ΑΠ 891/2012 – Αποδεικτική δύναμη της εξοφλητικής απόδειξης

30 Ιουνίου, 2013

«(…) Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α’ ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της. Ο εργοδότης, ως οφειλέτης του μισθού επί συμβάσεως εργασίας (ΑΚ 648, 653), προβαίνοντας σε καταβολή των νομίμων ή των συμφωνημένων αποδοχών, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εργαζόμενο, ως δανειστή, αντιστοίχως, να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη. Η απόδειξη πρέπει να είναι αναλυτική, να αναφέρει δηλαδή τα επί μέρους ποσά που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου, καθώς και τις αιτίες καταβολής τους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου. Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση αρνήσεως, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφ’ όσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του. Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δηλώσεως από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΚΠολΔ 460, 461, 463, βλ. ΑΠ 1254/2010). Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό. Ειδικότερα, εάν το ιδιωτικό έγγραφο είναι εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, ο αντίδικος του διαδίκου που το επικαλείται διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι το περιεχόμενό του δεν είναι αληθινό. Διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της καταβολής, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί, όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΚΠολΔ 352 παρ.2, 354, βλ. ΑΠ 646/2009). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, δεσμευτικά γι’ αυτά. Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα (ΚΠολΔ 340) συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη μεταξύ τους, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική σπουδαιότητα ή αξιοπιστία σε κάποια από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΚΠολΔ 561 παρ.1)». (δημοσίευση: areiospagos.gr)

Read more

ΜΠλημμ Σάμου 634/2012 – Η χρησιμοποίηση παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται και κατά του κατηγορουμένου τουλάχιστον σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις / κλειστικό κύκλωμα τηλεοράσεως σε κατάστημα

30 Ιουνίου, 2013

Περίληψη: Παρανόμως αποκτηθέντα αποδεικτικά μέσα – Αρχή της αναλογικότητας – Συνταγματικά δικαιώματα – Κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης σε κατάστημα -. Η χρησιμοποίηση παρανόμως αποκτηθέντων αποδεικτικών μέσων επιβάλλεται από την αρχή της αναλογικότητας και κατά του κατηγορουμένου τουλάχιστον σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου η εν λόγω απαγόρευση οδηγεί σε κατάργηση του δικαιώματος του πολίτη σε δικαστική ακρόαση και προστασία. απορρίπτεται η προβληθείσα από μέρους του κατηγορουμένου για την πράξη της υπεξαίρεσης ένσταση περί μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο των φωτογραφιών που προσκόμισε η παθούσα, οι οποίες προέρχονται από κλειστό κύκλωμα καταγραφής βίντεο, το οποίο λειτουργεί εντός του καταστήματος (ψησταριά) της παθούσας, διότι, αν και αποτελούν παράνομο αποδεικτικό μέσο, αφού το συγκεκριμένο σύστημα λειτουργούσε χωρίς άδεια από την ΑΠΔΠΧ και κατέγραφε κοινόχρηστο χώρο, ωστόσο αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο στο οποίο το θύμα δύναται να στηρίξει την καταγγελία του, καθώς, λόγω της ώρας τέλεσης του αδικήματος, δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες. Επικουρικά δε, ακόμη και αν η συγκεκριμένη κάμερα λειτουργούσε απαγορευμένα εντός του χώρου εστιάσεως, παρά ταύτα στην προκείμενη περίπτωση θα χαρακτηριζόταν επιτρεπτή η λειτουργία συστημάτων βιντεοεπιτήρησης, διότι η συγκεκριμένη κάμερα ήταν τοποθετημένη έτσι ώστε να καταγράφει κινήσεις στο σημείο εισόδου και εξόδου του καταστήματος και στο ταμείο αυτού για την προστασία των αγαθών της επιχείρησης, ενώ η λειτουργία της αφορούσε μόνο τις νυχτερινές ώρες, που το κατάστημα δεν λειτουργούσε, και, συνεπώς, δεν καταγράφονταν κινήσεις πελατών ή υπαλλήλων. Ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται νόμιμη η δικονομική αξιοποίηση των συγκεκριμένων φωτογραφιών, ως του μοναδικού αποδεικτικού μέσου από το οποίο προκύπτει η άδικη πράξη, πρωτίστως διότι στην προκειμένη περίπτωση το παραβιασθέν συνταγματικό δικαίωμα του κατηγορουμένου στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων δεν άπτεται άμεσα του σκληρού πυρήνα της προσωπικής του σφαίρας – δεδομένου ότι οι κάμερες κλειστού κυκλώματος κατέγραφαν τις κινήσεις του σε δημόσιο χώρο και όχι στην οικία του – ενώ σε αντίθετη περίπτωση η ενλόγω απαγόρευση θα οδηγούσε σε κατάργηση του δικαιώματος του παθούσας σε δικαστική ακρόαση και προστασία, αφού δεν θα μπορούσε να γίνει χρήση του μοναδικού αποδεικτικού μέσου, στο οποίο βασίζεται η καταγγελία της, με αποτέλεσμα να πλήττεται ακόμη και η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιοποίνων πράξεων, ήτοι αγαθών υπέρτερων, που τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας. Άλλωστε, η συμπεριφορά του δράστη, όπως αποτυπώθηκε στην κάμερα κλειστού κυκλώματος, δεν αποτελεί ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του, αλλά συνέχιση της κατάπτωσής της, που άρχισε με το έγκλημα και γι’ αυτό δεν μπορεί να τύχει συνταγματικής διαφύλαξης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. α του Ν. 2472/1997 έχει εκδώσει τις με αριθμούς 1122/2000 και 1/2011 οδηγίες για το θέμα των κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης. Σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες η λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με κλειστό κύκλωμα τηλεόραση, που λειτουργεί μονίμως, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα δεν επιτρέπεται, διότι προσβάλλει την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Κατ’ εξαίρεση, τέτοιου είδους λήψη (μόνιμη, συνεχής ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα) και επεξεργασία είναι νόμιμη, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, υπό τις προϋποθέσεις του Ν. 2472/1997, εφόσον ο σκοπός της επεξεργασίας είναι η προστασία προσώπων ή αγαθών ή η ρύθμιση της κυκλοφορίας. Κριτήριο για τη νομιμότητα της επεξεργασίας είναι: α) η […]

Read more

Εφ Πειρ 203/2013 – Ενστάσεις κατά επιταγής / κακόπιστος κομιστής/ αοριστία ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής

23 Ιουνίου, 2013

Περίληψη: Ενστάσεις κατά κομιστή επιταγής – Κακή πίστη κομιστή – Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής – Αοριστία ανακοπής – Συμπλήρωση αοριστίας με τις προτάσεις ή την έφεση -. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η προβολή ενστάσεων που πηγάζουν από τις προσωπικές σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, με την προϋπόθεση ότι ο κομιστής, κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής, αφενός γνώριζε την ύπαρξη των ενστάσεων αυτών και αφετέρου ενήργησε προς βλάβη του οφειλέτη. Η κακή πίστη του κομιστή πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση του. Δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση, αφού νέοι λόγοι, που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά, παρά μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση. ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Αριθμός 203/2013 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Αποτελούμενο από τη Δικαστή Χρυσούλα Πλατιά, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Γεωργία Λογοθέτη. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των : ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» (δ.τ. «PROBANK»), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αρχοντία Βογιατζάκη – Πολύδωρα. ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1)…, κατοίκου …Πειραιώς και 2) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι εφεσίβλητοι …και εταιρεία με την επωνυμία «…», άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 2-7-2009 και με αριθ. εκθ. καταθ. 6644/ 2009 ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 45/ 2010 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ PROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», με την από 5-3-2012 και με αριθ. εκθ. καταθ. 385/ 2012 έφεση, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τις υπ’ αριθμ. 8062 Β΄/29-11-2012 και 8107 Β΄/6-12-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, …, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νομίμως η εκκαλούσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης έφεσης με την αντίστοιχη πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους εφεσίβλητους (άρθρα 126 παρ. 1 α΄ και δ΄, 128 παρ. 4 ΚΠολΔ). Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και, συνεπώς, πρέπει να δικασθούν ερήμην. Η συζήτηση, ωστόσο, θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 524 παρ. 4 εδ. α΄ ΚΠολΔ). ΙΙ. Η υπό κρίση από 5-3-2012 (με αριθμ. έκθ. κατάθ. […]

Read more

ΕφΛαρ 24/2013 – Προσβολή προσωπικότητα δια τύπου / αντικειμενική ευθύνη εκδότη / αρχή αναλογικότητας και συντρέχον πταίσμα

23 Ιουνίου, 2013

Περίληψη: Τύπος – Δημοσίευμα – Προσβολή προσωπικότητας – Ιδιοκτήτης εντύπου – Συντάκτης -Εκδότης – Αντικειμενική ευθύνη – Ηθική βλάβη – Συντρέχον πταίσμα – Αναλογικότητα – Ελάχιστη χρηματική ικανοποίηση -. Ο νόμος 1178/81 περί αντικειμενικής ευθύνης και ελάχιστης χρηματικής ικανοποίησης αφορά μόνο στον ιδιοκτήτη του εντύπου, όχι και στο συντάκτη, εκδότη ή διευθυντή σύνταξης, που ευθύνονται για τη ζημία από δημοσίευμα κατά τις κοινές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Επί προσβολής προσωπικότητας, αξίωση άρσης και μη επανάληψης, αποζημίωσης, αλλά και ικανοποίησης ηθικής βλάβης με πληρωμή ποσού, δημοσίευμα ή ό,τι επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Προσδιορισμός, αναιρετικά ανέλεγκτος, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης, κατά την κοινή πείρα και λογική, χωρίς υποχρέωση διαταγής αποδείξεων. Επί συντρέχοντος πταίσματος, κατ’ ένσταση, δυνατή μη επιδίκαση ή μείωση του ποσού. Αντίθετη στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας η πρόβλεψη στο νόμο ελάχιστου ορίου χρηματικής ικανοποίησης, με μόνο στοιχείο τον τόπο έκδοσης της εφημερίδας. Ηθική βλάβη μέτριας ένστασης από δημοσίευμα αναληθές, καθόσον εναντίον του ενάγοντος δεν ασκήθηκε ποτέ ποινική δίωξη για εμπόριο ανθρώπινων οργάνων και οι εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα, ως ιδιοκτήτης και εκδότης εφημερίδας, ούτε συνέτρεχε λόγος να το δημοσιεύσουν. Σκοπός εξύβρισης με τη χωρίς λόγο χρήση της μειωτικής λέξης «πρεζέμπορος», αφού υπήρχαν μεν δύο καταδίκες για ναρκωτικά, όχι όμως για εμπορία. ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΣΑΣ 24/2013 Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφου με αριθμούς …/08.09.2011 και …/08.09.2011, τις οποίες συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής Η. Ζ. και προσκόμισε νόμιμα ο εκκαλών ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με επίκληση, προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη δικάσιμο της 14.12.2012 και να συμμετάσχουν στη συζήτηση της ένδικης έφεσης. Ειδικότερα, η κλήτευση των εφεσίβλητων διενεργήθηκε με νόμιμη επίδοση αντιγράφου της ένδικης έφεσης, όπου ήταν συνημμένη πράξη ορισμού της 14.12.2012 ως δικασίμου και κλήση για συζήτηση, προς τον υπάλληλο της 1ης εφεσίβλητης και συνεργάτη του 2ου εφεσίβλητου, Θ. Χ., διότι κατά τη στιγμή της επίδοσης ούτε ο νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης εφεσίβλητης βρισκόταν στα γραφεία αυτής ούτε ο 2ος εφεσίβλητος βρισκόταν στον χώρο της εργασίας του, (βλ. άρθρα: 126 § 1, 127 § 1, 129 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως, μολονότι δεν εμφανίστηκαν οι εφεσίβλητοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στη διάρκεια της δικασίμου 14.12.2012 ούτε έλαβαν μέρος στη συζήτηση της έφεσης αυτής, πρέπει να προβεί η διαδικασία ως προς την έφεση σαν να ήταν παρόντες στη δίκη αμφότεροι οι εφεσίβλητοι, (βλ. άρθρο 524 § 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). ΙΙ. Η ένδικη έφεση με ημερομηνία 05.05.2011 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 149/07.07.2011 εναντίον της οριστικής απόφασης ειδικής διαδικασίας αριθμ. 63/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε ως προς την από 19.01.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 41/25.01.2010 αγωγή χρηματικής ικανοποίησης εξαιτίας ηθικής βλάβης, την οποία άσκησε ο ήδη εκκαλών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μέσα στην προθεσμία των τριών ετών από την ημέρα (28.03.2011), οπότε δημοσιεύτηκε η εκκαλούμενη απόφαση, (βλ. άρθρα 518 § 2, 591 § 1 ΚΠολΔ), η οποία λαμβάνεται υπόψη στην επίδικη υπόθεση ως προθεσμία της έφεσης, αφού κανείς από τους διαδίκους δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε ότι επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση προς κάποιον από αυτούς, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 681-Δ § 5 ΚΠολΔ, και φέρεται νόμιμα προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, υλικά […]

Read more

Eιρ.Αθηνών 422/2013:Αποζημίωση οδηγού από εταιρία εκμετάλλευσης αυτοκινητοδρόμου για εμπόδιο στο οδόστρωμα που προκάλεσε ζημία στο όχημά του

25 Μαΐου, 2013

Eιρ.Αθηνών 422/2013: Στην έννοια του “καταναλωτή” υπάγεται και εκείνος που χρησιμοποιεί αυτοκινητόδρομο, καταβάλλοντας διόδια. «Παρέχων υπηρεσίες» θεωρείται η εταιρεία, που έχει την ευθύνη της συντήρησης του αυτοκινητοδρόμου και την εκμετάλλευση του. Αυτοκίνητο, που υπέστη ζημία από εμπόδιο (σίδερο) στο οδόστρωμα του αυτ/δρομου. Αγωγή του ζημιωθέντος ιδιοκτήτη του οχήματος, για αποζημίωση εκ μέρους της εταιρείας για τη ζημία που υπέστη το αυτοκίνητο και για ηθική βλάβη. «(…) Δραστηριότητα που εγκυμονεί κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων αποτελεί και η δραστηριότητα εταιρείας, στην οποία έχουν εκχωρηθεί δικαιώματα και η οποία έχει την εκμετάλλευση αυτοκινητόδρομου. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 1 παρ. 3 και 4 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι οι διατάξεις που προστατεύουν τους καταναλωτές ισχύουν στον ιδιωτικό τομέα και στις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, συνάγεται, ότι καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται οι υπηρεσίες που προσφέρονται ή κάνει χρήση τέτοιων υπηρεσιών, ασχέτως αν η χρήση, για την οποία προορίζεται, είναι προσωπική ή επαγγελματική (ΑΠ 733/2011, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 289/2004 Νόμος),εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Παράλληλα, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, μπορεί να είναι ακόμη και εταιρεία, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΜΠρΙωαν 316/2011 ΕΦΑΔ 2011, 1181) και η ευθύνη της ως παρέχοντος υπηρεσίες μπορεί να είναι ενδοσυμβατική, αλλά και αδικοπρακτική. Με την κρινόμενη αγωγή εκθέτει ο ενάγων ότι οδηγώντας το αυτ/το του όπως αυτό αναφέρεται ειδικά στο δικόγραφο κινείτο στην Νέα Εθνική Οδό Αθηνών- Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση από Λαμία προς Αθήνα. Στο ύψος του Αγίου Κων/νου κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας είδε έξαφνα πάνω στο οδόστρωμα ένα κομμάτι σίδερο μήκους 1.5μ, του οποίου τμήμα προεξείχε από το επίπεδο του δρόμου έχοντας καμπύλο σχήμα. Δεν μπορούσε να κάνει αποφευκτικό ελιγμό, διότι δίπλα του στη μεσαία λωρίδα κινείτο ένα φορτηγό και βρισκόταν στο ίδιο ύψος με το δικό του αυτ/το. Παρά το ότι προσπάθησε να φρενάρει, δεν ήταν δυνατό να αποφύγει το σίδερο, με αποτέλεσμα να πέσει πάνω σε αυτό, να σκάσουν και τα δύο λάστιχα του αυτ/το του και να κινδυνέψει. Τελικά, κατάφερε όντας ψύχραιμος να ανακτήσει τον έλεγχο του οχήματός του και να το ακινητοποιήσει λίγο πιο κάτω, όπου βρισκόταν επίσης παρκαρισμένο ένα ακόμη αυτ/το, που είχε υποστεί επίσης βλάβη από την ίδια αιτία. (…)Η ίδια (εταιρία) έχει την εκμετάλλευση της οδού, όπως έχει και την ευθύνη για την συντήρηση και την καλή λειτουργία της. Αν, αναλογιστεί δε, κανείς, ότι η συντήρηση των δρόμων αυτών  κοστίζει αστρονομικά ποσά, κατά την παρουσίαση και κρίση των εταιρειών, που έχουν την ευθύνη της καλής λειτουργίας τους και οι οποίες εκμεταλλεύονται τη χρήση τους, δεν μπορεί να ισχυρίζεται η εναγομένη ότι δεν ευθύνεται. Διότι, η συντήρηση και η ομαλή χρήση των δρόμων αυτών αποτελεί τον λόγο, που οι καταναλωτές χρησιμοποιούν την οδό και θεωρούν εύλογα, ότι η χρήση αυτή θα είναι ασφαλής. Δεν περιμένει ο καταναλωτής, ότι τη στιγμή που κινείται στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, που υποδηλώνει ότι τα αυτ/τα αυτά μπορούν να κινούνται με την μεγαλύτερη επιτρεπτή ταχύτητα, θα βρει μπροστά του, σε έναν πολυσύχναστο και ακριβό δρόμο, εμπόδια στο οδόστρωμα και θα κινδυνεύσει η ζωή του. Αν ήταν έτσι δεν θα τη χρησιμοποιούσε, αλλά θα επέλεγε να κάνει χρήση […]

Read more

Μον.Πρωτ.Αθ.669/2013 : Αντισυνταγματική η αύξηση του δικαστικού ενσήμου

25 Μαΐου, 2013

Μον.Πρωτ.Αθ.669/2013: Αντισυνταγματική η αύξηση του δικαστικού ενσήμου από 4 σε 8 τοις χιλίοις με το ν.4093/2012: «(…)Υπό την εκδοχή ότι το μέτρο αυτό εξυπηρετεί την λειτουργία της δικαιοσύνης, με την έννοια αφενός της συμμετοχής κάθε πολίτη, που ζητεί έννομη προστασία, στο κόστος λειτουργίας του θεσμού αυτού αφετέρου της αποφυγής προπετούς άσκησης της αγωγής, η υπό τις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες αύξηση (και συγκεκριμένα ο υπερδιπλασιασμός) του ποσού του δικαστικού ενσήμου, συνιστά μέτρο προδήλως αντισυνταγματικό και ανίσχυρο, αφού παραβιάζονται τα άρθρα 20 παρ. 1 Συντ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, ο επικαλούμενος σκοπός της αποφυγής προπετούς άσκησης αγωγών είναι αναμφίβολα θεμιτός. Αντίθετα, δεν ισχύει το ίδιο και για το σκοπό συμμετοχής του πολίτη κατά ένα μέρος στο κόστος λειτουργίας του θεσμού της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι η Δικαιοσύνη αποτελεί δημόσια λειτουργία, συνταγματικά κατοχυρωμένη και χρηματοδοτούμενη από το Δημόσιο και δεν λειτουργεί με βάση την αρχή της ανταποδοτικότητας. Σε κάθε περίπτωση το θεμιτό του σχετικού περιορισμού πρέπει να έχει ως αφετηρία την σκέψη ότι η συμμετοχή του πολίτη στο κόστος λειτουργίας των Δικαστηρίων δεν σημαίνει κάλυψη όλων των σχετικών δαπανών, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να υπολογιστούν και να επιμεριστούν σε κάθε διάδικο, αλλά επιβολή ενός μικρού χρηματικού ποσού, που μπορεί να καταβάλει κάθε πολίτης, ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση. Οι επιδιωκόμενοι αυτοί σκοποί, πάντως, δεν είναι αρκετοί για την δικαιολόγηση της προαναφερόμενης αύξησης του δικαστικού ενσήμου. (…) Περαιτέρω, ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη με την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού της συμμετοχής των πολιτών στο κόστος λειτουργίας του θεσμού της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι ο επί πολλές δεκαετίες υπολογισμός του δικαστικού ενσήμου σε ποσοστό 4%ο κάλυπτε τις λειτουργικές ανάγκες της δικαιοσύνης, χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα αύξησης του σχετικού ποσού. Επομένως, δεδομένου ότι το κόστος λειτουργίας των δικαστηρίων έχει σήμερα μειωθεί κατά πολύ, λόγω της συγχώνευσης σημαντικού αριθμού Δικαστηρίων, μείωσης των αποδοχών των Δικαστικών Λειτουργών και των γραμματέων των Δικαστηρίων, ο υπερδιπλασιασμός του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν κρίνεται αναγκαίος για την επίτευξη του προαναφερόμενου σκοπού. Επίσης, με την αύξηση του τέλους δικαστικού ενσήμου, υπό τις σημερινές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, δηλ. την μείωση των αποδοχών όλων των εργαζομένων σε υψηλά ποσοστά, που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά και το 50% και την υπέρμετρη (άμεση και έμμεση) φορολόγηση κάθε μορφής επαγγελματικής και κοινωνικής δραστηριότητας, θίγεται πλέον ο πυρήνας του ατομικού δικαιώματος για παροχή έννομης δικαστικής προστασίας, καθώς σημαντικός αριθμός πολιτών δεν μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη, ανεξάρτητα από το αντικείμενο της αγωγής που προτίθεται να ασκήσει. (…)Η πρόβλεψη υποχρέωσης καταβολής δικαστικού ενσήμου είχε χαρακτηριστεί αρχικά από τη νομολογία του Αρείου Πάγου ως μέτρο με φορολογικό χαρακτήρα (βλ. έτσι και ΑΠ 624/1972, ΝοΒ (21/1973), 21). Η άποψη αυτή, όμως, προσαρμόστηκε στη συνέχεια στη νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο έκρινε ότι οι θεσπιζόμενοι κάθε φορά περιορισμοί στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για να είναι συμβατοί με το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ πρέπει να επιδιώκουν θεμιτό σκοπό και να επιβάλλονται από το συμφέρον χρηστής απονομής της δικαιοσύνης. Οπως, όμως, ήδη αναφέρθηκε η αύξηση   του τέλους δικαστικού ενσήμου με τον Ν.4093/2012 εντάσσεται στην νομοθετική επιλογή για αύξηση της σχετικής επιβάρυνσης των πολιτών, με κύριο σκοπό […]

Read more

ΑΠ 277/2012: Αυτοκινητικό ατύχημα: Η παραβίαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ΄ αυτή υπαιτιότητα.

2 Μαΐου, 2013

ΑΠ 277/2012: Αυτοκινητικό ατύχημα: Η παραβίαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ΄ αυτή υπαιτιότητα. “(…) Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΝΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330, εδ. β`, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ` αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. 9 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου”. (δημοσίευση: τνπ Nomos)

Read more

ΜΠρΗρ 255/2013, Βεβαίωση προς διόρθωση ληξιαρχικής πράξης – Αλλαγή φύλου – Εκούσια δικαιοδοσία

2 Μαΐου, 2013

  Δεκτή αίτηση για βεβαίωση προς σκοπό διόρθωσης ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς το ορθό φύλο, το κύριο όνομα και το επίθετο της αιτούσας, ώστε, κατόπιν χειρουργικής επέμβασης, να συνάδει ο φαινότυπός της με τα επίσημα στοιχεία της.   Αριθμός 255/2013   (Αριθμός κατάθεσης κλήσης ΓΑ 509/FM/95/2013)     ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ     ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ οπό τη Δικαστή Ευδοκία Γκιόγκη, Πρωτοδίκη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Πρωτοδικείου, κοι από την Γραμματέα Ειρήνη Μιχελακάκη.   ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, γιο να δικάσει την αίτηση και με αντικείμενο τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης.   ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: …, κατοίκου Γουβών Δήμου Χερσονήσου, που παραστάθηκε μετά ταυ πληρεξουσίου δικηγόρου της Απόλλωνα Καλογερόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.   Η αιτούσα ζητε! να γίνει δεκτή η με αριθμό κατάθεσης ΓΑ 509/EM/95/2013 αίτηση η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και ενεγράφη στο πινάκιο.     ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αιτούσας, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.     ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ   ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ     Η αιτούσα, με την επίκληση άμεσου έννομου συμφέροντος, ζητεί να διορθωθεί η με αριθμό 2775/τ.719/1987 ληξιαρχική πράξη γέννησης της που καταχωρήθηκε στα βιβλία του Ληξιαρχείου του Δήμου Ηρακλείου, ως προς το φύλο, το κύριο όνομα αυτής και το επίθετο ώστε κατόπιν χειρουργικής επέμβασης, ώστε να συνάδει ο φαινότυπος της με τα επίσημα στοιχεία της. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη κστ’ ουσίαν, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διστακτικό της απόφασης.       ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ     ΔΕΧΕΤΑΙ την αίτηση.   ΒΕΒΑΙΩΝΕΙ προς σκοπό διόρθωσης της με αριθμό 2775/T.719/19S7 ληξιαρχικής πράξης γέννησης του Ληξιάρχου Δήμου Ηρακλείου ότι το ορθό φύλο της αιτούσας είναι “άρρεν” αντί του εσφαλμένου “θήλυ”, το δε κύριο όνομα αυτής “Μ-Α.”, αντί του εσφαλμένου “Α.” και το επίθετο “Σ.” αντί του εσφαλμένου “Σ.”.   ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο Ηράκλειο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήρια του, χωρίς την παρουσία της αιτούσας και του πληρεξουσίου δικηγόρου της στις 7 Μαρτίου 2013.   Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ   

Read more

Eφ.Θεσ/νίκης 92/2013, Εκδοση Διαταγής Πληρωμής σε βάρος οφειλέτη Τράπεζας ενόσω ήταν ενεργής η περί διακανονισμού συμφωνία

2 Μαΐου, 2013

Κρίση ότι το δικαίωμα ασκήθηκε πρόωρα. Δεκτός ο σχετικός λόγος ανακοπής. «(…) Η καθ` ης (τράπεζα) αποδέχθηκε την πρόταση αυτή για διακανονισμό της οφειλής με απόφαση του συμβουλίου της, αξιώνοντας την άμεση καταβολή ποσού 2.300 € και κατόπιν την εβδομαδιαία καταβολή ποσού 800 €, όπως αποδεικνύεται από την από 22-6-09 έγγραφη απάντησή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα την αμέσως επόμενη ημέρα, τάσσοντας της συγχρόνως πενθήμερη προθεσμία για να υλοποιηθεί η έγκριση του διακανονισμού, διαφορετικά θα προχωρούσε σε έναρξη δικαστικών ενεργειών, η αποτροπή των οποίων επιδιώκονταν με τη σύναψη της συμφωνίας του διακανονισμού. Μέσα στην προαναφερόμενη προθεσμία ολοκληρώθηκε η συμφωνία μεταξύ των μερών, για τη ρύθμιση του χρέους και στα πλαίσια αυτής και προς υλοποίηση των όρων της η ανακόπτουσα εταιρεία συμμορφούμενη απολύτως σ` αυτούς κατέβαλε στις 2-7-09 το ποσό των 2300 ευρώ, το οποίο έλαβε χωρίς επιφύλαξη η καθ` ης τράπεζα, γεγονός από το οποίο συνάγεται σαφώς ότι ήθελε να εμμείνει στην τήρηση της συμφωνίας και τα αποτελέσματα της, παρά την ολιγοήμερη καθυστέρηση (εννέα ημέρες αντί της ταχθείσας εκ μέρους της πενθήμερης προθεσμίας) αφού ούτως ή άλλως η συμφωνία είχε μεταξύ των διαδίκων μερών «κλείσει» προγενέστερα. Στη συνέχεια η ανακόπτουσα κατέβαλλε σε τακτά χρονικά διαστήματα το ποσό το 800 ευρώ, δόσεις τις οποίες εισέπραττε κάθε φορά η καθ` ης αδιαμαρτύρητα και χωρίς επιφύλαξη. Παρά ταύτα, η καθ` ης κατά παράβαση των συμφωνηθέντων κατέθεσε την 1-7-09 την από 19-6-09 αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ενόσω δηλ. η περί διακανονισμού συμφωνία ήταν ενεργής και παρήγαγε έννομα αποτελέσματα και κατά τη διάρκεια των περιοδικών καταβολών εκ μέρους της ανακόπτουσας, αφού αυτή την τελευταία δόση την κατέβαλε στις 20-8- 09, αγνοώντας ότι είχε ήδη εκδοθεί η ανακοπτομένη, καθώς όπως καταθέτει ο μάρτυράς της – σύζυγος της νομίμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας, έλαβε γνώση για πρώτη φορά με την επίδοση της προς αυτήν (3-9-09) σε αντίθεση με την κατάθεση της μάρτυρος της καθ` ης- υπαλλήλου της, η οποία αορίστως αναφέρει ότι η ανακόπτουσα ήταν ήδη ενημερωμένη για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, χωρίς να καταθέτει παράλληλα και το ακριβές χρονικό σημείο της πληροφόρησης της. Επομένως, το δικαίωμα που άσκησε η καθ` ης προς ικανοποίηση της απαίτησης της από τις προαναφερόμενες επιταγές με την υποβολή της αίτησης προς έκδοση της ανακοπτομένης ασκήθηκε εκ μέρους της πρόωρα, διότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (1-7-09) υποβολής της αίτησης αλλά και έκδοσης της διαταγής πληρωμής (3-7-09) δεν είχε εκπνεύσει η προθεσμία, που παρείχε στην ανακόπτουσα προς πληρωμή του χρέους εξ αυτών, αντίθετα ήταν σε ισχύ παράγουσα έννομα αποτελέσματα η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για τη μη δικαστική επιδίωξη τους, αποκλείοντας αυτήν από τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης είσπραξης των επίδικων επιταγών. Δε διαφοροποιεί εξάλλου την κρίση του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός της ότι όσον αφορά στις πρώτες τουλάχιστον των ανωτέρω επιταγών ελλόχευε ο κίνδυνος της παραγραφής, τον οποίον όφειλε να είχε συνεκτιμήσει η ίδια κατά την κατάρτιση της συμφωνίας και των όρων της περί σταδιακής εξόφλησης του χρέους, πλέον του ότι ο χρόνος παραγραφής διακόπτονταν με την αναγνώριση της οφειλής δια της καταβολής των περιοδικών δόσεων, ενώ σε κάθε περίπτωση διατηρεί το δικαίωμα ικανοποίησης της απαίτησης της με τακτική αγωγή από αδικοπραξία. Εφόσον επομένως αποδείχθηκε ότι η […]

Read more

Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών 674/2013, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων στην αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου

31 Μαρτίου, 2013

Με την 674/2013 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα υποθέσεων ν.1406 και αναστολών) κρίθηκε ότι στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, ως διαφορές ουσίας, και οι περί την κοινή αναγκαστική εκτέλεση (κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας) διαφορές, όταν η εκτέλεση επισπεύδεται από ιδιώτη ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου σε βάρος του Δημοσίου με βάση τις κατά την παρ.1 του άρθρου 199 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας καταψηφιστικές αποφάσεις είτε με βάση τις αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ή αιτήσεων ακυρώσεως και αποτελούν τίτλο εκτελεστό. Κατά την εκδίκαση δε των διαφορών αυτών, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση των καταψηφιστικών αποφάσεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Με την απόφαση 35/2013 της Επιτροπής Αναστολών της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η ρύθμιση του άρθρου 209Α του ΚΔΔ που προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν.3900/2010, η οποία προβλέπει προκειμένου περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, ως λόγο αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, μόνο την πρόδηλη βασιμότητα του ένδικου μέσου, δεν παραβιάζει τα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ. Όμοια και η ΕΑ ΣΤΕ 36/2013. (πηγή: defeteio-ath.gr / dprotodikeio-ath.gr)

Read more