ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2′ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο – Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου – Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Ε., κατοίκου …. και 2) J. – T. (ον. Τ. – Τ.) Μ. (επών. Μ.) του H. – H. (Χ. – Χ.), κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Φυλακτό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Η. Μ. του Ε., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αμπόνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7484/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 129/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-3-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 937 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, ενώ κατά το άρθρο 261 εδ.α’ ΑΚ η παραγραφή διακόπτεται, μεταξύ άλλων, και με την άσκηση της αγωγής, δηλαδή με την επίδοση αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής αγωγής (ΑΠ 950/2015). Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στα οποία περιλαμβάνεται και η Αγγλία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ’ ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επιδόσεως ή κοινοποιήσεως, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά το άρθρο 15 του ίδιου κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε την διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965. Κατά την διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση, βάσει του παρόντος κανονισμού, και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής…, ή β) ότι ή πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο, προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί. Κατά δε το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από την διαβίβαση της πράξεως έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους – μέλους παραλαβής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του ίδιου ως άνω Κανονισμού, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 8, η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης μιας πράξης, βάσει του άρθρου 7, είναι η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής (παρ. 1). Όταν όμως, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία που καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού (παρ. 2). Σκοπός των άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) του άρθρου 9, είναι να καθορισθούν κριτήρια ως προς την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης, η οποία έχει νομικές συνέπειες (εκκρεμοδικία, έναρξη ή διακοπή παραγραφής), γι’ αυτό είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια στιγμή παρήχθησαν. Έτσι, η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης είναι εκείνη, κατά την οποία πράγματι αυτή έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους παραλαβής και σκοπός της είναι να προστατευθούν τα δικαιώματα του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 αντίθετα επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος (ενάγοντος), ο οποίος μπορεί να έχει συμφέρον να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Γι’ αυτό κρίθηκε σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να του επιτραπεί να υποστηρίζει τα δικαιώματά του στηριζόμενος σε μια ημερομηνία που ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει, αντί να εξαρτάται από ένα γεγονός (όπως είναι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης σε άλλο κράτος μέλος), για το οποίο δεν έχει άμεση επιρροή, αφού αυτό μπορεί να λάβει χώρα μετά την καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Έτσι, για τη συντέλεση της επιχειρούμενης επίδοσης, επί προπαρασκευαστικής προθεσμίας απαιτείται πραγματική περιέλευση του επιδοτέου εγγράφου στον παραλήπτη, ενώ, αντίθετα, επί προθεσμίας ενεργείας, αρκεί η πλασματική επίδοσή του στον Εισαγγελέα. Άλλωστε, και η διατύπωση “επίδοση ή κοινοποίηση εντός τακτής προθεσμίας” παραπέμπει ευθέως στην έννοια των προθεσμιών ενέργειας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση αγωγής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Αγγλία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτής στον εναγόμενο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση, και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 του Κ.Πολ.Δικ. πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα (ΑΠ 1978/2017, ΑΠ 16117, ΑΠ 9617, AΠ 239/2015). Ως χρόνος επέλευσης, όμως, όλων των ουσιαστικών συνεπειών κατά το Ελληνικό Δίκαιο, άρα και της διακοπής της παραγραφής, κατ’ άρθρο 221 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, υπαγόμενης στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 παρ. 2 του Κανονισμού, νοείται εκείνος της πλασματικής επίδοσης του σχετικού δικογράφου στον αρμόδιο εισαγγελέα κατ` άρθρο 134 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1404/2011, ΑΠ 289/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016). Κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν και οι κανονισμοί της ΕΕ, οι οποίοι από τότε που τίθενται σε ισχύ είναι άμεσης εφαρμογής και αποτελούν εσωτερικό ελληνικό δίκαιο (ΑΠ 93/2017). Έτσι η παραβίασή τους ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, με τις από 2-9-2013 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προέβαλαν την ένσταση παραγραφής της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης του αναιρεσίβλητου για χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας, την οποία (ένσταση) επανέφεραν και στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, ισχυριζόμενοι ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου έχει παραγραφεί, κατ’ άρθρο 937 ΑΚ, καθόσον από την τέλεση της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους στις 26-8-2006 μέχρι την πραγματική επίδοση σε αυτούς της αγωγής, που έλαβε χώρα στις 2-11-2011, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Προς αντίκρουση της ως άνω ένστασης ο αναιρεσίβλητος προέβαλε, παραδεκτά με την προσθήκη των προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1087/2014), την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, επαναφερθείσα νομίμως και στο Εφετείο, ισχυριζόμενος ότι λόγω του ότι οι αναιρεσείοντες ήσαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κάτοικοι εξωτερικού (Αγγλίας) επέδωσε την αγωγή στον αρμόδιο εισαγγελέα, κατ’ άρθρο 134 ΚΠολΔ, εντός πενταετίας από την τέλεση της πράξεως, με αποτέλεσμα με την επίδοση αυτή να έχει διακοπεί η παραγραφή της επιδιωκόμενης με την αγωγή αξίωσης του αναιρεσιβλήτου. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έκρινε ότι η προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση παραγραφής είναι αβάσιμη, δεχόμενο, κατά παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσιβλήτου, ότι αυτή διακόπηκε, κατ’ άρθρο 261 ΑΚ, “με την πλασματική επίδοση της υπό κρίση αγωγής στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης στις 24-8-2011, όπως προκύπτει από τις 523Β και 522Β/24-8-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή…, ήτοι εντός πενταετίας από το ένδικο ζημιογόνο γεγονός που έλαβε χώρα την 26-8-2006”. Κατόπιν αυτού, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 9 παρ.1 και 2 του Κανονισμού 1393/2007 του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, καθώς και των άρθρων 937 και 261 εδάφ.α’ του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων. Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010). Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 466/2019, ΑΠ 17617, ΑΠ 516/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα α) αντίγραφο του με αριθμό πρωτοκόλλου …19/29.08.2006 Πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου …… Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών και β) αντίγραφο του με αριθμό πρωτοκόλλου …20/29.08.2006 Πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου …… – Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών, από το περιεχόμενο των οποίων προέκυπτε ο ισχυρισμός τους περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου κατά την επέλευση των τραυμάτων του, άλλως της ουσιαστικής αβασιμότητας των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ένδικη αξίωσή του και συγκεκριμένα ότι ουδέποτε προέβησαν σε επίθεση εναντίον του, αλλά αντιθέτως οι ίδιοι δέχθηκαν την απρόκλητη επίθεση του, στην οποία επεχείρησαν να αμυνθούν. Ωστόσο, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του “από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν με επιμέλεια των διαδίκων επ’ ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεώς του, από όλα τα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικών εκ των οποίων γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, ουδενός πάντως εξ αυτών παραληφθέντος για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη… και άλλα για τη συναγωγή τεκμηρίων…, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα αριθμ. ….72/27-9-2013, …..73/27-9-2013 και …..74/27-92013 ένορκες βεβαιώσεις των…. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης με επιμέλεια του οποίου έγιναν, μετά από νόμιμη εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων… και η νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους εναγόμενους υπ’ αριθμ. ……32/2013 ένορκη βεβαίωση της…. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών…., μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος…., (ενώ οι με αριθμό ….89/2015, ….90/2015, ….88/2015, …..38/2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης λαμβάνονται υπόψη μόνο ως δικαστικά τεκμήρια, ως δοθείσες ενόψει άλλη δίκης”. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά στοιχεία, και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που αναφέρουν οι αναιρεσείοντες. Επομένως ο ερευνώμενος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ως άνω λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2018 αίτηση των 1) Π. Μ. και 2) J. – T. (όν. Τ.-Τ.) M. (επων.) του H. – H. (Χ.-Χ.) για αναίρεση της υπ’ αριθ. 129/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

areiospagos.gr