ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Iωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη – Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Βασιλική Ηλιοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 15 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων 1. Β. Β. του Α., κατοίκου … 2. Κ. Λ. του Δ. κατοίκου …, 3. Α. Κ. του Ν., κατοίκου …, 4. Χ. Ζ. του Α., κατοίκου …, 5. Κ. Α. του Π. και 6. Γ. Π. του Π., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Οικονόμου, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 208/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορουμένοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10.9.2019 και αριθμούς κατάθεσης ….9.2019, ….9.2019, ….9.2019, ….9.2019, ….9.2019 και ….9.2019, αιτήσεις τους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1247/2019.

Αφού άκουσε

Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οι από 10-9-2019 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης …-9-2019, …-9-2019, …-9-2019, …-9-2019, …-9-2019 και …-9-2019 αιτήσεις των 1) … και της Μ., κατοίκου …, 2) …, κατοίκου … (οδός …), 3) …, κατοίκου … (οδός …), 4) …, κατοίκου … (οδός …), 5) … και της Μ., κατοίκου … (οδός …) και 6) …, κατοίκου … (ξενοδοχειακό συγκρότημα Κ.), για αναίρεση της υπ’ αριθμό 208/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, ασκήθηκαν νομοτύπως από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Στέφανο Οικονόμου για λογαριασμό αυτών, δυνάμει των από 3-9-2019, 28-8-2019, 8-8-2019, 8-8-2019, 8-8-2019 και 8-8-2019 εξουσιοδότησεων αυτών προς τον προαναφερόμενο, με δήλωσή του στο Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης (άρθρα 42 παρ. 2 εδάφ. 2, 89 παρ. 2, 466 παρ. 1 και 474 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.) και εμπροθέσμως, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω Εφετείου στις 5-8-2019 (άρθρο 473 παρ. 2 εδάφ. α και 3 του Κ.Π.Δ.).

Συνεπώς, πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του εφαρμοσθέντος εν προκειμένω άρθρου 229 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., “όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του για αυτήν τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους”. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της υπ’ αυτής προβλεπόμενης ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται να έγινε μήνυση ή ανακοίνωση με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχή, ότι τελέσθηκε από άλλον αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, το περιεχόμενο της μήνυσης ή ανακοίνωσης να είναι αντικειμενικώς ψευδές και ο μηνύσας η ανακοινώσας να είχε γνώση, ότι είναι ψευδές και να έκανε τη μήνυση ή ανακοίνωση με σκοπό να προκληθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος εκείνου που καταμηνύεται, χωρίς να απαιτείται και πραγμάτωση του σκοπού αυτού. Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ αυτήν, ανεξάρτητα, αν στη συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου-εγκαλουμένου. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαίως τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής. Δεν είναι αναγκαία όμως η παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών, αν ο αναιρεσείων γνώριζε αναγκαίως την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των εφαρμοσθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση άρθρων 362 και 363 του προϊσχύσαντος Π.Κ., κατά την πρώτη των οποίων, “όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή” και κατά τη δεύτερη, “αν στην περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη), το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών”, προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδούς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρόν ή στο παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος, που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του δράστη, με την έννοια της βασιμότητας, ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλαδή ο απλός ή ο ενδεχόμενος δόλος. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να καταδικασθεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποίαν κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, ώστε να μπορεί αυτός να λάβει γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, καθώς επίσης τον αριθμό, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα, που εξέδωσε το κλητήριο θέσπισμα. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 330 και 343 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης, με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 του ιδίου ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε διαδικαστική πράξη που κατ’ ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης και στη δευτεροβάθμια δίκη. Άλλωστε, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Π.Δ., ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ. 1), εφόσον αυτή δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, η απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στη διακριτική ανέλεγκτη ή ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η απορριπτική της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος απόφαση, πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη, με αναφορά των περιστατικών και των συλλογισμών, με βάση τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του κρίση, εφόσον βεβαίως η υποβολή της ένστασης αυτής έγινε σαφώς και ορισμένως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο απέρριψε την ως άνω προταθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία. “Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 παρ. 1 στοιχ. δ’ του Κ.Π.Δ., το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει μεταξύ άλλων στοιχείων, τον ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποίαν κατηγορείται ο κατηγορούμενος, δηλαδή θα πρέπει στο κλητήριο θέσπισμα να περιγράφεται με σαφήνεια και ακρίβεια η πράξη για την οποίαν κατηγορείται ο κατηγορούμενος, ήτοι να καθορίζονται επακριβώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία πληρούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως αυτό τυποποιείται στο νόμο, για να είναι σε θέση ο κατηγορούμενος να λάβει γνώση της αποδιδόμενης σ’ αυτόν κατηγορίας και να προετοιμάσει ανάλογα ην υπεράσπισή του. Τα ίδια προβλέπονται και από το άρθρο 6 παρ. 3 εδάφ. α’ και β’ της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ/μα 53/1974 που αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία στη γλώσσα που κατανοεί και με κάθε λεπτομέρεια τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Αν δεν περιέχεται στο κλητήριο θέσπισμα ο ακριβής καθορισμός της πράξης για την οποίαν κατηγορείται ο κατηγορούμενος τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του τελευταίου στο ακροατήριο είναι άκυρα σύμφωνα με το άρθρο 321 παρ. 4 του Κ.Π.Δ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος που είναι σχετική και προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε να την προτείνει επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως (Α.Π. 1227/2017, Α.Π. 1264/2016, Α.Π. 675/2014, Α.Π. 411/2015, Α.Π. 322/2013). Στην κρινόμενη υπόθεση, από την επισκόπηση του κλητηρίου θεσπίσματος προκύπτει ότι αυτό περιέχει όλα τα απαιτούμενα και μνημονευόμενα στο κατηγορητήριο πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι επαρκή, σε σχέση με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στους κατηγορουμένους και οδηγούν σε πλήρη υπαγωγή τους υπό την οικεία ποινική διάταξη, ήτοι σε πραγμάτωση όλων ανεξαιρέτως των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των περιγραφομένων στο νόμο αξιοποίνων πράξεων. Ειδικότερα δε, καταγράφονται σ’ αυτό όσα ελέγχονται ως ψεύδη, και ισχυρίζονται οι εγκαλούντες με την από 29-3-2013 έγκλησή τους, ότι περιέλαβε εις βάρος τους, εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “… ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ Α.Ε.” στην από 28-12-2012 με αριθμό Β…. έγκλησή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκιδικής (την οποίαν υπέβαλαν οι κατηγορούμενοι δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Τριανταφυλλιάς Μυλωνά, υπό τις αναφερόμενες παρακάτω ιδιότητές τους), με την οποίαν εγκάλεσε αυτούς για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, ως και ότι, το μεν, σκοπός της ψευδούς εγκλήσεως των κατηγορουμένων, ήταν να προκληθεί ποινική δίωξη των κατηγορουμένων, το δε, δια της εγγράφου διαδόσεως των ψευδών αυτών η δυσφήμηση των εγκαλούντων. Κατ’ ακολουθία, έστω και αν ενσωματώνεται στην ένδικη έγκληση των εγκαλούντων, και το περιεχόμενο της ανωτέρω έγκλησης των κατηγορουμένων, ευχερώς γίνεται ο προσδιορισμός των φερομένων ως ψευδών και δυσφημιστικών στοιχείων, αλλά και όσων ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, κατά τους ισχυρισμούς των εγκαλούντων, ώστε οι κατηγορούμενοι να λάβουν σαφή και λεπτομερειακή γνώση των κατηγοριών της ψευδούς καταμήνυσης από κοινού, και της συκοφαντικής δυσφήμησης από κοινού, που τους αποδίδονται, και να μπορέσουν να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους, καθώς και μνεία των άρθρων του ποινικού νόμου που προβλέπει τα αδικήματα αυτά για τα οποία κατηγορούνται αυτοί, οι διατάξεις δηλονότι του ποινικού νόμου που τυποποιούν τα εγκλήματα και καθορίζουν τις απειλούμενες ποινές. Συνακόλουθα, είναι απορριπτέος ο αντίστοιχος ισχυρισμός των κατηγορουμένων, τον οποίον είχαν προβάλλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και παραδεκτά επαναφέρουν στο παρόν Δικαστήριο, ως λόγο εφέσεως, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, περί ακυρότητας (λόγω ατελούς περιγραφής των αποδιδόμενων με την κατηγορία πράξεων) του κλητηρίου θεσπίσματος, ως και ο συναφής με την εν λόγω ένσταση ακυρότητας ισχυρισμός περί παραγραφής των πράξεων αυτών”. Στην απόφαση για την απόρριψη της εν λόγω ένστασης, κατά το μέρος που επαναφέρθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αιτιολογείται πλήρως η παραδοχή, ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, προσδιορίζονται με σαφήνεια οι συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις και τα συγκροτούντα αυτές στοιχεία που αποδίδονται στους αναιρεσείοντες. Εξάλλου, ο νόμος δεν επιτάσσει να έχει επαρκή αιτιολογία το κλητήριο θέσπισμα, αλλά η δικαστική απόφαση, με την οποίαν κηρύσσεται αθώος ή ένοχος ο κατηγορούμενος.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης όλων των αιτήσεων αναίρεσης, για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που δεν καλύφθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ’ επιλογή. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Επίσης, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται σ’ αυτήν: α) για την ψευδή καταμήνυση, η καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, δηλαδή είτε με τον τύπο του άρθρου 42 του Κ.Π.Δ. είτε με κάθε τύπο προφορικής ή γραπτής καταγγελίας, να έγινε ενώπιον αρμόδιας αρχής, να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, να αφορά άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικά, να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής. Ο δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, αδιάφορο, αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε. Ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί σχετικά με το ψευδές της καταμήνυσης. Ο δράστης αρκεί να γνωρίζει και να θέλει την κίνηση της διαδικασίας κατά του καταμηνυθέντος, ως αναγκαία συνέπεια της πράξης του. Το έγκλημα είναι τυπικό και συνεπώς τετελεσμένο με την περιέλευση στην αρχή της μήνυσης, αναφοράς κ.λ.π., ανεξαρτήτως αν επήλθε το επιβλαβές αποτέλεσμα της δίωξης ή αν ο καταμηνυθείς τελικώς απαλλάχθηκε. Η πράξη συρρέει αληθινά με την συκοφαντική δυσφήμηση. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ο σκοπός καταδίωξης του μηνυθέντος. Ο δόλος, δηλαδή η γνώση του ψευδούς της καταμήνυσης πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία συνάγεται αυτή. β) Για το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (για την πληρότητα της αιτιολογίας) είναι αναγκαία η αναφορά, ότι το γεγονός, που αποτέλεσε περιεχόμενο του ισχυρισμού ή της διάδοσης, είναι ψευδές και ότι ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν ενώπιον τρίτου. Στην έννοια του τρίτου διαλαμβάνεται οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή, όπως ο γραμματέας, ο δικαστικός επιμελητής και οι δικαστές που έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης και γενικώς οποιοσδήποτε άλλος πλην του δυσφημουμένου έλαβε γνώση των ανωτέρω. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται, ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως, όπως συμβαίνει και επί των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η “εν γνώσει” ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή η τέλεση της πράξης με τον “σκοπό” πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος ή υπερχειλής δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης και του σκοπού. Και τούτο, διότι, σε σχέση με τον άμεσο δόλο, η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειάς του, διαφορετικά η απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, τότε ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη, από την προσβαλλόμενη απόφαση, της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ακόμη, λόγω αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δε υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 18 εδάφ. β’, 26 παρ. 1 εδάφ. α’, 27 παρ. 1, 45, 51, 53, 57, 79, 84 παρ. 2, περ. α’, 94, 229 παρ. 1 και 363-362 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων λεκτέα τα ακόλουθα και ειδικότερα: 1) Αναφέρονται, σε αντίθεση με τα ψευδή που οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν με την από 28-12-2012 έγκλησή τους ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, τα αληθινά γεγονότα που έλαβαν χώρα, δηλαδή ότι οι δύο από τους εγκαλούντες δεν είχαν υπογράψει τις καταγγελίες του Σωματείου Υπαλλήλων του καζίνο προς τον Υπουργό και τον Υφυπουργό Πολιτισμού και προς τον Υπουργό και τον Υφυπουργό Οικονομικών, ενώ το περιεχόμενο των ως άνω καταγγελιών, οι οποίες είχαν υπογραφεί από τους λοιπούς εγκαλούντες, ήταν αληθινό, καθώς και η προσφορότητα των όσων ισχυρίσθηκαν (αναφορικά με το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης) να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων, ενώ “τρίτος” ενώπιον του οποίου μπορεί να γίνει ο ως άνω ψευδής ισχυρισμός μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή. Η αλήθεια του περιεχομένου των ως άνω καταγγελιών ενισχύεται και από την παραδοχή, ότι η ανωτέρω έγκληση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., με τη με αριθμό 85/2014 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκιδικής, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε προσφυγή. 2) Αιτιολογείται πλήρως ο άμεσος δόλος των αναιρεσειόντων, ήτοι η γνώση της αναλήθειας των όσων αυτοί διέλαβαν στην παραπάνω έγκλησή τους, θεμελιωμένη (η γνώση τους), όπως συνάγεται από την φύση της συγκεκριμένης υπόθεσης και την εντεύθεν διένεξη των διαδίκων, σε προσωπική αντίληψη αυτών, αλλά και ο ενδεχόμενος δόλος (αναφορικά με το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης), με την παραδοχή, ότι με την υποβολή της προαναφερθείσας έγκλησης στόχευαν στην ποινική δίωξη των εγκαλούντων για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας (βλ. σελίδες 2 και 29). Περαιτέρω, η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειόντων περί του ότι το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπές σε σχέση με το διατακτικό, καθόσον στο πρώτο αναφέρονται ως δήθεν ψευδή γεγονότα μόνο μερικά, σε σχέση με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό, είναι αβάσιμη, επειδή το διατακτικό παραδεκτά συμπληρώνει το σκεπτικό, αποτελώντας με αυτό ενιαίο σύνολο.

Συνεπώς, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που εμπεριέχονται σε όλες τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες επιχειρείται η θεμελίωση αναιρετικών λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμες και ως εκ τούτου απορριπτέες. Τέλος, οι διάσπαρτες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος αυτών ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, ως αναφερόμενες σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττεται την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και μη υπαρχόντων ετέρων λόγων αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει οι κρινόμενες αιτήσεις να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμες στην ουσία τους και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 10-9-2019 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης …-9-2019, …-9-2019, …-9-2019, …-9-2019, …-9-2019 και …-9-2019 αιτήσεις των 1) … και της Μ., κατοίκου …, 2) …, κατοίκου … (οδός …), 3) …, κατοίκου … (οδός …), 4) …, κατοίκου … (οδός …), 5) … και της Μ., κατοίκου … (οδός …) και 6) …, κατοίκου … (ξενοδοχειακό συγκρότημα Κ.), για αναίρεση της υπ’ αριθμό 208/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, που ασκήθηκαν νομοτύπως από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Στέφανο Οικονόμου για λογαριασμό αυτών, δυνάμει των από 3-9-2019, 28-8-2019, 8-8-2019, 8-8-209, 8-8-2019 και 8-8-2019 εξουσιοδοτήσεων αυτών προς τον προαναφερόμενο, με δήλωσή του στο Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, τα οποία προσδιορίζονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για καθένα από αυτούς.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

areiospagos.gr