ΑΠ 487/2011, ΑΠ 37/2012: Αυτοκινητικό ατύχημα στο εξωτερικό: Ο αλλοδαπός ασφαλιστής του ζημιογόνου στην αλλοδαπή αυτοκινήτου μπορεί να εναχθεί από τον παθόντα κάτοικο Ελλάδος ενώπιον ελληνικού δικαστηρίου.
ΑΠ 419/2014: Αυτοκινητικό ατύχημα στο εξωτερικό: Ο αλλοδαπός ασφαλιστής του ζημιογόνου στην αλλοδαπή αυτοκινήτου μπορεί να εναχθεί από τον παθόντα κάτοικο Ελλάδος ενώπιον Ελληνικού δικαστηρίου με αίτημα την επιδίκαση αποζημιώσεως: «Ο Κανονισμός ( Ε.Κ ) με αριθμό 44/201 του Συμβουλίου της 22 Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις στο όρθρο 9 ορίζει τα ακόλουθα: 1. Ο ασφαλιστής που έχει την κατοικία του στο έδαφος κρότους – μέλους μπορεί να εναχθεί α) ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους – μέλους, όπου έχει την κατοικία του ή β) σε άλλο κράτος-μέλος, εφ’όσον την αγωγή έχει ασκήσει ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, ο ασφαλισμένος, ή ο δικαιούχος, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου ο ενάγων έχει την κατοικία ή … γ) …, 2. …”. Εξ άλλου στο άρθρο 11 του άνω Κανονισμού (αρθρ. 10 Συμβάσεως Βρυξελλών) με τίτλο “προσεπίκληση και ευθεία αγωγή” ορίζονται τα ακόλουθα: 1) Σε υποθέσεις ασφάλισης αστικής ευθύνης, ο ασφαλιστής μπορεί επίσης να προσεπικληθεί ενώπιον του δικαστηρίου που έχει επιληφθεί της αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλισμένου, αν το δίκαιο του δικαστηρίου το επιτρέπει. 2) Οι διατάξεις των αρθρ. 8, 9 και 10 εφαρμόζονται σε περίπτωση ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, εφ’ όσον η ευθεία αγωγή επιτρέπεται”. Εν όψει της παραπομπής της παρ. 2 του άρθρου 11 του άνω Κανονισμού στο αρθρ. 9 του ιδίου Κανονισμού γεννήθηκε το ζήτημα κατά πόσο ο ζημιωθείς σε αυτοκινητικό ατύχημα δύναται να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος κατά την έννοια της β’ περιπτώσεως της παρ. 1 του αρθρ. 9 του Κανονισμού. Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή είναι πρόδηλο ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα του ζημιωθέντος, αφού για την περίπτωση που αυτός χρειασθεί να ασκήσει αγωγή για την διεκδίκηση των αξιώσεων του έχει τη δυνατότητα να εγείρει αυτή και ενώπιον δικαστηρίου της χώρας της κατοικίας του με προφανή τα εντεύθεν γι’ αυτόν πλεονεκτήματα. Εν όψει δετής αμφισβητήσεως που δημιουργήθηκε για το ανωτέρω ζήτημα το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) ύστερα από την αποστολή σχετικού ερωτήματος από το γερμανικό Ακυρωτικό αποφάνθηκε ως ακολούθως: Η παραπομπή του άρθρου 11 παρ. 2 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 44/2001 του Συμβουλίου της 22-12-2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις στο άρθρο 9 παρ. 1 στοιχείο β’ του Κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια, ότι ο ζημιωθείς μπορεί να ασκήσει ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της κατοικίας του σε κράτος-μέλος ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή, εφόσον το οικείο δίκαιο επιτρέπει την άσκηση τέτοιας αγωγής και ο ασφαλιστής έχει την έδρα του στο έδαφος κράτους-μέλους. Ήδη τέτοια ρύθμιση εισάγεται με το άρθρο 5 του Πέμπτης Κοινοτικής Οδηγίας της 11-5-2005, η οποία θα έπρεπε να καταστεί εσωτερικό δίκαιο μέχρι 11-6-2Θ07 και ήδη ενσωματώθηκε στο Ελληνικό Δίκαιο με το Ν. 3746/16-2-2009. Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν ο αλλοδαπός ασφαλιστής του ζημιογόνου στην αλλοδαπή αυτοκινήτου μπορεί να εναχθεί από τον παθόντα και μόνιμο κάτοικο της Ελλάδος ενώπιον Ελληνικού δικαστηρίου με αίτημα επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία την οποία υπέστη από αυτά (ΑΠ 487/2011, ΑΠ 37/2012)».(areiospagos.gr)
Read moreAρειος Πάγος 683/2014: Τροποποίηση πράξης σύστασης οροφοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας – Περιορισμοί τροποποίησης
Τροποποίηση πράξης σύστασης οροφοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας – Περιορισμοί τροποποίησης: «Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 του ν. 3741/1929, επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες να κανονίσουν με ιδιαίτερη συμφωνία στην οποία είναι απαραίτητη η συναίνεση όλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, καθορίσουν γενικές συνελεύσεις και δώσουν σε καθορισμένη πλειοψηφία το δικαίωμα να λαμβάνει, για το κοινό συμφέρον, κάθε απόφαση σχετική με τη συντήρηση, βελτίωση και χρήση των κοινών μερών του ακινήτου. Εξάλλου, στο άρθρο 13 § ι του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, κάθε σύμβαση που κανονίζει ή μεταβάλει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στο βιβλίο μεταγραφών. Τέλος, στο άρθρο 9 του ν. 1562/1985 ορίζεται ότι, με αίτηση της πλειοψηφίας τουλάχιστον 65% των συγκυρίων, μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο, η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του Κανονισμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις, που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας. Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραπάνω νόμων, ο πρώτος των οποίων εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 54 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι, η τροποποίηση της πράξης συστάσεως της οροφοκτησίας και του Κανονισμού της πολυκατοικίας μπορεί να γίνει α) με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, β) με δικαστική απόφαση, όταν το ζητήσουν συγκύριοι, που αντιπροσωπεύουν το 65% και γ) με απόφαση της Γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που λαμβάνεται με πλειοψηφία, εάν προβλέπεται τέτοια δυνατότητα από τον Κανονισμό. Ειδικότερα, αναφορικά με την τελευταία αυτή περίπτωση, είναι δυνατή η ανάθεση με τον Κανονισμό στη Γενική Συνέλευση των συνιδιοκτητών, του δικαιώματος τροποποιήσεως συγκεκριμένων όρων του Κανονισμού, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, και με καθορισμένη πλειοψηφία. Στην περίπτωση αυτή, κι αν ακόμη η ανάθεση που γίνεται από τον Κανονισμό είναι απεριόριστη, η τροποποίηση από την πλειοψηφία δεν μπορεί να θίγει δικαιώματα των (μειοψηφούντων) συνιδιοκτητών που υφίστανται από το νόμο, τη σύσταση της οροφοκτησίας ή τον κανονισμό, διότι το άρθρο 4 § 1 του ν. 3741/1929, ρητώς, περιορίζει τα δικαιώματα που η παμψηφία μπορεί να εκχωρήσει σε ορισμένη πλειοψηφία, μόνο σε αποφάσεις που αφορούν τη συντήρηση, βελτίωση ή χρήση των κοινών μερών και οι οποίες λαμβάνονται για το κοινό συμφέρον. Έτσι, δεν επιτρέπεται να τροποποιηθούν με πλειοψηφία των συνιδιοκτητών, τα ποσοστά συμμετοχής χωριστών ιδιοκτησιών στις κοινόχρηστες δαπάνες, ούτε η απαλλαγή ορισμένων ιδιοκτησιών από τέτοιες δαπάνες ούτε να τεθούν περιορισμοί στη χρήση χωριστών ιδιοκτησιών, αλλά για τις περιπτώσεις αυτές απαιτείται απόφαση του συνόλου των συνιδιοκτητών. Η τροποποίηση του κανονισμού ή της σύστασης οριζόντιας οροφοκτησίας εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών είναι ανίσχυρη και δεν δεσμεύει τους διαφωνούντες ακόμη και αν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί. Στην περίπτωση, όμως, που, παρά την άνω αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 § 1 του ν. 3741/1929, επιχειρηθεί από την πλειοψηφία των συνιδιοκτητών με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που υποβάλλεται σε μεταγραφή, τροποποίηση της πράξης συστάσεως και του κανονισμού της πολυκατοικίας, με την οποία θίγονται τα άνω δικαιώματα των μειοψηφούντων συνιδιοκτητών, η καταρτιζόμενη κατά τα άνω δικαιοπραξία είναι, ως προς αυτούς, και κατά το μέρος που θίγονται τα τοιαύτα δικαιώματα τους απολύτως άκυρη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ) ως αντικείμενη ευθέως σε διάταξη νόμου (174 ΑΚ) δύναται δε, να αναγνωριστεί η […]
Read moreAΠ 277/2014 (ποιν): Καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας με τεχνικά μέσα σε ψηφιακό δίσκο : Λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο.
AΠ 277/2014 (ποιν): Η καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας με τεχνικά μέσα σε ψηφιακό δίσκο, ο οποίος αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και δη έγγραφο, παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έστω και αν αυτό περιέχει και στηρίχθηκε σε αθέμιτη μαγνητοσκόπηση με τεχνικά μέσα εκδηλώσεων του κατηγορουμένου, που πραγματοποιήθηκαν, όμως, στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ’ αυτόν υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεσή τους, η οποία υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. “Κατά τη διάταξη του άρθρου 177 παρ.2 ΚΠΔ “αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων εξαναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με απειλή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 δ’ ΚΠΔ. Από τη διάταξη δε του άρθρου 370 Α παρ. 2 ΠΚ προκύπτει ότι “όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται η πράξη του προηγουμένου εδαφίου και όταν ο δράστης αποτυπώνει σε υλικό φορέα το περιεχόμενο της συνομιλίας του με άλλον χωρίς τη ρητή συναίνεση του τελευταίου”. Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα αρθρ. 2 παρ 1, 5 παρ. 1, 9 Α’ και 19 του Συντάγματος για την προστασία της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής και γενικότερα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου. Η απαγόρευση αυτή αφορά εκδηλώσεις ή πράξεις της ιδιωτικής ζωής των τρίτων που είναι ικανές να επιφέρουν βλάβη στην προσωπικότητα και να μειώσουν την αξιοπρέπειά τους, αποσκοπείται δε με τον τρόπο αυτό η διασφάλιση της προστασίας των εννόμων αγαθών του ανθρώπου, που προστατεύονται από τις συνταγματικές αυτές διατάξεις. Η απαγόρευση όμως αυτή δεν περιλαμβάνει και τις πράξεις ή εκδηλώσεις προσώπων, οι οποίες ανεξάρτητα από τον τρόπο και τον χρόνο που γίνονται, δεν ανάγονται στη σφαίρα της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής τους, αλλά πραγματοποιούνται στα πλαίσια των ανατιθεμένων σε αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεση τούτων, η οποία ως εκ της φύσεως και του είδους των εκπληρουμένων καθηκόντων υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 ΚΠΔ, στο ακροατήριο διαβάζονται και οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς συνάγεται, ότι η καταγραφή ιδιωτικής συνομιλίας με τεχνικά μέσα σε ψηφιακό δίσκο, ο οποίος αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και δη έγγραφο, παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, έστω και αν αυτό περιέχει και στηρίχθηκε σε αθέμιτη μαγνητοσκόπηση με τεχνικά μέσα εκδηλώσεων του κατηγορουμένου, που πραγματοποιήθηκαν, όμως, στα πλαίσια των ανατιθεμένων σ’ αυτόν υπηρεσιακών καθηκόντων και κατά την εκτέλεσή τους, η οποία υπόκειται σε […]
Read moreΠΠρΑθ 21/2015 : Ασφαλιστικά μέτρα – Αίτηση αναστολής εκτέλεσης – Έφεση κατά απόφασης προσωρινά εκτελεστής – Ερημοδικία εκκαλούντος – Υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη – Σοβαρός κλονισμός επιχειρηματικής δραστηριότητας – Οικονομική κρίση .
Αίτηση με την οποία ζητείται η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης που εξεδόθη ερήμην της αιτούσας κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στην καθ’ ης η αίτηση το χρηματικό ποσό των 217.500 ευρώ και η οποία κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της έφεσης που η αιτούσα έχει ασκήσει ενώπιον του Εφετείου Αθηνών. Κρίθηκε ότι ήδη η ερημοδικασθείσα αιτούσα, με την έφεση της, προβάλλει, μεταξύ άλλων, λόγους έφεσης που πλήττουν την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης της καθ’ ης η αίτηση, αρνούμενη τα πραγματικά περιστατικά της βάσης της αγωγής, τούτο συνεπάγεται αναγκαίως εξαφάνιση της εκκαλουμένης σε όλη την έκταση. Πιθανολογήθηκε ότι από την προσωρινή εκτέλεση της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας εν όλω προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως σε βάρος της, η αιτούσα εταιρεία θα υποστεί αυτόθροη ανεπανόρθωτη βλάβη, δεδομένου ότι η προειρημένη έφεση της θα γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, οπότε η εκκαλουμένη θα εξαφανισθεί, επιπλέον, δε, θα έχει ως συνέπεια την υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση της αιτούσας, που υπό τις συνθήκες της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, μπορεί να επιφέρει σοβαρό κλονισμό της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, ενώ η καθ’ ης η αίτηση δεν θα υποστεί βλάβη αφού πρόκειται για επιχείρηση με πολύ μεγαλύτερο κύκλο εργασιών σε σχέση με την αιτούσα. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ Αριθμός αποφάσεως 21/2015 ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (Διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Χαρίκλεια Κ. Ηλιοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών-Εισηγητρια (η οποία ορίσθηκε κατόπιν κληρώσεως σύμφωνα με το νόμο από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών) και τους Παναγιώτη Γκιόκα και Στυλιανή Αργύρη, Πρωτοδίκες (οι οποίοι ορίσθηκαν από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοικήσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών) και από τη Γραμματέα Γεωργία Μιχοπούλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 12 Νοεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αιτούσας: της εταιρείας με την επωνυμία «Τ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «Τ. ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε.» (πρώην Σ. ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ) που εδρεύει στη Μεταμόρφωση Αττικής, … χλμ. Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της, Αικατερίνη Γαλανοπούλου και Ειρήνη Ζήση. Της καθ’ης η αίτηση: της εταιρείας με την επωνυμία «Τ. E.» που εδρεύει στο Μόναχο Γερμανίας (…………. Munchen), νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Διονύσιο Σκαλτσά και Δήμο Παπαδήμο. Η αιτούσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 30.9.2014 αίτηση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 110985/245/2014 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 44 § 2 ν. 3994/2011, εάν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Από την αντιπαραβολή της διατάξεως αυτής «αν ασκηθεί έφεση … η απόφαση εξαφανίζεται» προς το άρθρο 535 παρ. του ίδιου Κώδικα «αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η […]
Read moreΜονΠρωτΑθ 39/2015: ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΕΚΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 39/2015 TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Ιωάννη Σταυρόπουλο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου, και από το Γραμματέα Ηλία Ηλιάδη. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 3.11.2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: …, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, ατομικά και υπό την ιδιότητα της ως ασκούσας προσωρινά την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της …, η οποία εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μιχόπουλο. ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, ατομικά και υπό την ιδιότητά του ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων του …, ο οποίος εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο. Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 21.1.2013 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 115/2013, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, και γράφθηκε στο πινάκιο. Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 15.9.2014 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 2000/2014, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, και γράφθηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα φέρονται προς συζήτηση οι υπό κρίση αγωγές των διαδίκων, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι πρόδηλη η συνάφεια τους και με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, επέρχεται δε μείωση των εξόδων (άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ). I. Με την υπ’ αριθ. 115/2013 αγωγή η ενάγουσα ζητεί, όπως παραδεκτά συμπλήρωσε αυτήν και περιόρισε το αίτημα της δια των νομότυπα κατατεθειμένων προτάσεων της (άρθρο 223 εδ.β’Κ.Πολ.Δ.) αλλά και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενώπιον του ακροατηρίου, να ανατεθεί οριστικά στην ίδια η επιμέλεια του προσώπου των ως άνω ανηλίκων τέκνων της, που έχει αποκτήσει με τον εναγόμενο, των οποίων ο έγγαμος βίος έχει διασπασθεί, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλλει για λογαριασμό των ως άνω ανηλίκων τέκνων τους, καθόσον αυτά αδυνατούν να διαθρέψουν τον εαυτό τους, την ανάλογη με βάση τις οικονομικές του δυνάμεις διατροφή σε χρήμα, για το μεν … ποσού 750 ευρώ μηνιαίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και για μια διετία από τη συζήτηση της αγωγής, ήτοι μέχρι την 2.11.2016, για τη δε … ποσού 470 ευρώ μηνιαίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι και τον Αύγουστο 2013 και ποσού 711 ευρώ από το Σεπτέμβριο 2013 μέχρι την 2.11.2016, άπαντα τα ανωτέρω ποσά προκαταβλητέα εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε ληξιπρόθεσμης παροχής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, να απειληθεί σε βάρος του εναγομένου χρηματική ποινή 150 ευρώ και προσωπική κράτηση ενός μηνός για κάθε παράβαση της εκδοθησομένηςαπόφασης σχετικά με την ανάθεση της επιμέλειας σε αυτήν και την καταβολή της διατροφής εκ μέρους του εναγομένου και να καταδικαστεί αυτός στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. […]
Read moreΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 2/2014 : Ακυρότητα επίδοσης. Η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε «γνωστή διαμονή».
Περίληψη Ακυρότητητα επίδοσης – Ελλειψη αιτιολογίας -. Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλλονται υποχρεωτικά με την έφεση και επί των οποίων, εφόσον προβάλλονται, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην απορριπτική της εφέσεως απόφαση πλήρη αιτιολογία, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, μολονότι δηλαδή ο εκκαλών κατηγορούμενος είχε «γνωστή διαμονή». Κατ ορθή ερμηνεία των διατάξεων του ΚΠΔ, στην περίπτωση που δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση ή ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε κατ’ αυτήν και δεν έχει δηλώσει διεύθυνση κατοικίας, κατά το άρθρο 273 του ΚΠΔ, δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρείται ως άγνωστης διαμονής, από μόνο το γεγονός ότι αναζητήθηκε στην αναγραφόμενη στην έγκληση ή τη μήνυση διεύθυνση κατοικίας, από την οποία και απουσίαζε, διότι, διαφορετικά, ενδέχεται η γνωστοποιηθείσα από το μηνυτή διεύθυνση της κατοικίας του κατηγορουμένου να είναι εσφαλμένη, με συνέπεια ο τελευταίος να αγνοεί την σε βάρος του ποινική διαδικασία, η οποία έτσι διεξάγεται ερήμην του, κατά παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Αναιρείται η απόφαση που απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη και άρα απαράδεκτη λόγω έλλειψης αιτιολογίας, αφού εκθέτει ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί ενώπιόον του, δεν προέκυπτε ότι ο εκκαλών – κατηγορούμενος είχε δηλώσει οποιαδήποτε μεταβολή της κατοικίας του στην Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, χωρίς να αξιολογήσει, όπως έπρεπε, αν, από τα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα από τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο ίδιος προέκυπτε ή όχι ότι αυτός, κατά τον κρίσιμο χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως, είχε γνωστή διαμονή διάφορη από εκείνη, στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, αρκεσθέν στην αιτιολογία ότι η Εισαγγελική Αρχή που είχε παραγγείλει την επίδοση, δεν γνώριζε την επικαλούμενη από αυτόν ως γνωστή κατοικία του, στην οδό …, επειδή ο ίδιος δεν την είχε γνωστοποιήσει, ενώ η αιτιολογία αυτή δεν αρκεί, ενόψει του ότι, σ αυτήν, δεν υπάρχει παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος, γνώριζε ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, ή ότι έχει εκδοθεί σε βάρος του καταδικαστική απόφαση, ώστε να έχει υποχρέωση να προβεί σε γνωστοποίηση της διεύθυνσης της κατοικίας του στην ανωτέρω Εισαγγελική Αρχή. Η πλημμέλεια, της έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, γνώριζε, ότι εκκρεμούσε η υπόθεσή του στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, λόγω της επανειλημμένης εμφανίσεώς του σε αυτό, καίτοι είχε κλητευθεί ως άγνωστης διαμονής, κατά τις δικασίμους 23.2. 1999, 18.2.2000, 16.5.2000 και 1.11.2000, κατά τις οποίες αναβλήθηκε η υπόθεσή του, και συνεπώς είχε υποχρέωση να δηλώσει την πραγματική του διεύθυνση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αφού έλαβε γνώση ότι εκκρεμεί σε βάρος του κατηγορία, οπότε θα μπορούσε να θεωρηθεί, ότι η δικονομική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσείων οφείλεται σε δικές του παραλείψεις και όχι παραλείψεις της Εισαγγελίας ή του Δικαστηρίου, διότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν διαλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες και δεν επιτρέπεται να συμπληρωθούν από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Αντίθετη μειοψηφία, κατά την οποία: α) ορθώς και εγκύρως επιδόθηκε η καταδικαστική απόφαση στον αναιρεσείοντα ως αγνώστου διαμονής, ενώ η δικονομική βλάβη που αυτός υπέστη οφείλεται σε […]
Read moreΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 3/2014 : Δικαστική αναπροσαρμογή μισθώματος κατ επιταγήν της καλής πίστεως – H τύχη της ρήτρας συμβατικής αναπροσαρμογής του μισθώματος στην εμπορική μίσθωση, σε περίπτωση που μεσολαβήσει δικαστική αναπροσαρμογή.
Δικαστήριο: ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Τόπος: ΑΘΗΝΑ Αριθ. Απόφασης: 3 Ετος: 2014 Περίληψη Δικαστική αναπροσαρμογή μισθώματος κατ επιταγήν της καλής πίστεως – Συμφωνία σταδιακής αναπροσαρμογής – Αναίρεση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου -. H τύχη της ρήτρας συμβατικής αναπροσαρμογής του μισθώματος στην εμπορική μίσθωση, σε περίπτωση που μεσολαβήσει δικαστική αναπροσαρμογή. Η Ολομέλεια αποφάνθηκε ότι αν το ένα μέρος προσφύγει άπαξ στο δικαστήριο, ζητώντας τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατά την ΑΚ 288, αυτομάτως καταργείται η ρήτρα συμβατικής αναπροσαρμογής του μισθώματος για το μέλλον, αφού προδήλως θα έχει κριθεί ότι οι οικείες συμβατικές προβλέψεις είναι απρόσφορες πλέον να ρυθμίζουν το ζήτημα του ύψους του (βλ. σημ. υπό την ΟλΑΠ 9/13). Μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον, επί εμπορικών μισθώσεων, είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή, που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 του π.δ. 34/1995, η δε απαιτούμενη από τον νόμο αυτό για την πραγματοποίηση της αναπροσαρμογής ετήσια προθεσμία αρχίζει από τον χρόνο που συντελείται αυτή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής (Αντίθετη μειοψηφία έντεκα μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου). Κείμενο Απόφασης Αριθμός 3/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Πλήρους Ολομέλειας: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Βασίλειο Λυκούδη, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αντιπροέδρους, Βιολέττα Κυτέα, Δημήτριο Μαζαράκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Κωνσταντίνο Φράγκο, Νικόλαο Πάσσο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Δημήτριο Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Αργύριο Σταυράκη, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου – Πετρουλάκη, Δήμητρα Μπουρνάκα, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Μαρία Βασιλάκη, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Γαλάνη – Λεοναρδοπούλου, Μιχαήλ Αυγουλέα, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη – Εισηγητή, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Πάνο Πετρόπουλο, Ευγενία Προγάκη, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Μαρία Βαρελά, Γεώργιο Κοντό, Ασπασία Μαγιάκου, Βασίλειο Πέππα, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Δημήτριο – Στέφανο Βόσκα, Μαρία Χυτήρογλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία της Εισαγγελέως Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των καλούντων – αναιρεσειόντων: Κ. Γ. του Λ., κατοίκου … και 2. Κ. Κ. του Ν., κατοίκου …, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Τομαρά. Των καθών η κλήση – αναιρεσιβλήτων: 1 Α. Χ. του Γ. και 2 Γ. Χ. του Α., κατοίκων … οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χολέβα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουλίου 2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 142/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι καλούντες -αναιρεσείοντες με την από 12 Ιουνίου 2010 αίτησή τους και τους από 3 Οκτωβρίου 2011 προσθέτους λόγους. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 70/2012 απόφαση του Δ’ Πολιτικού Τμήματος, η οποία απορρίπτει τον πρώτο λόγο αναίρεσης και παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τους αναφερόμενους στο σκεπτικό δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον μοναδικό του δικογράφου των προσθέτων λόγων. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 3 Μαΐου 2012 κλήση των καλούντων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου επί της οποίας εκδόθηκε η […]
Read moreΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΕΝ ΕΠΙΔΙΚΙΑ
ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΕΝ ΕΠΙΔΙΚΙΑ – ΕΠΙΜΗΚΥΝΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ ΣΤΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΒΛΑΒΗΣ ΣΩΜΑΤΟΣ Ή ΥΓΕΙΑΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΑΤΥΧΗΜΑΤΟΣ. Α.- ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ. Όπως είναι γνωστό, η παραγραφή εν επιδικία, κατά την πάγια και ομόφωνη άποψη της Θεωρίας και της Νομολογίας, συνιστά ειδικά ρυθμιζόμενη περίπτωση της παραγραφής, ως θεσμού του ουσιαστικού δικαίου, που συμπλέκεται και ρυθμίζεται σε ορισμένα σημεία του και από το δικονομικό δίκαιο. Η συγκεκριμένη αυτή περίπτωση της παραγραφής του δικαιώματος εκδηλώνεται, όταν η αξίωση γίνει επίδικη με την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος και οι διάδικοι αδρανούν ως προς την επίσπευση της δίκης. Το ζήτημα, το οποίο πρόσφατα έχει ανακύψει, ανάγεται στο τι ακριβώς ισχύει, πλέον, και σε ποιο βαθμό έχουν επηρρεαστεί τα μέχρι τούδε γνωστά δεδομένα της παραγραφής εν επιδικία, μετά τις τροποποιητικού χαρακτήρα, ρυθμίσεις του Ν. 4139/2013 και, ειδικώτερα, του άρθρου 261 ΑΚ. Η διακοπή της παραγραφής με την άσκηση της αγωγής δεν έχει πλέον, όπως μέχρι πρόσφατα συνέβαινε, περιορισμένη διάρκεια, αλλά διαρκεί μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 1 Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ. 1 Ν. 4139/2013), υπό την επιφύλαξη πάντοτε της παρ. 2 του ίδιου (τροποποιημένου) άρθρου, που ρυθμίζει τα της δικονομικής αδρανείας των διαδίκων και προβλέπει επανέναρξη της παραγραφής μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την τελευταία διαδικαστική πράξη του Δικαστηρίου και των διαδίκων, που διακόπτεται εκ νέου, εφ’ όσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης. Η διαφορά σε σχέση με το προϊσχύσαν δίκαιο είναι σαφής. Κατά την προηγούμενη ρύθμιση, με την άσκηση της αγωγής η διακοπείσα παραγραφή, άρχιζε εκ νέου. Αντίθετα με την ρύθμιση του Ν. 4139/2013, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής και αρχίζει και πάλι απ’ την έκδοση τελεσίδικης απόφασηςή σε περίπτωση αδράνειας των διαδίκων, μετά από —————————————————————————————————- * Την εισήγηση αυτή αφιερώνω στη μνήμη της συνεργάτιδός μου Βούλας Π. Δαστερίδου, ενός σπάνιου, μοναδικού και ξεχωριστού ανθρώπου και Δικηγόρου, που έφυγε πρόωρα από κοντά μας. έξι (6) μήνες απ’ την τελευταία διαδικαστική πράξη των ίδιων ή του Δικαστηρίου. Όπως είναι προφανές, με τις ανωτέρω τροποποιήσεις και, κυρίως, με την ρύθμιση της νέας παραγράφου 2 του άρθρου 261 Α.Κ., ο Νομοθέτης επιχειρεί, να επιλύσει, εκ των ενόντων, το πρόβλημα, το οποίο έχει δημιουργηθεί στα μεγάλα, ως επί το πλείστον, Πρωτοδικεία της Χώρας, με τις βραχυχρόνιες παραγραφές, που συμπληρώνονταν μεταξύ της ασκήσεως της αγωγής και της συζητήσεώς της, όταν αυτή (λόγω των γνωστών προβλημάτων υλικοτεχνικής υποδομής και στελέχωσης) προσδιορίζεται σε απώτερο χρόνο, που υπερκαλύπτει τον χρόνο της παραγραφής. Με δεδομένη, όμως, την προχειρότητα και την ανορθόδοξη νοοτροπία επιφανειακής επίλυσης τέτοιου είδους προβλημάτων, που χαρακτηρίζει ανάλογες νομοθετικές πρωτοβουλίες, η πιο πάνω ρύθμιση, αντί να δώσει άμεση και σαφή απάντηση στο πρόβλημα, που υποτίθεται ότι ήθελε να επιλύσει, δημιούργησε, εκ των πραγμάτων, μια άνευ προηγουμένου σύγχυση, σχετικά με την βούληση του Νομοθέτη, ειδικά ως προς την έννοια και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 261 Α.Κ. και, ως συνήθως, παρήγαγε πληθώρα ερμηνευτικών ζητημάτων, τα οποία καλείται, για μια ακόμη φορά, να επιλύσει η Νομολογία των Αστικών Δικαστηρίων και η Επιστήμη του Δικαίου. Εξυπακούεται, ότι είναι αντικειμενικά ανέφικτο στα περιορισμένα πλαίσια της παρούσης εισήγησης να αναπτυχθούν εκτενώς και να αναλυθούν πλήρως […]
Read moreΑΠ 509/2014 Προστασία προσωπικών δεδομένων που αφορούν ποινικές διώξεις και καταδίκες – Αποζημίωση λόγω παράβασηςπροσωπικών δεδομένων, λόγω προσβολής της προσωπικότητας.
Περίληψη Προστασία προσωπικών δεδομένων που αφορούν ποινικές διώξεις και καταδίκες – Αποζημίωση λόγω παράβασηςπροσωπικών δεδομένων, λόγω προσβολής της προσωπικότητας -. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρος επιτρέπεται μόνον, όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει την συγκατάθεσή του, κατ’ εξαίρεση δε και χωρίς την συγκατάθεσή του, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων και όταν η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας που επιβάλλεται από τον νόμο. Η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δεδομένα που αφορούν ποινικές διώξεις ή καταδίκες, απαγορεύεται κατά κανόνα και κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στις αναφερόμενες από τον νόμο περιπτώσεις, εφόσον προηγηθεί πάντοτε άδεια της Αρχής. Περίπτωση Διευθυντή ΠεΣΥ που υπέβαλε αναφορά προς τον εισαγγελέα και ζητούσε τη διαγραφή από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων ιατροδικαστή, συνυποβάλλοντας αντίγραφα αναφορών και δικαστικών αποφάσεων, καθώς και δημοσιεύματα κατά του ιατροδικαστή. Το εφετείο απέρριψε την αγωγή, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του εναγομένου για την εύρυθμη λειτουργία των νοσοκομείων της περιοχής του. Κείμενο Απόφασης Αριθμός 509/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2′ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ο. Π. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Χόρτη. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Ε., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Κανέτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2008 μη οριστική και 148/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-9-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης διάβασε την από 13-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.α’ ΚΠολΔ: ” Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών…”. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ουσίαν. Εξάλλου, κατά την έννοια των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί […]
Read moreΖώνη Ασφαλείας των πίσω καθημένων επιβατών
Ζώνη Ασφαλείας των πίσω καθημένων επιβατών Φωτογραφίες ως στοιχεία απόδειξης Από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες των πίσω θέσεων του αυτοκινήτου, αποδεικνύεται ότι, στο συγκεκριμένο όχημα υπάρχουν μόνο δύο θέσεις και όχι τρεις. Στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκε απορριπτέα ως αβάσιμη η σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας της θανούσας συνεπιβαίνουσας, που καθόταν στη μέση στο πίσω κάθισμα, αφού το ως άνω αυτοκίνητο δεν διέθετε τρίτη ζώνη ασφαλείας και επομένως, αντικειμενικά δεν μπορούσε να προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας. Ζώνη Ασφαλείας των πίσω καθισμένων Ενσταση Ασφαλιστού περί συνυπαιτιότητος κατά 80 % του ενάγοντος (συνεπιβαίνοντος στα πίσω καθίσματα) ΔΙΟΤΙ δεν έφερε ΖΩΝΗ ασφαλείας, απορριπτέα ως ουσία αβάσιμος, καθόσον το ζημιογόνο όχημα κυκλοφορήσαν πρίν την1.1.1993, δεν υφίστατο υποχρέωση εφοδιασμού των πίσω καθισμάτων με ζώνεςασφαλείας. (Σημ. ΕΣυγκΔ. Αναφέρονται αι ισχύουσαι σχετικαί διατάξεις (παρ 16άρθρ 81 Ν. 2094/1992 περί ΚΟΚ (παρατίθενται). Μον.Πρ.Θεσπρ.127/1996 ΣΕΣυγκΔ 1999/333 Ένσταση Συνυπαιτιότητας της Θανούσης, επιβάτιδος του Πίσω Καθίσματος του ΙΧΕ, διά Παράλειψη ΖΩΝΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ,Απερρίφθη ως νόμω και ουσία ΑΒΑΣΙΜΟΣ, διότι κατ΄άρθρ 81 παρ 16 του ΚΟΚ, ΜΟΝΟΝ τα αυτοκίνητα τα τεθέντα το πρώτον σε κυκλοφορία στη χώρα μας από 1-1-1993, επιβάλλεται να είναι εφοδιασμένα με Ζώνες Ασφαλείας και στα πίσω καθίσματα. Εξ άλλου ΔΕΝ εξεδόθη Υπουργική απόφαση που να καθορίζει τέτοια υποχρέωση και στα επιβατικά αυτοκίνητα που ήδη από πρίν την 1-1-1993 κυκλοφρούσαν στη χψωρα μας. Ενταύθα, το επίμαχο αυτοκίνητο, τέθηκε σε κυκλοφορία στη χώρα μας το έτος 1990. Εφ.ΑΘ.2007/2000 ΣΕΣυγκΔ 2000/579 Η έλλειψη αυτή καθεαυτή της ζώνης ασφαλείας την οποία, ενόψει του ότι το ζημιωθέν αυτ/το κυκλοφόρησε για πρώτη φορά την 14.7.1998 σύμφωνα με την άδεια κυκλοφορίας του, όφειλε να φέρει ο ενάγων κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 3 και 81 παρ. 17 του ν.2696/1999, δεν συνετέλεσε ουσιωδώς στην έκταση της επελθούσης βαρύτατης ρανιοεγκεφαλικήςβλάβης που υπέστη κατά το ατύχημα, αφού ακόμη και αν αυτός φορούσε ζώνη ασφαλείας, ο τραυματισμός του στο κεφάλι δεν θα είχε αποφευχθεί. Εφ.Αθ.2035/2005 ΣΕΣυγκΔ 2005/147 Απορριπτέα η ένσταση περί συνυπαιτιότητας λόγω μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας καθότι δεν απεδείχθη τόσον από τις προανακριτικές καταθέσεις, όσον και από τις προσαγόμενες φωτογραφίες των πίσω καθισμάτων του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στις οποίες εμφαίνεται σαφώς ότι η ζώνη ασφαλείας του πίσω δεξιού καθίσματος, στο οποίο καθόταν ο θανών, είναι τελείως χαλαρή (“ξεχειλωμένη”), γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι ο θανών φορούσε τη ζώνη και από τα συνεχή ισχυρότατα κτυπήματα αυτή χάλασε (χαλάρωσε) και δεν συγκράτησε το σώμα του πίσω επιβάτη.Μον.Πρ.Αθ.1528/2004 ΣΕΣυγκΔ 2004/ 445
Read more
