ΑΠ 725/2014 : Αποδοχή κληρονομίας – Ακύρωση αποδοχής ή αποποίησης – Ουσιώδης πλάνη – Εικονικότητα αποποίησης κληρονομίας.
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 725/2014 Περίληψη Αποποίηση κληρονομίας – Αποδοχή κληρονομίας – Ακύρωση αποδοχής ή αποποίησης – Ουσιώδης πλάνη – Εικονικότητα αποποίησης κληρονομίας -. Έννοια, προθεσμία και λειτουργία αποποίησης της κληρονομίας. Ρητή και σιωπηρή αποδοχή της κληρονομίας.Δυνατότητα ακύρωσης της αποδοχής ή αποποίησης της κληρονομίας σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις για τις ακυρώσιμες δικαιοπραξίες. Και η πλάνη που οδηγεί σε ακυρωσία της αποδοχής ή της αποποίησης κληρονομίας πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να αναφέρεται σε τόσο σπουδαίο σημείο της αποδοχής ή της αποποίησης, ώστε αν ο κληρονόμος γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα αποδεχόταν ή δεν θα αποποιούνταν την κληρονομία. Έννοια εικονικότητας δήλωσης βούλησης. Απόρριψη της ένδικης αγωγής κατά την κύρια βάση της περί ουσιώδους πλάνης ως προς την περιέλευση της κληρονομικής μερίδας της ενάγουσας στα τέκνα της. Δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής περί εικονικότητας της αποποίησης της κληρονομίας Αριθμός 725/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας – καλούσας: Μ. – Α. Χ. του Κ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσιλιμιδό. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Δ., ο οποίος, όπως αναφέρεται στην από 9/11/2011 κλήση, απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους 2ο και 3ο των καθών η κλήση. Της αναιρεσίβλητης – καθής η κλήση: Α. συζ. Χ. Γ., το γένος Δ. Π., κατοίκου … ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καραμαρία. Των καθών η κλήση: 1) Α. Π. του Μ. και 2) Γ. Π. του Μ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Καραμαρία. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2006 (με αρ. κατ. 7352/2006) αγωγή και την από 25/7/2006 (με αρ. κατ. 7356/2006) προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με τις από 21/9/2006 (με αρ. κατ. 8693/2006 και 8731/2006) αγωγές προσώπων που δεν διάδικοι στην δίκη αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8060/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6787/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα την από 3/5/2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 11/2/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1711 εδ. β’, 1846, 1847, 1848, 1849, 1850, 1851 και 1856 ΑΚ συνάγεται ότι ο κληρονόμος είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του. Το δικαίωμα όμως αυτό της αυτοδίκαιης κτήσης της κληρονομίας είναι προσωρινό και μετακλητό, γιατί τελεί υπό την τιθέμενη από το νόμο διαλυτική αίρεση […]
Read moreΑΠ 951/2013 : ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ (ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΕΛΕΥΣΗ ΑΠΡΑΚΤΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΠΡΟΣ ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ) — ΔΥΝΑΤΗ Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΩ ΠΛΑΝΗΣ
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Κ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κότσιφα, ο οποίος ανακάλεσε την από 5/3/2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Κ., συζύγου Π. Α., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Μαρία Αβούρη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5590/2010 του ιδίου Δικαστηρίου και 412/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/5/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 25/2/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο. Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης “ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης” (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως “αιτιολογίες”, όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 282/2010, ΑΠ 1020/2005). Συνεπώς, ο πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν περιέχει μείζονα πρόταση που να διαλαμβάνει τους κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν, είναι απαράδεκτος, διότι δεν εμπίπτει σε κανένα από τους αναιρετικούς αυτούς λόγους. Επειδή κατά τα άρθρα 1847 παρ. 1 εδάφ. α’ και 1850 εδάφ. β’ του ΑΚ ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο της. Αν περάσει η προθεσμία, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή. Κατά δε το άρθρο 1857 εδάφ. β’ περ. 1, γ’ και δ’ του ίδιου Κώδικα, η αποδοχή της κληρονομίας που οφείλεται σε πλάνη κρίνεται σύμφωνα με […]
Read moreΕιρΑθ 96/2016 : Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – Εταιρείες ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις – Ηθική βλάβη – Νόθος αντικειμενική ευθύνη – Κατάχρηση δικαιώματος.
Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από Τράπεζα σε εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών ν. 3758/2009, άνευ προηγούμενης ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, κατ’ άρθρο 11 παρ. 3 ν. 2472/1997. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης, ότι ανυπαίτια αγνοούσε τα θεμελιωτικά της υπαιτιότητας της πραγματικά γεγονότα. Η ρύθμιση και εντέλει εξόφληση της οφειλής, με αφορμή πρόταση της εταιρείας, δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική. Αριθμός 96/2016 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ανθούλα Δήμητσα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ζ. Δερμεντζόγλου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 10.11.2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ: … Δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως. ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΉΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.», νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θ. Παπαϊωάννου. Ο ενάγων με την από 8.9.2015 με αρ. κατ. 1103/2015 αγωγή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την ανωτέρω δικάσιμο, αιτείται τα αναφερόμενα σ’ αυτή. Ακολούθησε συζήτηση, όπως σημειώνεται στα Πρακτικά. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη ο ενάγων εκθέτει ότι, στις 17.2.2015, η εναγόμενη διαβίβασε,- χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ως όφειλε, κατά την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 του Ν. 2472/1997 και χωρίς την λήψη της ρητής και σαφούς συγκατάθεσης του, κατά την διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2472/1997,- τα συλλεγέντα, στις 22.8.2008, κατά την κατάρτιση σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, αναφερόμενα προσωπικά του δεδομένα, στην Εταιρεία Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες Απαιτήσεις με την επωνυμία «Pano Inform Α.Ε.», υπάλληλος της οποίας τον κάλεσε, στις 17.2.2015, για να τον ενημερώσει για την ληξιπρόθεσμη οφειλή του και να διαπραγματευθεί τον τρόπο και χρόνο αποπληρωμής της. Ότι από την ως άνω παράνομη πράξη και παράλειψη της εναγόμενης, που, δια των προστηθέντων της, διαβίβασε τα προσωπικά του δεδομένα σε απροσδιόριστο αριθμό τρίτων ατόμων, κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω Νόμου, υπέστη ηθική βλάβη και για τους λόγους αυτούς αιτείται να υποχρεωθεί (η εναγόμενη), με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλλει ως χρηματική ικανοποίηση το, κατ’ ελάχιστον οριζόμενο από την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ως άνω Νόμου, ποσόν των 5.869, 40 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της κρινόμενης και να καταδικασθεί στην δικαστική του δαπάνη. Η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1α, 25, 37 ΚΠολΔ), κατά την διαδικασία των άρθρων 664επ. ΚΠολΔ (άρθρο 23 παρ. 3 Ν 2472/1997), είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης και παρεπόμενα νόμιμη στηριζόμενη στις κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2472/1997 και σ’ αυτές των άρθρων 345, 346 ΑΚ, 907, 908, 176 ΚΠολΔ και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα καθόσον καταβάλλεται το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (υπ’ αρ. 249409 και 254425 αγωγόσημα). Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα και της ανώμοτης εξέτασης του ενάγοντα (417 ΚΠολΔ), που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με τη παρούσα Πρακτικά, του συνόλου (671 ΚΠολΔ) των προσκομιζόμενων με επίκληση εγγράφων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της […]
Read moreΣτΕ 2287/2015 (Ολ) "Περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων" (με παρατ. Π. Παπαρρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη)
ΣτΕ 2287/2015 (Ολ) “Περικοπές κύριων και επικουρικών συντάξεων” (με παρατ. Π. Παπαρρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη) Κοινωνική ασφάλιση – Κύριες και επικουρικές συντάξεις – Περικοπές συντάξεων – Επίλυση ζητήματος λόγω σπουδαιότητας – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης (Κοινωνική ασφάλιση – Κύριες και επικουρικές συντάξεις – Περικοπές συντάξεων – Επίλυση ζητήματος λόγω σπουδαιότητας – Αντισυνταγματικότητα ρύθμισης) Περίληψη Κρίθηκε ότι οι επίμαχες μειώσεις των κυρίων και επικουρικών συντάξεων αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντ. και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες, διότι δεν διενεργήθηκαν μετά από μελέτη των συνολικών επιπτώσεών τους στο βιοτικό επίπεδο των θιγόμενων συνταξιούχων με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος της συμβατότητας τους με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Μετά τις διαδοχικές περικοπές και μειώσεις, σε συνέχεια δε και προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (ν. 4046/2012), ακολούθησαν το ίδιο αυτό έτος, δύο ακόμη νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω περιστολή κυρίων και επικουρικών συντάξεων: Ο ν. 4051/2012, με το άρθρο 6 του οποίου μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12%, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μειώσεως (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ, καθώς και ο ν. 4093/2012, με το άρθρο πρώτο του οποίου, αφʼ ενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστά από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, αφʼ ετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Οι τελευταίες ως άνω διατάξεις ψηφίσθηκαν όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν εδικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει σε σχετικές ρυθμίσεις χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλʼ όφειλε, κατά τα εκτεθέντα στην έβδομη σκέψη, να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου (Αντίθετη μειοψηφία). Διαβάστε την απόφαση ΣτΕ 2287/2015 (Ολ) και τις παρατηρήσεις εδώ : http://www.nb.org/blog/wp-content/files/ste_ol_2287_2015.pdf
Read more«Υπέρβαση εξουσίας» – ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ • ΑΠ Ολ 2/2012 Αποδοχή έφεσης ασκηθείσας από µη δικαιούµενο προς τούτο πρόσωπο (ΝΟΜΟΣ) Παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηµατική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από το σύνδικο. Προσωποπαγές δικαίωµα η αξίωση χρηµατικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η οποία και δεν υπάγεται στην πτωχευτική περιουσία και δεν µπορεί να ασκηθεί από τους δανειστές. Νοµιµοποίηση µόνο της παθούσας πτωχευσάσης ανώνυµης εταιρείας, και όχι του συνδίκου, ο οποίος και νοµιµοποιείται για άσκηση πολιτικής αγωγής µόνο για διεκδίκηση αποζηµίωσης. Άσκηση εφέσεως εκ µέρους του συνδίκου. Απαράδεκτο εφέσεως. Αναίρεση. Λόγοι. Υπέρβαση εξουσίας. Αιτίαση περί υπέρβασης εξουσίας, λόγω αποδοχής της έφεσης του πολιτικώς ενάγοντος συνδίκου, καίτοι δεν δικαιούτο να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηµατική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Απαράδεκτη η έφεση του συνδίκου. Δέχεται την αναίρεση. Αναιρεί το προσβαλλόµενο βούλευµα. Απορρίπτει την έφεση του συνδίκου ως απαράδεκτη. Παραπέµφθηκε στην Ολοµέλεια µε την υπ` αριθµ. 1518/2011 απόφαση του Στ` Ποινικού Τµήµατος. • ΑΠ Ολ 3/2009 Πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας – περάτωση προανάκρισης (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2009/885) Ποινική Δικονοµία. Αναίρεση υπέρ του νόµου. Λόγος. Υπέρβαση εξουσίας. Πρόσωπα ιδιάζουσας δωσιδικίας. Δήµαρχος. Περάτωση της προανάκρισης επί πληµµεληµάτων όσον αφορά στα ως άνω πρόσωπα. Εισαγωγή της υποθέσεως στο Δικαστικό Συµβούλιο, ακόµη κι αν η πράξη υπάγεται στην αρµοδιότητα του Μονοµελούς Πληµµελειοδικείου. Αναιρεί το υπ΄αριθµ. 2266/2008 βούλευµα του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών Αθηνών για τον ως άνω λόγο, αφού κρίθηκε αναρµόδιο να περατώσει την προανάκριση επί του πληµµελήµατος της αυθαίρετης δόµησης, τελεσθείσα από Δήµαρχο, επειδή η υπόθεση υπάγεται στο Μονοµελές Πληµµελειοδικείο, καίτοι ο Δήµαρχος αποτελεί πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας και ως εκ τούτου η υπόθεση υπάγεται στην εξαιρετική αρµoδιότητα του Τριµελούς Πληµµελειοδικείου. • ΟΛΑΠ 2/2009 Υπέρβαση εξουσίας από την οριστική παύση της δίωξης λόγω παραγραφής (ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2009/546) Ποινική Δικονοµία. Αναίρεση. Λόγοι. Εσφαλµένη εφαρµογή και ερµηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί διότι το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το αδίκηµα, που τέλεσαν τα µέλη του ΔΣ της Κτηµατολόγιο ΑΕ, φέρει το χαρακτήρα της κοινής απιστίας και όχι της απιστίας της σχετικής µε την υπηρεσία µε τη σκέψη ότι η ελάττωση της δηµόσιας δεν συνδέεται µε τον προσδιορισµό, την είσπραξη ή τη διαχείριση των δηµόσιων εσόδων. Η παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής της κοινής απιστίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας, εφόσον η πράξη συνιστά το αδίκηµα της κακουργηµατικής απιστίας σχετικά µε την υπηρεσία και ως εκ τούτου δεν έχει παραγραφεί. Με µειοψηφία 15 µελών. • ΟΛΑΠ 9/2008 Παραβίαση διατάξεων για την έναρξη της ποινικής δίωξης (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2008/1144) Ποινική δικονοµία. Άσκηση ποινικής δίωξης. Έγκυρη η απορριπτική διάταξη του Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών επί µηνύσεως έστω κι αν θεωρήθηκε αυτή ως έγκληση (αντί της αρχειοθετήσεως), αφού οι λόγοι απορρίψεως και το ελεγκτικό όργανο είναι τα ίδια, αλλά και για οικονοµία δικαστικών ενεργειών. Δυνατότητα επανεξέτασής της δια της προσφυγής στον Εισαγγελέα Εφετών. Απιστία σχετική µε την υπηρεσία. Θετική υπέρβαση εξουσίας του Συµβουλίου Πληµµελειοδικών λόγω ακύρωσης εισαγγελικής διατάξεως χωρίς να έχει αρµοδιότητα και αρνητική λόγω άρνησης να αποφασίσει επί της ουσίας. (Αναιρείται το 1663/2007 βούλευµα του Συµβ.Πληµ.Αθηνών). • ΟΛΑΠ 1/2008 Επανάληψη άκυρης ανακριτικής πράξης-ακυρότητα παραποµπής στο ακροατήριο (Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΠΟΙΝΧΡ 2008/305, ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2008/275, ΑΡΜ 2008/617, ΔΙΚΗ 2008/563, ΠΟΙΝΛΟΓ 2008/21) Ποινική δικονοµία. Ακυρότητα πράξεων προδικασίας. Αρµοδιότητα του Δικαστικού Συµβουλίου για την κήρυξή τους. Οι ακυρότητες αυτές προτείνονται µέχρι την αµετάκλητη παραποµπή του κατηγορουµένου […]
Read moreΣτΕ 1901/2014 : «Η χορήγηση των αδειών, ο έλεγχος της εξυπηρέτησης των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος και η επιβολή κυρώσεων ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το ‘Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης’»
Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 1901/2014 του ΣτΕ που αφορούσε την αντικατάσταση της ΕΡΤ από τη ΝΕΡΙΤ ορίζεται με σαφήνεια ότι: «Η χορήγηση των αδειών, ο έλεγχος της εξυπηρέτησης των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος και η επιβολή κυρώσεων ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το ‘Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης’». Αριθμός 1901/2014 ΣτΕ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ……………………………………………………………………………… Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος: «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παρ. 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από την σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στην Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής». Όπως έχει ήδη κριθεί (3612/2002 Ολομ., 3636/1989 Ολομ., 2289/1987 Ολομ.), αν η πράξη νομοθετικού περιεχομένου κυρωθεί μέσα στις συνταγματικές προθεσμίες από το νόμο, οι ρυθμίσεις της καθίστανται ρυθμίσεις του κυρωτικού της νόμου και μάλιστα αναδρομικώς, αφού η «κύρωση» από το νόμο εμπεριέχει εννοιολογικώς την αναδρομή του νόμου. 14. Επειδή, η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου «Τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005» εκδόθηκε στις 10.6.2013 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 11.6.2013. Στις 18.7.2013 κατατέθηκε στη Βουλή σχέδιο νόμου με τίτλο «Κύρωση της από 10 Ιουνίου 2013 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005» (Α΄ 139)». Σύμφωνα με τη σχετική αιτιολογική έκθεση, με την εν λόγω Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, «επιχειρείται η συµπλήρωση της παρ. 2 του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 προς άρση τυχόν αµφιβολιών ως προς το εύρος της παρασχεθείσας προς τους αρµόδιους Υπουργούς εξουσιοδότησης µε σκοπό να αντιµετωπιστεί κατεπειγόντως το θέµα της άµεσης έκδοσης της οριζόµενης στην παρ. 1 του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 κανονιστικής πράξης στο πλαίσιο εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της χώρας που απορρέουν από τους νόµους 4046/2012 (Α΄ 28) και 4093/2012 (Α΄ 222) και αποτελούν προαπαιτούµενες ενέργειες στο πλαίσιο του εγκεκριµένου Μεσοπρόθεσµου Πλαισίου Δηµοσιονοµικής Στρατηγικής 2013-2016». Με το Π.Δ. 121/2013 (ΦΕΚ Α` 165/22.7.2013) κηρύχθηκε η λήξη των εργασιών της Συνόδου της Βουλής. Από την ανωτέρω ημερομηνία (22.7.2013), δηλ. την ημερομηνία λήξεως των εργασιών της Συνόδου της Βουλής, πρέπει να θεωρηθεί ότι ανεστάλη η προθεσμία για την κύρωση της Πράξης. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 και 64 παρ. 1 του Συντάγματος, η Βουλή, μετά το πέρας της διακοπής των εργασιών της, συνέρχεται εκ νέου σε τακτική σύνοδο την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου του ιδίου έτους, και, εν προκειμένω, στις 7.10.2013, ημερομηνία κατά την οποία και θα αρχίσουν οι εργασίες της Ολομέλειας της Βουλής, η οποία είναι και η μόνη αρμόδια κατά τα άρθρα 44 παρ. 1 και 72 παρ. 1 του Συντάγματος για την κύρωση της πιο πάνω πράξεως νομοθετικού περιεχομένου. Επομένως, από την ως άνω ημερομηνία (7.10.2013) θα συνεχίσει να τρέχει η τρίμηνη προθεσμία για την κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ανεξαρτήτως του ότι οι ρυθμίσεις που επιχειρούνται με την προσβαλλόμενη πράξη στηρίζονται νομίμως στην εξουσιοδότηση που περιεχόταν […]
Read moreΟλ.ΑΠ 4/2012, ΑΠ 109/2013 : Παραίτηση από το δικόγραφο με εξώδικο.
Παραίτηση από το δικόγραφο με εξώδικο – Κλήτευση διαδίκων σε μετ’αναβολή δικάσιμο ΑΠ 109/2013: Παραίτηση από το δικόγραφο μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση- Η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η οποία όμως δεν καλύπτει τα τυχόν ελαττώματα της μη νόμιμης παράστασης του απόντος διαδίκου κατά την αρχική δικάσιμο. « (…) Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρµόζονται, σύµφωνα µε το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση ολική ή µερική από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, µπορεί να γίνει ή µε προφορική δήλωση προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης, ή µε δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχοµένου και της έκτασής της) κατάργηση της δίκης (Ολ.ΑΠ 4/2012, Ολ.ΑΠ 20/1999). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο), κατ’ άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης µπορεί να γίνει και µε εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Για το κύρος δε της εν λόγω παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός, και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ’ αυτή, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΟλΑΠ 744/1982)…. (…)Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 1061/2010, ΑΠ 407/2004). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα […]
Read moreΕφΑθ 4944/2015 : Στρεψοδικία – Ποινή σε στρεψόδικους
Το Δικαστήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 3994/2011, αυτεπαγγέλτως με την οριστική απόφαση του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο ανάλογα με την ευθύνη καθενός χρηματική ποινή από πεντακόσια (500) ευρώ έως χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ που περιέρχεται στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων, αν προκύψει από τη δίκη που έγινε ότι αν και το γνώριζαν 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο, ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αληθείας. Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξεως, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της αποφάσεως, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Αριθμός 4944/2015 Δημοσίευση: 24-11-2015 Δικάσιμος: 2-6-2015 Αρ.Πινακ: 18 Διάδικοι: «ALFA ARIS Α.Ε» – Β.Κ. Η Εφέτης – Δικαστής: Κασσιανή Λιάρου ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 9-5-2014 (αρ. κατ. 3213/2014) έφεση της εναγομένης κατά της 88/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη στις 14-4-2014, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εφεσίβλητο 9.422 Β/14-4-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών … και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 13-5-2014, δηλαδή εντός της οριζόμενης από το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης, (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1, 516 παρ.1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία, (άρθρ. 533 παρ.1, 674 παρ.1 του ίδιου κώδικα). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 674 παρ. 1,681 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 678 έως 681 ΚΠολΔ) η αντέφεση μπορεί να ασκηθεί και με τις προτάσεις και ότι για το παραδεκτό αυτής αρκεί να γίνει η κατάθεση των προτάσεων, με τις οποίες ασκείται (η αντέφεση) μέχρι τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο(ΑΠ 238/2001 ΕλλΔνη 42.1598, ΑΠ 91/1996 Δ 27.807, Σ.Σαμουήλ, Η έφεση,έκδ.Δ, σελ. 196). Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 522, 523 παρ. 1 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αντέφεση, όταν ασκείται με τις προτάσεις και δεν ισχύει ως αυτοτελής έφεση, πρέπει να αναφέρεται στα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται με την έφεση ή σε εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, δηλαδή η άσκηση της πρέπει να βρίσκεται μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, αφού με την άσκηση της δεν μεταβιβάζεται στο σύνολο της […]
Read moreΕιρηνΧαλανδρίου 32/2014: Αμοιβή Δικηγόρων- Αμοιβή για εξώδικες εργασίες- Χρονοχρέωση
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ ΤΜΗΜΑ ΑΜΟΙΒΩΝ Αριθμός απόφασης 32/2014 ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ Συγκροτήθηκε από τον Ειρηνοδίκη Θεόδωρο Δημητρακόπουλο και από τον Γραμματέα Γεώργιο Μάρδα. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Δεκεμβρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της ενάγουσας: …………., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως φέρουσα την δικηγορική ιδιότητα. Της εναγόμενης: …………., κατοίκου Χαλανδρίου, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της ΠΣ. Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 29-10-2013 και με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 997/2013 αγωγή της, η συζήτηση της οποίας καθορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, γράφτηκε στο πινάκιο και εκφωνήθηκε νόμιμα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους. ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να περιέχει εκτός από τα άλλα στοιχεία, και σαφή έκθεση των γεγονότων που στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή, έτσι ώστε αφενός μεν το δικαστήριο να είναι σε θέση να εκτιμήσει το περιεχόμενό της, αφετέρου δε ο εναγόμενος να μην στερείται το δικαίωμα άμυνας και αντίκρουσης των αγωγικών ισχυρισμών. Η έλλειψη έκθεσης, με σαφή και ορισμένο τρόπο, των πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και θεμελιώνουν κατά νόμο το αξιούμενο δικαίωμα ή η ασαφής και ελλιπής αναφορά αυτών, καθιστούν την αγωγή άκυρη και απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Η αοριστία της αγωγής εξετάζεται τόσο με την προβολή σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου όσο και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, αφού το απαράδεκτο αυτής ανάγεται στην προδικασία και αφορά την δημόσια τάξη, δεν μπορεί δε να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 762/2000 ΕλλΔνη 2001, 142, ΑΠ 1073/1993 ΕλλΔνη 1994, 1582, ΕφΑθ 6001/2000 Δ 2001,449). Η σχέση δικηγόρου και του πελάτη του, για δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του δικηγόρου, χαρακτηρίζετοα ως αμειβόμενη εντολή και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβή για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη. Η εντολή αυτή, για το κύρος της, δεν υπόκειται σε τύπο και αποδεικνύεται κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις (ΚΠολΔ). Η αμοιβή του δικηγόρου κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως – πελάτη του και περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ` ιδίαν πράξεις της ή άλλες κάθε φύσεως νομικές εργασίες – υποθέσεις, ενώ σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελάχιστων νομίμων ορίων.Ο εντολεύς οφείλει την αμοιβή στο δικηγόρο, εφόσον έδωσε εντολή επ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα αν είναι διάδικος και η συμφωνία αυτή, για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου, καταρτίζεται ατύπως, ήτοι δεν προϋποθέτει, για το κύρος της, την τήρηση έγγραφου τύπου και αποδεικνύεται, κατά τις κοινές δικονομικές διατάξεις. Το δικαστήριο, εάν δεν υπάρχει συμφωνία για την αμοιβή του δικηγόρου ή δεν συντρέχει περίπτωση υπολογισμού της αμοιβής του με βάση συντελεστή, θα προσδιορίσει το ελάχιστο νόμιμο όριο της αμοιβής του (άρθρα 713 ΑΚ, 91 παρ. 1, […]
Read moreΑΠ 705/2015: Στοιχεία εγκλήματος υπεξαίρεσης (375 ΠΚ). Κακουργηματική μορφή. Ευμενέστερος νόμος
Στα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 263 Α ΠΚ περιλαμβάνονταν, (υπό δ) τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου στα οποία κατά τις κείμενες διατάξεις μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο, από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή από τις Τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε με την υποπαράγραφο ΙΕ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, που ισχύει από 7.4.2014, και επανανομοθετήθηκε με το άρθρο 50 του ν. 4262/2014, που ισχύει από 10.5.2014, όπως είχε προ της καταργήσεώς της, ως περίπτωση ε στο άρθρο 263Α ΠΚ. Την ημέρα που απαγγέλθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ’ άρθρ. 2 παρ. 2 του ΠΚ, δεν είχαν εφαρμογή στην περίπτωση του κατηγορουμένου ούτε η επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950, ούτε και η προϋποθέτουσα αυτήν διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του ΝΔ 2476/1953, διότι είχε καταργηθεί η άνω περίπτωση δ του άρθρου 263 Α του ΠΚ. Όμως, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη ενός μέλος του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος, θα έπρεπε να μην εφαρμοστεί ο επιεικέστερος ν. 4254/7-4-2014, υποπαρ. ΙΕ-12, με τον οποίο απαλείφθηκε η μέχρι τότε υφισταμένη και ισχύουσα περ. δ’ του άρθρου 263 Α του ΠΚ, γιατί το περιεχόμενο της παραπάνω διάταξης είναι αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 47 παρ. 3, 4 και 26 του Συντάγματος. Και αυτό, επειδή εισήχθη νόμος που περιέχει συγκαλυμμένη αμνηστία, έπαυσε την ποινική ευθύνη και κατ’ αποτέλεσμα παρέσχε νομοθετικά άφεση ποινικής ευθύνης αμνηστεύοντας σοβαρές κακουργηματικές πράξεις, κυρίως διαφθοράς υπαλλήλων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, ενέργεια που ανήκει στη δικαστική λειτουργία, και ασκείται αποκλειστικά από τα δικαστήρια και όχι από τη νομοθετική εξουσία. (…) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδαφ. α του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο. Η αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, είναι όμως αναγκαίος ο προσδιορισμός της, όταν η υπεξαίρεση χαρακτηρίζεται ότι έχει αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, περί του οποίου, ως ζητήματος περί τα πράγματα, κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στον δράστη με οποιονδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του, γ) ο δράστης να το ιδιοποιήθηκε παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη, ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος, δ) δολία προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, η οποία εκδηλώνεται με την κατακράτηση ή την άρνηση αποδόσεώς του στον ιδιοκτήτη. Ιδιοποίηση (στο έγκλημα της υπεξαιρέσεως, το οποίο είναι στιγμιαίο) σημαίνει εξωτερίκευση ενεργείας ή παραλείψεως η οποία εμφαίνει τη θέληση του υπαιτίου να ενσωματώσει […]
Read more
