Η αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (μετά την ισχύ του ν. 4335/2015) σε διαφορές από την οροφοκτησία περιορίζεται μόνο σε αυτές που αφορούν κοινόχρηστες δαπάνες ύψους μέχρι 20.000 ευρώ, ενώ όλες οι λοιπές διαφορές που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ συνιδιοκτητών ορόφων και διαμερισμάτων (ν. 3741/1929), καθώς και οι λοιπές διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές και στους ιδιοκτήτες από οποιαδήποτε άλλη αιτία, συνεχίζουν να υπάγονται, ανεξαρτήτως αξίας αντικειμένου, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Άκυρη, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, η τυχόν πρόβλεψη στη Συστατική πράξη (Κανονισμό) πολυκατοικίας με την οποία ο ιδιοκτήτης επιβαρύνεται, σε περίπτωση υπερημερίας του, με πρόσθετο χρηματικό ποσό (ποινική ρήτρα). Ο διαχειριστής δικαιούται να ζητήσει μόνον την καταβολή των οφειλών και τον προβλεπόμενο (από το νόμο ή τη σύμβαση) τόκο υπερημερίας, όχι όμως και τυχόν πρόσθετο χρηματικό αντάλλαγμα. Πενταετής η παραγραφή για κοινόχρηστες δαπάνες (ΑΚ 250 αρ. 17) και αρχίζει μόλις λήξει το έτος στο οποίο αφορά η εκάστοτε δαπάνη. Επανέγερση αγωγής πέραν του εξαμήνου από την τελεσιδικία προηγούμενης απόρριψης αγωγής θεωρείται ότι δεν διέκοψε την παραγραφή (ΑΚ 263).

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ [ΟΡΟΦΟΚΤΗΣΙΑΣ]

Αριθμός αποφάσεως 1/2019

ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών Αικατερίνη Ζοβάνου, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Δήμητρα Γεωργίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: …, κατοίκου Αθηνών, ΑΦΜ …, υπό την ιδιότητά του ως νόμιμου διαχειριστή της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού …, ο οποίος παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Αννας Πλεύρη.

Των εναγόμενων: …, κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Γεωργίου Πουλή, 2. …, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Αλεξάνδρου Μίχα.

Ο ενάγων με την από 15-3-2018 ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού υπ’ αριθμόν καταθέσεως ΓΑΚ 30100/ ΕΑΚ 660/30-4-2018 αγωγή του, διαδικασίας περιουσιακών διαφορών [οροφοκτησίας], ζήτησε όσα περιέχονται σ’ αυτήν.

Η υπόθεση κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, επακολούθησε συζήτηση όπως αναφέρεται στα πρακτικά και το Δικαστήριο αφού

Μελέτησε τη δικογραφία,

Σκέφτηκε σύμφωνα με το Νόμο

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4335/2015 (01.01.2016), στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται πάντοτε, με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παρ. 1 περ. γ’, οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας, καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων, ενώ στο άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με τον ίδιο νόμο προστέθηκε νέα περίπτωση γ’ κατά την οποία στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου λόγω ποσού υπάγονται οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων που αφορούν κοινόχρηστες δαπάνες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ως άνω νόμου (βλ. σελ. 9), η αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου που προβλέπεται στο νέο άρθρο 14 παρ. 1 περ. γ’ αφορά σε «διαφορές που αφορούν κοινόχρηστες δαπάνες και υπάγονται στην καθ’ ύλην λόγο ποσού αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων. Οι διαφορές αυτές δεν δημιουργούν πολύπλοκα νομικά ζητήματα, ώστε να υπάγονται συλλήβδην χωρίς διαφοροποιήσεις ανάλογα με την αξία του αντικειμένου τους στην αποκλειστική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3. Οι υπόλοιπες διαφορές του άρθρου 17 παράγραφος 3, εν όψει των συχνά δυσχερών νομικών θεμάτων που παρουσιάζουν, συνεχίζουν να εκδικάζονται αποκλειστικά από το μονομελές πρωτοδικείο». Βάσει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου σε διαφορές από την οροφοκτησία περιορίζεται μόνο σε αυτές που αφορούν κοινόχρηστες δαπάνες ύψους μέχρι 20.000 ευρώ, ενώ όλες λοιπές διαφορές που αφορούν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ συνιδιοκτητών ορόφων και διαμερισμάτων της ίδιας πολυκατοικίας που πηγάζουν από την συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας, τον Κανονισμό της και το νόμο (ν. 3741/1929) καθώς και οι διαφορές ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και στους ιδιοκτήτες ορόφων και διαμερισμάτων από άλλη αιτία, συνεχίζουν να υπάγονται, οποιαδήποτε και αν είναι η αξία του αντικειμένου τους, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74 και 78 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι περισσότερα πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν από κοινού, ως ομόδικοι, α) αν σχετικά με το αντικείμενο της διαφοράς έχουν κοινό δικαίωμα ή κοινή υποχρέωση, ή αν τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις τους στηρίζονται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, ή β) αν το αντικείμενο της διαφοράς είναι ομοειδείς απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που στηρίζονται σε όμοια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ιστορική και νομική βάση και συγχρόνως το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα για τον καθένα από τους εναγομένους. Αν λείπουν οι προϋποθέσεις της ομοδικίας το δικαστήριο διατάσσει το χωρισμό και αφού παραπέμψει όσες αξιώσεις υπάγονται σε άλλο δικαστήριο, δικάζει εκείνες, για τις οποίες είναι καθ’ ύλην αρμόδιο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 243 ΑΚ το ανώτατο όριο του τόκου, που οφείλεται από δικαιοπραξία προσδιορίζεται, όπως ο νόμος ορίζει. Οι προμήθειες ή άλλα ανταλλάγματα που συνομολογούνται ή καταβάλλονται επί πλέον του τόκου λογίζονται ως τόκος. Κατά το άρθρο 293 το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος, κατά το άρθρο 294 ΑΚ κάθε δικαιοπραξία για τόκο, που υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο είναι άκυρη ως προς το επί πλέον κατά δε το άρθρο 345 του ίδιου κώδικα, όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη έχει δικαίωμα ν’ απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία. Αν όμως, αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα ν’ απαιτήσει και αυτήν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 341 ΑΚ αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ορισμένη (δήλη) ημέρα ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με την πάροδο και μόνο αυτής. Τέλος κατά το άρθρο 404 του ίδιου κώδικα, οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα) για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή. Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων και ιδίως αυτών των άρθρων 293 εδ. β, 294 και 345 του ΑΚ, σκοπός των οποίων είναι ν’ αποτρέψει την καταστρατήγηση του θεμιτού ορίου τόκου, δια των συνυπολογισμών στο ποσοστό των τόκων όλων των προσθέτων παροχών, οι οποίες με διάφορη του τόκου νομική μορφή επιβαρύνουν ουσιαστικά τον οφειλέτη, συνάγεται ότι, επί χρηματικής κυρίως οφειλής ως κύριας παροχής η συνομολόγηση σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη περί την εκπλήρωση της, επιπλέον του θεμιτού τόκου και πρόσθετου χρηματικού ποσού, ως ποινικής ρήτρας αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις του νόμου και είναι άκυρη, κατά το υπερβάλλον, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, η ακυρότητα δε αυτή της εν λόγω «ποινικής ρήτρας είναι άσχετη με το υπέρμετρο αυτής, που ρυθμίζεται κατά το άρθρο 409 ΑΚ (ΑΠ 1438/1997 Ελνη 39 σελ 381, ΕΑ 6743/1999 ΕλΔνη 42 σελ 494). Επομένως, επί οροφοκτησίας προκειμένου για υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του ιδιοκτήτου διαμερίσματος δαπανών κοινοχρήστων, σε περίπτωση υπερημερίας αυτού, ως προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του αυτής, ο διαχειριστής δικαιούται να ζητήσει την καταβολή των οφειλών αυτών εκ μέρους του συνιδιοκτήτη, καθώς και τον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο τόκο υπερημερίας όχι δε και τυχόν πρόσθετο χρηματικό αντάλλαγμα, που για τον λόγο αυτό έχει συμφωνηθεί με τον οφειλέτη, ως «ποινική ρήτρα» (251/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 5324/2004, ΕΔΠ 2005 σελ. 79, ΕΑ 9469 /2007 ΕλΔνη 43 σελ. 1488).

Στην υπό κρίση αγωγή, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντος, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, εκτίθενται τα παρακάτω: Ο ενάγων είναι διαχειριστής μιας πολυώροφης οικοδομής (πολυκατοικίας) όπου βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού … αριθμός … και εκλέχθηκε με την από 17-3-2017 απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που ελήφθη σύμφωνα με την με αριθμό 8621/6-10-1988 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών …, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμος … και αριθμός …). Η πολυκατοικία αυτή διέπεται από τις διατάξεις του νόμου 3741/1929 και τους όρους της προαναφερόμενης πράξης συστάσεως. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη σύστασης του κανονισμού πολυκατοικίας κάθε συνιδιοκτήτης βαρύνεται ανάλογα με τις δαπάνες, που απορρέουν από τη λειτουργία, συντήρηση, επισκευή και ανανέωση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, έργων, μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας. Σε περίπτωση, που ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας ή μισθωτής ή άλλος με οποιοδήποτε τίτλο, κάτοχος οριζόντιας ιδιοκτησίας, καθυστερήσεις πέρα από ένα μήνα την καταβολή στο διαχειριστή ποσού, που οφείλει για τις δαπάνες των κοινοχρήστων της ιδιοκτησίας του υποχρεούται στην καταβολή διπλάσιου ποσού ως ποινική ρήτρα. Το ποσό αυτό επαυξάνει το αποθεματικό κεφάλαιο της διαχείρισης. Η πρώτη εναγομένη είναι κυρία, νομέας και κάτοχος, του υπό στοιχεία Δ-1 διαμερίσματος της πολυκατοικίας αυτής, που περιήλθε στην κυριότητα της με το με αριθμό …/11-5-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 3592 με αριθμό 108. Το διαμέρισμα αυτό έχει επιφάνεια 121,27 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 74/οοο εξ αδιαιρέτου και συμμετέχει στις δαπάνες κοινοχρήστων και κοινοκτήτων με ποσοστό 74/οοο, στις δαπάνες ανελκυστήρα με ποσοστό 92/οοο και στις δαπάνες θέρμανσης με ποσοστό 79,64/οοο με βάση τον ειδικό πίνακα κατανομής, που επισυνάπτεται στον κανονισμό της πολυκατοικίας. Η πρώτη εναγόμενη δεν έχει καταβάλει τις κοινόχρηστες δαπάνες, που αντιστοιχούν στην ιδιοκτησία της, για τα χρονικά διαστήματα, που αναφέρονται στην αγωγή, όπως αυτά προκύπτουν από την αναλυτική περιγραφή στην αγωγή του συνόλου των μηνιαίων κοινοχρήστων λογαριασμών της πολυκατοικίας κατά είδος και ποσό κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και βάσει του αναφερόμενου εκεί ποσοστού συμμετοχής στις δαπάνες αυτές της ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης και ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 981,32 ευρώ. Παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντος εξακολουθεί να οφείλει το παραπάνω ποσό, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλεις το διπλάσιο λόγω συμφωνηθείσας με τον κανονισμό της πολυκατοικίας ποινικής ρήτρας. Ο δεύτερος ενάγων είναι κύριος, νομέας και κάτοχος, του υπό στοιχεία Α-3 διαμερίσματος της πολυκατοικίας αυτής και της υπό στοιχεία 5 αποθήκης του υπογείου, που περιήλθαν στην κυριότητα του με το με αριθμό …/12-10-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών …, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο … με αριθμό …. Το διαμέρισμα έχει επιφάνεια 115,32 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 70/οοο εξ αδιαρέτου και συμμετέχει στις δαπάνες κοινοχρήστων και κοινοκτήτων με ποσοστό 70/οοο, στις δαπάνες ανελκυστήρα με ποσοστό 97/οοο και στις δαπάνες θέρμανσης με ποσοστό 76,02/οοο με βάση τον ειδικό πίνακα κατανομής, που επισυνάπτεται στον κανονισμό της πολυκατοικίας. Η αποθήκη έχει επιφάνεια 7,28 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 4/οοο εξ αδιαρέτου και συμμετέχει στις δαπάνες κοινοχρήστων και κοινοκτήτων με ποσοστό 4/οοο. Ο δεύτερος εναγόμενος ήταν διαχειριστής της πολυκατοικίας της προηγούμενης από τον ενάγοντα διαχειριστικής περιόδου. Με την ιδιότητα του εκείνη άσκησε τη με αριθμό 860/2015 αγωγή στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης ζητώντας από αυτούς τα ποσά, που αναφέρονται στην αγωγή. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 37/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή επειδή έκρινε ότι ο δεύτερος εναγόμενος [ενάγων στην αγωγή εκείνη] δεν είχε λάβει από τη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών την απαραίτητη προς άσκηση της αγωγής νομιμοποίηση. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη. Ο πρώτος εναγόμενος υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή, χρέωσε στο ταμείο της συνιδιοκτησίας της πολυκατοικίας συνολικά το ποσό των 1.587,57 ευρώ ως έξοδα για την άσκηση της αγωγής και επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, το οποίο αν και έχει οχληθεί επανειλημμένα αρνείται να επιστρέψει. Εξ άλλου ο δεύτερος εναγόμενος υπό την ίδια ως άνω ιδιότητα του [του διαχειριστή] έχει εισπράξει από τους συνιδιοκτήτες το ποσό των 1.426,69 ευρώ, ως διαφορά για τη δαπάνη κατανάλωσης φυσικού αερίου, όπως αναλυτικά το ποσό αυτό αναφέρεται ανά συνιδιοκτήτη στην αγωγή, χωρίς ποτέ το ποσό αυτό να καταθέσει στο ταμείο της διαχείρισης, παρά τις σχετικές οχλήσεις για το σκοπό αυτό. Ζητάει, λοιπόν, ο ενάγων να υποχρεωθεί: η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 981,32 ευρώ για οφειλόμενα κοινόχρηστα του υπό στοιχεία Δι διαμερίσματος της στην επί της οδού … πολυκατοικίας με το νόμιμο τόκο από τότε, που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό άλλως από την επομένη της επιδόσεως σ’αυτή της με αριθμό καταθέσεως ΓΑΚ 32050/ΕΑΚ 860/2015 αγωγής, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της υπό κρίση αγωγής μέχρι την εξόφληση και το ποσό των 981,32 ευρώ, ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της προηγούμενης άλλως της υπό κρίση αγωγής και ο δεύτερος εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.014,26 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή. Ζητάει τέλος να κηρυχθεί η απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή και να επιβληθεί η δικαστική της δαπάνη στους εναγόμενους. Με τα παραπάνω για περιεχόμενο και αιτήματα ως προς την πρώτη εναγόμενη η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του αρμοδίου αυτού Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1γ, 29 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των διατάξεων των άρθρων 591 και 614 του Κ.Πολ.Δ., είναι ορισμένη, απορριπτόμενου του αντίθετου ισχυρισμού της πρώτης εναγόμενης και νόμιμη, εκτός από το αίτημα της να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 981,32 ευρώ ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, διότι στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 1, 4 § 1, 5 Ν. 3741/1929, 54 ΕισΝΑΚ, 1002, 1117 και 785 επ., 345, 346 ΑΚ, 907, 908, 176 του Κ.Πολ.Δ. Π. και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της πλευρά, μετά την καταβολή των νομίμων τελών συζητήσεως και του δικαστικού ενσήμου και των εισφορών υπέρ τρίτων, που αναλογούν [παράβολο με αριθμό …/2018 ]. Το αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 981,32 ευρώ ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, με βάση τα όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της αποφάσεως αυτής, δεν είναι νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, διότι όπως προαναφέρθηκε επί οροφοκτησίας προκειμένου για υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του ιδιοκτήτου διαμερίσματος δαπανών κοινοχρήστων, σε περίπτωση υπερημερίας αυτού, ως προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του αυτής, ο διαχειριστής δικαιούται να ζητήσει την καταβολή των οφειλών αυτών εκ μέρους του συνιδιοκτήτη, καθώς και τον από το νόμο ή τη σύμβαση προβλεπόμενο τόκο υπερημερίας όχι δε και τυχόν πρόσθετο χρηματικό αντάλλαγμα, που για τον λόγο αυτό έχει συμφωνηθεί με τον οφειλέτη, ως «ποινική ρήτρα», η σχετική δε συμφωνία είναι άκυρη. Περαιτέρω η υπό κρίση αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο απαραδέκτως εισάγεται προς συζήτηση στο δικαστήριο αυτό, εφόσον η εκδίκαση της, με βάση τα όσα αναφέρονται στη μείζονα πρόταση της αποφάσεως αυτής, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ανεξαρτήτως ποσού, εφόσον αφορά αξίωση διαχειριστή ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους κατά ιδιοκτήτη διαμερίσματος από άλλη αιτία εκτός από την καταβολή κοινοχρήστων. Συνεπώς καθίσταται αναγκαίος ο χωρισμός της αγωγής ως προς το δεύτερο εναγόμενο και η παραπομπή της υποθέσεως στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο κατά τα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12, 13, 14 παρ. 2, 25 παρ. 2, 74, 78, 218 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά. Στις προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή αξιώσεις περιλαμβάνεται και η κατά του κυρίου διαιρεμένης ιδιοκτησίας πολυώροφης οικοδομής αξίωση καταβολής των κατά τον κανονισμό συνιδιοκτησίας και το άρθρο 5 εδ. β’ Ν. 3741/1929 αναλογουσών στην ιδιοκτησία αυτή δαπανών των κοινοχρήστων χώρων, αφού και η ανωτέρω αξίωση έχει αντικείμενο περιοδικώς, καθ” ορισμένα χρονικά διαστήματα, επαναλαμβανόμενη παροχή, διαφόρου, ενδεχομένως εκάστοτε ύψους, αλλά σαφώς καθορισμένου εκ των προτέρων περιεχομένου και δεν διατελεί ως προς τη γένεση και την ύπαρξη της από κάποια αίρεση, αλλά παράγεται με μόνη την πάροδο του υπό του νόμου ή της βούλησης των συναλλαγέντων τεταγμένου αναγκαίου χρόνου 949/20, ΕφΠατρ, Νόμος, 428/2002 ΕλλΔνη 44.230). Η πενταετής αυτή παραγραφή αρχίζει κατ’ άρθρο 253 ΑΚ μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της, όπως η τελευταία ορίζεται στα άρθρα 251 και 252 ΑΚ. Εξ άλλου κατά το άρθρο 263 ΑΚ κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία η παροχή δικαστικής προστασίας ματαιώνεται για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαιτήσεως. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη της ικανότητας δικαστικής παραστάσεως, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι οι οποίοι ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της υπάρξεως και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξιώσεως και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση της. Ως νέα έγερση της αγωγής νοείται η υποβολή νέου αιτήματος παροχής δικαστικής προστασίας από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή από το διάδοχο του κατά του ιδίου εναγομένου ή των διαδόχων εκείνου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη. (ΑΠ 252/2016, ΑΠ 190/2008). Η πρώτη εναγόμενη με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις της πρόβαλε την ένσταση της παραγραφής των ασκούμενων με την αγωγή αξιώσεων του ενάγοντος για την καταβολή των οφειλόμενων κοινοχρήστων δαπανών, με τον ισχυρισμό ότι έχει παρέλθει πενταετία μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, διότι στηρίζεται στις προαναφερθείσες διατάξεις και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της πλευρά.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που περιλαμβάνονται στα πρακτικά, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τη με αριθμό …/18-10-2018 ένορκη βεβαίωση, η οποία συντάχθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από προηγούμενη κλήτευση των εναγόμενων [εκθέσεις επιδόσεως με αριθμούς …/15-10-2018 και …/15-10-2018 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …], τα όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους και από όλη τη διαδικασία, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων είναι διαχειριστής μιας πολυώροφης οικοδομής (πολυκατοικίας) όπου βρίσκεται στην Αθήνα και επί της οδού … και εκλέχθηκε με την από 17-3-2017 απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, που ελήφθη σύμφωνα με την με αριθμό 8621/6-10-1988 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Αθηνών …, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών (τόμος … και αριθμός ..). Η πολυκατοικία αυτή διέπεται από τις διατάξεις του νόμου 3741/1929 και τους όρους της προαναφερόμενης πράξης συστάσεως. Η πρώτη εναγομένη είναι κυρία, νομέας και κάτοχος , του υπό στοιχεία Δ-1 διαμερίσματος της πολυκατοικίας αυτής, που περιήλθε στην κυριότητα της με το με αριθμό …/11-5-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας …, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στον τόμο 3592 με αριθμό 108. Το διαμέρισμα αυτό έχει επιφάνεια 121,27 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 74/οοο εξ αδιαρέτου και συμμετέχει στις δαπάνες κοινοχρήστων και κοινοκτήτων με ποσοστό 74/οοο, στις δαπάνες ανελκυστήρα με ποσοστό 92/οοο και στις δαπάνες θέρμανσης με ποσοστό 79,64/οοο με βάση τον ειδικό πίνακα κατανομής, που επισυνάπτεται στον κανονισμό της πολυκατοικίας. Τα ποσοστά συμμετοχής της ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης στις κοινόχρηστες δαπάνες, προκύπτουν από την προαναφερθείσα συστατική της οροφοκτησίας πράξη και δεν αμφισβητήθηκαν από αυτήν. Σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας κάθε συνιδιοκτήτης βαρύνεται ανάλογα με τις δαπάνες που απορρέουν από τη λειτουργία, συντήρηση, επισκευή και ανανέωση των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, έργων, μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας και επιμερίζονται μεταξύ τους σύμφωνα με τις καθοριζόμενες αναλογίες συμμετοχής στον προσκομιζόμενο πίνακα κοστολογήσεως των κοινών δαπανών του κανονισμού, γεγονός, που δεν αμφισβητήθηκε από την πρώτη εναγόμενη. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κάθε μήνα εκδίδεται από εταιρεία εξυπηρέτησης κτηρίων λεπτομερής και αναλυτικός λογαριασμός των “κοινοχρήστων” δαπανών με την αναλογία που επιβαρύνει κάθε διαμέρισμα της πιο πάνω. πολυκατοικίας ο οποίος και παραδίδεται από τον διαχειριστή προς όλους τους ενοίκους της. Από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα εξοφλητικές αποδείξεις, οι οποίες αφορούν στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγόμενης προκύπτει ότι αυτή δεν έχει καταβάλει την αναλογία της στις αναλυτικά αναφερόμενες κοινόχρηστες δαπάνες ως εξής: κοινόχρηστες δαπάνες μηνών Μαρτίου Απριλίου έτους 2009 ποσό 345,44 ευρώ, κοινόχρηστες δαπάνες μηνών Μαΐου και Ιουνίου έτους 2009 ποσό 213,55 ευρώ, κοινόχρηστες δαπάνες μηνός Αυγούστου έτους 2009 ποσό 212,71 ευρώ, κοινόχρηστες δαπάνες μηνός Σεπτεμβρίου έτους 2011 ποσό 61,80 ευρώ, κοινόχρηστες δαπάνες μηνός Οκτωβρίου έτους 2011 ποσό 73,05 ευρώ, κοινόχρηστες δαπάνες μηνός Νοεμβρίου έτους 2011 ποσό 29,45 ευρώ, κοινόχρηστες δαπάνες μηνός Δεκεμβρίου έτους 2011 ποσό 45,32 ευρώ και συνολικά ποσό 981,32 ευρώ. Η εναγόμενη δεν αρνήθηκε ειδικά την μη καταβολή από την ίδια των παραπάνω ποσών, ούτε το ύψος τους, ούτε την αναγκαιότητα των πραγματοποιηθεισών δαπανών. Λόγω της μακροχρόνιας μη καταβολής από την πρώτη εναγόμενη των παραπάνω κοινοχρήστων δαπανών, που αφορούν την ιδιοκτησία της, η Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών με την από 31-1-2018 απόφαση της ανέθεσε στον ενάγοντα ως διαχειριστή, να επιδιώξει δικαστικά την είσπραξη από την εναγόμενη των παραπάνω οφειλόμενων, όμως παρά τις σχετικές οχλήσεις η πρώτη εναγόμενη δεν κατέβαλε το παραπάνω ποσό, το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Περαιτέρω με βάση τα όσα αναφέρονται σε προηγούμενη πρόταση της αποφάσεως αυτής η παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος για τις οφειλές του έτους 2009 αρχίζει την 1-1 -2010 και συμπληρώνεται στις 31-12-2014, ενώ η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 2011 αρχίζει την 1-1-2012 και συμπληρώνεται στις 31-12-2016. Ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του ότι κατά της πρώτης εναγόμενης άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο τη αριθμό κατάθεσης …/17-3-2015 αγωγή, με την οποία ζητούσε την καταβολή των αιτούμενων με την υπό κρίση αγωγή οφειλόμενων κοινοχρήστων ύψους 981,32 ευρώ και τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα ύψους 981,32 ευρώ. Ακολούθως με τις προτάσεις του πρόβαλε αντένσταση διακοπής της παραγραφής λόγω επίδοσης στις 10-3-2014 εξωδίκου διαμαρτυρίας προς καταβολή των οφειλόμενων και ακολούθως λόγω ασκήσεως της από 11-3-2015 και με αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ …/17-3-2015 αγωγής, με την οποία ο τότε διαχειριστής της πολυκατοικίας … ζητούσε από αυτήν την καταβολή του ποσού των 981,32 ευρώ ως οφειλόμενα κοινόχρηστα για το ίδιο χρονικό διάστημα και ποσό 981,32 ευρώ ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί διακοπής της παραγραφής με την επιδοθείσα εξώδικο δεν είναι νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η επίδοση εξωδίκου δεν αποτελεί νόμιμο τρόπο διακοπής της παραγραφής. Η με αριθμό καταθέσεως ΓΑΚ …/17-3-2015 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου αγωγή επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη με τη με αριθμό …/19-3-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …. Το παραπάνω προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό 37/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή αυτή απορρίφθηκε. Συνεπώς η επίδοση της εν λόγω αγωγής έγινε μετά τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος του έτους 2009, [όπως προαναφέρθηκε συμπληρωνόταν στις 31-12-2014] συνεπώς ως προς αυτές πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά η ένσταση παραγραφής, που πρόβαλε η πρώτη εναγόμενη και η υπό κρίση αγωγή ως προς τις αξιώσεις του έτους 2009 να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 37/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη για λόγους μη ουσιαστικούς [αοριστία]. Η απόφαση αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη στις 26-2-2017, αφού επιδόθηκε στον τότε διαχειριστή της πολυκατοικίας … στις 25-1-2017 [σημείωση της δικαστικής επιμελήτριας … επί του σώματος της αποφάσεως] και όπως προκύπτει από το με αριθμό 501154/2017 πιστοποιητικό του Τμήματος Πολιτικών Ενδίκων Μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών δεν έχει ασκηθεί κατ’ αυτής κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο, γεγονός, που συνομολογείται από τους διαδίκους. Η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στη δεύτερη εναγόμενη στις 19-4-2018 [έκθεση επιδόσεως με αριθμό …/19-4-2018 της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών …]. Συνεπώς, με βάση τα όσα αναφέρονται σε προηγούμενη πρόταση της αποφάσεως αυτής, η παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντος του έτους 2011, η οποία άρχισε την 1-1-2012 και συμπληρωνόταν στις 31-12-2016 διακόπηκε με την άσκηση της με αριθμό καταθέσεως ΓΑΚ 32050/ΕΑΚ 860/17-3-2015 αγωγής. Εφόσον η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς με απόφαση, που κατέστη τελεσίδικη, η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής εκείνης θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, εκτός εάν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα με έξι μήνες. Εν προκειμένω ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αγωγή μετά την πάροδο πλέον του ενός έτους από την τελεσιδικία της με αριθμό 37/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επομένως η διακοπή της παραγραφής με τη με αριθμό καταθέσεως ΓΑΚ …/17-3-2015 αγωγή θεωρείται ότι δεν έγινε. Οι δε αξιώσεις του ενάγοντος για το έτους 2011 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, διότι η υπό κρίση αγωγή επιδόθηκε στις 19-4-2018, και η πενταετής παραγραφή των αξιώσεων του 2012 συμπληρώθηκε στις 31-12-2016. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά η ένσταση παραγραφής, που πρόβαλε η πρώτη εναγόμενη και η υπό κρίση αγωγή ως προς τις αξιώσεις του έτους 2011 να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά. Κατά ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αγωγή κατά το τμήμα της, για την εκδίκαση του οποίου κρίθηκε αρμόδιο το παρόν δικαστήριο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατά την ουσιαστική της πλευρά και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη των διαδίκων βάσει του άρθρου 178 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει τους διαδίκους κατά αντιμωλία.

Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και την παραπομπή της στο καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δικαστήριο, που είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη. Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε δημόσια έκτακτη συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 03 Ιαν. 2019.

Η Ειρηνοδίκης Η Γραμματέας

dsanet.gr