ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία “ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ”, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. – Γ. του Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεάνθη Βουλκίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6093/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8908/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. γ’ του ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε από 14-5-2007, καταργήθηκε η Κ4/585/5-4-1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (Φ.Ε.Κ. 795, τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου νόμου προστέθηκε το άρθρο 6β’ στο π.δ. 237/1986 (που κωδικοποίησε το ν. 489/1976 “περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης”), το οποίο ορίζει ότι: 1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, Φ.Ε.Κ. 57 Α’), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος…, γ) από αυτοκίνητο όχημα, του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Οι προαναφερόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις που απαρτίζουν, περιοριστικά πλέον, τους τρεις (3) λόγους εξαιρέσεως από την ασφάλιση, αποτελούν λόγους απαλλαγής του ασφαλιστή έναντι του ασφαλισμένου του, με την επισήμανση ότι επιτρέπεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως να ορίζονται, πέραν των περιπτώσεων αυτών, και άλλες περιπτώσεις εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, εφόσον αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη (άρθρο 6β’ παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος). Από το συσχετισμό μεταξύ τους των τριών περιπτώσεων εξαιρέσεως σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋποθέσεως για τη συγκρότηση των λόγων εξαιρέσεως, μόνο στις περιπτώσεις β’ και γ’, όχι όμως και στην περίπτωση α’, δηλαδή στην πρόκληση ατυχήματος από οδηγό που στερείται άδειας ικανότητας οδηγήσεως για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί. Ειδικότερα, από τη γραμματική διατύπωση των τριών περιπτώσεων εξαιρέσεως συνάγεται ότι στην α’ περίπτωση δεν εξετάζεται και δεν ερευνάται κατά πόσο η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού επηρέασε ή όχι την πρόκληση του ατυχήματος, αφού πρόκειται τυπικά για περίπτωση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η ανάγκη συνδρομής της αιτιώδους συνάφειας ερευνάται μόνο στις δύο άλλες περιπτώσεις. Η διατύπωση αυτή στο νόμο, δηλαδή η μη αναφορά, σε αντίθεση με τις λοιπές δύο περιπτώσεις, της συνδέσεως της αιτιώδους συνάφειας της ελλείψεως άδειας οδηγήσεως με την πρόκληση του ατυχήματος, αποτελεί συνειδητή ρύθμιση του νομοθέτη, διαφοροποιημένη σε σχέση με τις δύο άλλες περιπτώσεις, και δεν πρόκειται για απλή παράλειψή του. Ναι μεν η σύγχρονη ασφαλιστική επιστήμη, η θεωρία και η πάγια νομολογία (Α.Π.628/2019, Α.Π. 474/2017, Α.Π. 352/2017, Α.Π. 324/2016, Α.Π. 1068/2013, Α.Π. 1016/2013, Α.Π. 1451/2009, Α.Π. 1357/2008, Α.Π. 1517/2006) θεωρούσαν, μέχρι την κατάργηση της παραπάνω υπουργικής αποφάσεως, και τους λόγους αυτούς απαλλαγής ή εξαιρέσεως (που αποτελούσαν συμβατικές εξαιρέσεις της καλύψεως του ασφαλισμένου), ως καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη (συμβατικά), δηλαδή, η απαλλαγή του ασφαλιστή, στην επίμαχη περίπτωση, δεν επερχόταν μόλις διαπιστωνόταν η έλλειψη άδειας οδηγήσεως στο πρόσωπο του οδηγού που είχε εμπλακεί στο ατύχημα, αλλά τούτο επερχόταν, εφόσον συνέτρεχε υπαιτιότητα και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως του ασφαλιστικού βάρους, δηλαδή της έλλειψης άδειας ικανότητας οδηγήσεως, και του ατυχήματος, πλην, όμως, τούτο δεν σημαίνει ότι ο νομοθέτης είναι δεσμευμένος (νομοθετικά) να ακολουθήσει οπωσδήποτε την παραδοχή αυτή. Αντίθετα, έχει την ευχέρεια να αποκλίνει, εφόσον, βέβαια, εκφράζεται σαφώς, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση του εδαφίου α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 6β’ του π.δ. 237/1986, στην οποία, σε αντίθεση με τις άλλες δύο ρυθμιζόμενες περιπτώσεις ασφαλιστικών βαρών, δεν θέτει ως προϋπόθεση του λόγου απαλλαγής ή εξαιρέσεως του ασφαλιστή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πιο πάνω παραβάσεως και του ατυχήματος, χωρίς, περαιτέρω, να είναι υποχρεωμένος, όταν προβλέπει λόγους εξαιρέσεως για τη ρύθμιση κάποιου θέματος, να θέτει είτε μόνο λόγους εξαιρέσεως, είτε μόνο καλυμμένα ασφαλιστικά βάρη, αλλά έχει τη δυνατότητα να κάνει συνδυασμό μεταξύ τους.

Συνεπώς, με βάση την προπαρατιθέμενη ρύθμιση του νόμου, δεν έχει νομική επιρροή ο ισχυρισμός του οδηγού που έχει εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και δεν έχει άδεια ικανότητας οδηγήσεως, ότι γνωρίζει να οδηγεί ή ότι λείπει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της άδειας αυτής και του ατυχήματος (Α.Π.628/2019, Α.Π. 450/2018, Α.Π. 474/2017, Α.Π. 71/2017, Α.Π. 324/ 2016). Έτσι, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας απαιτήσει για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως και τη συνδρομή αιτιώδους συναφείας ενέχει παραβίαση αυτής, αφού ζήτησε περισσότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος (Α.Π. 71/2017). Όλα όσα προαναφέρθηκαν έχουν νομική αξία στις σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου στη λεγόμενη δίκη αναγωγής του πρώτου κατά του δεύτερου, κατά την οποία παρέχεται το δικαίωμα στον ασφαλιστή να εναγάγει τα αναφερόμενα στο άρθρο 11 παρ. 1 του π.δ. 237/1986 πρόσωπα και να ζητήσει απ’ αυτά ό,τι κατέβαλε ή θα καταβάλει σε εκείνον που ζημιώθηκε από το τροχαίο ατύχημα (Α.Π. 474/2017). Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, τα προαναφερόμενα έχουν νομική αξία και στις σχέσεις μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή, δηλαδή, όταν ο ασφαλισμένος ενάγει τον ασφαλιστή, επικαλούμενος την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεις καλύψεως της ζημίας του από προαιρετικούς κινδύνους (μικτή ασφάλιση κ.λπ.). Εξάλλου, κατά τις σχετικές διατάξεις του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, που ενδιαφέρουν στην εξεταζόμενη υπόθεση, ορίζονται τα εξής: α) άρθρο 13 παρ. 2 εδάφ. α’: “Ο οδηγός επιβάλλεται να έχει την, κατά τις σχετικές διατάξεις, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης και την αναγκαία σωματική και διανοητική ικανότητα και να βρίσκεται σε κατάλληλη κατάσταση για να οδηγεί, οφείλει δε κατά το χρόνο της οδήγησης να είναι σε θέση να ελέγχει το όχημά του…”, β) άρθρο 94 παρ. 3: “Απαγορεύεται η οδήγηση αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών από πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν ισχύουσα ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας ή υποκατηγορίας, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους του παρόντος άρθρου”, η οποία, κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, απαιτείται να είναι Κατηγορίας Β, για την οδήγηση επιβατηγού αυτοκινήτου, του οποίου ο μέγιστος αριθμός θέσεων καθημένων (χωρίς τη θέση του οδηγού) δεν υπερβαίνει τις οκτώ, γ) άρθρο 95 παρ. 1, εδάφ. α’ – ε’: “Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65) έτος της ηλικίας τους. Οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Β+Ε, Γ, Γ+Ε, Δ, Δ+Ε και της κατηγορίας Β, όταν αυτή χρησιμοποιείται για την οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, ισχύουν για πέντε (5) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης ή της προηγούμενης ανανέωσής τους. Με τη λήξη πενταετούς ισχύος των αδειών αυτών λήγει συγχρόνως και η ισχύς των αδειών οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 που είναι ενσωματωμένες στο έντυπο της άδειας οδήγησης. Μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους. Η ανανέωση των αδειών οδήγησης γίνεται μετά από ιατρική εξέταση”, δ) άρθρο 95 παρ. 3: “Η ανανέωση της άδειας οδήγησης μπορεί να γίνει οποτεδήποτε όχι όμως προ του διμήνου, το οποίο προηγείται της ημερομηνίας λήξης της (εδάφ. α’)… Η ανανέωση γίνεται χωρίς θεωρητική και πρακτική εξέταση, έπειτα από ιατρική εξέταση, κατά την οποία πρέπει να κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις υγείας (εδάφ. γ’)” και ε) άρθρο 95 παρ. 5: “Η άδεια οδήγησης επιτρέπεται να ανανεωθεί και μετά τη λήξη της ισχύος της, αν υπάρχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Η άδεια οδήγησης θεωρείται ότι δεν ισχύει: α. αν έληξε ο χρόνος ισχύος της, β. αν έχει φθαρεί ή αλλοιωθεί, σε τέτοιο βαθμό που να είναι δυσχερής ο έλεγχός της και γ. αν έπαψαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες χορηγήθηκε ή ανανεώθηκε” (Α.Π. 628/2019, Α.Π. 474/2017, Α.Π. 958/2015, Α.Π. 1628/2013, Α.Π. 242/2011). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανανέωση της άδειας οδηγήσεως που έληξε, λόγω της συμπληρώσεως της ηλικίας των 65 ετών, δεν καλύπτει τον ενδιάμεσο χρόνο (από τη λήξη μέχρι την ανανέωση), κατά τον οποίο ο οδηγός, που στερείται της άδειας, προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα (Α.Π.628/2019, Α.Π. 474/2017, Α.Π. 911/ 2002, πρβλ. Α.Π. 1628/2013, Α.Π. 859/2013, Α.Π. 242/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της (Α.Π. 71/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 8908/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681 Α) του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν, αφού έκρινε ότι η ένδικη αξίωση ερείδεται επί της Κ4/585/1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υποθέσεως, τα ακόλουθα: “Στις 23-11-2015, η ενάγουσα, οδηγώντας το … I.X. επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, ασφαλισμένο με μικτή ενεργή σύμβαση ασφάλισης που περιελάμβανε την κάλυψη όλων των ζημιών του ανεξαρτήτως υπαιτιότητας αυτής ή τυχόν άλλου εμπλεκόμενου σε ατύχημα οχήματος στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν επί της περιφερειακής οδού με κατεύθυνση προς … (προς ανατολικά) στο δεξιό ρεύμα κυκλοφορίας της άνω οδού. Αφού άναψε δεξί φλας και εισήλθε δεξιά με κανονική ταχύτητα στη διασταύρωση της οδού προς …, λόγω της ολισθηρότητας της οδού, διαπιστώνοντας τούτη την έλλειψη πρόσφυσης του άνω οχήματός της επί του οδοστρώματος, επιχείρησε να φρενάρει ελαφρά για τον καλύτερο έλεγχο του αυτοκινήτου της, η προσπάθειά της όμως αυτή δεν απέδωσε, με αποτέλεσμα να ολισθήσει το όχημά της προς τα αριστερά και να προσκρούσει στο διαχωριστικό κράσπεδο, με συνέπεια να προκληθούν φθορές και υλικές ζημίες στο τελευταίο. Προς αποκατάσταση των ζημιών στο όχημά της απαιτήθηκε, για αγορά ανταλλακτικών και τεχνικών εργασιών, το συνολικό ποσό των 6.951,24 ευρώ (βλ. το υπ’ αριθμ. …-6-2016 ΔΛΠ ανταλλακτικών του Α. Λ., ποσού 6.287,24 ευρώ και την υπ’ αριθμ. …-6-2016 ΑΠΥ του ίδιου ως άνω, ποσού 664 ευρώ). Κατά το χρόνο του ατυχήματος, το άνω ζημιωθέν από υπαιτιότητα της ενάγουσας αυτοκίνητό της, ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη και για ίδιες ζημίες, με μικτή σύμβαση ασφάλισης στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με το υπ’ αριθμ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο ανανεώθηκε με το υπ’ αριθμ. …/9- 9-2015 συμβόλαιο, για το χρονικό διάστημα από 24-10-2015 έως την 24-10-2016. Στο ανωτέρω ασφαλιστήριο αναγράφεται ο εξής όρος: “Η παρούσα ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του ΝΔ 400/70, του Ν 489/1976, όπως εκάστοτε ισχύουν, και του Ν. 2496/1997, όπου δεν τροποποιείται από τον άνω ειδικό νόμο 489/76 και από τους συνημμένους ασφαλιστικούς όρους (γενικούς και ειδικούς)”. Στο δε άρθρο 10 παρ. 1 των ειδικών διατάξεων του ασφαλιστηρίου, στις γενικές εξαιρέσεις από την ασφάλιση αναφέρεται και η περίπτωση που προκαλείται ατύχημα από οδηγό που δεν έχει την, από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης. Η ενάγουσα, η οποία γεννήθηκε στις 23-5-1950, ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης, η οποία ίσχυε μέχρι το 1989. Η εν λόγω άδεια οδηγήσεως είχε λήξει από το 1989 και, στη συνέχεια, στις 2-2-2016, λίγες ημέρες μετά το ένδικο ατύχημα, ανανεώθηκε για την επόμενη τριετία. Στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όπως προαναφέρθηκε, αναγραφόταν ο όρος σύμφωνα με τον οποίο αποκλειόταν η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας σε περίπτωση οδήγησης αυτοκινήτου υπό οδηγού μη έχοντος την υπό του νόμου προβλεπόμενη άδεια οδήγησης. Ο όρος αυτός είναι ασαφής και ερμηνευόμενος όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, έχει την έννοια ότι για την καθιέρωση της πιο πάνω ρήτρας, οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός αν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε την ικανότητα οδήγησης κι όχι στην τυπική προϋπόθεση της ύπαρξης άδειας ικανότητας οδήγησης. Επομένως, η ενάγουσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, διέθετε επί σειρά ετών άδεια ικανότητας οδήγησης, η οποία έληξε το έτος 1989 και ανανεώθηκε στις 2-2-2016, δηλαδή λίγες ημέρες μετά από το ένδικο ατύχημα, για μία τριετία, θεωρείται ότι είχε ικανότητα στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στην οποία απέβλεπαν οι διάδικοι, με τον προαναφερόμενο όρο, λαμβανομένου υπόψη ότι η παράταση αυτή δεν επέδρασε αιτιωδώς στο ζημιογόνο γεγονός. Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν στερούνταν την άδεια οδήγησης αλλά ότι η άδεια δεν είχε ανανεωθεί τη δεδομένη στιγμή του ατυχήματος, χωρίς δόλο από την πλευρά της, αλλά συνεχίζει να είναι απολύτως ικανή προς οδήγηση, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από την υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, που της χορήγησε, λίγες ημέρες μετά το ατύχημα, ανανέωση της άδειας για τρία χρόνια.

Συνεπώς, δεν συντρέχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση του ένδικου ατυχήματος, περίπτωση αποκλεισμού της ασφαλιστικής εταιρίας από την ασφαλιστική ευθύνη της, καθόσον, κατ’ εφαρμογή του ως άνω περιληφθέντος στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο απαλλακτικού υπέρ της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας όρου, ερμηνευόμενου όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν κυρίως στο γεγονός αν η οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε την ικανότητα οδήγησης και όχι στην τυπική προϋπόθεση της ύπαρξης ισχύουσας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, άδειας ικανότητας οδήγησης και ότι η ενάγουσα, ενόψει του ότι διέθετε από παλιά άδεια ικανότητας οδήγησης, η οποία έληξε το 1989 και ανανεώθηκε στις 2-2-2016, για μία τριετία, θεωρείται ότι είχε κατά το χρόνο του ατυχήματος ικανότητα στην οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στην οποία απέβλεπαν οι διάδικοι με τον προαναφερόμενο όρο. Απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ανανέωση της άδειας της ενάγουσας δεν έχει αναδρομική ισχύ και ότι το ατύχημα επήλθε από οδηγό στερούμενο άδειας οδήγησης, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα ήταν ικανή προς οδήγηση κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφού η τυπική ανανέωση της άδειας που έλαβε χώρα μετά το ατύχημα δεν επηρέασε την ικανότητα οδήγησης. Ήταν δε σε πλήρη γνώση της εναγομένης, γι’ αυτό άλλωστε και προέβη στη σύναψη του ασφαλιστηρίου συμβολαίου χωρίς να θεωρήσει την έλλειψη ανανέωσης της άδειας στοιχείο που μπορεί να επιφέρει επίταση του κινδύνου, ώστε να μη συνάψει την επίδικη σύμβαση ή να τη συνάψει με διαφορετικούς όρους. Επίσης, απορριπτέος τυγχάνει και ο έτερος ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά από την ενάγουσα, καθόσον αποδείχθηκε ότι ουδόλως η ενάγουσα αναγνώρισε την έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης έχοντας πάντα την πεποίθηση ότι η ασφαλιστική της σύμβαση είναι ισχυρή, ούσα συνεπής στην καταβολή των ασφαλίστρων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση η τελευταία περίπτωση, του αποκλεισμού της ασφαλιστικής κάλυψης από μέρους της εναγομένης και δεν δικαιούται η ενάγουσα της αιτούμενης ασφαλιστικής αποζημίωσης για τις ίδιες ζημίες που αυτή σαν οδηγός προκάλεσε στο επίδικο αυτοκίνητο της και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με την έφεσή της”. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που, όπως προαναφέρθηκε, δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την από 23.11.2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης 6093/2017 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει διαφορετικά και είχε απορρίψει την από 1.10.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου 9147/2016 αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, δεχόμενο (Ειρηνοδικείο) τη συνδρομή περιπτώσεως αποκλεισμού της ασφαλιστικής καλύψεως εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την διακράτηση και εκδίκαση της υποθέσεως, δέχθηκε την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 6.951,24 ευρώ, νομιμοτόκως κατά το αγωγικό αίτημα. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, υπό την έννοια ότι, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δεν εφάρμοσε αυτόν και συγκεκριμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 6β παρ.1 α του π.δ/τος 237/1986, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3557/2007, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 14.5.2007 και, συνεπώς, ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος (23.11.2015), κατά την οποία εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος στερείται άδειας οδηγήσεως που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος που οδηγεί, για την εφαρμογή της οποίας δεν απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ελλείψεως της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας οδηγήσεως και της ζημίας, που προκαλεί ο οδηγός ασφαλισμένου οχήματος, αλλά αρκεί το γεγονός και μόνο ότι αυτός δεν διαθέτει, κατά το χρόνο του ατυχήματος, την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια ικανότητας οδηγού, καθώς επίσης και τις λοιπές, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις που προαναφέρθηκαν. Επί πλέον δε μη εφαρμόζοντας τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 6β παρ.1 α του π.δ/τος 237/1986, αλλά τις διατάξεις της Κ4/585/5.4.1978 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορίου, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθ’ όσον το ένδικο ατύχημα συνέβη, όπως προαναφέρθηκε, στις 23.11.2015, ήτοι μετά την ισχύ του νόμου 3557/2007 (14.5.2007), με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. γ’ του οποίου αυτή (Κ4/585/5.4.1978 ΑΥΕ) καταργήθηκε έκτοτε και παρά το γεγονός ότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται παραδοχή περί της καταργήσεως της εν λόγω υπουργικής αποφάσεως από 14.5.2007 (βλ. 2ο φύλλο οπίσθια όψη, 2η και 3η σειρά αυτής), απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που αξιώνει η πράγματι εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση διάταξη του άρθρου 6β παρ.1 α του π.δ/τος 237/1986, καθόσον εξαίρεση της ζημίας από την ασφάλιση συντρέχει και όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου οχήματος κατείχε μεν άδεια ικανότητας οδηγήσεως, αλλά, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, είχε λήξει η διάρκεια της ισχύος της, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην εν αρχή της παρούσας νομική σκέψη. Επομένως ο πρώτος, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου λόγου της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), η οποία κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8908/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

areiospagos.gr