-
26 Ιανουαρίου, 2017
Ασφαλιστικά μέτρα στα Δευτεροβάθμια Δικαστήρια, η δυνατότητα αναστολής εκτέλεσης.
Ασφαλιστικά μέτρα στα Δευτεροβάθμια Δικαστήρια. Της κ. Βαρβάρας Πάπαρη,Εφέτη, Μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ Σύμφωνα με το άρθρο 683 ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από τα μονομελή πρωτοδικεία (παρ. 1). Αν η κύρια υπόθεση υπάγεται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από αυτά (παρ. 2). Τα ειρηνοδικεία είναι αποκλειστικά αρμόδια και για τη συναινετική εγγραφή ή άρση προσημείωσης υποθήκης (παρ. 3). Τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από το καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο που βρίσκεται πλησιέστερα προς τον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεστούν (παρ. 4). Εξάλλου, στο άρθρο 684 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής σε πολυμελές δικαστήριο, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται και από το δικαστήριο αυτό,ενώ το ίδιο ισχύει και όταν η διαφορά εκκρεμεί ενώπιον του εφετείου,οπότε το τελευταίο καθίσταται και αυτό αρμόδιο(ΕφΑθ 4007/2011 ΕλλΔνη 2012.510,ΕφΑθ 3962/2009 ΕλΔνη 2009.1449,Κεραμεύς/Πολυζωγόπουλος «Τα ασφαλιστικά μέτρα στην ελληνική πολιτική δικονομία»,εκδ.1987,σελ.254,Παρμ.Τζίφρας «Τα ασφαλιστικά μέτρα»,εκδ.1985,σελ.13-18). Επιπλέον, κατά το άρθρο 686 παρ. 5 εδ. β ΚΠολΔ, το πολυμελές πρωτοδικείο, δικάζει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το εφετείο, στο οποίο εκκρεμεί η κύρια υπόθεση, δικάζει επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υποθέσεως, μη επιτρεπομένης της δημιουργίας αυτοτελούς στάσεως δίκης για τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (ΕφΠατρ 779/2009 AχΝομ 2008. 410, ΕφΚρ 805/1991 Δ 24. 719, ΕφΑθ 733/1983 ΕλλΔνη 24. 1008, ΕφΛαρ 601/1983 ΝοΒ 1984. 693, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 684, παρ. 3, σελ. 1333,Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ άρθ.684,παρ.1,σελ.54,Δ.Κράνης «Εισήγηση σε ημερίδα που διοργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Λάρισας στις 6.12.2012»,Κ. Μπέης «Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προς το δικαστήριο της κύριας δίκης μετά την απόρριψη της αρχικής» Δ 35 σ. 1112 ιδίως σ. 1119). Κατά μία άποψη, αν η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων φέρεται προς συζήτηση σε πολυμελές δικαστήριο πριν από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, που εκκρεμεί ενώπιον του, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της με σκοπό να συνεκδικασθεί με την κύρια υπόθεση (ΠΠρΡοδ 94/2009, ΠΠρΡοδ 265/2006 ΤΝΠ Νόμος, Α. Σοφιαλίδη, Αρμ. 1983, 888, Βαθρακοκοίλη άρθρο 684, σελ. 58). Εφόσον, όμως, η κύρια υπόθεση δεν είναι ακόμη εκκρεμής ή έχει ήδη συζητηθεί, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων παραπέμπεται στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο ή ειρηνοδικείο (ΠΠρΑθ 23/1981 ΕλλΔνη 1982. 178). Εξάλλου, κατ` άλλη άποψη, η εισαγωγή της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων σε πολυμελές δικαστήριο, προκειμένου να συζητηθεί ανεξάρτητα από την κύρια υπόθεση, συνεπάγεται αδιακρίτως την απόρριψή της ως απαράδεκτης (ΕφΠατρ 779/2007 όπ. ανωτ.,ΕφΑθ 7251/1990 ΕΔΠολ 1991.126, ΕφΑθ 733/1983 όπ. αν., ΕφΛαρ 601/1983 όπ.α.,ΠΠρΣπαρτ.42/2015,ΠΠρΑθ 103/2014 ΤΝΠ Νόμος,ΠΠρΑιγ 2/2013 ΕλλΔνη 2014.563,ΠΠρΠειρ 2525/2007 ΕλλΔνη 2009.896, ΠΠρΠειρ 835/1989 Δ. 1989. 250, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 684 όπ. αν.).Το πολυμελές δικαστήριο (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), στο οποίο εκκρεμεί κατά το άρθρ. 684 ΚΠολΔ αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή ανεξάρτητα από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, μολονότι κατά το άρθρ. 686§5εδ.β ΚΠολΔ δεν μπορεί να συζητήσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων χωριστά από την κύρια υπόθεση. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται από το πολυμελές δικαστήριο υπό πλήρη συγκρότηση, δηλαδή με τη συμμετοχή όλων των μελών της συγκεκριμένης σύνθεσής του, οπότε ο πρόεδρος του δικαστηρίου δεν νομιμοποιείται να ενεργήσει αυτοτελώς και να εκδώσει μόνος αυτός την προσωρινή διαταγή. Αναλόγως και το μονομελές πρωτοδικείο,αλλά και το μονομελές εφετείο, στα οποία, […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
5 Ιανουαρίου, 2017
Το νέο νομικό πλαίσιο για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις. Η βραχυπρόθεσµη μίσθωση κατοικιών μέσω ψηφιακής ή επιγραµµικής πλατφόρµας στην οικονοµία του διαµοιρασµού (sharing economy).
Η απελευθέρωση της αγοράς των τουριστικών μισθώσεων και της αγοράς της βραχυχρόνιας μίσθωσης δεν μπορεί να αποτελεί συνώνυμο της ολιστικής κατάργησης του οικείου θεσμικού πλαισίου. Σε έναν κλάδο όπως ο τουριστικός, ο οποίος οφείλει να παραμετροποιείται δημιουργικά ώστε να απαντά στις ανάγκες και απαιτήσεις των τουριστών, είναι απολύτως αναγκαία η ορθή θεσμοθέτηση συγκεκριμένων προδιαγραφών για τη διαμόρφωση ενός ελκυστικού τουριστικού προϊόντος. Αντίστοιχα, τυχόν έξωθεν της σχετικής οργανωμένης αγοράς ρυθμιστικές κινήσεις πρέπει να γίνονται με γνώμονα το συμφέρον του λήπτη των σχετικών υπηρεσιών, ο οποίος προσβλέπει σε ένα ποιοτικό τουριστικό προϊόν, ευθύνη δε του κράτους δεν είναι άλλη, από τον καθορισμό και την διασφάλιση της επαρκούς εποπτείας της εύρυθμης λειτουργίας του συνόλου της τουριστικής αγοράς ανεξαρτήτως κατηγορίας καταλύματος ή διάρκειας παραμονής σε αυτό. Στο πλαίσιο αυτό, και σε προσπάθεια αποκατάστασης της “αταξίας” που έτεινε να επιφέρει η διάταξη του ν. 4336/2015( παρ. 4 της υποπαρ. Α.3 του άρθρου 2) περί κατάργησης του χρονικού ορίου που διέκρινε την τουριστική μίσθωση από την αστική, η Ελληνική Πολιτεία, πρόσφατα, με το άρ. 111 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240 22.12.2016) έθεσε το ρυθμιστικό πλαίσιο για τη βραχυπρόθεσμη μίσθωση ακινήτων στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού. Πριν όμως από την ανάλυση αυτής της πρόσφατης νομοθετικής παρέμβασης στην ελληνική έννομη τάξη, ας ανατρέξουμε διαγώνια και επιγραμματικά στα διεθνή πεπραγμένα: Ι. ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΔΙΑΜΟΙΡΑΣΜΟΥ (SHARINGECONOMY) ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ Το καθεστώς τουριστικής μίσθωσης ακόμα και στις μεγαλύτερες πόλεις της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, που αποτελούν πόλο έλξης πολύ μεγάλου όγκου τουριστών, επιβάλλει την ύπαρξη αδειοδότησης και θέτει ορισμένους ελάχιστους κανόνες προς τους οποίους οφείλει να συμμορφώνεται ο εκμισθωτής. Ενδεικτικά, από άποψη συγκριτικού δικαίου, στο Λονδίνο η χρήση αστικών καταλυμάτων για τουριστική μίσθωση –ήτοι μίσθωση έως 90 ημέρες- προϋποθέτει την αλλαγή χρήσης και υπόκειται σε πολεοδομική αδειοδότηση. Στο Παρίσι, προβλέπεται η πιστοποίηση από την Πολιτεία για τη λειτουργία τέτοιων καταλυμάτων ενώ τίθεται και ανώτατο χρονικό όριο μηνών. Στη Νέα Υόρκη, δε, το 2011 εισήχθη γενική διετής απαγόρευση της βραχυχρόνιας μίσθωσης προκειμένου να ευνοηθεί ο αστικός ιστός, να εξασφαλισθεί διαθεσιμότητα κατοικίας για τους κατοίκους και να διαφυλαχθεί η ασφάλεια και υγιεινή αυτών. Περαιτέρω, στο Βερολίνο, νέα νομοθεσία του Μαΐου 2014 περιορίζει την τουριστική μίσθωση στις δημοφιλείς περιοχές και απαγορεύει την τακτική-κατ’ επάγγελμα μίσθωση τέτοιου σκοπού χωρίς άδεια από τις αρμόδιες αρχές. Στο Άμστερνταμ προβλέπεται ότι μόνο ο ιδιοκτήτης που έχει καταχωρηθεί στα οικεία κρατικά μητρώα δύναται να προβεί σε εκμίσθωση γενικά. Επιτρέπεται η περιστασιακή (όχι εμπορική) μίσθωση για διάστημα έως 60 ημέρες ανά έτος υπό τον όρο ότι έχει ζητηθεί και ληφθεί άδεια από τον ιδιοκτήτη του οικοπέδου και τους λοιπούς συνιδιοκτήτες διαμερισμάτων. Το οίκημα πρέπει να διαθέτει πυρασφάλεια και δεν θα εκμισθώνεται σε περισσότερα από 4 άτομα ανά μίσθωση. Στη Μαδρίτη, έχει υιοθετηθεί ρύθμιση που περιορίζει τις τουριστικές μισθώσεις να έχουν ελάχιστη διάρκεια 5 ημερών, ώστε να μην υφίσταται σημαντικός ανταγωνισμός έναντι των ξενοδοχείων. ΙΙ. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ Στον αντίποδα της διάταξης του ν. 4336/2015, η Ελληνική Πολιτεία,έρχεται για πρώτη φορά, δυνάμει τουάρ. 111 του ν. 4446/2016,να ρυθμίσει τις προϋποθέσεις για το σύννομο των βραχυπρόθεσμων αστικών μισθώσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της κοινωνίας του διαμοιρασμού […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
30 Δεκεμβρίου, 2016
Οι διατάξεις του ΠΚ για το ηλεκτρονικό έγκλημα μετά το Ν. 4411/2016.
Δημοσιεύθηκε ο Ν.4411 στο ΦΕΚ Α 142/3.8.2016 “Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το έγκλημα στον Κυβερνοχώρο και του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της, σχετικά με την ποινικοποίηση πράξεων ρατσιστικής και ξενοφοβικής φύσης, που διαπράττονται μέσω Συστημάτων Υπολογιστών – Μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης – πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου, ρυθμίσεις σωφρονιστικής και αντεγκληματικής πολιτικής και άλλες διατάξεις. Με το νόμο αυτό, πέρα από την κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης, γίνεται προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας με την οδηγία 2013/40/ΕΕ και εισάγονται διατάξεις με τις οποίες ποινικοποιούνται οι επιθέσεις κατά πληροφοριακών συστημάτων. Ειδικότερα, οι τροποποιήσεις του Ποινικού Κώδικα έχουν ως εξής: 1. Στο άρθρο 13 του Ποινικού Κώδικα προστίθενται περιπτώσεις η’ και θ’ ως εξής: «η) Πληροφοριακό σύστημα είναι συσκευή ή ομάδα διασυνδεδεμένων ή σχετικών μεταξύ τους συσκευών, εκ των οποίων μία ή περισσότερες εκτελούν, σύμφωνα με ένα πρόγραμμα, αυτόματη επεξεργασία ψηφιακών δεδομένων, καθώς και τα ψηφιακά δεδομένα που αποθηκεύονται, αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας, ανακτώνται ή διαβιβάζονται από την εν λόγω συσκευή ή την ομάδα συσκευών με σκοπό τη λειτουργία, τη χρήση, την προστασία και τη συντήρηση των συσκευών αυτών. θ) Ψηφιακά δεδομένα είναι η παρουσίαση γεγονότων, πληροφοριών ή εννοιών σε μορφή κατάλληλη προς επεξεργασία από πληροφοριακό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος που παρέχει τη δυνατότητα στο πληροφοριακό σύστημα να εκτελέσει μια λειτουργία». 2. Μετά το άρθρο 292Α του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Β ως εξής: « Άρθρο 292Β Παρακώλυση λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων 1. Όποιος χωρίς δικαίωμα παρεμποδίζει σοβαρά ή διακόπτει τη λειτουργία συστήματος πληροφοριών με την εισαγωγή, διαβίβαση, διαγραφή, καταστροφή, αλλοίωση ψηφιακών δεδομένων ή με αποκλεισμό της πρόσβασης στα δεδομένα αυτά, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών. 2. Η πράξη της πρώτης παραγράφου τιμωρείται: α) με φυλάκιση από ένα (1) έως τρία (3) έτη, αν τελέστηκε με τη χρήση εργαλείου που έχει σχεδιαστεί κατά κύριο λόγο για πραγματοποίηση επιθέσεων που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό συστημάτων πληροφοριών ή επιθέσεων που προκαλούν σοβαρές ζημίες και ιδίως επιθέσεων που προκαλούν μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημιά ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν προκάλεσε σοβαρές ζημίες και ιδίως μεγάλης έκτασης ή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατάραξη των υπηρεσιών των συστημάτων πληροφοριών, οικονομική ζημία ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή σημαντική απώλεια δεδομένων και γ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν τελέστηκε κατά συστημάτων πληροφοριών που αποτελούν μέρος υποδομής για την προμήθεια του πληθυσμού με ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες. Ως ζωτικής σημασίας αγαθά ή υπηρεσίες νοούνται ιδίως η εθνική άμυνα, η υγεία, οι συγκοινωνίες, οι μεταφορές και η ενέργεια. 3. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων τελέστηκαν στο πλαίσιο δομημένης και με διαρκή δράση ομάδας τριών ή περισσότερων προσώπων, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων εγκλημάτων του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών. 4. Για την ποινική δίωξη της πράξης της παραγράφου 1 απαιτείται έγκληση». 3. Μετά το άρθρο 292Β του Ποινικού Κώδικα προστίθεται άρθρο 292Γ ως εξής: « Άρθρο 292Γ Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται όποιος χωρίς δικαίωμα και με σκοπό τη διάπραξη των εγκλημάτων […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
29 Δεκεμβρίου, 2016
Τι άλλαξε στον Κ.Δ.Δ. με τις νέες διατάξεις του ν. 4446/2016.
Τι άλλαξε στον Κ.Δ.Δ. με τις νέες διατάξεις του ν. 4446/2016 Οι τροποποιήσεις ισχύουν από τη δημοσίευσή τους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις 1. Δέσμευση και από αθωωτικές αποφάσεις-βουλεύματα (αρ. 17) Τα Διοικητικά Δικαστήρια δεσμεύονται πλέον και από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης. Δεν είναι σαφές τι συμβαίνει για αποφάσεις και βουλεύματα από τα οποία δεν προκύπτει που στηρίχθηκε η απαλλαγή. Η επιλογή της διατύπωσης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο γενικός κανόνας είναι η δέσμευση και άρα ισχύει σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τους λόγους απαλλαγής. Το σημείο αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας. Για μια λεπτομερή ανάλυση της νέας διάταξης βλ. «Ne bis in idem, τεκμήριο αθωότητας και η νέα ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄του ΚΔΔ (άρθρο 17 του ν. 4446/2016)» του Ι. Δημητρακόπουλου, Παρέδρου ΣτΕ στη διεύθυνση http://www.ddikastes.gr/?q=node%2F1354 2. Καθ’ ύλη αρμοδιότητα εκδίκασης φορολογικών διαφορών σε πρώτο βαθμό (αρ. 18 και αρ. 30) α) έως 60.000 ευρώ, Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο β) άνω των 60.000 ευρώ και έως 150.000 ευρώ, Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο γ) άνω των 150.000 ευρώ, Τριμελές Διοικητικό Εφετείο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό εφαρμόζεται και σε εκκρεμείς υποθέσεις για τις οποίες δεν έχει οριστεί δικάσιμος (αρ. 18). Ένδικα βοηθήματα μέσα που ασκήθηκαν έως 31.12.2012, αρμοδιότητας Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, για υποθέσεις φορολογικές και μη (δηλαδή για όλες τις υποθέσεις έως 60.000 ευρώ), χωρίς να έχει ορισθεί δικάσιμος, εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από πρόεδρο πρωτοδικών, εξαιρουμένων των προέδρων τριμελών συμβουλίων διεύθυνσης διοικητικών πρωτοδικείων, και σε δεύτερο βαθμό από εφέτη μονομελούς διοικητικού εφετείου. Εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 126Α του Κ.Δ.Δ. (αρ. 30) 3. Αρμοδιότητα Προέδρου Πρωτοδικών (αρ. 18) Προστίθενται και τα μέτρα των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 46 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας ν. 4174/2013 (Μέτρα διασφάλισης των οφειλών προς το δημόσιο) «5. Εφόσον η Φορολογική Διοίκηση διαπιστώνει μη απόδοση, ανακριβή απόδοση, συμψηφισμό, έκπτωση ή διακράτηση Φ.Π.Α., Φ.Κ.Ε., φόρου ασφαλίστρων, παρακρατούμενων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών με σκοπό τη μη πληρωμή συνολικά στο Δημόσιο ποσού πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, καθώς και είσπραξη επιστροφής των παραπάνω φόρων κατόπιν παραπλάνησης της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, μπορεί, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, να επιβάλλει σε βάρος του υπόχρεου παραβάτη προληπτικά ή διασφαλιστικά του δημοσίου συμφέροντος μέτρα άμεσου και επείγοντος χαρακτήρα. Ειδικότερα η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να μην παραλαμβάνει και να μην χορηγεί έγγραφα που απαιτούνται για τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) των καταθέσεων, των πάσης φύσεως λογαριασμών και παρακαταθηκών και του περιεχομένου των θυρίδων του υπόχρεου παραβάτη. Το μη χρηματικό περιεχόμενο θυρίδων και οι μη χρηματικές παρακαταθήκες, δεσμεύονται στο σύνολό τους. 6. Τα μέτρα της παραγράφου 5 επιβάλλονται σωρευτικά σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων προσωπικών εταιριών, καθώς και σε βάρος κάθε προσώπου εντεταλμένου από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση οποιουδήποτε νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας από τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης ή από το χρόνο της διάπραξης, κατά περίπτωση, και […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
20 Δεκεμβρίου, 2016
Βασικά θέματα της εκουσίας δικαιοδοσίας.
1. Oρισμοί αμφισβητουμένης κι εκουσίας δικαιοδοσίας (α) Ορισμοί Για την αμφισβητουμένη δικαιοδοσία ο Κώστας Μπέης (ΠολΔ, εισαγωγή στην εκουσία δικαιοδοσία, σ. 13) αναφέρει: «Ο όρος τούτος, που προσδιορίζει τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ως αμφισβητούμενη, δεν έχει το νόημα ότι οι διάδικοι οπωσδήποτε αντιδικούν. Το αληθινό νόημα του χαρακτηρισμού της (…) εντοπίζεται σε τούτο, ότι δηλαδή κατά την εκδίκαση κάθε διαφοράς (του ιδιωτικού δικαίου ή της πολιτικής δικονομίας) ο ενάγων, και γενικά εκείνος που υποβάλλει αίτηση δικαστικής προστασίας, ζητεί πάντοτε και οπωσδήποτε να δημιουργηθεί η δέσμευση του δεδικασμένου σε βάρος του αντιδίκου του, δηλαδή κατά τρόπο νομικώς βλαπτικό για εκείνον, αναφορικά με την ισχύ ή μη της επίδικης έννομης σχέσης, κυρίως του ιδιωτικού δικαίου και ενδεχομένως, καθώς σημειώθηκε, του αστικού δικονομικού δικαίου. Και αν ακόμη ο αντίδικος – συνήθως ο εναγόμενος – ομολογεί τα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα ή αναγνωρίσει το επίδικο δικαίωμα (του ιδιωτικού δικαίου), η απόφαση που θα εκδοθεί θα τον δεσμεύει με το δεδικασμένο της, παραμερίζοντας κάθε περιθώριο αμφιβολίας ή αμφισβήτησης. Και ακριβώς πάνω σ’ αυτήν τη δεσμευτική διάγνωση, για την οποία ενδεχόμενα δεν προηγήθηκε αντιδικία, θα στηριχτεί η έκδοση εκτελεστού τίτλου, σε περίπτωση καταψηφιστικής αγωγής, ή η συντέλεση της δικαστικής διάπλασης της επίδικης έννομης σχέσης, σε περίπτωση διαπλαστικής αγωγής. Με αυτή λοιπόν την ειδική έννοια η δικαιοδοσία για τη δεσμευτική διάγνωση έννομων σχέσεων χαρακτηρίζεται ως αμφισβητούμενη.» Την εκουσία δικαιοδοσία ο Γεώργιος Μητσόπουλος ορίζει ως εξής: «η αναγνωρισμένη εις τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια εξουσία όπως ταύτα, εν καθοριστική λειτουργία δικαίου και άνευ υπάρξεως διαφοράς παρέχουν ένδικον προστασίαν δι’ ενέργειας πράξεων διαπλαστικής κυρίως αλλά και βεβαιωτικής μορφής, επί σκοπώ κατοχυρώσεως ή προστασίας ιδιωτικού συμφέροντος» (βλ. ΠολΔ Α’, 1972, σ. 122· ο ίδιος, Η έννοια της εκουσίας δικαιοδοσίας, Μελέται Γενικής Θεωρίας του Δικαίου και του Αστικού Δικονομικού Δικαίου Ι, 1983, 541 επ., σ. 555-556 = ΝΔ 1971. 333 επ.) (β) «Αποκαταστατική» –vs- «καθοριστική λειτουργία δικαίου» Στην αμφισβητουμένη δικαιοδοσία, η απόφαση του δικαστή ενεργεί «αποκαταστατικά», δηλαδή αίρει την διαταραχθείσα έννομη τάξη που ανέκυψε με την δημιουργία διαφοράς του ιδιωτικού δικαίου κι επιβάλλει την προβλεπόμενη στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου έννομη συνέπεια. Παράδειγμα: Ο Α που χαστούκισε τον Β δημοσίως προσέβαλε την προσωπικότητα του Β, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την άρση της προσβολής καθώς και την χρηματική ικανοποίησή του. Η μετά την διεξαγωγή της δίκης απόφαση του δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίζεται η προσβολή και επιδικάζεται υπέρ του Β χρηματική ικανοποίηση 1000 ευρώ, επιτελεί αποκαταστατική λειτουργία της έννομης τάξης, μέσω της δικαστικής επιβολής κατά του παραβάτη Α των προβλεπόμενων εννόμων συνεπειών των άρθρ. 57, 59, 932 ΑΚ το πραγματικό των οποίων πληρούται εν προκειμένω. Αντιθέτως, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι η «καθοριστική λειτουργία δικαίου», δηλαδή η απόφαση του δικαστή αναπληρώνει ελλείπον στοιχείο του πραγματικού, ώστε να καθίσταται εφικτή η επέλευση της έννομης συνέπειας Παράδειγμα: Η επικύρωση της συμφωνίας λύσης του γάμου (ελλείπον στοιχείο) επέρχεται με δικαστική απόφαση που, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του πραγματικού του άρθρ. 1441 ΑΚ (έγγραφη συμφωνία των συζύγων, διάρκεια γάμου τουλάχιστον εξάμηνη, ρύθμιση επιμέλειας ανήλικων τέκνων, ειδικά πληρεξούσια, κλπ.), λύει τον γάμο (=καθοριστική λειτουργία δικαίου με ενέργεια διαπλαστικής μορφής). (γ) «Γνήσιες» –vs- «μη γνήσιες υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας» Είναι δυνατόν να υπαχθεί η επίλυση διαφορών και […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
15 Δεκεμβρίου, 2016
Καταργήθηκε η Άδεια Μουσικών Οργάνων, όχι όμως και η Άδεια Δημόσιας Εκτέλεσης.
Καταργήθηκε η υποχρέωση έκδοσης άδειας για τη χρήση μουσικής και χρήση μουσικών στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του Νόμου 4442/2016, η χρήση μουσικής ή μουσικών οργάνων πραγματοποιείται πλέον, χωρίς να απαιτείται έκδοση προηγούμενης άδειας της 3/1995 Αστυνομικής Διάταξης. Αντ’ αυτής, ο ενδιαφερόμενος, εφόσον προτίθεται να προβεί στη χρήση μουσικής ή μουσικών οργάνων, υποχρεούται να συμπεριλάβει τη σχετική δήλωση στη γνωστοποίηση του άρθρου 28 του Νόμου 4442/2016 προς την αρμόδια δημοτική αρχή. Ωστόσο, το άρθρο 29 του Ν. 4442/2016 προβλέπει ότι η χρήση μουσικής πέραν του ωραρίου προϋποθέτει την έκδοση της άδειας της παραγράφου 3 του άρθρου 3 της 3/1995 Αστυνομικής Διάταξης. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την Αστυνομική Διάταξη 3/1995, η άδεια για τη χρήση μουσικής και χρήση μουσικών χορηγείται μέχρι την 22.00 ώρα τη χειμερινή περίοδο και την 23.00 ώρα τη θερινή και μπορεί να παραταθεί ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, ανάλογα με το είδος των μουσικών οργάνων και τη θέση του κέντρου σε σχέση με τους γύρω κατοικημένους χώρους, για τα κέντρα που λειτουργούν σε κλειστό χώρο μέχρι την 03.00 ώρα και για τα κέντρα που λειτουργούν σε ανοικτό χώρο μέχρι την 02.00 ώρα, με την προϋπόθεση ότι δεν διαταράσσεται η ησυχία των περιοίκων. Όπως προβλέπεται στις νέες διατάξεις, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησής της, η άδεια χορηγείται χωρίς την προσκόμιση άλλων δικαιολογητικών πέραν του αποδεικτικού υποβολής της γνωστοποίησης. Παράλληλα, οι υποχρεώσεις ή οι άδειες που σχετίζονται με τη νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας δεν θίγονται, όμως, όπως επισημαίνεται, οι υποχρεώσεις ή άδειες αυτές δεν αποτελούν απαιτούμενο δικαιολογητικό ή περιεχόμενο της γνωστοποίησης ούτε της άδειας της προηγούμενης παραγράφου. Σύμφωνα με τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομίας, Αλέξη Χαρίτση, η κατάργηση της άδειας μουσικής σκοπό έχει την διευκόλυνση της άσκησης της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας μέσω της αφαίρεσης ενός διοικητικού εγγράφου χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, το οποίο μέχρι σήμερα χορηγούνταν, έτσι και αλλιώς, σε όλες τις περιπτώσεις. Όπως τονίζεται από το Υπουργείο, απλουστεύονται οι ρυθμίσεις για τη χρήση μουσικής και τη χρήση μουσικών οργάνων, υπό την έννοια ότι καταργείται μεν η άδεια μουσικής, όχι όμως και η άδεια για τη χρήση μουσικής μετά το πέρας του ωραρίου. Η επιλογή αυτή έγινε διότι, το κρίσιμο στην περίπτωση της χρήσης μουσικής δεν είναι άλλο από τη συμμόρφωση των καταστημάτων ως προς την ορθή χρήση της μουσικής. Σε κάθε δε περίπτωση, ο Αναπληρωτής Υπουργός διευκρίνισε ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί στην επανεξέταση του πλαισίου των αστυνομικών διατάξεων και την ενίσχυση των ελέγχων, που αποτελούν το ουσιαστικό θέμα στην καθημερινή λειτουργία των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος όσον αφορά τη χρήση μουσικής. lawspot.gr/ ΔΕΝ πληρώνονται πλέον παράβολα στους Δήμους για την Μουσική. Όμως, ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ Η ΑΔΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ (την χορηγεί ο ΠΑΣΚΕΔΙ). Το υπουργείο Οικονομίας υπόσχεται την άμεση αδειοδότηση των επιχειρήσεων με γνωστοποίηση έναρξης της λειτουργίας , αλλά η εφαρμογή του προϋποθέτει την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων. Δίνεται δε προθεσμία έως τις 31/12/2018 για να εκδοθούν αυτά. Έτσι, προβλέπεται ότι θα αρκεί η γνωστοποίηση λειτουργίας, η οποία θα είναι υποχρεωτική για την έναρξη άσκησης της δραστηριότητας και θα υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Διαχείρισης Αδειοδότησης και Ελέγχων (ΟΠΣ -ΑΔΕ), όταν αυτό ενεργοποιηθεί. Μέχρι τότε, η γνωστοποίηση θα […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
6 Δεκεμβρίου, 2016
Η εκπρόθεσμη διακοπή εργασιών στη Δ.Ο.Υ. και οι διαδικασίες στο Γ.Ε.ΜΗ. .
Μετά την κοινοποίηση της ΠΟΛ. 1163/2016 του Γ.Γ.Δ.Ε. σχετικά με τη διακοπή εργασιών των φορολογουμένων (φυσικών, νομικών προσώπων και οντοτήτων) βάσει του πραγματικού χρόνου παύσης εργασιών, είχαν προκύψει —εκτός των άλλων— και ορισμένες απορίες αναφορικά με τις υποχρεώσεις των φορολογουμένων αυτών σχετικά με το Γ.Ε.ΜΗ. Μετά την ψήφιση του πρόσφατου νόμου (σ.σ. αναμένεται η δημοσίευσή του στο ΦΕΚ) δίνονται διευκρινίσεις στα ζητήματα που ανέκυπταν σχετικά με τις υποχρεώσεις προς αυτό (Γ.Ε.ΜΗ). Ας δούμε όμως όσα προβλέπονται στην απόφαση του Γ.Γ.Δ.Ε., αλλά και στο ψηθισθέν νομοσχέδιο: ► Στην ΠΟΛ. 1163/2016 μεταξύ άλλων έγιναν γνωστά τα εξής: Όσοι είναι υπόχρεοι εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. και σκοπεύουν να προβούν σε παύση εργασιών με ημερομηνία διακοπής μετά τη δημοσίευση της παρούσας (σ.σ. 23.11.2016), απαιτείται να προσκομίσουν βεβαίωση διαγραφής από το Γ.Ε.ΜΗ. Για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες τα οποία είτε δεν έχουν καν υποχρέωση εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ. ή, ακόμα και αν έχουν, δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου, είναι υποχρεωτική για τη βεβαίωση διακοπής εργασιών η κατάθεση μαζί με την υποβολή της δήλωσης διακοπής εργασιών και αποδεικτικού της λύσης τους χωρίς η ημερομηνία δημοσίευσης της λύσης να είναι δεσμευτική για τη διακοπή των εργασιών τους. ► Με τις διατάξεις του άρθρου 74 του νομοσχεδίου που ψηφίσθηκε πρόσφατα στη βουλή θεσπίστηκαν τα ακόλουθα: Τροποποιήσεις του ν. 3419/2005 (Α’ 297)1 1. Στην παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 3419/2005 προστίθεται περίπτωση ε’ ως εξής: «ε. Επιχειρήσεις που είναι εγγεγραμμένες στο Γ.Ε.ΜΗ., για τις οποίες από τα διαβιβαζόμενα στις Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ. στοιχεία προκύπτει ότι ο πραγματικός χρόνος παύσης εργασιών τους είναι προγενέστερος της 23ης Νοεμβρίου 2016, διαγράφονται αυτεπάγγελτα και ατελώς από το Γ.Ε.ΜΗ. με χρόνο διαγραφής τους τον ως άνω πραγματικό χρόνο.» Αιτιολογική έκθεση: Εφόσον από τα πραγματικά γεγονότα αποδεικνύεται πως ο χρόνος της παύσης εργασιών μιας επιχείρησης είναι προγενέστερος της 23-11-2016 και η σχετική πληροφορία διαβιβάζεται αρμοδίως στις Υπηρεσίες Γ.Ε.ΜΗ., τότε η επιχείρηση αυτή θα διαγράφεται αυτεπάγγελτα από το Γ.Ε.ΜΗ. με ημερομηνία διαγραφής ίδια με αυτή της πραγματικής παύσης εργασιών. Η διαγραφή από το Γ.Ε.ΜΗ. θα πραγματοποιείται κατόπιν συνεργασίας μεταξύ των Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης. Ο τρόπος απόδειξης του πραγματικού χρόνου παύσης εργασιών και εν γένει οι λεπτομέρειες της διαδικασίας περιγράφονται στην ανωτέρω αναφερόμενη απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων. Στη συγκεκριμένη διάταξη υπάγονται μόνο οι επιχειρήσεις των οποίων ο πραγματικός χρόνος παύσης εργασιών προηγείται της 23-11-2016 επειδή η εν λόγω ημερομηνία είναι η ημερομηνία ισχύος της ανωτέρω αναφερόμενης απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (σ.σ. βλ. ΠΟΛ. 1163/2016. 2. Στο άρθρο 6 του ν. 3419/2005 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Οι επιχειρήσεις της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 4 του άρθρου 11 απαλλάσσονται από την υποχρέωση δημοσίευσης των οικονομικών καταστάσεών τους για τις χρήσεις που ακολουθούν το χρόνο διαγραφής τους. Επίσης, απαλλάσσονται από οποιαδήποτε υποχρέωση προς το Γ.Ε.ΜΗ. οι επιχειρήσεις που δεν είναι εγγεγραμμένες στο Γ.Ε.ΜΗ. και ο πραγματικός χρόνος παύσης εργασιών τους είναι προγενέστερος της 23ης Νοεμβρίου 2016.» Η υπάρχουσα παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3419/2005 αναριθμείται σε 4. Αιτιολογική έκθεση: Όσοι υπόχρεοι διαγράφονται από το Γ.Ε.ΜΗ. βάσει των ανωτέρω, θα απαλλάσσονται τόσο από τις οφειλές των επιμελητηριακών τελών και των τελών Γ.Ε.ΜΗ., […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
27 Νοεμβρίου, 2016
Ορισμένα ζητήματα της αγωγής απόδοσης μισθίου λόγω καθυστέρησης του μισθώματος: ΑΚ 597 – ΕισΝ ΚΠολΔ 66 και σχέση μεταξύ τους.
Για την περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης στην κατα- βολή του μισθώματος, στον εκμισθωτή παρέχονται ποι- κίλες δυνατότητες έννομης προστασίας. Εκτός από τη διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου (ειδική διαδι- κασία των άρθρων ΚΠολΔ 662 Β’ έως 662 Η’) σε συνδυα- σμό με διαταγή πληρωμής για την καταβολή των μισθωμάτων, ο εκμισθωτής μπορεί να αιτηθεί την απόδοση του μισθίου με αγωγή, η οποία ως νομική βάση μπορεί να έχει είτε το άρθρο 597 ΑΚ είτε το άρθρο 66 ΕισΝ ΚΠολΔ. Η επιλογή της εκάστοτε νομικής βάσης, που κρίνεται κατά περίπτωση κατάλληλη, συνεπάγεται μια σειρά από πρα- κτικές και διαδικαστικές συνέπειες.Δυνατή είναι μάλιστα, όπως θα δούμε παρακάτω, και η σώρευση των δύο βά- σεων, υπό προποθέσεις. Αγωγή απόδοσης μισθίου λόγω καταγγελίας (ΑΚ 597) Προπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρ- θρου 597 ΑΚ είναι η υπερημερία του μισθωτή, δηλαδή η υπαίτια καθυστέρηση καταβολής του μι- σθώματος. Προκειμένου να περιέλθει σε υπερημε- ρία ο μισθωτής απαιτείται προγενέστερη συμφωνία συγκεκριμένη ημέρα. Εφόσον δεν έχει προβλεφθεί δήλη ημέρα στο μισθωτήριο, η υπερημερία επέρχεται μετά από όχλησή του εκ μέρους του εκμισθωτή. Η διάταξη του 597 ΑΚ δίνει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να κα- ταγγείλει τη μίσθωση, τηρώντας τις εκεί προβλεπό- μενες προθεσμίες, δηλαδή προθεσμία ενός μήνα για μισθώσεις με διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους και προθεσμία δέκα ημερών στις υπόλοιπες περιπτώ- σεις. Η έννοια της διάταξης είναι ότι η καταγγελία τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της καταβολής των οφειλομένων μέσα στην προαναφερόμενη προθε- σμία από την κοινοποίησή της (κατ’ άλλη άποψη δεν πρόκειται για διαλυτική αίρεση αλλά για αρνητική προ- πόθεση) και τα αποτελέσματά της επέρχονται μόνο μετά τη παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας. Η αγωγή από- δοσης σε αυτή την περίπτωση στηρίζεται στο γεγονός ότι η μισθωτική σχέση μετά την πάροδο της προθεσμίας λύνε- ται αυτοδικαίως για το μέλλον και ζητούνται τα μισθώματα που οφείλονται για το διάστημα μέχρι την ενεργοποίηση της καταγγελίας. Οποιοδήποτε ποσό αφορά το χρονικό διάστημα μετά τη λύση της μίσθωσης, θεωρείται ότι αξιώ- νεται ως αποζημίωση χρήσης για την περαιτέρω παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο (31/2008 ΕφΠειρ ΠειρΝομ 2009.310). Επιπλέον δεν αποκλείεται αξίωση του εκμι- σθωτή για αποζημίωση εξαιτίας της πρόωρης λύσης της σύμβασης (ΑΚ 597 παρ. 1 εδ. β’). Η καταγγελία του άρθρου 597 ΑΚ δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο, ενώ μπορεί να ασκηθεί και με το δικό- γραφο της αγωγής απόδοσης. Άλλωστε ακόμα και αν δεν μνημονεύεται ρητά σε αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 662 ΚΠολΔ, «η άσκηση αγωγής απόδοσης της χρή- σης μισθίου ισχύει ως καταγγελία, τηρουμένων των διατά- ξεων του ουσιαστικού δικαίου». Στην περίπτωση αυτή, στην οποία η καταγγελία ασκείται με την επίδοση του δι- κογράφου της αγωγής απόδοσης μισθίου, είτε ρητά είτε πλασματικά κατ’ άρθρο 662 ΚΠολΔ, πρέπει να κοινοποι- ηθεί στο μισθωτή τουλάχιστον ένα μήνα (ή δέκα ημέρες αντίστοιχα – ΑΚ 597) πριν από τη συζήτηση της αγωγής, έτσι ώστε τα αποτελέσματά της να επέλθουν το αργότερο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και το αίτημα απόδοσης να στηρίζεται πλέον στο γεγονός ότι η μίσθωση είναι ήδη λυμένη (ΑΚ 599) (Γεωργιάδη/Στα- θόπουλου ΕρμΑΚ 597). Ωστόσο, κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία επι- τρέπεται να ζητηθεί και «α) αν η παροχή, που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή, […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
24 Νοεμβρίου, 2016
Εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κατασκευών οικοδομής συγκυριότητας περισσοτέρων.
Σόφη Παυλάκη, Δικηγόρος ΜΔ (sophiepavlaki@gmail.com) Με την πρόσφατη απόφαση 1376/2016[1] του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 8 του ν. 1577/1985, στενώς ερμηνευτέου εν όψει του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος που επιβάλλει την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης κατά τη διαμόρφωση, ανάπτυξη και πολεοδόμηση των πόλεων, η κατεδάφιση κάθε αυθαίρετης και κατεδαφιστέας κατασκευής αποτελεί τον κανόνα, η δε εξαίρεση από την κατεδάφιση αποτελεί την εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν. Ως εκ τούτου, η απορριπτική σχετικού αιτήματος νομαρχιακή απόφαση δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, διότι ευρίσκει έρεισμα στην παραβιασθείσα διάταξη της πολεοδομικής νομοθεσίας και συνεπώς αρκεί για την αιτιολόγησή της η περιγραφή της συγκεκριμένης αυθαίρετης κατασκευής και η διαπίστωση ότι η παρέμβαση δεν είναι μικρή. Για την αποδοχή όμως αιτήματος εξαίρεσης από την κατεδάφιση απαιτείται να διαπιστώνεται η συνδρομή, σωρευτικώς, τεσσάρων προϋποθέσεων, από τις οποίες η δεύτερη μπορεί να υπάρχει εναλλακτικά σε μια από τις απαριθμούμενες στον νόμο τέσσερις περιπτώσεις. Έτσι, απαιτείται να βεβαιώνεται αιτιολογημένα ότι: α) η παράβαση είναι μικρή, β) η κατεδάφιση του αυθαιρέτου θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο τη φέρουσα κατασκευή του ή θα παράβλαπτε την αισθητική του εμφάνιση ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής, γ) η διατήρηση του αυθαιρέτου δεν θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της κατασκευής και δ) η διατήρηση του αυθαιρέτου δεν αποβαίνει σε βάρος της πόλης,[2] ως τοιαύτης νοουμένης όχι μόνον όλης της πόλης, αλλά και ορισμένης περιοχής ή και μικρού τμήματος αυτής ή και όμορης οικοδομής.[3] Δέχθηκε περαιτέρω το Δικαστήριο ότι η κατεδάφιση αυθαίρετης κατασκευής σε οικοδομή, η οποία ανήκει σε περισσότερους από κοινού,[4] εμπίπτει στην έννοια του «επικείμενου κινδύνου» κατά την έννοια του άρθρου 788 ΑΚ και συνεπώς, σε περίπτωση διαφωνίας των συγκυρίων όσον αφορά την εξαίρεσή της από την κατεδάφιση, η σχετική αίτηση, ως κατάλληλο «μέτρο συντήρησης» κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, μπορεί να υποβληθεί από οποιονδήποτε συγκύριο, ο οποίος άλλωστε ευθύνεται εις ολόκληρον για την καταβολή των σχετικών προστίμων, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 1337/1983, κατ΄ απόκλιση από την αρχή της «συλλογικής διοικήσεως» που αποτελεί τον κανόνα στην κοινωνία δικαιώματος κατ΄ ιδανικά μέρη.[5] [1] Βλ. ΣτΕ 1376/2016 σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 3/2016, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη (www.nbonline.gr/journal). Με την υπό κρίση έφεση ο εκκαλών, συγκύριος οικοδομής εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Λάρισας, ζητούσε την εξαφάνιση της αποφάσεως 381/2005 του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση ακυρώσεως αυτού κατά: α) της ένδικης από 5.6.2001 αποφάσεως του Νομάρχη Λάρισας, με την οποία είχε εξαιρεθεί από την κατεδάφιση, κατόπιν αιτήσεως των λοιπών συγκυρίων της οικοδομής, αυθαίρετο τμήμα της, κατασκευασθέν καθ΄ υπέρβαση της από 13.10.1989 σχετικής οικοδομικής αδείας του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Λάρισας, β) της ως άνω από 13.10.1989 οικοδομικής αδείας, γ) της αρνήσεως του Δήμου Λάρισας να ανακαλέσει την οικοδομική αυτή άδεια και δ) της από 16.5.2001 αποφάσεως του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Λάρισας περί επιβολής προστίμου ανέγερσης και διατήρησης του ως άνω αυθαίρετου τμήματος οικοδομής. Η υπόθεση αφορούσε το νομοθετικό πλαισιο των διατάξεων των άρθρων: 9 (§ 8) ν. 1512/1985 (Α΄ 4, όπως τροπ. με […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
21 Νοεμβρίου, 2016
"Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)".
“Οι Διαταγές και η Εκουσία Δικαιοδοσία στο νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (μετά το Ν. 4335/2015)” [του Κωνσταντίνου Ηρ. Ρήγα, Δ.Ν., Πρωτοδίκη και Εισηγητή των Πτωχεύσεων Πατρών] Α. Διαταγές Στο επιγραφόμενο «Διαταγές» Δ΄ Κεφάλαιο του Τέταρτου Βιβλίου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) ως προς τις ειδικές διαδικασίες συνενώνονται, κατόπιν του Ν. 4335/23-7-2015, σε δύο Τίτλους οι ρυθμίσεις της διαταγής πληρωμής και της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου. Τούτο, διότι οι εν λόγω διαταγές συνιστούν εκτελεστούς τίτλους, οι οποίοι εκδίδονται με μονομερή διαδικασία και τη μετάθεση του δικαιώματος ακρόασης του καθ’ ου στο στάδιο που επακολουθεί την έκδοσή τους και την άσκηση κατ’ αυτών ανακοπής. Η διαταγή πληρωμής διέπεται πλέον από τις διατάξεις των άρθρων 623-636 ΚΠολΔ (Τίτλος Ι, πρώην ά. 623-634 ΚΠολΔ) και η διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου απ’ αυτές των άρθρων 637-645 του ίδιου κώδικα (Τίτλος ΙΙ, πρώην ά. 662Α-662Θ ΚΠολΔ). Εξετάζονται λοιπόν εν συνεχεία οι σημαντικότερες τροποποιήσεις των ρυθμίσεων των διαταγών, οι οποίες επέρχονται διά του Ν. 4335/2015 και θα ισχύσουν, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου ένατου του νόμου αυτού, από την 1-1-2016. Ι. Διαταγή πληρωμής[1] 1. Η προσθήκη στο άρθρο 623 ΚΠολΔ της προϋπόθεσης της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς Στη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ εισάγεται ως προϋπόθεση της έκδοσης της διαταγής πληρωμής να πρόκειται για ιδιωτικού δικαίου διαφορά, δηλαδή η απαίτηση να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Τούτο συνάγεται επίσης ευχερώς από το συνδυασμό των ρυθμίσεων των άρθρων 1στοιχ.α και 591§1εδ.α ΚΠολΔ, αλλά και από το άρθρο 94 του Συντάγματος, οπότε η προδιαληφθείσα προσθήκη θα μπορούσε να παραλειφθεί[2]. Πρέπει πάντως να συσχετισθεί με τις διατάξεις των άρθρων 272Α επ. ΚΔΔ/μίας, οι οποίες προστέθηκαν μέσω του άρθρου 1 Ν. 4329/2015 και διέπουν την έκδοση διαταγής πληρωμής ως προς μη αμφισβητούμενες χρηματικές αξιώσεις που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών. 2. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 624§2 ΚΠολΔ Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 624 ΚΠολΔ, η οποία προέρχεται από το εκπονηθέν από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό την προεδρία του καθηγητή Κλαμαρή Σχέδιο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας[3], καταργείται εν πρώτοις η αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση να μη διαμένει ο καθ’ ου η διαταγή πληρωμής στην αλλοδαπή κατά το χρόνο της έκδοσής της, με συνέπεια να είναι πλέον επιτρεπτή η έκδοση διαταγής πληρωμής εναντίον προσώπων που έχουν γνωστή κατοικία, έδρα ή διαμονή οπουδήποτε στην αλλοδαπή[4]. Διατηρείται άλλωστε η απαγόρευση της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά προσώπου αγνώστου διαμονής, εκτός αν έχει νόμιμα διορισμένο αντίκλητο, ήτοι μέσω δήλωσης στη γραμματεία του οριζόμενου στο άρθρο 142 ΚΠολΔ Πρωτοδικείου ή ρήτρας σε σύμβαση, διαφορετικά η διαταγή πληρωμής τυγχάνει άκυρη, πλην όχι αυτοδικαίως, αλλά ακυρώνεται κατόπιν της άσκησης ανακοπής[5]. Η προαναφερθείσα ρύθμιση σχετικά με τα πρόσωπα που κατοικούν, εδρεύουν ή διαμένουν στην αλλοδαπή έχει ως ratio τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών των διασυνοριακών επιδόσεων, εξαιτίας της ισχύος αφενός, μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Κανονισμού (Καν) 1393/2007 για τις επιδόσεις και αφετέρου, στις σχέσεις της Ελλάδας με πολλές άλλες χώρες, της πολυμερούς Σύμβασης της Χάγης της 15-11-1965, που κυρώθηκε από την Ελλάδα διά του Ν. 1334/1983 (ά. 28§1 του Συντάγματος), ως προς την επίδοση δικογράφων στην αλλοδαπή. Από το πεδίο ισχύος των προμνημονευθέντων νομοθετημάτων περί των διασυνοριακών επιδόσεων εξαιρούνται […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
15 Νοεμβρίου, 2016
Ο ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ
Του Σωκράτη Τσαχιρίδη, Ασκ. Δικηγόρου, MSc Business Law & Administration. Ως κοινός λογαριασμός (compte joint, join account), σύμφωνα με την γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1 του ν. 5638/1932, νοείται εκείνος, όπου δικαιούχοι της κατάθεσης είναι δύο ή περισσότερα πρόσωπα υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι έκαστος εξ αυτών δύναται να κάνει χρήση χρήση του λογαριασμού ατομικά, χωρίς να είναι αναγκαία η σύμπραξη του άλλου (κοινός διαζευτικός λογαριασμός)[1]. Συνεπώς, κάθε δικαιούχος του λογαριασμού μπορεί να αναλάβει από τον κοινό λογαριασμό το σύνολο των χρημάτων που υπάρχουν σε αυτόν και η τράπεζα, μετά από αυτήν την καταβολή, «ελευθερώνεται», καθώς οι δικαιούχοι τελούν σε σχέση ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχή[2], ο δε αναλαβών δεν διαπράττει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης[3]. Μοναδική οδός για την ικανοποίηση των υπολοίπων συνδικαιούχων του λογαριασμού είναι να στραφούν αναγωγικά κατά του προσώπου που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό. Ακόμα, να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη για να προστεθεί νέος συνδικαιούχος σε υπάρχοντα κοινό λογαριασμό απαιτείται η ρητή σύμφωνη γνώμη (συναίνεση) όλων των υφιστάμενων[4]. Τι γίνεται, όμως, στις περιπτώσεις που ένας εκ των συνδικαιούχων αποβιώσει; Το εν λόγω θέμα έχει απασχολήσει ιδιαίτερα, τόσο την νομολογία, όσο και την θεωρία. Το βασικό ερώτημα είναι πως ρυθμίζονται τα δικαιώματα σε ένα κοινό λογαριασμό κατόπιν του θανάτου ενός εκ των συνδικαιούχων, ήτοι υπεισέρχονται στον κοινό λογαριασμό οι κληρονόμοι του ή τα δικαιώματα του αποβιώσαντος μεταπίπτουν υπερ των υπολοίπων (συνδικαιούχων); Πρώτο βήμα αποτελεί η έρευνα αν τέθηκε στη σύμβαση του κοινού λογαριασμού ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932 που ορίζει ότι με το θάνατο οπουδήποτε από τους δικαιούχους, η κατάθεση και ο λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως στους υπόλοιπους εν ζωή συνδικαιούχου μέχρι τον τελευταίο αυτών. Η ύπαρξη του πρόσθετου όρου του άρθρου 2 ν. 5638/1932 στη σύμβαση. Η εν λόγω διάταξη, που είναι ενδοτικού δικαίου[5], εφόσον έχει τεθεί[6], σημαίνει ότι τα εκ του κοινού λογαριασμού δικαιώματα μεταβαίνουν αυτομάτως και εξ ιδίου δικαίου[7] στους λοιπούς συνδικαιούχους μέχρι του τελευταίου αυτών[8] [9] και όχι στους κληρονόμους (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης)[10] του θανόντος συνδικαιούχου που αποξενώνονται πλήρως[11] από τον λογαριασμό και την εν αυτώ κατάθεση[12], καθώς η διάθεση αυτών, βάσει του άρθρου 3 υπό εξέταση νόμου, δεν επιτρέπεται αιτία θανάτου (και εν ζωή)[13], με αποτέλεσμα αυτά να εξαιρούνται από την κληρονομιαία περιουσία και να μην υπάρχει δυνατότητα άντλησης δικαιωμάτων από τους κληρονόμους του αποθανόντος συνδικαιούχου κατά την εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων. Πάντως, επειδή το αποτέλεσμα της προσθήκης του άρθρου 2 του υπό κρίση νόμου θεωρήθηκε ιδιαίτερα αυστήρο για τους νόμιμους μεριδούχους, ο νομοθέτης αρχικά και τα ελληνικά δικαστήρια στη συνέχεια επιδίωξαν να μετριάσουν αυτό το «κακό». Γίνεται δεκτό από την νομολογία[14] και την θεωρία[15] πως στην περίπτωση όπου έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, υπάρχει δυνατότητα για προστασία των νόμιμων μεριδούχων, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό πραγματοποιήθηκε δωρεά. Νομική βάση για την παρεχόμενη προστασία στον νόμιμο μεριδούχο αποτελεί το άρθρο 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, αν με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέστηκε δωρεά, αυτή θα κριθεί ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως τέτοια (δωρεά). Επομένως, αν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των διατάξεων περί νόμιμης μοίρας, θα συνυπολογιστεί πλασματικά η κατάθεση στην κληρονομιά για […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
14 Οκτωβρίου, 2016
“Ο ρόλος του Δικαστή σε ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας ανηλίκων τέκνων” [Σαλώμη Μούζουρα, Εφέτης].
[Εισήγηση στην ημερίδα Οικογενειακού Δικαίου που διοργάνωσε ο ΔΣ Πατρών με θέμα “Σύγχρονα Ζητήματα Επιμέλειας και Επικοινωνίας Τέκνων” την Παρασκευή 21/11/2014] “Φυσικά όλοι γνωρίζετε την ιστορία από την Παλαιά Διαθήκη του βασιλιά Σολομώντα, ο οποίος όταν κλήθηκε να δώσει λύση για το παιδί που διεκδικούσαν δύο γυναίκες, έδωσε διαταγή να τεμαχίσουν το μωρό στη μέση για να πάρει η καθεμιά από ένα κομμάτι και έτσι αποκαλύφθηκε η αληθινή του μητέρα, η οποία φοβούμενη για τη ζωή του παιδιού της, προτίμησε να το χάσει, παρά να το σκοτώσουν, και στην οποία βεβαίως τελικά δόθηκε το παιδί. Η ιστορία αυτή, που συνήθως αναφέρεται για να δηλώσει τη σοφία του βασιλιά Σολομώντα, για έναν δικαστή αποκτά και άλλο νόημα, αφού αποδεικνύει ότι η ανάθεση της επιμέλειας ενός παιδιού ήταν ανέκαθεν και εξακολουθεί να είναι, όταν δεν υπάρχει συμφωνία των γονέων, ένα από τα πιο δυσχερή ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει ένας δικαστής. Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς που έγκειται η δυσκολία δεδομένου ότι ο δικαστής είναι εφαρμοστής του δικαίου, οπότε δεν έχει παρά να εφαρμόσει τι προβλέπει ο νόμος. Είναι όμως έτσι; Πέραν της νομικής του κατάρτισης ποιές άλλες ικανότητες και γνώσεις απαιτείται να διαθέτει ο δικαστής, ώστε λύσει την ενώπιον του διαφορά παρέχοντας τη ζητούμενη δικαστική προστασία κατά τρόπο που, προβαίνοντας σε προσωρινή ή δεσμευτική διάγνωση των εριζόμενων έννομων σχέσεων, να εξειδικεύσει το συμφέρον του τέκνου, που αποτελεί αόριστη νομική έννοια, ανάλογα με τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, συνεκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν με βάση αξιολογικά κριτήρια, αντλούμενα από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής (βλ. ΑΠ 255/2011 ΝοΒ 2011.1533); Ήδη από την ερώτηση διαφαίνονται οι δυσκολίες του ζητήματος, τόσο σε νομικό επίπεδο: εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του τέκνου, όσο και σε πραγματικό: εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης και όλα αυτά υπό το φως των πορισμάτων της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. Είναι γνωστό στους νομικούς ότι σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της οικογενειακής ζωής, καταργείται ο συζυγικός οίκος και συνήθως δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, οπότε ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας και της περιλαμβανόμενης σε αυτήν επιμέλειας των τέκνων γίνεται από το Δικαστήριο (άρθρο 1513 ΑΚ). Καθιερώνεται δε με τη διάταξη του άρθρου 681Γ § 2 εδ. β΄ ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων, στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας, τόσο στη δίκη στον πρώτο βαθμό, όσο και στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί ποινή απαραδέκτου (βλ. αντί πολλών ΕφΑθ 2985/2012 ΕφΑΔ 2013.1101). Έτσι πρώτο μέλημα του Δικα-στή κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο είτε της αγωγής είτε της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων περί επιμέλειας ή επικοινωνίας ανήλικων τέκνων είναι, πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά. Και είναι σοφή η πρόβλεψη αυτή του νομοθέτη. Όχι, βεβαίως γιατί αυτό θα απάλλασσε το δικαστή από το βάρος της επιλογής. Αλλά γιατί σύμφωνα με το άρθρο 2 § 1 Σ, -διάταξη που αποτελεί τη βασική κατεύθυνση […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
