ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 4709/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 13°
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή, Ευαγγελία Αρβανίτου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα, Έλενα Παϊλα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «Ε.ΥΔ.Α.Π. Εταιρεία Υδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας Α.Ε.», που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Δήμητρα Μερκουράκη (ΑΜΔΣΑ 37881), με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : ………….. του ………. ατομικώς (ως ιδιοκτήτριας) και υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας και νόμιμης εκπροσώπου της συνιδιοκτησίας πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ……….. (ΑΦΜ ………..), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Παναγιώτη Αθανασόπουλο (ΑΜΔΣΑ 15431), με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 14.4.2019 (αριθμός κατάθεσης κατάθεσης ………../2019) αγωγή της. Το παραπάνω Δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 1843/2022 οριστική απόφασή του με την οποία δέχτηκε την αγωγή.
Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, με την από 1.6.2022 και με αριθμό κατάθεσης ………./2022 έφεσή της προς το Δικαστήριο αυτό. Η συζήτηση της έφεσης προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 8ης.2.2024 και κατόπιν αναβολής για την παρούσα δικάσιμο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η κρινόμενη έφεση κατά της με αριθμό 1843/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 11.5.2022 (βλ. την με αριθμό ……Γ/11.5.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ………) και η έφεση ασκήθηκε στις 3.6.2022, ήτοι εντός της 30ημερης προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, εφόσον παραδεκτά και νομότυπα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, (άρθρα 19, 495 επ., 511, 513 παρ.1 1, 516 παρ.1 1, 517, 518 παρ. 1 1 Κ.Πολ.Δ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια όπως παραπάνω διαδικασία, για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) δεδομένου ότι για το παραδεκτό της προκαταβλήθηκε από την εκκαλούσα, κατά την κατάθεση της, και το οριζόμενο στο το άρθρο 495 παρ. 3 παράβολο των 100 ευρώ (το υπ` αριθμ. ……….. e-παράβολο, που αναγράφεται στην με αριθμό έκθεση κατάθεσης ………../2022 εφέσεως).
II. Με την από 14.4.2019 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα εξέθετε ότι είναι διαχειρίστρια των συνιδιοκτησιών οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού ……….. στην περιοχή …………… Αθηνών. Οτι η εν λόγω οικοδομή υδρεύεται με τον με αριθμό Α…….. και αριθμό μητρώου ……… μετρητή κοινόχρηστης παροχής από την εναγόμενη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ Α.Ε.», ενώ και η αποχέτευσή της εξυπηρετείται από το δίκτυο αυτής (Ε.ΥΔ.Α.Π.), ότι η τριμηνιαία κατανάλωση της κοινόχρηστης παροχής ύδατος ύδατος δεν υπερέβαινε τα οκτώ (8) ευρώ μέχρι και το έτος 2016, ότι στις 4.3.2017 θυροκολλήθηκε στην ως άνω οικοδομή με επιμέλεια της εναγόμενης ειδοποίηση περί υπερβολικά αυξημένης κατανάλωσης ύδατος, ότι κατόπιν επιτόπιας αυτοψίας ιδιώτη υδραυλικού που προσελήφθη για την ανωτέρω αιτία από την ενάγουσα υπό την ως άνω ιδιότητά της διαπιστώθηκε αφανής διαρροή του ως άνω μετρητή, ότι εντωμεταξύ η εναγομένη εξέδωσε για το χρονικό διάστημα από 2.12.2016 έως 4.3.2017 το υπ’ αριθμ. ………../6.12.2016 παραστατικό δυνάμει του οποίου υποχρεώθηκαν οι συνιδιοκτήτες της ως άνω οικοδομής να καταβάλουν το συνολικό ποσόν 37.696,00 ευρώ, εκ του οποίου ποσόν 18.296,79 ευρώ αντιστοιχούσε στην κατανάλωση ύδατος 5.783 κ.β και ποσόν 13.722,59 ευρώ σε δαπάνη αποχέτευσης, ότι κατόπιν της αποκατάστασης της προρρηθείσας βλάβης η εναγόμενη εξέδωσε το υπ’ αριθμ. ……… παραστατικό για το χρονικό διάστημα από 5.3.2017 έως 9.6.2017 δυνάμει του οποίου υποχρεώθηκαν οι συνιδιοκτήτες της ως άνω οικοδομής να καταβάλουν το συνολικό ποσόν των 1.644,00 ευρώ, εκ του οποίου ποσόν 796,53 ευρώ αντιστοιχούσε στην κατανάλωση ύδατος δίχως να διαλαμβάνεται σχετική μνεία περί της προηγούμενης οφειλής, ποσού 37.696,00 ευρώ, ότι οι επόμενοι λογαριασμοί περιείχαν την προηγούμενη οφειλή καθώς και την επισήμανση περί διακοπής της υδροδότησης σε περίπτωση μη εξόφλησης της συνολικής οφειλής αυτής, ότι προς τούτο η εναγόμενη απέστειλε σχετικές επιστολές καλώντας τους συνιδιοκτήτες να προβούν στην άμεση τακτοποίηση της οφειλής στο σύνολό της, ότι ένεκα του ατελέσφορου των προσπαθειών της ενάγουσας για ρύθμιση του ζητήματος λόγω της επί της ουσίας άρνησης των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης να επιληφθούν αυτού (ζητήματος) απευθύνθηκε στην Ανεξάρτητη Αρχή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, ότι η εν λόγω αρχή επ` αφορμή της σχετικής αναφοράς της ενάγουσας συνέταξε την υπ` αριθμ. …../21.2.2018 έγγραφη σύσταση-πόρισμά της κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ότι η εναγόμενη κατόπιν της κοινοποίησης -και- σ` αυτήν του ως άνω πορίσματος προέβη σε αναμόρφωση της οφειλής, ύψους 37.696,00 ευρώ στο ποσόν των 13.016,55 ευρώ και της οφειλής, ύψους 1.644,00 ευρώ στο ποσόν των 650,33 ευρώ παρά τη σχετική σύσταση της ανωτέρω αρχής για τιμολόγηση μόνο των 1000 κ.β. κατανάλωσης ύδατος, αφαιρουμένων των τελών αποχέτευσης, σύσταση την οποία αποδέχθηκε η ενάγουσα ως δίκαιη και εύλογη. Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ως τιμολογούμενη κατανάλωση ύδατος για το χρονικό διάστημα από 2.12.2016 έως 4.3.2017 για τον υπ` αριθμ. Α……… μετρητή της κοινόχρηστη παροχής της πολυκατοικίας τα 1000 μ3 αντί των φερομένων ως καταναλωθέντων 5.873 μ3, ποσού 18.296 ευρώ αφαιρουμένων δε και των τελών αποχέτευσης, ποσού 17.016,75 ευρώ και να καταδικασθεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία δέχτηκε την αγωγή και όρισε ως τιμολογούμενη κατανάλωση ύδατος της περιόδου από 2.12.2016 έως 4.3.2017 για τον υπ` αριθμ. Α……… μετρητή της κοινόχρηστη παροχής της πολυκατοικίας τα 1000 μ3. Τέλος, καταδίκασε την εναγομένη στη δικαστική δαπάνη της ενάγουσας. Κατά της πιο πάνω απόφασης παραπονείται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα η οποία, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της έφεσης της, ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης με το σκοπό όπως απορριφθεί η αγωγή.
III. Οι υπηρεσίες γενικού – κοινωνικού ενδιαφέροντος καλύπτουν ένα ευρύ πεδίο υπηρεσιών και προϊόντων κοινής ωφέλειας, όπως η μεταφορά, η ύδρευση, ο ηλεκτρισμός, το φυσικό αέριο, οι τηλεπικοινωνίες, οι ταχυδρομικές υπηρεσίες κλπ, που παρέχονται, από δημόσιες ή ιδιωτικές εταιρίες και θεωρούνται βασικές για τη λειτουργία της σύγχρονης κοινωνίας. Η διαθεσιμότητα, η τιμή και η ποιότητα αυτών των υπηρεσιών είναι εξ ορισμού υψίστης σημασίας για τους καταναλωτές. Οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος και ανήκουν στο Ελληνικό κράτος ή ελέγχονται από αυτό, υπάγονται στην κατηγορία των ΔΕΚΟ (Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί). Εφόσον δε οι ΔΕΚΟ παρέχουν γενικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας με βάση Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ), οι ΓΟΣ ερμηνεύονται λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης προστασίας των καταναλωτών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του νόμου 2251/1994 (Α` 191). Για το λόγο αυτό οι ΔΕΚΟ δεν πρέπει να χρησιμοποιούν καταχρηστικούς Γ.Ο.Σ, με την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 και 7, του ανωτέρω νόμου. Εξ άλλου, με το νόμο 1068/1980 «Σύσταση ΕΥΔΑΠ -υδραυλικά έργα – σχέσεις με ΟΤΑ κλπ», ιδρύθηκε η Ανώνυμη Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας, η οποία, με το νόμο 2744/1999 «Ρυθμίσεις θεμάτων της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας και άλλες διατάξεις», πήρε τη σημερινή της νομική μορφή, παραμένοντας στην ιδιοκτησία του ελληνικού δημοσίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του νόμου 3429/2005 (ΦΕΚ Α` 314) σχετικά με τις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς (Δ.Ε.Κ.Ο.), κάθε δημόσια επιχείρηση που προσφέρει προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές υποχρεούται εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση του νόμου να καταρτίσει και να υποβάλει στη Διυπουργική Επιτροπή Δημόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισμών ένα Χάρτη Υποχρεώσεων προς τον Καταναλωτή (Χ.Υ.Κ.). Ο Χ.Υ.Κ. καθορίζει τις καταστατικές υποχρεώσεις, τους όρους, υπό τους οποίους η δημόσια επιχείρηση παρέχει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της προς τους καταναλωτές και τη διαδικασία αποζημίωσης προς αυτούς σε περίπτωση μη τήρησης εκ μέρους της των ανωτέρω υποχρεώσεων και όρων. Σύμφωνα με τον Χάρτη Υποχρεώσεων προς τους Καταναλωτές της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, η εταιρεία, εκτός των, άλλων, έχει και την υποχρέωση, σε περίπτωση που η κατανάλωση είναι μεγαλύτερη από 90 κ. μ. ύδατος και παρουσιάζει αύξηση μεγαλύτερη από 50% σε σχέση με την αντίστοιχη κατανάλωση προηγούμενου έτους, να ενημερώσει αμέσως τον πελάτη της. Περαιτέρω υποχρεούται να χρεώσει τα επιπλέον καταναλωθέντα κυβικά μέτρα νερού με την 3η κλίμακα χρέωσης του Γενικού Τιμολογίου μειωμένη κατά 40% εφόσον: η κατανάλωση υπερβαίνει τα 90μ3/τρίμηνο και είναι αυξημένη κατά 50% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή κατανάλωση ή του αμέσως προηγούμενου διαστήματος σε περίπτωση νέου ιδιοκτήτη ή ενοίκου. Στην περίπτωση αυτή, ο πελάτης πρέπει να υποβάλει αίτημα για έκπτωση, δηλώνοντας με Υπεύθυνη Δήλωση κατά το Ν. 1599/86 ότι επισκεύασε την αφανή διαρροή, προσκομίζοντας νόμιμη απόδειξη υδραυλικού, από την οποία να προκύπτει ότι η διαρροή επισκευάστηκε. Μάλιστα, όταν η αφανής διαρροή είναι τέτοια που η κατανάλωση υπερβαίνει τα 500μ3/τρίμηνο και είναι αυξημένη κατά 100% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή κατανάλωση και ο πελάτης δεν ικανοποιείται από τη μείωση που του έγινε με βάση την 3η κλίμακα μειωμένη κατά 40%, η επίλυση της διαφοράς παραπέμπεται σε ειδική επιτροπή. Περαιτέρω, με την Υ.Α. Δ16γ/015/564/δ (Εσωτερικών, Εθν. Οικονομίας και Δημ. Εργων) της 11.8/12.9.88 «Δικαιώματα χρήσης υπονόμων ακινήτων που δεν υδρεύονται εν όλω ή εν μέρει από το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ» (ΦΕΚ Β’ 670/1998), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Α` Ο καταλογισμός των δικαιωμάτων χρήσης υπονόμων, για τα ακίνητα που αποχετεύονται στο δίκτυο αποχέτευσης, αλλά δεν υδρεύονται από το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ, θα γίνεται από την αρμόδια Υπηρεσία Εσόδων Αποχέτευσης, εφόσον τα ακίνητα διαθέτουν όργανα (υδρομετρητές) μέτρησης της ποσότητας του νερού που καταναλώνεται σ` αυτά. Ο υπολογισμός των παραπάνω δικαιωμάτων χρήσης θα είναι σύμφωνος με τα αναφερόμενα στις διατάξεις του Νόμου 4129/1961, άρθρο 2, παρ. 1 περίπτωση γ` και του Νόμου 1068/1980, άρθρο 16, ή όπως θα ισχύει εκάστοτε για τα ακίνητα που υδρεύονται από το δίκτυο της ΕΥΔΑΠ. Η ετήσια κατανάλωση που διαπιστώνεται, θα καταγράφεται από τους αρμόδιους φορείς υδροδότησης των ακινήτων και μερίμνη τους (των Ο.Τ.Α.) θα διαβιβάζεται στην ΕΥΔΑΠ. …Τα καταλογισθέντα κατά τα προηγούμενα εδάφια ετήσια δικαιώματα, ισχύουν μέχρι μεταβολής των πραγματικών περιστατικών που βασίστηκε ο υπολογισμός τους, ή μεταβολής του προσώπου του υπόχρεου. Αναθεώρηση μπορεί να γίνει λόγω μεταβολής των συνθηκών ή αυτεπάγγελτα από την ΕΥΔΑΠ ή μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου και τα οριζόμενα στα Α` και Β` εδάφια της παρούσης απόφασης με ετήσια μόνο αναδρομικότητα». Από τον συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η ΕΥΔΑΠ, στο ως άνω πλαίσιο των δραστηριοτήτων της συνάπτει συμβάσεις παροχής υπηρεσιών με τους καταναλωτές, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, τους γενικούς όρους συναλλαγών και τους ειδικούς όρους που αφορούν ειδικές συμφωνίες ανάμεσα σ` αυτή και τον συμβαλλόμενο καταναλωτή (πρβλ. ΑΠ 296/2001, Τ. Ν. Π. «Νόμος»). Ειδικότερα η σύμβαση που συνάπτει ο καταναλωτής με την ΕΥΔΑΠ είναι μια ιδιότυπη μικτή σύμβαση, αφού σ` αυτήν συνυπάρχει το στοιχείο της χρήσης του αποχετευτικού δικτύου (μίσθωση πράγματος) με το στοιχείο της παροχής των αντίστοιχων υπηρεσιών από την εργολάβο εταιρεία (μίσθωση έργου). Εφόσον όμως την ευθύνη πραγματοποίησης του αποτελέσματος, την φυσική εξουσίαση του δικτύου, την διεύθυνση του χειρισμού του και την συντήρηση του εξακολουθεί να διατηρεί η εργολάβος, θεωρείται ότι υπερισχύει ο χαρακτήρας της σύμβασης έργου, οι διατάξεις της οποίας και εφαρμόζονται, κατά το μέτρο που αρμόζουν στην συγκεκριμένη σύμβαση (βλ. και Γεωργιάδη-Σταθόπουλου Ερμ Α.Κ. κάτω από τα άρθρα 681-702 Α.Κ.). Επίσης, από τις ίδιες, ως άνω, διατάξεις συνάγεται το συμπέρασμα ότι η φιλοσοφία και η πολιτική της ΕΥΔΑΠ, όπως και όλων των ΔΕΚΟ ως οργανισμών που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, είναι προσανατολισμένη στην εξυπηρέτηση του πολίτη. Ο τελευταίος υποχρεούται, σε αντάλλαγμα για τη χρήση ή τη δυνατότητα χρήσης των υπηρεσιών που του παρέχονται, να καταβάλει στην εταιρεία το ποσό που συμφωνήθηκε (πρβλ ΑΠ 1702/2011, ΕφΑθ 178/2010, Τ. Ν. Π. «Νόμος»). Το αντάλλαγμα έχει τον χαρακτήρα ανταποδοτικού τέλους και καταβάλλεται προς αντιμετώπιση εκ μέρους της εταιρείας της συντήρησης του αποχετευτικού της δικτύου και της εξέλιξης των υπηρεσιών της προς τον καταναλωτή. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, τέλος, ότι ο νομοθέτης παρέσχε στην ΕΥΔΑΠ, ακριβώς λόγω της ιδιότητας της ως επιχείρησης κοινής ωφέλειας, ευρύ πεδίο πρωτοβουλιών προς αντιμετώπιση των ιδιαιτεροτήτων κάθε επί μέρους περίπτωσης και της επίλυσης των προβλημάτων που, τυχόν, παρουσιάζονται. Για το σκοπό τούτο, άλλωστε, της παρέχει τη δυνατότητα μείωσης των λογαριασμών του καταναλωτή σε περίπτωση που διαπιστωθεί βλάβη στο δίκτυο ύδρευσης από την οποία προήλθε ακούσια και ανυπαίτια διαρροή ύδατος. Ειδικότερα δε και όσον αφορά την περίπτωση που το ακίνητο υδρεύεται από άλλη εταιρεία και η ΕΥΔΑΠ παρέχει μόνο τις υπηρεσίες αποχέτευσης, ναι μεν ο νόμος προβλέπει έναν τρόπο αντικειμενικής τιμολόγησης των παρεχόμενων υπηρεσιών, ο οποίος συνίσταται σε ποσοστό επί της ποσότητας του ύδατος που καταναλώθηκε, πλην όμως αυτονόητο είναι ότι για να υφίσταται υποχρέωση του καταναλωτή για καταβολή του σχετικού ποσού θα πρέπει να έχουν παρασχεθεί από την εταιρεία οι αντίστοιχες υπηρεσίες. Στην αντίθετη περίπτωση, σε περίπτωση δηλαδή που ο καταναλωτής ούτε χρησιμοποίησε, αλλ` ούτε και είχε δυνατότητα να χρησιμοποιήσει, τις παρεχόμενες από την εταιρεία υπηρεσίες, δεν οφείλεται αντάλλαγμα, αφού δεν είναι δυνατόν να οφείλεται τέτοιο για υπηρεσίες των οποίων δεν έγινε χρήση και συνεπώς δεν παρασχέθηκαν. Τούτο προκύπτει σαφώς, τόσο από τον, κατά τα προαναφερθέντα, κοινωνικό χαρακτήρα της ΕΥΔΑΠ, όσο και από την υποχρέωση που η ίδια έχει αναγνωρίσει για τον εαυτό της (Χ.Υ.Κ) να μειώνει τα ποσά που καταλόγισε στους καταναλωτές, σε περίπτωση αυξημένης κατανάλωσης ύδατος σε σχέση με την αντίστοιχη κατανάλωση προηγούμενου έτους. Και ναι μεν δεν έχει θεσπίσει ρητά αντίστοιχη υποχρέωση της για την περίπτωση που παρέχει μόνο αποχετευτικές υπηρεσίες, πλην όμως είναι απολύτως λογικό να υπάρξει, και στην περίπτωση αυτή, αναλογική εφαρμογή της ανωτέρω υποχρέωσης. Τούτο διότι εφόσον, στην περίπτωση αυξημένης κατανάλωσης ύδατος, η ίδια η ΕΥΔΑΠ αναγνωρίζει την υποχρέωση της να μειώσει το αντάλλαγμα που υποχρεούται να της καταβάλει ο καταναλωτής δεχόμενη ότι, μολονότι εκείνη παρέσχε την αντίστοιχη ποσότητα ύδατος, ο τελευταίος δεν είχε την δυνατότητα να την χρησιμοποιήσει, είναι απολύτως λογικό, αντίστοιχα, να μην έχει δικαίωμα είσπραξης ποσού για υπηρεσίες αποχέτευσης που δεν παρέσχε.
IV. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής, προκύπτει ότι αυτή είναι απολύτως ορισμένη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 117, 118 και 216 Κ.Πολ.Δ., καθόσον αναφέρει όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αξιούμενο από την ενάγουσα δικαίωμα και ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή: α) πόσα κυβικά μέτρα νερού απωλέσθηκαν, χωρίς να καταλήξουν στο δίκτυο αποχέτευσης της εναγομένης, β) η τιμολόγηση ανά κ.μ. για το δικαίωμα χρήσης αποχέτευσης της εναγομένης, γ) το τελικό ποσό το οποίο δεν υποχρεούται να καταβάλει η ενάγουσα λόγω της μη χρήσης του ύδατος ως και των υπηρεσιών αποχέτευσης για τα κυβικά αυτά μέτρα τα οποία απωλέσθηκαν και δεν κατέληξαν στο δίκτυο της εναγομένης και δ) το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε κατά τον προσήκοντα τρόπο στα αιτήματα της ενάγουσας περί διευθέτησης της διαφοράς, συμπεριφορά η οποία εξανάγκασε την τελευταία να απευθυνθεί στην Ανεξάρτητη Αρχή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, στο πόρισμα του οποίου η εναγόμενη υποχρεώθηκε να απαντήσει, συμμορφούμενη εν μέρει στις συστάσεις αυτού. Δεν έσφαλε συνεπώς η εκκαλουμένη η οποία έκρινε ορισμένη την αγωγή, γι` αυτό και απορριπτέος κρίνεται ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος της έφεσης.
V. Κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφόμενων ορίων. Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μικρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 10/2012).
Η εναγόμενη με τον τέταρτο λόγο της έφεσης της διατείνεται ότι κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281ΑΚ απέρριψε τη σχετική ένσταση που είχε προβληθεί νομότυπα στο πρώτο βαθμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, συνιστάμενης αφενός στη μη χρήση των δικαιωμάτων που της επιφυλάσσει ο Κανονισμός Λειτουργίας Δικτύου Ύδρευσης ΕΥΔΑΠ αφετέρου στην απεύθυνση της ενάγουσας στην Ανεξάρτητη Αρχή του Συνηγόρου του Καταναλωτή και στην άσκηση της επίδικης αγωγής. Ωστόσο, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο του και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο (V) μείζονα σκέψη, η ως άνω ένσταση της εκκαλούσας – εναγόμενης ορθά απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως μη νόμιμη, αφού δεν διαλαμβάνονται εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται από τον επικαλούμενο κανόνα δικαίου, προκειμένου να θεμελιωθεί το σχετικό δικαίωμα της εναγόμενης, όπως αυτά αναφέρθηκαν στη ανωτέρω μείζονα σκέψη και, επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI. Από την προσκομιζόμενη από την εναγόμενη-εκκαλούσα υπ’ αριθμ. …./2019 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος …………. που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ……….., κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. σχετ. την υπ` αριθμ. …..Β/19.7.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιά, ………..), καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που, νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι συνιδιοκτήτρια διαμερίσματος οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού ………. στην Αθήνα και ατύπως διαχειρίστρια των συνιδιοκτησιών της εν λόγω οικοδομής. Η οικοδομή αυτή υδρεύεται από την εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ε.ΥΔ.Α.Π. Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας Α.Ε.», διατηρεί δε προς τούτο τον με αριθμό Α……… (με αριθμό μητρώου …..) μετρητή. Η αποχέτευση της οικίας διενεργείται από το δίκτυο της Ε.ΥΔ.Α.Π. και οι σχετικοί λογαριασμοί εκδίδονταν από την εν λόγω εταιρεία σε τριμηνιαία βάση, το ύψος των οποίων κυμαίνονταν περίπου στα οκτώ (8) ευρώ, μέχρι και το έτος 2016, που αντιστοιχούσε σε 5.7 έως 5,9 μ3 με ανώτατη κατανάλωση 8 μ3 καταναλωθέντος ύδατος, συμπεριλαμβανομένων στο ως άνω ποσό και των τελών αποχέτευσης. Στις 4.3.2017 θυροκολλήθηκε στην εν λόγω οικοδομή ειδοποίηση της εναγόμενης περί υπερβολικά αυξημένης κατανάλωσης ύδατος. Κατά την περίοδο από 2.12.2016 έως 4.3.2017 παρουσιάστηκε κατακόρυφη άνοδος της κατανάλωσης ύδατος στην, ως άνω, κοινόχρηστη παροχή της ανωτέρω οικοδομής, η οποία ανήλθε σε 5.783 μ3. Κατόπιν τούτου στις 28.3.2017 μετέβη στην ως άνω οικοδομή υπάλληλος της εναγόμενης-εκκαλούσας, όπου κατόπιν αυτοψίας κατέγραψε την ένδειξη του ανωτέρω μετρητή, η οποία ανερχόταν στα 6.415 μ3 καταναλωθέντος ύδατος. Στις 12.4.2017 ειδοποιήθηκε το επιχειρησιακό κέντρο της εναγόμενης για κλείσιμο του υδρομετρητή λόγω διαρροής, ο οποίος κατά την μετάβαση των αρμοδίων προς τούτο τεχνικών ανευρέθηκε κλειστός. Εν συνεχεία η εναγόμενη απέστειλε επείγουσα ειδοποίηση προς τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής καλώντας τους να προβούν άμεσα στην επισκευή της βλάβης με δικές τους δαπάνες, όπερ και έπραξαν προσλαμβάνοντας προς τούτο υδραυλικό (βλ. σχετ. την από 11.5.2017 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του …….), ως τούτο δε συνομολογείται από την εναγόμενη. Σύμφωνα δε και με την από 12.6.2017 έκθεση των τεχνικών αυτής (εναγομένης), που συνέταξαν κατόπιν επιτόπιας αυτοψίας, καταγράφεται ότι “ευρέθη αφανής διαρροή, νέα σωλήνα μετά τον μετρητή, ένδειξη 6.415”. Όπως προαναφέρθηκε, η μέση τριμηνιαία κατανάλωση ύδατος για το πριν την διαρροή χρονικό διάστημα ήταν 5,7 έως 5,9 μ3. Επομένως, με βάση την μέση αυτή τριμηνιαία κατανάλωση ύδατος, απωλέσθηκε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω της διαρροής σημαντική ποσότητα ύδατος. Ως αποδείχθηκε μετά την διαπίστωση της διαρροής και την επισκευή της, η ενάγουσα, ως εκπρόσωπος της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών ζήτησε, κατ` αρχήν, από την εναγόμενη την μείωση των καταλογισθέντων ποσών διά των ως άνω λογαριασμών. Ενόψει δε της ως άνω οφειλής και της μη εξόφλησης αυτής από τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής, η εναγόμενη προέβη σε διακοπή της υδροδότησης. Η ενάγουσα με την με αριθμό πρωτοκόλλου …../28.9.2017 αναφορά της ενώπιον της ανεξάρτητης αρχής του Συνηγόρου του Καταναλωτή, παρέθεσε το ιστορικό της διαφοράς, μεμφόμενη την εναγόμενη αφενός περί υπέρογκης τιμολόγησης ύδατος δίχως να συντρέχει ο όρος της χρήσης αυτού λόγω της αφανούς διαρροής ύδατος ένεκα βλάβης, για την οποία ουδεμία ευθύνη έφεραν οι συνιδιοκτήτες της οικοδομής, πολλώ δε μάλλον καθόσον δεν ουδόλως υπέπεσε στην αντίληψη τους τούτο παρά μόνο κατόπιν της σχετικής ειδοποίησης της εναγόμενης αφετέρου περί επίδειξης αδιαλλαξίας εκ μέρους της τελευταίας ως προς τη μείωση του αρχικού ποσού στο ποσόν των 14.000,00 ευρώ, το οποίο τυγχάνει κατά την κρίση της ενάγουσας, υπό τη ως άνω ιδιότητα μη εύλογο. Σε απάντηση της ως άνω αίτησης – αναφορά η ανωτέρω αρχή εξέδωσε το υπ` αριθμ. …./2018 πόρισμα με το οποίο συνέστησε στην εναγόμενη με τις ειδικότερες σ` αυτό διαλαμβανόμενες αιτιολογίες να προβεί στην τιμολόγηση μόνο 1.000 μ3 αντί των 5.783 μ3 αφαιρουμένων των τελών αποχέτευσης. Η εναγόμενη παρά τη μη δεσμευτικότητα του εν λόγω πορίσματος προέβη στη μείωση του αρχικώς καταλογισθέντος ποσού, επικαλούμενη την ……/11.5.2016 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής (ΕΥΔΑΠ), με το οποίο ορίστηκε στο ποσόν των 13.016,55 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 2.12.2016 έως 4.3.2017 αντί του ποσού των 37.696 ευρώ και στο ποσόν των 650,33 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 5.3.2017 εως 9.6.2017 αντί το ποσού των 1.644,00-ευρώ. (βλ. σχετ. την με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΞ ΓΓ ……/21.5.2018 επιστολή της γενικής διεύθυνσης πελατών της εναγόμενης). Εκ των ανωτέρω καθίσταται εναργές ότι ο υπολογισμός των καταλογισθέντων κυβικών μέτρων ύδατος ως και η τιμολόγηση αυτών έλαβε χώρα με την παραδοχή της απρόοπτης μεταβολής συνθηκών, συνιστάμενης στην αφανή διαρροή της ανωτέρω ποσότητας ύδατος, η οποία δεν δύναται να λογισθεί ως κατανάλωση, η οποία προϋποθέτει την εκούσια έστω και άσκοπη και αλόγιστη χρήση εκ μέρους του καταναλωτή και ουχί, όπως εν προκειμένω, την απώλεια ύδατος ακουσίως, οφειλόμενη σε βλάβη για την οποία ουδόλως ευθύνονται οι συνιδιοκτήτες της εν λόγω οικοδομής ούτε δε, την αντιλήφθησαν και αμέλησαν να την επισκευάσουν, τουναντίον μάλιστα, ως αποδείχθηκε έπραξαν τα δέοντα εν ευθέτω χρόνο. Με βάση όσα παραπάνω έγιναν δεκτά, αποδείχθηκε ότι οι συνιδιοκτήτες της ως άνω οικοδομής, ως εκπροσωπούνται από την ενάγουσα, αναφορικά με την ως άνω απολεσθείσα ποσότητα ύδατος, δεν έκαναν χρήση του αποχετευτικού δικτύου της ΕΥΔΑΠ, ούτε και δυνατότητα τέτοιας χρήσης είχαν, αφού η ποσότητα του ύδατος που απωλέσθηκε στο έδαφος, οφειλόταν σε διαρροή του σωλήνα μετρητή της κοινόχρηστης παροχής ύδρευσης της οικοδομής, ήτοι σε αιτία ανυπαίτια που έλαβε χώρα εν αγνοία αυτών (συνιδιοκτητών) και παρά την θέληση τους. Επομένως, για την εν λόγω ποσότητα ύδατος η εναγόμενη δεν παρείχε ούτε υπηρεσίες αποχέτευσης στην ενάγουσα υπό την προρρηθείσα ιδιότητα και για το λόγο αυτό δεν δικαιούται της αντιστοιχούσας στην ποσότητα αυτή αμοιβής. Ο λόγος δηλαδή για τον οποίο η ενάγουσα, ως εκπρόσωπος των συνιδικοκτητών, δεν οφείλει τα ποσά που καταλογίσθηκαν για την απολεσθείσα ποσότητα ύδατος είναι η μη χρήση του ύδατος και η μη χρήση του αποχετευτικού δικτύου για την ποσότητα αυτή και συνακόλουθα η μη παροχή αντίστοιχων υπηρεσιών από την εναγόμενη. Εξάλλου, η εναγόμενη είχε δικαίωμα αλλά και δυνατότητα αναθεώρησης των εκδιδομένων εξ αυτής λογαριασμών αφού ο τρόπος αυτός είναι ένας τρόπος υπολογισμού των τελών για την χρήση του αποχετευτικού της δικτύου, αντικειμενικά προβλεπόμενος από το νόμο, δεν αποτελεί όμως κανόνα δικαίου μη επιδεχόμενο εξαίρεσης. Αντιθέτως, όπως αναφέρθηκε ήδη στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η εναγόμενη έχει τη δυνατότητα περαιτέρω μείωσης των καταλογισθέντων ποσών στο προσήκον μέτρο, σε περιπτώσεις όπως η κρινόμενη, ήτοι περίπτωση κατανάλωσης ύδατος, η οποία οφείλεται σε διαρροή, που ακούσια, καταναλώθηκε, ως τούτο επιβάλλεται από τη φύση των υπηρεσιών που παρέχει και του σκοπού που υπηρετεί ήτοι το δημόσιο συμφέρον. Με βάση όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά, αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται στην ιδιότυπη σύμβαση μίσθωσης έργου που συνδέει την ενάγουσα με την εναγόμενη και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 681 Α.Κ., κατά την οποία ο εργολάβος δικαιούται αμοιβή μόνο για το παρασχεθέν έργο. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτή την αγωγή, με την αιτιολογία ότι η οικοδομή, διαχειρίστρια της οποίας είναι η ενάγουσα, δεν προέβη σε κατανάλωση του ύδατος, ποσότητας 5.783 μ3 καθόσον η εν λόγω ποσότητα απωλέσθηκε λόγω της αφανούς διαρροής του σωλήνος του μετρητή εν αγνοία των συνιδιοκτητών της οικοδομής ούτε σε χρήση του αποχετευτικού συστήματος σε σχέση με την ως άνω διαρρεύσασα ποσότητα ύδατος καθόσον τα δικαιώματα αποχέτευσης της ΕΥΔΑΠ βασίζονται πάντοτε στις προσφερόμενες αντίστοιχες υπηρεσίες αποχέτευσης και συνεπώς, το αντάλλαγμα που οφείλεται προϋποθέτει, οπωσδήποτε, την παροχή των υπηρεσιών αυτών, δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στην πληττόμενη με την παρούσα ουσιαστική κρίση ότι είναι βάσιμες οι αξιώσεις της ενάγουσας περί αναγωγής στο προσήκον μέτρο της παροχής έναντι της αντιπαροχής, έστω και με συνοπτικότερη και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που συμπληρούται επιτρεπτώς δια της παρούσας (534 ΚΠολΔ), ερμηνεύοντας σωστά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενώ επίσης εκτίμησε με τον προσήκοντα τρόπο τις ενώπιον του εισφερθείσες αποδείξεις, χωρίς να υποπέσει στις πλημμέλειες που αποδίδονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της εφέσεως, οι οποίοι μετά ταύτα αξιολογούνται απορριπτέοι.
VI. Κατόπιν αυτών, θα πρέπει να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της έφεσης της εκκαλουμένης και κατ` ακολουθία και αυτή η ίδια η έφεση και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως, ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, δεδομένου ότι η ένδικη έφεση απορρίφθηκε, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου της έφεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ` αντιμωλία των διαδίκων την από 1.6.2022 και με αριθμό κατάθεσης ……./2022 έφεση κατά της υπ` αριθμ. 1843/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει ουσιαστικά την έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας-εναγομένης τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης-ενάγουσας, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Σεπτεμβρίου 2025 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
nomos
