-
31 Αυγούστου, 2014
Ειρ.Ναυπλίου 158/2014: Άκυροι και καταχρηστικοί όροι σε τραπεζικό δάνειο
Άκυροι και καταχρηστικοί όροι σε τραπεζικό δάνειο – Απροειδοποίητη έκδοση διαταγής πληρωμής – Δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής με το δάνειο (νομολογία) Κρίθηκε ότι παραβιάζεται από την Τράπεζα η βαρύνουσα αυτήν υποχρέωση σαφήνειας και διαφάνειας του σχετικού Γενικού Όρου Συναλλαγής, ο οποίος αφορά και τις κρινόμενες Διαταγές Πληρωμής, διότι η αιτούσα είναι άνεργη και είχε δώσει δείγματα συνεπούς και συνεργάσιμου οφειλέτη έχοντας αποπληρώσει πλήρως και εμπροθέσμως έτερο δάνειο προς την καθ’ ης και αν και η Νομική Υπηρεσία της Τράπεζας της υποσχέθηκε ότι πριν από την ενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής καταδιωκτικής ενέργειας θα την ειδοποιήσει, εντούτοις προέβη στην έκδοση των επιδίκων διαταγών πληρωμής, προκαλώντας ανεπανόρθωτη σε αυτήν βλάβη εφόσον απειλείται το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο και δη η κύρια κατοικία της. Κατά τη σύναψη της σύμβασης αν και η καθ’ ης γνώριζε την ύπαρξη και το περιεχόμενο της ΑΠ 1219/01 και άρα την ακυρότητα των ΓΟΣ που την επέβαλε, παρ΄ όλα αυτά κατά την πάγια πρακτική των Τραπεζών («ολική κατάφαση ή ολική άρνηση») της επέβαλε τους άκυρους ΓΟΣ, εκμεταλλευόμενη προς τούτο την οικονομική ανάγκη και απειρία της περί τα νομικά, με αποτέλεσμα να. συναφθούν οι – με φανερή δυσαναλογία παροχή και αντιπαροχή – επίδικες συμβάσεις και να υποστεί υπέρμετρη σε σχέση με την παροχή περιουσιακή βλάβη. Αναστολή εκτέλεσης των επίδικων διαταγών πληρωμής. “Με την υπό κρίση αίτηση της, η αιτούσα ζητεί να ανασταλεί λόγω επαπειλούμενης ανεπανόρθωτου οικονομικής βλάβης η εκτέλεση των υπ’ αριθμ. 417/5-12-2013 και 418/5-32-2013 Διαταγών Πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της ανακοπής που έχει ασκήσει κατά της διαταγής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 632 του ΚΠολΔ., νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι εκάστη αυτών: α) εκδόθηκε μη νομίμως στηριζομένη στην επίδικη σύμβαση στην οποία εμπεριείχοντο άκυροι Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΑΠ 1219/ 2001, άρθ. 2 παρ. 7 περ. ε’, ια’ Ν. 2251/1994, ΠΑ/ΤΕ 2501/2002, 3587/10-7-2007, ΥΑ Ζ1 798/2008 (ΦΕΚ 1353/Β/11.7.2008) και με αριθμ. 6/2006 απόφαση Ολ.Α.Π), β) δεδομένης της φύσεως των ΓΟΣ, οι οποίοι είναι πάντοτε προδιατυπωμένοι, πολύ περισσότερο δε για αυτούς που προδιατυπώνουν οι τράπεζες, καθίσταται σαφές, ότι οι τράπεζες αποσκοπούν στη σύναψη της σύμβασης ως ενιαίο σύνολο, μη επιδεχόμενων επ’ αυτού καμίας διαπραγμάτευσης και συνεπώς συνάγεται με βεβαιότητα ότι η καθ’ ης δεν θα είχε επιχειρήσει τη σύναψη της σύμβασης χωρίς το άκυρο μέρος. Κατά τα ανωτέρω, η δικαιοπραξία κατά το υπόλοιπο αυτοτελές μέρος δεν είναι ισχυρή, διότι συνάγεται ότι τα μέρη δε θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος αλλά – ιδίως η καθ’ ης – απέβλεπε σ’ αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο (άρθρ. 181 Α.Κ), γ) ενυπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1219/2000, 1127/2005 και 819/2013) δεσμεύον την καθ’ ης ως μέλος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (άρθ. 76 παρ. 1. 83, 321. 322, 324, 325, 329 και 331. 699 ΚΠολΔ, ΦΕΚ Β’ 1646/14.08.2008, Λήψη απόφασης επί της υπ’ αριθμ. 294/16.1.2007 Εισήγησης της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, ΑΠ 516/75 ΝοΒ 23/1258, και άρθ.10 παρ. 20 Ν. 3587/2007 «περί προστασίας Καταναλωτών»), δ) εξεδόθη κατά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος (άρθ. 281 ΑΚ) εκ μέρους της καθ’ ης ή οποία και εγνώριζε την καταχρηστικότητα αυτή, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκηση του σύμφωνα με τις περί Δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ε) η αναγραφή επί της σύμβασης ότι η μη αμφισβήτηση της οφειλής εντός 30 ημερών από την λήψη του μηνιαίου λογαριασμού θεωρείται ως ανεπιφύλακτη αποδοχή, αποτελεί πλασματική αναγνώριση χρέους (άρθ. ΑΚ 873), που συνιστά άκυρη δικαιοπραξία ως […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
12 Ιουνίου, 2014
ΕφΑθ 1437/2014: Προσβολή προσωπικότητας – Ρύθμιση οφειλής δανειακής σύμβασης – Παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων – Εισπρακτική εταιρεία – Νόθος αντικειμενική ευθύνη – Ηθική βλάβη .
Ο Ν. 2472/1997 απαγορεύει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου, όταν γίνεται, πλην άλλων περιπτώσεων, και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, δικαίωμα που προστατεύεται αυτοτελώς, αλλά αποτελεί και την προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει – μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους σε τρίτους – να ενημερώνει για τη συλλογή και διαβίβαση τα υποκείμενα των δεδομένων, μεταξύ άλλων, και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του (είτε πρόκειται για αποδέκτες στους οποίους προβλέπεται η μεταβίβαση των δεδομένων ήδη από το στάδιο της συλλογής, είτε πρόκειται για αποδέκτες που προστέθηκαν αργότερα). Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν από τη μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες – τρόπους, Εξάλλου, ο τρίτος – αποδέκτης, ο οποίος ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει μόλις έλθει σε πρώτη επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεση του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για το σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων. Τέλος, εάν στο υποκείμενο των δεδομένων έχει προκληθεί ηθική βλάβη από πράξεις του υπευθύνου επεξεργασίας και του αποδέκτη αυτών (ή των οργάνων τους) κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 2472/1997 (παράνομα) και όταν αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της βλάβης, τότε παρέχεται στον πρώτο η κατά το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη, η οποία ορίζεται κατ’ ελάχιστο όριο στο ποσό των 2.000,000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση που προκάλεσε την ηθική βλάβη οφείλεται σε αμέλεια. Η ευθύνη του προκαλούντος ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν.2472/1997 ή (και) των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης» και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει η ηθική βλάβη. Η. ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο προκαλών την ηθική βλάβη, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα. Στην προκειμένη περίπτωση, το κείμενο της προσκομιζόμενης δανειακής σύμβασης, της οποίας το περιεχόμενο είναι σαφές και αναμφίβολο, ουδόλως αποδεικνύεται από την εναγομένη τράπεζα- που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη – ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για το σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών. Η εισπρακτική εταιρεία προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ’ αυτήν από την εναγομένη προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, καλώντας αυτόν τηλεφωνικώς στο κινητό του, αλλά και στο σταθερό δια προστηθείσης υπαλλήλου της, η οποία αιφνιδιάζοντας τον υιό του ενάγοντος του ζητούσε – χωρίς μάλιστα να τον ενημερώνει για λογαριασμό […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
3 Μαΐου, 2014
ΜονΠρωτ Χανίων 2/2014 | αντισυνταγματικότητα του άρθρου 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013, για το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ.
ΜονΠρωτ Χανίων 2/2014 | αντισυνταγματικότητα του άρθρου 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013 που ορίζει ότι είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, αν δεν προσκομισθεί το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ ΜονΠρωτ Χανίων 2/2014 | Τακτική αγωγή διόρθωσης στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χανίων. Πραδεκτή η συζήτηση της αγωγής, χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσκόμισης από τον ενάγοντα του πιστοποιητικού του ΕΝΦΙΑ, καθώς η διάταξη του άρθρου 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013 που ορίζει ότι είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, αν δεν προσκομισθεί το ως άνω πιστοποιητικό, είναι μη εφαρμοστέα, επειδή έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με το άρθρα 17, 20 και 25 του Συντάγματος, όσο και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Δεκτή. ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 210/2014 ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Ιωάννη Ευαγγελάτο, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από τη Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Χανίων Πρόεδρο Πρωτοδικών και τη Γραμματέα Νίκη Αντωνιάδου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2014 για να δικάσει την υπόθεση: ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Χ.Τ. του Ι., κατοίκου Χανίων, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χαράλαμπου Πιτσιγαυδάκη. ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια της Δικαστικής Αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευδοκίας Σαφαρή. Ο καλών-ενάγων με την από 18-11-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2013 κλήση του, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επαναφέρει προς συζήτηση και ζητεί να γίνει δεκτή η από 9-1-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2012 αγωγή του, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 14-6-2012, οπότε και ματαιώθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις που κατέθεσαν. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 4223/2013, όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. γ αρ. 5 του Ν 4254/2014: «Μετά το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο άρθρο 54Α που έχει ως εξής:«Άρθρο 54Α Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων. 1. Είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται, από οποιαδήποτε αιτία δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται από το συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο που συντάσσει, πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη. Αυτοδικαίως άκυρος είναι ο συμβολαιογραφικός τίτλος και για τη σύνταξη κατακυρωτικής έκθεσης επί εκούσιου πλειστηριασμού.. 3. Εάν δεν είναι δυνατή η επισύναψη στο συμβολαιογραφικό έγγραφο του πιστοποιητικού του ΕΝ.Φ.Ι.Α. της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού για τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη, επισυνάπτεται για τα υπόλοιπα έτη το πιστοποιητικό του […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
1 Μαΐου, 2014
ΠΛΗΜΜ ΚΑΤΕΡ 196/2014: Αντισυνταγματικότητα των διατάξεων (άρθρο 3 ν. 3943/11) που χαρακτηρίζουν το αδίκημα αυτό ως διαρκές και υπάγουν την εκδίκασή του στην αυτόφωρη διαδικασία.
ΠΛΗΜΜ ΚΑΤΕΡ 196/2014: Αντισυνταγματικότητα των διατάξεων (άρθρο 3 ν. 3943/11) που χαρακτηρίζουν το αδίκημα αυτό ως διαρκές και υπάγουν την εκδίκασή του στην αυτόφωρη διαδικασία. ΑΠΟ ΤΗ ΒΑΣΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΝΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ Αριθμός: 196/2014 ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ Συνεδρίαση της 03ης Φεβρουάριου 2014 ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Κασσιανή Μπουροδήμου Προεδρεύουσα Πλημμελειοδίκης, Ιωάννης Μαμαδάς Πλημμελειοδίκης, Μαρία Δουλάμη Πάρεδρος Πρωτοδικείου (Επειδή κωλύονται οι τακτικοί δικαστές) Ορίστηκε με την αρ. 6/2014 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Κατερίνης Δήμητρα Τσιαρδακλή Αντεισαγγελέας (Επειδή κωλύεται ο Εισαγγελέας) Βασιλική Χωρίκη Γραμματέας Κατηγορούμενος: ….. ……. Κάτοικος: Κατερίνης Πιερίας Παρών Πράξη: Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ Στη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου, που έγινε δημόσια στο ακροατήριό του κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου ύστερα από αναβολή της υπόθεσης κατ` άρθρο 423 παρ. 1 ΚΠΔ, η Προεδρεύουσα εκφώνησε το όνομα του κατηγορουμένου ο οποίος εμφανίστηκε, ρωτήθηκε από την Προεδρεύουσα για τα στοιχεία της ταυτότητάς του και είπε ότι ονομάζεται όπως αναφέρεται πιο πάνω και ότι διορίζει συνήγορο υπεράσπισης του τον παρόντα δικηγόρο Κατερίνης Εμμανουήλ Παπά. Η Προεδρεύουσα είπε στον κατηγορούμενο ν` ακούσει με προσοχή την κατηγορία και να παρακολουθήσει τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επίσης του είπε ότι έχει δικαίωμα να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του ύστερα από την εξέταση κάθε μάρτυρα και την έρευνα κάθε αποδεικτικού μέσου. Στη συνέχεια έλαβε το λόγο η Εισαγγελέας, η οποία συνοπτικά ανέφερε την πράξη για την οποία κατηγορεί ο κατηγορούμενος. Επίσης είπε, για να υποστηρίξει την κατηγορία να αναγνωστούν τα έγγραφα που αναφέρονται στο τέλος του κατηγορητηρίου. Στη συνέχεια πήρε το λόγο ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ζήτησε την αναβολή της δίκης και είπε: Η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3943/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίζεται ότι χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής και στην ουσία χαρακτηρίζει διαρκές το αδίκημα μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, είναι αντίθετη στα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου. Στην υπ’αριθ. 1/2011 ερμηνευτική εγκύκλιο που είχε εκδώσει ο κ. αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου όταν θεσπίστηκε το αυτόφωρο αναφέρει ότι «η συμβατότητα της ρύθμισης με τα άρθρα του συντάγματος θα κριθεί στην πράξη από τα δικαστήρια». Ζητώ από το δικαστήριό σας α) να κρίνει την ως άνω διάταξη αντισυνταγματική και αντίθετη σε θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου, β) να κρίνει ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 242 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, γ) να παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική διαδικασία κατ’ άρθρο 424 ΚΠΔ άλλως να αναβληθεί η υπόθεση εντός δεκαπενθημέρου. Στο σημείο αυτό πήρε το λόγο η Εισαγγελέας και πρότεινε να αναβληθεί η δίκη για την 01-10- 2014 και ώρα 09:00`. Στη συνέχεια το Δικαστήριο σε μυστική διάσκεψη, στην οποία παραβρέθηκε και η Γραμματέας, εξέδωσε την παρακάτω απόφαση την οποία η Προεδρεύουσα δημοσίευσε αμέσως σε δημόσια συνεδρίαση : ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
27 Απριλίου, 2014
ΣυμβΠλημΚιλκίς 12/2014 | Αίτηση άρσης κατάσχεσης αυτοκινήτου – Μεταφορά ναρκωτικών – ν. 4139/2013 – Αιτών ιδιοκτήτης μη συνεργός
Κατάσχεση μεταφορικού μέσου με το οποίο μεταφέρθηκαν ναρκωτικές ουσίες. Δεκτή η αίτηση άρσης της κατάσχεσής του και απόδοσής του σε αυτόν, του ιδιοκτήτη του εν λόγω αυτοκινήτου, ο οποίος το είχε εκμισθώσει στον δράστη της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης, και ο οποίος αποδείχθηκε επίσης ότι δεν είχε καμία συμμετοχή ή γνώση της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης. Το αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών διατάσσει την άρση της κατάσχεσης του εν λόγω αυτοκινήτου και την απόδοσή του στον αιτούντα ιδιοκτήτη του, καθώς εκτιμάται βάσιμα ότι από την άρση της κατάσχεσης δεν θα προκύψει δυσχέρεια στη διενέργεια της κύριας ανάκρισης και στην αποκάλυψη της αλήθειας, ενώ αντίθετα η διατήρησή της θα επιφέρει δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση του αιτούντος ιδιοκτήτη ελεύθερου επαγγελματία. Πηγή: ιστοσελίδαΔΣΑ ΑΡΙΘΜΟΣ 12/2014 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΚΙΛΚΙΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαοτές Βήλη Χρηστίδου, Πρόεδρο Πλημμελειοδικών, Παναγιώτα Συριοπούλου, Πλημμελειοδίκη και Στυλιανό – Μπίο Πλημμελειοδίκη – Εισηγητή. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στο γραφείο της Προέδρου την 511 Μαρτίου 2014 παρουσία και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Πολυχρονίδου, προκειμένου να αποφανθεί για ποινική υπόθεση, περί της οποίας ο Αντεισαγγελέας Κιλκίς Ξενοφών Κίτσας, εισήγαγε τη με αριθμό 11/2014 έγγραφη πρόταση του, η οποία έχει ως εξής: ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΚΙΛΚΙΣ. Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 παρ. 1 και 4, 138 παρ. 2, 268 παρ. 3 (σε συνδ. με άρθ. 266 παρ.1,2 ΚΠΔ ) και 307 β) ΚΠΔ, την από 07.02.2014 αίτηση του Προδρόμου Καδεμλιάδη του Βασιλείου, κατ. Γιαννιτσών Δήμου Πέλλας – 1° χλμ ΕΟ Γιαννιτσών θεσσαλονίκης -, περί άρσεως της κατασχέσεως – άλλως και όλως επικουρικώς περί ορισμού αυτού ως μεσεγγυούχου επί του με αριθμ. κυλοφ.ΕΕΡ … ΙΧΕ αυτοκινήτου – μάρκας ΤΟΥΟΤΑ ΥΑΡ…. ιδιοκτησίας του – και εκθέτω τα εξής : Επειδή από το συνδυασμό των άρθρων 268 παρ. 3 και 307 περ.β) ΚΠΔ σύμφωνα με τα οποία «σε κάθε περίπτωση το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να αρθεί η κατάσχεση, αν δεν είναι πιθανόν ότι από το αυτό το λόγο θα δημιουργηθούν δυσχέρειες στην εξακρίβωση της αλήθειας» και «κατά τη διάρκεια της ανάκρισης το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει …β) όταν πρόκειται να κανονιστεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα, όπως η κατάσχεση κλπ…», προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να διατάξει την άρση της κατάσχεσης, εφόσον αυτή δεν θα δυσχεράνει την εξακρίβωση της αλήθειας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν προβλέπεται από τις κείμενες ειδικότερες διατάξεις η δήμευση των κατασχεθέντων. Το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να αποφανθεί επί τέτοιων ζητημάτων σε όλα τα στάδια της προδικασίας και δη μέχρι της εισαγωγής της υπόθεσης στο ακροατήριο (βλ. ΣυμβΠλημΑΘ 933/2006 ΠοινΧρ 2007.270, ΣυμβΠλημΑΘ 2321/2002 ΠοινΧρ 2002.939, ΣυμβΠλημθεσσ 2361/1994 Υπεράσπιση 1994. 1144, ΣυμβΠλημθεσσ 4480/1990 Υπεράσπιση 1991. 706, Μπουρόπουλου ΕρμΚΠΔ έκδ. 2η τόμ Α υπό άρθ.268 αριθ.4, Ζησιάδης ΠοινΔικον τόμ.Β έκδ.3 σελ.224, Καλφέλης Παρατηρήσεις σε Υπερ. 1992.119, Καρράς ΠοινΔικΔικ 1993.483, Παύλου, Παρατηρήσεις σε Υπερ 1996.585). Επειδή, όταν με ειδική διάταξη νόμου προβλέπεται η δήμευση των κατασχεθέντων, το δικαστικό συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να αποφασίσει για την άρση της κατάσχεσης, γιατί η τελική κρίση για την άρση της κατάσχεσης ανατέθηκε αποκλειστικά και μόνο στο δικαστήριο (άρθρο 76 ΠΚ), ενώ στη αντίθετη περίπτωση θα προκαταλαμβανόταν η απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου και […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
7 Απριλίου, 2014
1932/2011 ΜΠΡ ΑΘ: Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail). Αποδεικτική ισχύς αυτού. Προϋποθέσεις με τις οποίες το μήνυμα αυτό εξομοιώνεται με ιδιωτικό έγγραφο.
1932/2011 ΜΠΡ ΑΘ (ΔΙΑΤ.ΠΛΗΡΩΜ) ( 565538) (ΕΠΟΛΔ 2011/482) Δικονομία πολιτική. Αποδεικτικά μέσα. Ηλεκτρονικό έγγραφο. Εννοια και φύση αυτού. Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail). Αποδεικτική ισχύς αυτού. Προϋποθέσεις με τις οποίες το μήνυμα αυτό εξομοιώνεται με ιδιωτικό έγγραφο. Η μοναδική για κάθε χρήστη ηλεκτρονική διεύθυνση εξομοιώνεται με ιδιόχειρη υπογραφή. Εκτύπωση μηνύματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Αποδεικτική ισχύς αυτού. Προϋποθέσεις γνησιότητας ηλεκτρονικού εγγράφου. (βλ. Παρατηρήσεις, Ν. Κατηφόρη, ΕΠολΔ 2011/485). ΔΠλΜΠρΑθ 1932/2011 Δικαστή: Φ. Bόσσos, Πρωτοδίκης Δικηγόροι: Α. Koύρτης Ως ηλεκτρονικό έγγραφο θεωρείται το σύνολο των εγγραφών δεδομένων στον μαγνητικό δίσκο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, οι οποίες, αφού γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας, αποτυπώνονται με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο είτε στην οθόνη του μηχανήματος είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή του. Το ηλεκτρονικό έγγραφο δεν συγκεντρώνει μεν τα στοιχεία του παραδοσιακού εγγράφου κατά τον ΚΠολΔ, λόγω κυρίως της έλλειψης του στοιχείου της σταθερότητας κατά την ενσωμάτωση του σε υλικό που παρουσιάζει διάρκεια ζωής, αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο αυτοψίας, όπως κατά μία άποψη υποστηρίζεται, αλλά πρόκειται για μια ενδιάμεση μορφή, την οποία ο νομοθέτης ορθώς εξομοίωσε προς τα ιδιωτικά έγγραφα, ενόψει της εγγύτητας προς αυτά (βλ. Κουσούλη, Σύγχρονες μορφές έγγραφης συναλλαγής, 1992,138/142). Σύμφωνα με τα διδάγματα τη κοινής πείρας, για τη λειτουργία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) ως μέσου επικοινωνίας στο διαδίκτυο απαιτείται -εκτός της σύνδεσης με κάποιον διαμετακομιστή, ο οποίος παρέχει την υπηρεσία αυτή μέσω ειδικού λογισμικού που έχει εγκαταστήσει μόνιμα ο χρήστης στον υπολογιστή του- η χρήση ενός ειδικού κωδικού, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται ο χρήστης στο σύστημα είτε ως αποστολέας είτε ως λήπτης ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο κωδικός αυτός αποτελεί την ηλεκτρονική διεύθυνση (e- mail) του χρήστη, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται κατά πρωτότυπο τρόπο από τον ίδιο με τη χρήση χαρακτήρων της επιλογής του, οι οποίοι συνδυάζονται με το σύμβολο, και με χαρακτήρες που θέτει ο διαμετακομιστής, κατά τέτοιον τρόπο ώστε ο συγκεκριμένος συνδυασμός χαρακτήρων να αφορά μόνον στον χρήστη που τον έχει ορίσει, χωρίς να είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί νόμιμα από άλλον. Η απεικόνιση της διεύθυνσης του αποστολέα πάνω στο μήνυμα καθιστά αυτόν απολύτως συγκεκριμένο για τον παραλήπτη, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να επέλθει σύγχυση του με άλλον χρήστη του ίδιου συστήματος, ενώ η ταύτιση του με το περιεχόμενο του μηνύματος είναι άρρηκτη. Κρίσιμο στοιχείο για την υπαγωγή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους κανόνες των άρθρων 443 και 444 ΚΠολΔ αποτελεί η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του, διότι αυτό δεν είναι απλά ένα ηλεκτρονικό έγγραφο το οποίο υπάρχει αποθηκευμένο στο λογισμικό ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ένα έγγραφο του οποίου η απεικόνιση μεταφέρεται ενσύρματα ή ασύρματα (τηλεομοιοτυπία, τηλετύπημα). Η τεχνική αποστολής του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου οδηγεί υποχρεωτικά στην ταύτιση μηνύματος και αποστολέα, κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην είναι μεταβιβάσιμο το μήνυμα, αν δεν συνοδεύεται από την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και βεβαίως δεν έχει και συγκεκριμένο, υπαρκτό παραλήπτη. Αυτό έχει ως λογική συνέπεια ότι, κατά την αποστολή ενός μηνύματος μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η δήλωση βούλησης του αποστολέα ταυτίζεται με την ηλεκτρονική του διεύθυνση, αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να καταστεί δυνατή τεχνικά η παραλαβή της από τον παραλήπτη και φυσικά είναι ήσσονος σημασίας η μορφή ή η διάταξη με την οποία απεικονίζεται μηχανικά στο έντυπο. Επομένως, ο […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
28 Μαρτίου, 2014
ΑΠ 1114/13: Η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή των ενοχικώς οφειλομένων αποδοχών και η παρακράτησή τους απ' αυτόν δεν συνιστά αδικοπραξία. Αδικαιολόγητος πλουτισμός.
Υπερημερία οφειλέτη. Υποχρέωση εκπλήρωσης την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη. Απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών. Η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή των ενοχικώς οφειλομένων αποδοχών και η παρακράτησή τους απ’ αυτόν δεν συνιστά αδικοπραξία. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. – Κατά το άρθ. 345 παρ. 1 ΑΚ ο υπερήμερος οφειλέτης, εκτός από την παροχή, οφείλει και αποζημίωση για την ζημία του δανειστή από την καθυστέρηση, κατά δε το άρθ. 345 του ιδίου Κώδικα επί χρηματικής οφειλής ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας έχει δικαίωμα ν’ απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία, χωρίς να είναι υποχρεωμένος ν’ αποδείξει ζημία, εάν, όμως, αποδείξει και άλλη θετική ζημία και εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα ν’ απαιτήσει και αυτήν – Η γενική ρήτρα του άρθ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία “ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη”, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, πηγάζουσα από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή ευθέως από το νόμο, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπομένη ειδική προστασία και δη οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθ. 388 ΑΚ, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξαιτίας ειδικών συνθηκών, όπως είναι και οι νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις του νομίσματος, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή. Στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται, κατ’ εφαρμογή της ρήτρας του άρθ. 288 ΑΚ, η δυνατότητα στο δικαστήριο ν’ αποκλίνει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή μειώνοντας, ανάλογα, το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές ν’ ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά τον χρόνο της εκπλήρωσής τους. Ενόψει της διορθωτικής αυτής λειτουργίας της η αρχή του άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και σε προβλεφθείσα μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν την συμφωνία τους, αν η μεταβολή αυτή είναι τόσο μεγάλη, ώστε η μετά την επέλευσή της εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό προέβλεψε και ανέλαβε, καθόσον στην περίπτωση αυτή η εμμονή στην συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Κατά συνέπεια η ρήτρα του άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται, κατά μείζονα μάλιστα λόγο, και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της παροχής, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθ. 388 ΑΚ με την συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά την διάταξη αυτή, δηλ. το άρθ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθ. 388 ΑΚ. Συγκεκριμένα κατά […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
19 Μαρτίου, 2014
ΣτΠ : Διαγραφή προστίμου από παράνομη στάθμευση οχήματος αν το περιεχόμενο της κλήσεως είναι εσφαλμένο ή ελλιπές
Πολίτες προσέφυγαν στον Συνήγορο, αµφισβητώντας πρόστιµα παράνοµης στάθµευσης που τους επιβλήθηκαν, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να αποδείξουν το βάσιµο των ισχυρισµών τους, καθώς η παράβαση φέρεται να είχε πραγµατοποιηθεί πριν από πολλά έτη. Ο Συνήγορος του Πολίτη υπέδειξε στους πολίτες να ζητήσουν από τις υπηρεσίες των ∆ήµων αντίγραφα των κλήσεων-πράξεων βεβαίωσης παράβασης οχήµατος- προκειµένου να ελέγξουν το περιεχόµενο αυτών. Συγκεκριµένα, τους προέτρεψε να συγκρίνουν τα στοιχεία του οχήµατος ιδιοκτησίας τους, όπως αναγράφονται στην άδεια κυκλοφορίας, µε τα στοιχεία αυτού όπως αναγράφονται στις κλήσεις. Επίσης, πληροφόρησε τους πρoσφεύγοντες να ελέγξουν το περιεχόµενο της κλήσης και κυρίως εάν ήταν όλα τα πεδία αυτής πλήρως συµπληρωµένα. Από τον έλεγχο στο περιεχόµενο των κλήσεων που διενήργησαν οι πολίτες διαπιστώθηκε ότι: (α) είτε ότι οι κλήσεις, βάσει των οποίων τους είχε επιβληθεί το πρόστιµο, δεν περιείχαν σωστά τα στοιχεία του οχήµατός τους (π.χ. αριθµός κυκλοφορίας, µάρκα, χρώµα), (β) είτε ότι δεν είχε προσδιοριστεί επακριβώς η θέση του οχήµατος σε σχέση µε τη περιοχή ισχύος της σήµανσης (π.χ. µη αναγραφή του αριθµού της οδού), ή/και (γ) ότι οι κλήσεις δεν περιείχαν άλλα στοιχεία της παράβασης (π.χ. ποινή). Στη συνέχεια, ο Συνήγορος του Πολίτη επεσήµανε στις αρµόδιες υπηρεσίες των ∆ήµων ότι µε βάση το ισχύον νοµικό πλαίσιο (υπ΄ αριθµ. 2515/64/2007/11-7-2007 ΚΥΑ, και άρθρα 4, 10 & 104 του ΚΟΚ), στην κλήση θα πρέπει να αναγράφονται ορθά όλα τα στοιχεία που αφορούν στον ακριβή προσδιορισµό του οχήµατος του παραβάτη και της παράβασης που διαπράχθηκε. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι στις περιπτώσεις εκείνες που το αρµόδιο διοικητικό όργανο, το οποίο έχει την ευθύνη της ορθής αναγραφής στην κλήση όλων των στοιχείων που προβλέπει ο νόµος, αναγράφει εσφαλµένα ή ελλιπή στοιχεία, η εν λόγω πράξη καθίσταται ακυρωτέα. Συνεπώς, τόνισε ότι, όταν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω περιπτώσεις, η αρµόδια για την είσπραξη αρχή οφείλει να µην προβαίνει στην είσπραξη του προστίµου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είσπραξης γίνεται αυτό αντιληπτό. Κατόπιν των ανωτέρω οι οικονοµικές υπηρεσίες των ∆ήµων (Αθηναίων, Βάρης- Βούλας-Βουλιαγµένης, Σιντικής, Βέροιας) αποδέχθηκαν τις προτάσεις της Αρχής και προέβησαν στη διαγραφή οφειλών από πρόστιµα παράνοµης στάθµευσης. http://curia.gr/
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
14 Μαρτίου, 2014
ΣτΕ 116-119/2013: ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΚΒΣ – ΦΠΑ – ΕΙΣΟΔΗΜΑ
Όταν αποδίδεται σε ορισμένο επιτηδευματία η παράβαση της λήψεως τιμολογίου ή δελτίου αποστολής εικονικού, υπό την έννοια είτε ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί η συναλλαγή στην οποία αυτό αναφέρεται είτε ότι έχει μεν πραγματοποιηθεί η συναλλαγή, όχι όμως, όπως εμφανίζεται, με τον φερόμενο ως εκδότη του τιμολογίου ή δελτίου αποστολής, η φορολογική αρχή βαρύνεται, κατ’ αρχήν, με την απόδειξη της εν λόγω εικονικότητας. Προς τούτο αρκεί, κατ’ αρχήν, ν’ αποδείξει είτε ότι ο εκδότης του τιμολογίου είναι πρόσωπο φορολογικώς ανύπαρκτο, δηλαδή, πρόσωπο που δεν είχε δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε είχε θεωρήσει στοιχεία στην αρμόδια φορολογική αρχή (οπότε ο λήπτης βαρύνεται πλέον ν’ αποδείξει την αλήθεια της συναλλαγής και την καλή του πίστη κατά το χρόνο πραγματοποιήσεώς της), είτε ότι ο εκδότης του τιμολογίου είναι πρόσωπο φορολογικώς μεν υπαρκτό, αλλά συναλλακτικώς ανύπαρκτο (πρβλ. ΣτΕ 505/2012, 1498/2011, 3528, 1184/2010), οπότε, σε περίπτωση αποδείξεως ανυπαρξίας της συναλλαγής (λόγω του ότι ο εκδότης του τιμολογίου είναι πρόσωπο συναλλακτικώς ανύπαρκτο) δεν είναι δυνατόν να τεθεί θέμα καλής πίστης του λήπτη του εικονικού στοιχείου (βλ. ΣτΕ 1184, 1126/2010). Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, ενώπιον του οποίου αμφισβητείται ο χαρακτηρισμός του τιμολογίου ως εικονικού υποχρεούται, κατά τις διατάξεις περί αποδείξεως (άρθρα 144 επ. του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ΚΔΔ), να εκφέρει την κρίση του σχηματίζοντας πλήρη και βέβαιη δικανική πεποίθηση χρησιμοποιώντας όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα δικαστικά τεκμήρια, περί της συνδρομής των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, αφού προηγουμένως εκτιμήσει συνολικά τα υφιστάμενα στο φάκελο της υπόθεσης στοιχεία και όχι μεμονωμένα το καθένα απ’ αυτά. Αν δε το δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι τα υπάρχοντα στοιχεία είναι ανεπαρκή προς σχηματισμό βέβαιης δικανικής πεποίθησης, έχει τη δυνατότητα, κατά την κρίση του, να διατάξει, κατ’ άρθρο 152 επ. (και 96 παρ. 3) του ΚΔΔ τη συμπλήρωση των αποδείξεων και, τελικώς, να κρίνει την υπόθεση, αφού κατανείμει το βάρος αποδείξεως μεταξύ των διαδίκων (ΣτΕ 505/2012, 2984, 1402/2011, 1773/2010). Όπως, εξάλλου, έχει κριθεί, τα διοικητικά δικαστήρια μπορούν, στηριζόμενα στα διδάγματα της κοινής πείρας, να συναγάγουν από αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά, συμπεράσματα περί της συνδρομής ή μη άλλων πραγματικών περιστατικών. Τούτο δε, διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν αποτελούν από μόνα τους αποδεικτικά μέσα, συνίστανται σε γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία και τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις του μέσης μορφώσεως ανθρώπου. Τα δικαστήρια της ουσίας, στο πλαίσιο εξευρέσεως της αντικειμενικής αλήθειας, καταφεύγουν σε αυτά, μόνον αφού, προηγουμένως, ο διάδικος έχει κατ’ αρχήν ανταποκριθεί, έστω και περιορισμένα, στο βάρος απόδειξης που του έχει ταχθεί ή του αναλογεί και όχι σε περίπτωση, που ο διάδικος δεν έχει επιτύχει ν’ αποδείξει, έχοντας εξαντλήσει κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο του οποίου έχει γίνει επίκληση παραδεκτώς, τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών που ισχυρίζεται ότι συντρέχουν και αποδεικνύουν την πραγματική βάση των επιμέρους ισχυρισμών του (ΣτΕ 1282/2011). Απαραδέκτως, κατά συνέπεια, προβάλλεται λόγος περί ευθείας παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθόσον, όπως έχει κριθεί, η παράβασή τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως (πρβλ. ΣτΕ 3204 – 5/2011, 1155/2000, 4181/1990). Περαιτέρω, όπως […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
13 Μαρτίου, 2014
Μονομελές Πλημ/κείο Πειραιώς αρ.469/2013: Αθώωση κατηγορουμένου για οφειλές στο δημόσιο λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης
“Από την αποδεικτική διαδικασία και ειδικότερα από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε και τα έγγραφα που αναγνώστηκαν προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης που του αποδίδονται. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι, όσον αφορά στις επίδικες οφειλές προς το Δημόσιο, ο κατηγορούμενος είχε ασκήσει προσφυγές και αιτήσεις αναστολής των οικείων διοικητικών πράξεων, δυνάμει δε των υπ’ αριθμ. 2285, 2286 και 2287/2006 αποφάσεων του Τριμ.Δπρ.Αθ είχαν γίνει δεκτές οι αιτήσεις αναστολής, με αποτέλεσμα να μην ευθύνεται για την μη καταβολή των αναφερόμενων σε αυτές χρεών. Επισημαίνεται, βέβαια, ότι μετά την απόρριψη των προσφυγών από τα οικεία διοικητικά δικαστήρια ανέκυψε εκ νέου υποχρέωση του κατηγορουμένου περί μεταβολή, των εν λόγω χρέων προς το Δημόσιο. Ωστόσο, ενόψει του εν λόγω η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο φέρεται ότι είχε τελεστεί κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/2006 έως 1/3/2011, ήτοι σε χρόνο που ίσχυε η αναστολή εκτέλεσης των επίδικων αρχών. (βλ. σχετ. κατάθεση μάρτυρα περί του ότι οι προσφυγές απορρίφθηκαν το έτος 2012), πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος της πράξης που του αποδίδεται, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Δικάζει παριστάμενο δια πληρεξουσίου του κατ/νο …. . ΚΗΡΥΣΕΙ τον κατηγορούμενο αθώο του ότι ….. στov Κορυδαλλό, κατά το χρονικό διάστημα απο 01.08.2006 έως 01.03.2011, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου, τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα που τo κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων, μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού σε βάρος του ατομικό χρέη προς το Δημόσιο, όπως αναλυτικώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Κορυδαλλού, ηθελημένα δεν κατέβαλε συνολικό ποσό είκοσι τρεις χιλιάδες διακόσια πέντε ευρώ και πενήντα ένα λεπτά (23.205,51€) μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ήτοι δεν κατέβαλε ποτέ τα εξής ποσά: […] AΠΑΛΛΑΣΕΙ τον μηνυτή …. ,από την πληρωμή των δικαστικών εξόδων και τελών της προκειμένης δίκης. Γίνεται μνεία ότι μετά από εξέταση κάθε μάρτυρα και πριv από την έκδοση κάθε απόφασης, δίδονταν ο λόγος κατά σειρά, σε όλους τους παράγοντες της δίκης, τελευταία, δε πάντοτε στην πληρεξούσια δικηγόρο του κατ/νου. (Χρυσούλα Χριστίνα Φραγκάκη) ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του”. (τράπεζα νομικών πληροφοριών Nomos)
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
10 Μαρτίου, 2014
ΑΠ 109/2013: Παραίτηση από το δικόγραφο με εξώδικο – Κλήτευση διαδίκων σε μετ'αναβολή δικάσιμο
Παραίτηση από το δικόγραφο μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση- Η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η οποία όμως δεν καλύπτει τα τυχόν ελαττώματα της μη νόμιμης παράστασης του απόντος διαδίκου κατά την αρχική δικάσιμο. « (…) Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 4/2012, Ολ.ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ’ άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ’ αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΟλΑΠ 744/1982)…. (…)Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ -
9 Μαρτίου, 2014
ΑΠ 36/2013: Διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Άρειος ΠάγοςΑριθμός Απόφασης: 36Κλάδος Δικαίου: ΑστικόΈτος: 2013Κύρια Εξειδίκευση: Αγωγή διαρρήξεωςΕξειδικεύσεις: άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ Σύντομη Περίληψη: – Διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας. Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. – Από τις διατάξεις των άρθρων 939 έως 942 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Τα ανωτέρω στοιχεία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή για να είναι ορισμένο το δικόγραφο αυτής. Ακόμη, μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η αγωγή διαρρήξεως για να είναι ορισμένη, περιλαμβάνονται το ποσό της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής, αν δε το απαλλοτριωθέν έχει μεγαλύτερη αξία από την απαίτηση του δανειστή, η διάρρηξη είναι μερική και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαιτήσεως του δανειστή προς την αξία του απαλλοτριωθέντος (ΟλΑΠ 15/2012). – Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος. Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία ) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή ή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. Διατάξεις: ΑΚ: 939, 942, ΚΠολΔ: 216, 559 αριθ. 1, Σχόλια Δημοσίευση: INLAW, 2013, σελίδα 0, , σχολιαστής Κείμενο Αριθμός 36/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1′ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Καλούδη), Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Ι., κατοίκου XXX, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσιάντο. Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. Γ. του Ν. και 2. Β. συζ. Σ. Γ. του γένος Η. Γ., κατοίκων αμφοτέρων XXX, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 30.3.2012 δήλωσή του για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε […]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
