31/3/2014: Τί προβλέπει το πολυνομοσχέδιο για τη Δικαιοσύνη – Αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
Τί προβλέπει το πολυνομοσχέδιο για τη Δικαιοσύνη – Αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας Aλλαγές και προσθήκες άρθρων του Ποινικού Κώδικα κυρίως και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει το Πολυνομοσχέδιο σχετικά με το χώρο της δικαιοσύνης, που βρίσκεται στη Βουλή για ψήφιση. Οι σχετικές διατάξεις βρίσκονται στην παράγραφο ΙΕ του νομοσχεδίου και έχουν αναλυτικά ως εξής: ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.: ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ – ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.1. : Η παράγραφος 5 του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 (Α΄ 208) αντικαθίσταται ως εξής: «Κάθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της έμμισθης εντολής, και ιδίως η παρότρυνση από τον εντολέα προς τον Δικηγόρο να δράσει αντίθετα με την καλή πίστη, τον ισχύοντα Κώδικα Δεοντολογίας ή τη συνείδησή του, θεωρείται ως καταγγελία της έμμισθης εντολής εκ μέρους του εντολέα». ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.2. : Η περίπτωση γ’ του άρθρου 4 του ν. 3898/2010 (Α΄ 211) αντικαθίσταται ως εξής: «Ως διαμεσολαβητής νοείται τρίτο σε σχέση με τα μέρη πρόσωπο, διαπιστευμένο ως διαμεσολαβητής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7, από το οποίο ζητείται να αναλάβει διαμεσολάβηση με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο ορίστηκε ή ανέλαβε να τελέσει την εν λόγω διαμεσολάβηση». ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.3. : ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 8 Π.Κ. Οι περιπτώσεις γ’ και δ’ του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής: «γ) αξιόποινη πράξη που τέλεσαν ως υπάλληλοι του ελληνικού κράτους ή οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει την έδρα του στην Ελλάδα, δ) πράξη που στρέφεται εναντίον ή απευθύνεται προς υπάλληλο του ελληνικού κράτους ή έλληνα υπάλληλο οργάνου ή οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την άσκηση της υπηρεσίας τους ή σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους. » ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.4.: ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΡΘΡΟΥ 159 Π.Κ. Το άρθρο 159 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 159 Δωροληψία πολιτικών αξιωματούχων 1. Ο Πρωθυπουργός, τo μέλoς της κυβέρνησης, ο υφυπουργός, ο περιφερειάρχης, ο αντιπεριφερειάρχης ή ο δήμαρχος, που ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης ωφέλημα, ή αποδέχεται την υπόσχεση παροχής τέτοιου ωφελήματος, ως αντάλλαγμα για ενέργειά του ή παράλειψη, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων του, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή από 15.000 έως 150.000 ευρώ. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται το μέλος της Βουλής, των συμβουλίων τοπικής αυτοδιοίκησης και των επιτροπών τους που σχετικά με κάποια εκλογή ή ψηφοφορία η οποία διενεργείται από τα ως άνω σώματα ή επιτροπές δέχεται την παροχή ή υπόσχεση οποιασδήποτε φύσης ωφελήματος, για τον εαυτό του ή για άλλον, ή ζητεί τέτοιο ως αντάλλαγμα για να μη λάβει μέρος στην εκλογή ή ψηφοφορία, για να υποστηρίξει ορισμένο θέμα προς ψήφιση ή για να ψηφίσει με ορισμένο τρόπο. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και όταν η πράξη τελείται από μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. 4. Οι διατάξεις των άρθρων 238, 263 παρ. 1 και 263Β παρ. 2 έως 5 έχουν εφαρμογή και στα εγκλήματα των προηγούμενων παραγράφων.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΕ.5. : ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΡΘΡΟΥ 159Α ΣΤΟΝ Π.Κ. Μετά το άρθρο 159 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 159Α ως εξής: «Άρθρο 159Α Δωροδοκία πολιτικών αξιωματούχων 1. Όποιος υπόσχεται ή παρέχει οποιασδήποτε […]
Read moreΑΠ 1114/13: Η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή των ενοχικώς οφειλομένων αποδοχών και η παρακράτησή τους απ' αυτόν δεν συνιστά αδικοπραξία. Αδικαιολόγητος πλουτισμός.
Υπερημερία οφειλέτη. Υποχρέωση εκπλήρωσης την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη. Απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών. Η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή των ενοχικώς οφειλομένων αποδοχών και η παρακράτησή τους απ’ αυτόν δεν συνιστά αδικοπραξία. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. – Κατά το άρθ. 345 παρ. 1 ΑΚ ο υπερήμερος οφειλέτης, εκτός από την παροχή, οφείλει και αποζημίωση για την ζημία του δανειστή από την καθυστέρηση, κατά δε το άρθ. 345 του ιδίου Κώδικα επί χρηματικής οφειλής ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα ν’ απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος ν’ αποδείξει ζημία, εάν, όμως, αποδείξει και άλλη θετική ζημία και εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα ν’ απαιτήσει και αυτήν – Η γενική ρήτρα του άρθ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία “ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη”, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, πηγάζουσα από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή ευθέως από το νόμο, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπομένη ειδική προστασία και δη οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθ. 388 ΑΚ, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξαιτίας ειδικών συνθηκών, όπως είναι και οι νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις του νομίσματος, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή. Στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται, κατ’ εφαρμογή της ρήτρας του άρθ. 288 ΑΚ, η δυνατότητα στο δικαστήριο ν’ αποκλίνει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή μειώνοντας, ανάλογα, το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές ν’ ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά τον χρόνο της εκπλήρωσής τους. Ενόψει της διορθωτικής αυτής λειτουργίας της η αρχή του άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και σε προβλεφθείσα μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν την συμφωνία τους, αν η μεταβολή αυτή είναι τόσο μεγάλη, ώστε η μετά την επέλευσή της εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό προέβλεψε και ανέλαβε, καθόσον στην περίπτωση αυτή η εμμονή στην συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Κατά συνέπεια η ρήτρα του άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται, κατά μείζονα μάλιστα λόγο, και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της παροχής, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθ. 388 ΑΚ με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά την διάταξη αυτή, δηλ. το άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθ. 388 ΑΚ. Συγκεκριμένα κατά […]
Read moreΤΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΕΤΕ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ
ΤΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΕΤΕ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ***************** Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νέος νόμος 4242/2014, ο οποίος, στο άρθρο 13 περιέχει τις νέες διατάξεις για τις εμπορικές μισθώσεις, οι οποίες τελικώς διατηρούν τη 12ετή χρονική προστασία στις παλαιές μισθώσεις, χωρίς όμως να συμβαίνει το ίδιο για τις νέες. Oι βασικές αλλαγές στις διατάξεις του νόμου για τις νέες μισθώσεις της επαγγελματικής στέγης, είναι οι ακόλουθες: • Η διάρκεια των νέων μισθώσεων καθορίζεται πλέον ελεύθερα από τους συμβαλλόμενους. Ως ελάχιστο χρονικό διάστημα προστασίας της μίσθωσης τίθεται η 3ετία, όπως και στις μισθώσεις κατοικιών. Αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα της 3ετίας δεσμεύει τόσο τον εκμισθωτή όσο και τον μισθωτή. • Η καταγγελία από τον εκμισθωτή ή το μισθωτή, μετά τη λήξη του συμβατικού τους χρόνου, ή της νόμιμης τριετίας αν έχει συμφωνηθεί για μικρότερο χρονικό διάστημα, γίνεται εγγράφως και η μίσθωση λύνεται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίησή της. • Γενικώς, οι νέες μισθώσεις θα διέπονται από τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, και από ό, τι έχει συμφωνηθεί με το μισθωτήριο. Στις νέες μισθώσεις δεν έχουν εφαρμογή οι παλαιές διατάξεις περί διάρκειας, ιδιόχρησης, ανοικοδόμησης, αποζημίωσης άυλης εμπορικής αξίας του π. δ. 34/95. Δεδομένου ότι μετά την εισαγωγή των νέων διατάξεων τα πάντα κρίνονται από το μισθωτήριο και το περιεχόμενό του, δεν επιτρέπονται λάθη ή παραλείψεις, διότι ένα ατελές, ασαφές ή ελλιπές μισθωτήριο μπορεί να τινάξει τόσο μια επένδυση όσο και την ίδια την επιχείρηση στον αέρα. Συνιστάται στους εμπόρους οι νέες μισθώσεις να έχουν τουλάχιστον εννεαετή συμβατική διάρκεια για τρεις σοβαρούς λόγους: 1) Για να υπάρχει δικαίωμα επιστροφής του ΦΠΑ των εργασιών και υλικών ανακαίνισης και διαμόρφωσης μισθωμένων χώρων. Βάσει του άρθρου 30 παρ. 1 ν. 2859/2000, όπως ισχύει, η επιστροφή του ΦΠΑ σύμφωνα με τον Κώδικα για τις συγκεκριμένες δαπάνες προϋποθέτει χρήση του ακινήτου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 9 χρόνων. 2) Για να αποσβεστεί φορολογικά μία επένδυση με το προβλεπόμενο 20% ετησίως, απαιτούνται τουλάχιστον 5 χρόνια, τα οποία δεν καλύπτονται χρονικά από την τριετία. 3) Για να μπορεί να χρηματοδοτηθεί η σχετική επένδυση από το ΕΣΠΑ. Σύμφωνα με τον Οδηγό Προγράμματος για την Ενίσχυση ΜμΕ που δραστηριοποιούνται στους τομείς Μεταποίησης – Τουρισμού – Εμπορίου – Υπηρεσιών στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2007-2013 και συγκεκριμένα στο παράρτημα vii (σελίδα 18 – Κατηγορία Δαπανών: Εξοπλισμός και εγκαταστάσεις προστασίας περιβάλλοντος και εξοικονόμησης ενέργειας) αναφέρεται ρητά ότι «οι δαπάνες για κτιριακά είναι επιλέξιμες εφόσον υπάρχει ιδιοκτησία ή παραχώρηση χρήσης ή μίσθωση ή νόμιμη σύσταση επικαρπίας επί του ακινήτου για χρονικό διάστημα τουλάχιστον οκτώ (8) ετών. Η περίοδος της οκταετίας υπολογίζεται από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ένταξης της επένδυσης». Για τις υφιστάμενες μισθώσεις παραμένει σε ισχύ η 12ετής προστασία της μίσθωσης, αλλά καταργήθηκε το δικαίωμα της μονομερούς τετραετούς παράτασης στη 16ετία. Παράλληλα, καταργήθηκε η άυλη εμπορική αξία όπως την ξέραμε και εισήχθη μία μεταβατική διάταξη για καταβολή αποζημίωσης 6 ενοικίων στον μισθωτή, εάν ο εκμισθωτής καταγγείλει μέχρι 31 Αυγούστου 2014 τη μίσθωση που έχει λήξει. Επίσης, γίνεται σύντμηση των προθεσμιών για καταγγελία λόγω ιδιόχρησης/ανοικοδόμησης σε 9 έως 18 μήνες, αντί 18 έως 30 που ίσχυε ως σήμερα. Οι αποζημιώσεις του μισθωτή ορίζονται σε 8-15 μισθώματα για την ιδιόχρηση, σε 15-20 μισθώματα για την εγκατάσταση στον ίδιο χώρο όμοιας επιχείρησης και σε 6-9 […]
Read moreΣτΠ : Διαγραφή προστίμου από παράνομη στάθμευση οχήματος αν το περιεχόμενο της κλήσεως είναι εσφαλμένο ή ελλιπές
Πολίτες προσέφυγαν στον Συνήγορο, αµφισβητώντας πρόστιµα παράνοµης στάθµευσης που τους επιβλήθηκαν, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να αποδείξουν το βάσιµο των ισχυρισµών τους, καθώς η παράβαση φέρεται να είχε πραγµατοποιηθεί πριν από πολλά έτη. Ο Συνήγορος του Πολίτη υπέδειξε στους πολίτες να ζητήσουν από τις υπηρεσίες των ∆ήµων αντίγραφα των κλήσεων-πράξεων βεβαίωσης παράβασης οχήµατος- προκειµένου να ελέγξουν το περιεχόµενο αυτών. Συγκεκριµένα, τους προέτρεψε να συγκρίνουν τα στοιχεία του οχήµατος ιδιοκτησίας τους, όπως αναγράφονται στην άδεια κυκλοφορίας, µε τα στοιχεία αυτού όπως αναγράφονται στις κλήσεις. Επίσης, πληροφόρησε τους πρoσφεύγοντες να ελέγξουν το περιεχόµενο της κλήσης και κυρίως εάν ήταν όλα τα πεδία αυτής πλήρως συµπληρωµένα. Από τον έλεγχο στο περιεχόµενο των κλήσεων που διενήργησαν οι πολίτες διαπιστώθηκε ότι: (α) είτε ότι οι κλήσεις, βάσει των οποίων τους είχε επιβληθεί το πρόστιµο, δεν περιείχαν σωστά τα στοιχεία του οχήµατός τους (π.χ. αριθµός κυκλοφορίας, µάρκα, χρώµα), (β) είτε ότι δεν είχε προσδιοριστεί επακριβώς η θέση του οχήµατος σε σχέση µε τη περιοχή ισχύος της σήµανσης (π.χ. µη αναγραφή του αριθµού της οδού), ή/και (γ) ότι οι κλήσεις δεν περιείχαν άλλα στοιχεία της παράβασης (π.χ. ποινή). Στη συνέχεια, ο Συνήγορος του Πολίτη επεσήµανε στις αρµόδιες υπηρεσίες των ∆ήµων ότι µε βάση το ισχύον νοµικό πλαίσιο (υπ΄ αριθµ. 2515/64/2007/11-7-2007 ΚΥΑ, και άρθρα 4, 10 & 104 του ΚΟΚ), στην κλήση θα πρέπει να αναγράφονται ορθά όλα τα στοιχεία που αφορούν στον ακριβή προσδιορισµό του οχήµατος του παραβάτη και της παράβασης που διαπράχθηκε. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι στις περιπτώσεις εκείνες που το αρµόδιο διοικητικό όργανο, το οποίο έχει την ευθύνη της ορθής αναγραφής στην κλήση όλων των στοιχείων που προβλέπει ο νόµος, αναγράφει εσφαλµένα ή ελλιπή στοιχεία, η εν λόγω πράξη καθίσταται ακυρωτέα. Συνεπώς, τόνισε ότι, όταν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις, η αρµόδια για την είσπραξη αρχή οφείλει να µην προβαίνει στην είσπραξη του προστίµου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είσπραξης γίνεται αυτό αντιληπτό. Κατόπιν των ανωτέρω οι οικονοµικές υπηρεσίες των ∆ήµων (Αθηναίων, Βάρης- Βούλας-Βουλιαγµένης, Σιντικής, Βέροιας) αποδέχθηκαν τις προτάσεις της Αρχής και προέβησαν στη διαγραφή οφειλών από πρόστιµα παράνοµης στάθµευσης. http://curia.gr/
Read moreΔωρεάν Σεμινάρια Διαμεσολάβησης, Ελληνικής Ένωσης Διαμεσολαβητών
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΩΝ και η υπογράφουσα ευχαρίστως ανακοινώνουν ότι προτίθενται να προσφέρουν δωρεάν Σεμινάριο με στόχο την προετοιμασία εκείνων, που θα δώσουν εξετάσεις στην Επιτροπή Πιστοποίησης Διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προκειμένου να πιστοποιηθούν ως διαμεσολαβητές. Το εν λόγω Σεμινάριο θα λάβει χώρα στην Αθήνα, στους επί της οδού Αχαιών 16, Κολωνάκιχώρους του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου (EPLO), την Πέμπτη 3 και την Παρασκευή 4 Απριλίου 2014, από τις 3μμ μέχρι τις 9μμ. Κατά τη διάρκεια του δωδεκάωρου αυτού Σεμιναρίου, θα γίνει επανάληψη της εξεταστέας ύλης, που προβλέπεται στο Μέρος Α του Παραρτήματος του Προεδρικού Διατάγματος 123/2011. Εισηγήτριες θα είναι η Πρόεδρος του ΔΣ της ΕΕΔ, κα Κατερίνα Κωτσάκη και η Α’ Αντιπρόεδρος του, κα Χριστίνα Σαραντόπουλου. Ειδικά για το κεφάλαιο «Διαπραγματεύσεις», Εισηγητής θα είναι o κ. Δημοσθένης Παπακωνσταντίνου, Διαπραγματευτής. Παρακαλούμε όσες/όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν το Σεμινάριο, να το δηλώσουν μέχρι την 26η Μαρτίου 2014, αποκλειστικά με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στις διευθύνσεις:catherinecotsaki@hotmail.com ή/και eed.mediation@gmail.com. Κατερίνα Κωτσάκη Πρόεδρος ΔΣ
Read moreΣτΕ 116-119/2013: ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΚΒΣ – ΦΠΑ – ΕΙΣΟΔΗΜΑ
Όταν αποδίδεται σε ορισμένο επιτηδευματία η παράβαση της λήψεως τιμολογίου ή δελτίου αποστολής εικονικού, υπό την έννοια είτε ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί η συναλλαγή στην οποία αυτό αναφέρεται είτε ότι έχει μεν πραγματοποιηθεί η συναλλαγή, όχι όμως, όπως εμφανίζεται, με τον φερόμενο ως εκδότη του τιμολογίου ή δελτίου αποστολής, η φορολογική αρχή βαρύνεται, κατ’ αρχήν, με την απόδειξη της εν λόγω εικονικότητας. Προς τούτο αρκεί, κατ’ αρχήν, ν’ αποδείξει είτε ότι ο εκδότης του τιμολογίου είναι πρόσωπο φορολογικώς ανύπαρκτο, δηλαδή, πρόσωπο που δεν είχε δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε είχε θεωρήσει στοιχεία στην αρμόδια φορολογική αρχή (οπότε ο λήπτης βαρύνεται πλέον ν’ αποδείξει την αλήθεια της συναλλαγής και την καλή του πίστη κατά το χρόνο πραγματοποιήσεώς της), είτε ότι ο εκδότης του τιμολογίου είναι πρόσωπο φορολογικώς μεν υπαρκτό, αλλά συναλλακτικώς ανύπαρκτο (πρβλ. ΣτΕ 505/2012, 1498/2011, 3528, 1184/2010), οπότε, σε περίπτωση αποδείξεως ανυπαρξίας της συναλλαγής (λόγω του ότι ο εκδότης του τιμολογίου είναι πρόσωπο συναλλακτικώς ανύπαρκτο) δεν είναι δυνατόν να τεθεί θέμα καλής πίστης του λήπτη του εικονικού στοιχείου (βλ. ΣτΕ 1184, 1126/2010). Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, ενώπιον του οποίου αμφισβητείται ο χαρακτηρισμός του τιμολογίου ως εικονικού υποχρεούται, κατά τις διατάξεις περί αποδείξεως (άρθρα 144 επ. του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ΚΔΔ), να εκφέρει την κρίση του σχηματίζοντας πλήρη και βέβαιη δικανική πεποίθηση χρησιμοποιώντας όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα δικαστικά τεκμήρια, περί της συνδρομής των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, αφού προηγουμένως εκτιμήσει συνολικά τα υφιστάμενα στο φάκελο της υπόθεσης στοιχεία και όχι μεμονωμένα το καθένα απ’ αυτά. Αν δε το δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι τα υπάρχοντα στοιχεία είναι ανεπαρκή προς σχηματισμό βέβαιης δικανικής πεποίθησης, έχει τη δυνατότητα, κατά την κρίση του, να διατάξει, κατ’ άρθρο 152 επ. (και 96 παρ. 3) του ΚΔΔ τη συμπλήρωση των αποδείξεων και, τελικώς, να κρίνει την υπόθεση, αφού κατανείμει το βάρος αποδείξεως μεταξύ των διαδίκων (ΣτΕ 505/2012, 2984, 1402/2011, 1773/2010). Όπως, εξάλλου, έχει κριθεί, τα διοικητικά δικαστήρια μπορούν, στηριζόμενα στα διδάγματα της κοινής πείρας, να συναγάγουν από αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, συμπεράσματα περί της συνδρομής ή μη άλλων πραγματικών περιστατικών. Τούτο δε, διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν αποτελούν από μόνα τους αποδεικτικά μέσα, συνίστανται σε γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία και τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μορφώσεως ανθρώπου. Τα δικαστήρια της ουσίας, στο πλαίσιο εξευρέσεως της αντικειμενικής αλήθειας, καταφεύγουν σε αυτά, μόνον αφού, προηγουμένως, ο διάδικος έχει κατ’ αρχήν ανταποκριθεί, έστω και περιορισμένα, στο βάρος απόδειξης που του έχει ταχθεί ή του αναλογεί και όχι σε περίπτωση, που ο διάδικος δεν έχει επιτύχει ν’ αποδείξει, έχοντας εξαντλήσει κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο του οποίου έχει γίνει επίκληση παραδεκτώς, τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που ισχυρίζεται ότι συντρέχουν και αποδεικνύουν την πραγματική βάση των επιμέρους ισχυρισμών του (ΣτΕ 1282/2011). Απαραδέκτως, κατά συνέπεια, προβάλλεται λόγος περί ευθείας παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθόσον, όπως έχει κριθεί, η παράβασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως (πρβλ. ΣτΕ 3204 – 5/2011, 1155/2000, 4181/1990). Περαιτέρω, όπως […]
Read moreΜονομελές Πλημ/κείο Πειραιώς αρ.469/2013: Αθώωση κατηγορουμένου για οφειλές στο δημόσιο λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης
“Από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης που του αποδίδονται. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, όσον αφορά στις επίδικες οφειλές προς το Δημόσιο, ο κατηγορούμενος είχε ασκήσει προσφυγές και αιτήσεις αναστολής των οικείων διοικητικών πράξεων, δυνάμει δε των υπ’ αριθμ. 2285, 2286 και 2287/2006 αποφάσεων του Τριμ.Δπρ.Αθ είχαν γίνει δεκτές οι αιτήσεις αναστολής, με αποτέλεσμα να μην ευθύνεται για την μη καταβολή των αναφερόμενων σε αυτές χρεών. Επισημαίνεται, βέβαια, ότι μετά την απόρριψη των προσφυγών από τα οικεία διοικητικά δικαστήρια ανέκυψε εκ νέου υποχρέωση του κατηγορουμένου περί μεταβολή, των εν λόγω χρέων προς το Δημόσιο. Ωστόσο, ενόψει του εν λόγω η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο φέρεται ότι είχε τελεστεί κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/2006 έως 1/3/2011, ήτοι σε χρόνο που ίσχυε η αναστολή εκτέλεσης των επίδικων αρχών. (βλ. σχετ. κατάθεση μάρτυρα περί του ότι οι προσφυγές απορρίφθηκαν το έτος 2012), πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της πράξης που του αποδίδεται, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Δικάζει παριστάμενο δια πληρεξουσίου του κατ/νο …. . ΚΗΡΥΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο του ότι ….. στov Κορυδαλλό, κατά το χρονικό διάστημα απο 01.08.2006 έως 01.03.2011, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου, τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα που τo κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού σε βάρος του ατομικό χρέη προς το Δημόσιο, όπως αναλυτικώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού, ηθελημένα δεν κατέβαλε συνολικό ποσό είκοσι τρεις χιλιάδες διακόσια πέντε ευρώ και πενήντα ένα λεπτά (23.205,51€) μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ήτοι δεν κατέβαλε ποτέ τα εξής ποσά: […] AΠΑΛΛΑΣΕΙ τον μηνυτή …. ,από την πληρωμή των δικαστικών εξόδων και τελών της προκειμένης δίκης. Γίνεται μνεία ότι μετά από εξέταση κάθε μάρτυρα και πριv από την έκδοση κάθε απόφασης, δίδονταν ο λόγος κατά σειρά, σε όλους τους παράγοντες της δίκης, τελευταία, δε πάντοτε στην πληρεξούσια δικηγόρο του κατ/νου. (Χρυσούλα Χριστίνα Φραγκάκη) ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του”. (τράπεζα νομικών πληροφοριών Nomos)
Read moreΕιδική Διοικητική Διαδικασία – Ενδικοφανής προσφυγή σύμφωνα με το αρ.63 ν.4174/2013, ΠΟΛ. 1069/4-3-2014
Παροχή οδηγιών για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013 (ΦΕΚ Α΄ 170/26.07.2013) «Ειδική Διοικητική Διαδικασία -Ενδικοφανής προσφυγή», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 του Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α΄287/31.12.2013) για την διαδικασία υποβολής και εξέτασης ενδικοφανών προσφυγών από τηΔιεύθυνση Επίλυσης Διαφορών. Μετά τις με αριθμό Δ6Α 1198069 ΕΞ 2013/30-12-2013 (ΦΕΚ Β΄ 3367/31.12.2013) και ΠΟΛ 1002/31.12.2013 (ΦΕΚ Β΄ 55/16.01.2014) αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων με τις οποίες, αφού μετονομάστηκε η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης σε Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, ανακαθορίστηκε η εσωτερική διάρθρωση και οι αρμοδιότητές της και προσδιορίστηκαν οι λεπτομέρειες για τη λειτουργία της, την εφαρμοστέα διαδικασία και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεών της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013 (Α΄ 170/26.07.2013) «Ειδική Διοικητική Διαδικασία – Ενδικοφανής προσφυγή», όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 του Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α΄287/31.12.2013) παρέχουμε τις ακόλουθες οδηγίες και παρακαλούμε για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους: Α. Ειδική Διοικητική Διαδικασία ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών 1. Σε ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών υπόκεινται εν όλω ή εν μέρει οι πράξεις, ρητές ή σιωπηρές, που εκδίδονται από τη Φορολογική Αρχή ή συντελούνται από 1.1.2014 και εφεξής και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (άρθρο 2 Ν. 4174/2013 , όπως τροποποιήθηκε και ισχύει), με την εξαίρεση που προβλέπεται μέχρι 1.1.2015 (σύμφωνα με την παρ.29 του αρθ. 66 του Κ.Φ.Δ.) για τις πράξεις κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, οι οποίες εφόσον εκδόθηκαν μετά την 1.1.2014 θα προσβάλλονται απευθείας στα Διοικητικά Δικαστήρια. Ως εκ τούτου, η Φορολογική Αρχή, για όλες τις λοιπές πράξεις που εκδίδονται μετά την ως άνω ημερομηνία, υποχρεούται να αναγράφει επί του σώματος αυτών, ότι «σε περίπτωση αμφισβήτησής της, ο υπόχρεος πρέπει να υποβάλει, δια της αρμόδιας φορολογικής αρχής που την εξέδωσε, ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών εντός προθεσμίας 30 ημερών από την κοινοποίησή της», καθώς και το ότι «είναι απαράδεκτη η προσφυγή απευθείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια κατά της πράξης». 2. Η ενδικοφανής προσφυγή και το αίτημα αναστολής πρέπει να αναφέρουν όλους τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημά του, τα οποία συνυποβάλλονται με την προσφυγή. Επισημαίνεται ότι στην προσφυγή πρέπει να συμπεριλαμβάνονται οπωσδήποτε τα στοιχεία επικοινωνίας με τον αιτούντα (δηλαδή ταχυδρομική διεύθυνση και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, όπου και μόνο θα κοινοποιείται η απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών), καθώς και τα στοιχεία του αντικλήτου, εφόσον ορίζεται από τον προσφεύγοντα. Σημειώνεται ότι υπόχρεα φυσικά και νομικά πρόσωπα, που δεν έχουν την κατοικία ή την έδρα τους στην Περιφέρεια Αττικής, οφείλουν κατ΄ αρχήν να διορίζουν αντίκλητο που να έχει την κατοικία ή το χώρο εργασίας του εντός αυτής, όμως αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ενδικοφανούς προσφυγής και, σε κάθε περίπτωση, η προσφυγή εξετάζεται αδιακρίτως αν έχει ορισθεί ή δεν έχει ορισθεί αντίκλητος εντός Αττικής. Συνεπώς, οι φορολογικές αρχές, αφού επισημάνουν τη σχετική έλλειψη στον προσφεύγοντα, υποχρεούνται να παραλαμβάνουν τις ενδικοφανείς προσφυγές, ακόμα και στην περίπτωση που δεν ορίζεται αντίκλητος εντός Αττικής, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις. 3. Ο υπόχρεος, με το αίτημά του, υποβάλλει ταυτόχρονα στην αρμόδια φορολογική αρχή και ηλεκτρονικό φάκελο με τα ως άνω έγγραφα σε μαγνητική μορφή ή σε […]
Read moreΑΠ 109/2013: Παραίτηση από το δικόγραφο με εξώδικο – Κλήτευση διαδίκων σε μετ'αναβολή δικάσιμο
Παραίτηση από το δικόγραφο μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση- Η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η οποία όμως δεν καλύπτει τα τυχόν ελαττώματα της μη νόμιμης παράστασης του απόντος διαδίκου κατά την αρχική δικάσιμο. « (…) Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 4/2012, Ολ.ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ’ άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ’ αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΟλΑΠ 744/1982)…. (…)Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη […]
Read moreΑΠ 36/2013: Διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Άρειος ΠάγοςΑριθμός Απόφασης: 36Κλάδος Δικαίου: ΑστικόΈτος: 2013Κύρια Εξειδίκευση: Αγωγή διαρρήξεωςΕξειδικεύσεις: άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ Σύντομη Περίληψη: – Διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. – Από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή για να είναι ορισμένο το δικόγραφο αυτής. Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διαρρήξεως για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαιτήσεως του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (ΟλΑΠ 15/2012). – Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος. Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή ή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. Διατάξεις: ΑΚ: 939, 942, ΚΠολΔ: 216, 559 αριθ. 1, Σχόλια Δημοσίευση: INLAW, 2013, σελίδα 0, , σχολιαστής Κείμενο Αριθμός 36/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1′ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Ι., κατοίκου XXX, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσιάντο. Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. Γ. του Ν. και 2. Β. συζ. Σ. Γ. του γένος Η. Γ., κατοίκων αμφοτέρων XXX, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 30.3.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε […]
Read more
