνονται τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που εποπτεύονται δυνάμει της οδηγίας 2013/36 και συγκεκριμένα κανόνες που αφορούν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, τις απαιτήσεις ρευστότητας, τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων, καθώς και τις απαιτήσεις δημοσιοποίησης. Όπως επεσήμανε η Γενική Εισαγγελέας στις προτάσεις της στην προαναφερθείσα υπόθεση Lineas-Concessões de Transportes, C-207/22 [ECLI:EU:C:2023:533] οι διατάξεις προληπτικής εποπτείας του Κανονισμού 575/2013 συνδέονται άρρηκτα με τις τραπεζικές και χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες (βλ. σημείο 51 και την προηγηθείσα ανάλυση στα σημεία 46 έως και 50), τα δε χρηματοδοτικά ιδρύματα υπόκεινται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, βάσει των άρθρων 11 και 18 παρ. 1 του Κανονισμού 575/2013, όχι αυτοτελώς, αλλά υπό την ιδιότητά τους ως θυγατρικών «ιδρυμάτων», κατά την έννοια του σημείου 3 της παρ. 1 του άρθρου 4 του κανονισμού 575/2013 (δηλαδή πιστωτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων επενδύσεων). Παρομοίως, στο άρθρο 34 της οδηγίας 2013/36 (το οποίο αποτελεί το μοναδικό άρθρο της οδηγίας σχετικά με τα χρηματοδοτικά ιδρύματα) ορίζεται ότι τα χρηματοδοτικά ιδρύματα πρέπει να απολαμβάνουν, υπό προϋποθέσεις, το πλεονέκτημα της αμοιβαίας αναγνώρισης όσον αφορά τις τραπεζικές ή χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, ιδρύοντας υποκαταστήματα σε άλλα κράτη μέλη και ασκώντας τις διασυνοριακές δραστηριότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/36, όχι αυτοτελώς, αλλά μόνο όταν αποτελούν «θυγατρική» πιστωτικού ιδρύματος. Συνεπώς, και όσον αφορά το νομικό πλαίσιο της οδηγίας 2013/36 οι διατάξεις της αμοιβαίας αναγνώρισης για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τον χρηματοπιστωτικό ή τραπεζικό τομέα (βλ. σημείο 53 των ανωτέρω προτάσεων της Γενικής Εισαγγελέως στην υπόθεση Lineas-Concessões de Transportes, C-207/22). Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων τόσο του Κανονισμού 575/2013 όσο και της Οδηγίας 2013/36, δεν δύναται να θεωρηθεί ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα» επιχείρηση η οποία δεν ασκεί δραστηριότητες στον χρηματοπιστωτικό τομέα, το συμπέρασμα δε αυτό επιρρωνύεται από την ερμηνευτική προσέγγιση της επίμαχης έννοιας από το Δ.Ε.Ε. στην προμνησθείσα απόφαση Lineas-Concessões de Transportes (πρβλ. σκέψεις 67-68, 75-76 και 81, όπου κρίθηκε ότι δεν θεωρείται «χρηματοδοτικό ίδρυμα», κατά την οδηγία και τον κανονισμό, επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών σε εταιρίες που δεν ασκούν δραστηριότητες στον χρηματοπιστωτικό τομέα). Κατά λογική ακολουθία, και ο κατάλογος των δραστηριοτήτων του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2013/36 πρέπει να νοηθεί ότι αφορά δραστηριότητες συνδεόμενες με τον τραπεζικό ή χρηματοπιστωτικό τομέα (βλ. σημείο 71 των ανωτέρω προτάσεων της Γενικής Εισαγγελέως στην υπόθεση Lineas-Concessões de Transportes, C-207/22).
22. Επειδή, όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013, η διάταξη αυτή ορίζει ότι ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα» νοείται μια επιχείρηση, πλην πιστωτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεως επενδύσεων, της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στα σημεία 2 έως 12 και στο σημείο 15 του καταλόγου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/36, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοδοτικών εταιριών συμμετοχών, των μικτών χρηματοοικονομικών εταιριών συμμετοχών, των ιδρυμάτων πληρωμών και των εταιριών διαχειρίσεως. Η ΤτΕ επισημαίνει ότι εν προκειμένω η δραστηριότητα των ΕΔΑΔΠ του ν. 4354/2015 μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στα σημεία 2 και 11 του Παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36 και, επομένως, νομίμως χαρακτηρίζονται οι εταιρείες αυτές χρηματοδοτικά ιδρύματα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013.
23. Επειδή, καταρχάς, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην σκέψη 21, ο κατάλογος των δραστηριοτήτων του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2013/36 πρέπει να νοηθεί ότι αφορά δραστηριότητες συνδεόμενες με τον τραπεζικό ή χρηματοπιστωτικό τομέα. Η δραστηριότητα που αναφέρεται στο σημείο 2 του ανωτέρω παραρτήματος αφορά την «[χ]ορήγηση πιστώσεων, στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: η καταναλωτική πίστη, συμβάσεις πίστωσης για ακίνητα, οι πράξεις αναδόχου εισπράξεως απαιτήσεων (factoring) με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής, η χρηματοδότηση εμπορικών συναλλαγών (συμπεριλαμβανομένου του forfeiting)». Από την ίδια όμως τη γραμματική διατύπωση της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι μια δραστηριότητα που συνίσταται αποκλειστικά σε πράξεις διαχειριστικού factoring, χωρίς ταυτόχρονα να συνάπτεται με άσκηση δραστηριοτήτων στον πιστωτικό τομέα (χορήγηση πιστώσεων) δεν εμπίπτει στο σημείο 2 του καταλόγου του Παραρτήματος. Στο ίδιο δε συμπέρασμα καταλήγει, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, και η συστηματική ερμηνεία του καταλόγου δραστηριοτήτων του Παραρτήματος Ι.
24. Επειδή, εν προκειμένω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4354/2015, οι δραστηριότητες των ΕΔΑΔΠ, οι οποίες είναι εταιρείες «ειδικού και αποκλειστικού σκοπού», αφορούν αποκλειστικά πράξεις διαχειριστικού factoring, οι οποίες συνίστανται, ιδίως, στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων, τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871- 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών και σε ανάληψη νομικών ενεργειών που περιλαμβάνουν άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων. Η εν λόγω όμως διαχειριστική δραστηριότητα δεν περιλαμβάνει και πράξεις χορήγησης πιστώσεων ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο σημείο 2 του καταλόγου δραστηριοτήτων του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2013/36, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ΤτΕ. Περαιτέρω, η ΤτΕ υποστηρίζει ότι η δυνατότητα, κατόπιν χορήγησης ειδικής άδειας από την ίδια, των ΕΔΑΔΠ να χορηγούν νέα δάνεια ή/και πιστώσεις σε δανειολήπτες, των οποίων δάνεια ή πιστώσεις διαχειρίζονται, με αποκλειστικό σκοπό την αναχρηματοδότηση των δανείων τους (άρθρο 1 παρ. 20 του 4354/2015) συνιστά δραστηριότητα που εμπίπτει αυτονοήτως στο σημείο 2 του ανωτέρω Παραρτήματος. Όμως, εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η εταιρεία … ασκούσε αποκλειστική δραστηριότητα μόνο στον τομέα διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, χωρίς ούτε να έχει αιτηθεί ούτε λάβει ειδική άδεια περί αναχρηματοδότησης δανείων, η δε ΤτΕ δεν προβάλλει ισχυρισμό περί του αντιθέτου. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η εταιρεία … ασκούσε δραστηριότητα στον πιστωτικό τομέα για τον λόγο αυτό (λόγω άσκησης δραστηριότητας χορήγησης πιστώσεων).
25. Επειδή, εξάλλου, η ΤτΕ υποστηρίζει ότι λόγω του ότι οι ΕΔΑΔΠ ανέλαβαν και τη διαχείριση τιτλοποιημένων χαρτοφυλακίων απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις ασκούν δραστηριότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα που ρητώς περιλαμβάνεται στο σημείο 11 του καταλόγου του παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2013/36. Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα στην σκέψη 21 ο κατάλογος των δραστηριοτήτων του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2013/36 πρέπει να νοηθεί ότι αφορά δραστηριότητες συνδεόμενες με τον τραπεζικό ή χρηματοπιστωτικό τομέα. Εν προκειμένω, και στην περίπτωση της διαχείρισης τιτλοποιημένων χαρτοφυλακίων απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις οι κατά το νόμο επιτρεπόμενες δραστηριότητες διαχείρισης απαιτήσεων των ΕΔΑΔΠ (άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4354/2015) είναι οι ίδιες με αυτές που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη (διαχειριστικό factoring) και δεν συνάπτονται, αυτές καθ’ αυτές, με δραστηριότητες συνδεόμενες με τον τραπεζικό ή χρηματοπιστωτικό τομέα. Συνεπώς, αβασίμως η ΤτΕ υποστηρίζει ότι οι εν λόγω δραστηριότητες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύναται να υπαχθούν στο σημείο 11 του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2013/36 και, ως εκ τούτου, να θεωρηθούν οι ΕΔΑΔΠ ως χρηματοδοτικά ιδρύματα κατά την έννοια του Κανονισμού 575/2013.
26. Επειδή, περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ερμηνευτική προσέγγιση, κατά την οποία οι δραστηριότητες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ούτε του Κανονισμού 575/2013 ούτε της Οδηγίας 2013/36 όταν ο φορέας τους δεν ασκεί ταυτόχρονα δραστηριότητες άμεσα συναπτόμενες με τραπεζικές και χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες, επιβεβαιώνεται από την νεότερη Οδηγία 2021/2167, με την οποία θεσπίσθηκε, το πρώτον, ενωσιακό πλαίσιο για τους αγοραστές και διαχειριστές μη εξυπηρετούμενων συμβάσεων πίστωσης. Στην Οδηγία αυτή οι «διαχειριστές πιστώσεων» (κατά την έννοια του σημείου 8 του άρθρου 3), οι οποίοι δύνανται να ασκούν μόνο τις περιγραφόμενες στο σημείο 9 του άρθρου 3 της ανωτέρω οδηγίας κατηγορίες δραστηριοτήτων (συμπίπτουσες με αυτές που ασκούν οι ΕΔΑΔΠ σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 4325/2015), δεν χαρακτηρίζονται ως «χρηματοδοτικά ιδρύματα» κατά την έννοια του Κανονισμού 575/2013 και, συνακόλουθα, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ούτε του εν λόγω Κανονισμού ούτε της Οδηγίας 2013/36, διότι δεν δύνανται να ασκούν ταυτόχρονα δραστηριότητες και στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Τούτο συνάγεται a contrario και από την αιτιολογική σκέψη 23 της Οδηγίας 2021/2167 (βλ. ανωτέρω σκέψη 6), κατά τα αναφερόμενα στην οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οι δραστηριότητες της διαχείρισης πιστώσεων όταν ασκούνται από οντότητες που αναπτύσσουν ταυτόχρονη δραστηριότητα στο χρηματοπιστωτικό τομέα, για το λόγο δε αυτό το άρθρο 2 παρ. 5 στοιχείο α΄ της εν λόγω οδηγίας εξαιρεί ρητώς από το πεδίο εφαρμογής της τις αναφερόμενες κατηγορίες οντοτήτων [τα πιστωτικά ιδρύματα, τα μη πιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται σε εποπτεία από αρμόδια αρχή κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία 2008/48/ΕΚ ή την οδηγία 2014/17/ΕΕ, τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, τις εταιρείες διαχείρισης και τις εταιρείες επενδύσεων που έχουν αδειοδοτηθεί ή καταχωριστεί βάσει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή της οδηγίας 2011/61/ΕΕ].
27. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω λεχθέντων, συνάγεται ότι οι ΕΔΑΔΠ -οργανωμένες από το ν. 4325/2015 ως εταιρείες «ειδικού και αποκλειστικού σκοπού» και δυνάμενες να ασκήσουν μόνο τις προβλεπόμενες στο νόμο (άρθρο 2 παρ. 2) δραστηριότητες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις (νομική και λογιστική παρακολούθηση, είσπραξη, διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων, σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών) χωρίς καμία ανάληψη πιστωτικού κινδύνου -δεν ασκούν δραστηριότητα στον τομέα των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «χρηματοδοτικά ιδρύματα» κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013, ώστε να δύναται αυτομάτως, λόγω και μόνο του χαρακτηρισμού αυτού, να τεθεί σε εφαρμογή, σε βάρος των ΕΔΑΔΠ και των μελών των διοικητικών τους συμβουλίων, το κυρωτικό σύστημα του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014 που αφορά τα χρηματοδοτικά ιδρύματα. Επομένως, το Δικαστήριο θα έπρεπε να ακυρώσει τη δεύτερη και τρίτη προσβαλλόμενη κύρωση (την απαγόρευση άσκησης καθηκόντων σε ιδρύματα για δύο έτη και το χρηματικό πρόστιμο), οι οποίες επιβλήθηκαν με βάση το κυρωτικό πλαίσιο του άρθρου 153 παρ. 1 του ν. 4261/2014 για τα χρηματοδοτικά ιδρύματα, ελλείψει νόμιμης βάσης, και να προχωρήσει στην εξέταση των λόγων ακυρώσεως κατά του διοικητικού μέτρου της αντικατάστασης του αιτούντος από το Δ.Σ. της εταιρείας …, η οποία επιβλήθηκε δυνάμει του ειδικού κυρωτικού πλαισίου του ν. 4354/2015 για τις ΕΔΑΔΠ. Ενόψει, όμως, α) ότι το προπαρατεθέν νομικό ζήτημα δεν έχει απασχολήσει ad hoc τη νομολογία του Δ.Ε.Ε., και β) ότι τα ερμηνευτικά συμπεράσματα που διατυπώθηκαν στις σκέψεις 21 έως και 26 δεν δύνανται να κριθούν ως απαλλαγμένα κάθε εύλογης αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρίσταται ανάγκη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ, να διατυπωθεί το παρατιθέμενο στο διατακτικό της παρούσας απόφασης προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΕ.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης
Υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
Δύναται να θεωρηθεί ως «χρηματοδοτικό ίδρυμα», κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 26 του Κανονισμού 575/2013, εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, διεπόμενη, κατά τον κρίσιμο χρόνο από διατάξεις εθνικού νόμου (του ν. 4354/2015) κατόπιν παροχής ειδικής αδείας από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπό την εποπτεία της, η οποία α) δραστηριοποιείται μόνο στον τομέα αυτό (διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) ως εταιρεία «ειδικού και αποκλειστικού σκοπού», και β) ασκεί κατά το νόμο μόνο δραστηριότητες συναπτόμενες με πράξεις διαχείρισης απαιτήσεων (νομική και λογιστική παρακολούθηση, είσπραξη, διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων, σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών), χωρίς καμία ανάληψη πιστωτικού κινδύνου;
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2025
Ο Προεδρεύων ΑντιπρόεδροςΗ Γραμματέας
Ηλίας ΜάζοςΕυδοξία Καπίρη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 2025.
Ο Πρόεδρος του Δ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας
Ηλίας Μάζος Ευδοξία Καπίρη
https://www.adjustice.gr/
