Μον.Πρωτ.Λαμ. 17/2016: Παράλειψη αναγραφής ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ διαδίκου, καθώς και διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου.
Μον.Πρωτ.Λαμ. 17/2016 (ασφ.μέτρα/διόρθωση έκθεσης κατάσχεσης) – Η παράλειψη αναγραφής στο δικόγραφο (εν προκειμένω ανακοπής), των στοιχείων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 118 ΚΠολΔ (όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν.4335/2015), ήτοι ΑΦΜ και Δ.Ο.Υ του ανακόπτοντος καθώς και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του πληρεξουσίου δικηγόρου, δεν επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου, εφ’ όσον στην ως άνω διάταξη, δεν ορίζεται καμία δικονομική συνέπεια σε περίπτωση μη αναγραφής των ανωτέρω στοιχείων, τα οποία δύνανται να συμπληρωθούν εκ των υστέρων, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού ισχυρισμού του καθ’ου. Επομένως, πρέπει η σνακοπή να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. (Πηγή: tetravivlos.gr)
Read moreΑΠ 544/2015: Έννοια λευκής επιταγής – Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφησή της.
Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφησή της και επομένως δεν μπορεί να προταθεί κατά παντός κομιστή. «Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 “περί επιταγής”, εάν επιταγή ατελής κατά την έκδοση συμπληρώθηκε εναντίον αυτών που συμφωνήθηκαν, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του κομιστή, εκτός αν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή αν κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επιταγή μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία, εφόσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση την συμφωνία που έγινε με τον λήπτη. Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής, που μπορεί να είναι και σιωπηρή, τεκμαιρόμενη μάλιστα σε περίπτωση που αφέθηκε σε αυτήν (επιταγή) συγκεκριμένο κενό προφανώς με σκοπό μεταγενέστερης συμπλήρωσής της, δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής. Τέτοια υπάρχει, αν συμπληρωθεί ατελής επιταγή, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της (ΑΠ 738/2006). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 “περί επιταγής”, τα από την επιταγή εναγόμενα πρόσωπα δεν μπορούν ν’ αντιτάξουν κατά του κομιστή ενστάσεις, που στηρίζονται σε προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή τους προηγούμενους κομιστές, εκτός αν ο κομιστής, κατά την απόκτηση της επιταγής, ενήργησε με γνώση προς βλάβη του οφειλέτη. Στον παραπάνω όμως κανόνα του απαραδέκτου των ενστάσεων αυτών που ευθύνονται από επιταγή κατά του κομιστή αυτής, δεν περιλαμβάνονται οι λεγόμενες απόλυτες ενστάσεις, οι οποίες δεν στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις του εναγόμενου μετά του εκδότη ή των προηγουμένων κομιστών. Τέτοια δε είναι και η ένσταση πλαστογραφίας, η οποία προτείνεται κατά παντός κομιστή, έστω και καλής πίστεως. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφησή της και επομένως δεν μπορεί να προταθεί κατά παντός κομιστή. Κατά του κομιστή της επιταγής στην περίπτωση αυτή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη αυτής η ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων, με την σαφή προϋπόθεση ότι αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν διέπραξε κατά την απόκτησή της βαρύ πταίσμα (ΑΠ 738/2006, ΑΠ 1202/2006). …Το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 “περί επιταγής”, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν δικαιολογούσαν πλαστογραφία της ένδικης επιταγής η οποία μπορούσε να θεμελιώσει ένσταση απόλυτης ακυρότητας δυνάμενη να προβληθεί κατά παντός τρίτου κομιστή, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του ίδιου ως άνω νόμου, αλλά ένσταση αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων της επιταγής αυτής, η οποία μπορούσε να αντιταχθεί κατά της κομίστριας αυτής αναιρεσείουσας υπό την προϋπόθεση ότι αυτή απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν διέπραξε κατά την απόκτησή της βαρύ πταίσμα. Ειδικότερα, δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή του ως άνω λόγου της ανακοπής, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλομένης, ότι η συμπλήρωση της ένδικης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας … που ενεργούσε για λογαριασμό της, έγινε, παρά την ύπαρξη της έγγραφης συμφωνίας μεταξύ της εταιρίας αυτής και του ανακόπτοντος και παρά την ματαίωση της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης αγοραπωλησίας, και επί πλέον, της ειδικής συμφωνίας […]
Read moreΜονΕφΘεσ 488/2015: Η ανάρτηση ενός οπτικοακουστικού έργου (βίντεο) από το δημιουργό του σε διαδικτυακά κανάλια όπως το Youtube δε συνιστά παραίτηση εκ μέρους του από οποιοδήποτε δικαίωμα περιουσιακής εκμετάλλευσης του εν λόγω έργου.
«[…][Ο] ενάγων με την αγωγή του εξέθετε ότι είναι φωτογράφος και δημιουργός καλλιτεχνικών βίντεο (ταινιών τύπου «βίντεο – αρτ»). Ότι στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς του δημιούργησε ως σκηνοθέτης και παραγωγός, μία καλλιτεχνική ταινία μικρού μήκους, διάρκειας έξι λεπτών περίπου, για την πόλη των Αθηνών, περιλαμβάνουσα πλάνα από τα αναφερόμενα στην αγωγή αξιοθέατα και μνημεία της πόλης, με τον τίτλο «……..», με την τεχνική που είναι διεθνώς γνωστή ως «tilt – shift», δηλαδή μία τεχνική με την οποία ο θεατής αντιλαμβάνεται ψευδαισθητικά όλα τα πλάνα και τα καταγραφόμενα αντικείμενα σαν μινιατούρες. Ότι η ταινία αυτή έτυχε μεγάλης αποδοχής από το κοινό και προβλήθηκε σε γνωστά διαδικτυακά κανάλια, με τα στοιχεία του ίδιου του δημιουργού, καθώς επίσης και στη δημόσια τηλεόραση, στα πλαίσια παραχώρησης συνεντεύξεών του, πάντοτε κατόπιν σχετικής αδείας του. […] [Η] εναγομένη εταιρία, η οποία είναι ιδιοκτήτρια του πανελλήνιας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού «ARTTV» και της ιστοσελίδας «http://teleasty.site50.net» έκανε κατά το χρονικό διάστημα από […] και με συχνότητα καθημερινώς από Δευτέρα έως Πέμπτη, κάθε εβδομάδα, δημόσια χρήση της εν λόγω ταινίας του (ενάγοντος), χωρίς την άδειά του και συγκεκριμένα δια της αναπαραγωγής στο διαφημιστικό σποτ και στο σήμα έναρξης της προβαλλόμενης στον ανωτέρω τηλεοπτικό σταθμό ενημερωτικής εκπομπής με τον τίτλο «….», καθώς και στην ανωτέρω ιστοσελίδα της, πλάνων από την προπεριγραφείσα ταινία του ενάγοντος και μάλιστα παραμορφωμένων, προσβάλλοντας έτσι παράνομα και υπαίτια (με πρόθεση) την πνευματική ιδιοκτησία επί του βίντεο. […] […] Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 2121/1993 «πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα» συνάγεται ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή στις αισθήσεις, προστατεύεται από την πνευματική ιδιοκτησία [που περιλαμβάνει το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα)] εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ. 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο. Η «πρωτοτυπία», η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από τον νόμο, είναι, κατά τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο «δημιουργικού ύψους», έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα. […] Η φωτογραφία […] συνιστά πνευματικό δημιούργημα που, εφόσον είναι πρωτότυπο, θεωρείται «έργο» ο δημιουργός του οποίου αποκτά επ’ αυτού πνευματική ιδιοκτησία κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2121/1993. Σκόπιμα δε στο άρθρο αυτό χρησιμοποιείται ο όρος «φωτογραφίες» και όχι «φωτογραφικά έργα», επειδή πρόθεση του νομοθέτη ήταν η προστασία κάθε φωτογραφίας. Ακόμη το άρθρο 2 του ν. 2121/1993 είναι σύμφωνο με το άρθρο 6 της Οδηγίας 93/98 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη αυτή δέχεται μεν τη προϋπόθεση της «δημιουργίας», αλλά επιβάλλει ως μοναδικό κριτήριο της πρωτοτυπίας να είναι η φωτογραφία «προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού της», δηλ. ουσιαστικά να μην είναι αντιγραφή, αποκλείοντας κάθε άλλο αυστηρότερο κριτήριο[…] Ηπρωτοτυπία εντοπίζεται στην επιλογή του τόπου και χρόνου, την γωνία φωτογράφησης, τον φωτισμό, τη σχέση φωτογραφιζόμενου αντικειμένου με τον περιβάλλοντα χώρο, τις […]
Read moreΑΠ 637/2014: Χρησιδάνειο κατοικίας, Καταγγελία σύμβασης χρησιδανείου, άσκηση αγωγής για την απόδοση της χρήσεως.
Περίληψη Παραίτηση από το δικόγραφο της αναίρεσης – Ένσταση απαραδέκτου αναίρεσης – Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα έφεσης – Παραγραφή αξιώσεων – Χρησιδάνειο κατοικίας -. Καταγγελία σύμβασης χρησιδανείου ακινήτου. Αποδείχθηκε ότι η συναφθείσα σύμβαση ήταν σύμβαση χρησιδανείου και δεν υπέκρυπτε κάποια άλλη σύμβαση. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν το χρησιδανεισθέν σ’ αυτούς από τους ενάγοντες διαμέρισμα, χωρίς όμως να καταβάλουν κατά τα συμφωνηθέντα τις συνήθεις για τη συντήρηση αυτού δαπάνες. Οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν το χρησιδανεισθέν διαμέρισμα και πριν από τη λήξη της σύμβασης χρησιδανείου, καταγγέλλοντας την σχετική σύμβαση με την άσκηση αγωγής και ζητώντας την απόδοση της χρήσεως αυτού. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κείμενο Απόφασης Αριθμός 637/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2′ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Σ. του Κ., κατοίκου …, 2.Μ. συζ. Ε. Σ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου …, οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Γαμπαρόλη . Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ι. Σ. του Ν., κατοίκου …, 2. Σ. συζ. Ι. Σ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιους δικηγόρους του Αριστοτέλη Παπαγεωργίου. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2011 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-11-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 14-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την ανάκληση αίτησης της για τους λόγους που ανέπτυξε, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294,297, 298 και 299 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, [όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου], δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔικ και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή όμως δεν ενέχει καθ’εαυτήν η εκούσια συμμόρφωσή του αναιρεσείοντος προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, αφού αυτή γίνεται προς αποτροπή της αναγκαστικής εκτελέσεως καθώς και των επαγομένων από την εν λόγω απόφαση εννόμων συνεπειών [προβλ.ΑΠ 1358/2009].Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν εμπροθέσμως, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ., προτείνουν την ένσταση του απαραδέκτου της […]
Read moreΕφετείο Κέρκυρας 82 / 2013 : Το domain name ως σήμα/διακριτικό γνώρισμα.
Απόφαση υπ’αριθμ. 82 / 2013 Εφετείου Κέρκυρας Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ. α΄, β΄ και γ΄, 18 παρ. 1 και 26 του Ν.2239/1994 συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλο μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστου, σύγχυση υπό την έννοια θεώρησης, εκ πλάνης, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος. Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης ή μη απομίμησής του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού. Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα. Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές, τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης ή απομίμησης πρέπει να είναι αυστηρότερες (ΑΠ 1227/2008 Τρ.Νομ.Πληρ. Δ.Σ.Α. ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Εξ άλλου βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το «domain name» (όνομα περιοχής), το οποίο κατ’ ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ’ επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα, με τον τρόπο δε αυτό καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών ακόμη και η κατάρτιση συναλλαγών. Το «domain name» αποτελείται από σειρά αλφαριθμητικών χαρακτήρων (τουλάχιστον τριών και όχι περισσότερων των είκοσι τεσσάρων), χωρίς ή με λογικό ειρμό, σε μια ή περισσότερες λέξεις που χωρίζονται από διάφορα σημεία. Η τελευταία από τις λέξεις (κατά κανόνα συγκεκριμένη), αποτελεί και το σημείο αναφοράς, συνήθως της […]
Read moreΑΠ 886/2012 – Τμ. Z΄ (Ποιν.) : Αναίρεση αθωωτικής απόφασης λόγω συνδρομής νομικής πλάνης για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων φωτογραφιών.
Στο άρθρο 31 §2 ΠΚ, για τη νομική πλάνη, ορίζεται ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός πίστεψε λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του αυτή ήταν συγγνωστή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι περίπτωση νομικής πλάνης συντρέχει όταν ο δράστης γνωρίζει μεν τι πράττει αλλά είτε αγνοείται ότι η πράξη του είναι κατ’ αρχήν άδικη, είτε πιστεύει πεπλανημένα ότι δικαιούται να προβεί σε αυτή και η πλάνη συνιστάται σε εσφαλμένη αντίληψη ταυ κανόνα δικαίου, συντρέχει δε, υπό ειδικώς αναφερόμενα περιστατικά, περίπτωση αποκλείουσα το αξιόποινο. Επιβάλλεται δε να είναι συγγνωστή η πλάνη προς αποκλεισμό του αξιοποίνου με την έννοια ότι οποιαδήποτε επιμέλεια και να κατέβαλε ο δράστης δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης, το δικαστήριο δε συνεκτιμά τις ειδικές περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση που αφορούν την ατομικότητα του φερομένου ως δράστη. Αναιρείται, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 31 §2 ΠΚ, η προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση για παράβαση των άρθρων 29 και 30 του Ν.5060/1931, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ν.2234/1994 «περί καταργήσεως των ειδικών ποινικών διατάξεων περί Τύπου», πράξη συνιστάμενη στο ότι ο κατηγορούμενος μέσω της ιστοσελίδας του έθετε σε κυκλοφορία στο διαδίκτυο φωτογραφίες γυμνών γυναικών, σε άσεμνες στάσεις ή σε σεξουαλική δραστηριότητα, και βίντεο πορνογραφικού περιεχομένου, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση: 1.ταυτίζεται η πλάνη περί το αξιόποινο με την πλάνη περί τον άδικο χαρακτήρα του αδικήματος, 2.χαρακτηρίζεται ως συγγνωστή η πράξη και όχι η τυχόν νομική πλάνη, και 3.για να καταφαθεί το συγγνωστό της νομικής πλάνης γίνεται μνεία στην «κοινωνική ανεκτικότητα» στην εκτεταμένη παραβίαση του νόμου περί ασέμνων δημοσιευμάτων και την ατιμωρησία των υπαιτίων και όχι στην άγνοια του κατηγορουμένου σχετικά με την αντίθεση της πράξης του προς την ελληνική έννομη τάξη, δεν αρκεί δε η κρίση ότι «η πλάνη του ήταν συγγνωστή λόγω του γενικότερα επικρατούντος ανεκτικού κλίματος, σε σχέση με το άσεμνο υλικό». Το λεγόμενο αυτό, είναι όχι μόνο απρόσφορο να δημιουργήσει το συγγνωστό του άρθρου 31 §2 του ΠΚ, αλλά είναι και παντελώς αόριστο. Έτσι όμως που έκρινε, το άνω Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 περ.Ε’ ΚΠΔ, αφού εσφαλμένως ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 31 §2 ΠΚ περί νομικής πλάνης, προσέτι δε εσφαλμένως υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα περιστατικά στην έννοια της συγγνωστής νομικής πλάνης. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 49405/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, ο παραπάνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών δήλωσε, ότι συμφώνως προς τα άρθρα 509 §1, 507 §1, 506 περ.β’ 505 §1 περ.δ’, 504 §1, 473 §§1, 3, και 474 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας ασκεί αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά της υπ’ αριθμόν 49.405/2011 αποφάσεως του Γ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατ’ έφεσιν της υπ’ αριθμόν 11.5161/2010 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δια της οποίας γενομένου δεκτού σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου Φ. Α. του Σ.- Ν., αθωώθηκε ο κατηγορούμενος αυτός για το αδίκημα της παραβάσεως άρθρων 29 §1 και 30 του Ν.5060/1931, που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 1 του Ν.2234/1994 «περί καταργήσεως των ειδικών ποινικών διατάξεων περί Τύπου» και ζήτησε την παραδοχή της παρούσης αναιρέσεως, την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατ’ άρθρον 510 §1 περ.Ε’ ΚΠΔ για […]
Read moreΑΠ 1632/2014 : Υιοθεσία, Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ως προς το ζήτημα του συμφέροντος του υιοθετούμενου.
Οι αιτούντες σύζυγοι, με την από 3-8-2010 αίτησή τους, ζήτησαν να κηρυχθεί θετό τέκνο τους το ανήλικο αγόρι που γεννήθηκε στη Λάρισα στις 5-4-2010 από την Μ. Σ., Βουλγαρικής υπηκοότητας, εκτός γάμου. Με την υπ’ αριθ. 10473/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, λόγω του ότι οι αιτούντες υποψήφιοι γονείς υπερέβαιναν τη ανώτατη διαφορά ηλικίας των πενήντα ετών που ορίζει ως προϋπόθεση υιοθεσίας το άρθρο 1544 A.K. (ο αιτών ήταν μεγαλύτερος από το παιδί κατά 53 έτη και 7 μήνες και η αιτούσα κατά 59 έτη και 7 μήνες). Κατά της αποφάσεως αυτής οι αιτούντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αφού έκρινε ότι το ανώτατο όριο ηλικίας των αιτούντων μπορεί να μην αποτελεί εμπόδιο στην υιοθεσία, εφόσον συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1544 Α.Κ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή, ερεύνησε κατ’ ουσίαν την αίτηση και την απέρριψε ως αβάσιμη, δεχόμενη ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την υπέρβαση της διαφοράς ηλικίας των 50 ετών, με επάλληλη δε σκέψη δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση η υιοθεσία δεν είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα, αν η αιτούμενη υιοθεσία είναι ή όχι προς το συμφέρον του υιοθετουμένου, το οποίο και να δικαιολογεί την παράκαμψη του κριτηρίου της διαφοράς ηλικίας μεταξύ των υιοθετούντων και του υιοθετουμένου, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των παραπάνω άρθρων του Α.Κ. και της Διεθνούς Σύμβασης για την υιοθεσία ανηλίκων, που κυρώθηκε με τον Ν.1049/1980. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι οι αιτούντες είχαν μακρόχρονη ερωτική σχέση που κατέληξε σε γάμο, ότι παρά την επιθυμία τους και την προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης δεν κατάφεραν να αποκτήσουν δικό τους τέκνο, ότι το ανήλικο από ηλικίας δύο μηνών διαβιώνει με τους αιτούντες, οι οποίοι το περιβάλλουν με αγάπη και φροντίδα, είναι υγιείς και διαθέτουν ικανή περιουσία που εξασφαλίζει την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και εν γένει το μέλλον του, παρά ταύτα καταλήγει ότι η «αιτούμενη υιοθεσία δεν προβλέπεται ότι θα παράσχει στον υιοθετούμενο σταθερή και αρμονική εστία και ότι θα του εξασφαλίσει ομαλές για την ψυχοσωματική του ανάπτυξη συνθήκες μελλοντικής διαβίωσης στους κόλπους της θετής οικογένειας, ώστε να καμφθεί η διαφορά ηλικίας μεταξύ των αιτούντων και του υιοθετουμένου που για την υποψήφια θετή μητέρα εγγίζει τα εξήντα σχεδόν έτη», χωρίς να αξιολογεί το γεγονός ότι ανήλικο, ηλικίας σήμερα 4 ετών, διαμένει από ηλικίας δύο μηνών με τους αιτούντες υποψήφιους θετούς γονείς του και έχει εγκλιματιστεί σε σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, ούτε το γεγονός ότι οι γονείς του ανηλίκου είναι άγνωστης διαμονής και ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτό, περαιτέρω δε παραλείπει να συγκρίνει τις εν γένει συνθήκες υπό τις οποίες διαβιώνει σήμερα το ανήλικο με εκείνες που θα αναγκαστεί να βιώσει αν απορριφθεί η αίτηση υιοθεσίας και ανατεθεί η επιμέλειά του σε ίδρυμα, αλλά προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ηλικία των αιτούντων, η οποία κατά τα αναφερόμενα παραπάνω δεν αποτελεί το αποφασιστικό κριτήριο για την εξεύρεση του συμφέροντος του ανηλίκου. Αναιρεί την υπ’ […]
Read moreΑΠ 1160/2015 : Δανεισμός εργαζομένου – Υποχρεώσεις αρχικού εργοδότη σε περίπτωση δανεισμού.
Ο αρχικός εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης του μισθωτού από παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης στο νέο εργοδότη (προς ον η παραχώρηση). Κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ.1 ΑΚ, εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ’ ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ’ ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν το συμφωνημένο μισθό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 του ΑΚ, συνάγεται ότι είναι επιτρεπτή συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, βάσει της οποίας ο εργοδότης θα παραχωρήσει με τη μορφή δανεισμού εργαζομένου τον μισθωτό σε τρίτον, προς τον οποίο αυτός θα παρέχει την εργασία του. Μόνος υπόχρεος δε στην καταβολή του μισθού παραμένει ο αρχικός εργοδότης δυνάμει της σύμβασης εργασίας, αφού η σύμβαση δεν μεταβάλλεται ως προς την υποχρέωση αυτή, εκτός αν υπάρξει ειδική συμφωνία. Αντίθετα, ο αρχικός αυτός εργοδότης δεν υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης του μισθωτού από παροχή παράνομης υπερωριακής απασχόλησης στο νέο εργοδότη (προς ον η παραχώρηση), διότι η παροχή της παράνομης αυτής εργασίας δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του μισθωτού που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας έναντι του εργοδότη του, αλλά στις ιδιαίτερες σχέσεις του εργαζομένου με το νέο εργοδότη, εκτός αν ειδικώς προβλέφθηκε να επιβαρύνεται ο αρχικός εργοδότης για την περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχόλησης. Ο αρχικός εργοδότης βαρύνεται κατά βάση με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας π.χ. καταβολή μισθού, αδείας, επιδόματος, ασφαλιστικές εισφορές κ.λπ., ενώ οι όροι της σύμβασης εργασίας που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ εργαζομένου και αρχικού εργοδότη δεσμεύουν και τον τρίτο, ο οποίος δεν επιτρέπεται να επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή. Επίσης, σε καταγγελία της σύμβασης δικαιούται να προβεί μόνον ο αρχικός εργοδότης και, τέλος, υποχρεώσεις και δικαιώματα που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση, αλλά προκύπτουν το πρώτον κατά τη διάρκεια του δανεισμού, δεσμεύουν μόνον τον τρίτο και τον εργαζόμενο, εφόσον δεν υφίσταται ειδικότερη συμφωνία. Απορρίπτει την από 22-8-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 283/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. areiospagos.gr
Read moreΕιρ.Αθ.1290/2015 (εκουσία δικαιοδοσία): Αλλαγή κύριου ονόματος – Διόρθωση ληξιαρχικής πράξης γέννησης. Διόρθωση είτε λόγω σφάλματος στην καταχώριση από προφανή παραδρομή, είτε βάσει του άρθρου 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, για λόγους ασφαλείας των συναλλαγών και ακριβή προσδιορισμό της ταυτότητας ενός προσώπου.
Ειρ.Αθ.1290/2015 (εκουσία δικαιοδοσία): Διόρθωση είτε λόγω σφάλματος στην καταχώριση από προφανή παραδρομή, είτε βάσει του άρθρου 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, για λόγους ασφαλείας των συναλλαγών και ακριβή προσδιορισμό της ταυτότητας ενός προσώπου. Η αλλαγή κύριου ονόματος δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, του οποίου συστατικό στοιχείο που ανάγεται στην ουσία του δόγματος δεν είναι η ονοματοδοσία. Προσθήκη εν τοις πράγμασι κυρίου ονόματος λόγω «τάματος» στην Παναγία και καθιέρωση του ονόματος αυτού στις συναλλαγές. «Με την κρινόμενη αίτησή τους οι αιτούντες, όπως το δικόγραφο αυτής εκτιμάται από το Δικαστήριο, ως ασκούντες την γονική μέριμνα της παραπάνω ανήλικης κόρης τους αιτούνται να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης, που συνέταξε ο Ληξίαρχος Αθηνών, ως προς το κύριο όνομα αυτής (της ανήλικης κόρης τους) και να προστεθεί και σαν δεύτερο κύριο όνομα προ (κατά κύριο αίτημα ή μετά κατά επικουρικό) του ήδη υπάρχοντος ονόματος «…» και το όνομα «…». Η κρινόμενη αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο αρμοδίως εισάγεται να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 και 782 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό της συζήτησης αυτής έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία με την επίδοση αντιγράφου αυτής (της κρινόμενης αίτησης) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμό 9998Ε/10-2-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……. Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθ. 782 του ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 του Ν 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Σημειώνεται ότι είναι δυνατόν με απόφαση του Δικαστηρίου να διορθωθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης ή βάπτισης και ως προς το κύριο όνομα είτε α) αν η συγκεκριμένη καταχώριση οφείλεται σε σφάλμα από προφανή παραδρομή, είτε β) σε κάθε περίπτωση τούτο δικαιολογείται κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ 1 του ισχύοντος Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα εκάστου για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, εφόσον η μεταβολή επιβάλλεται λόγω της ασφαλείας των συναλλαγών και σχετίζεται με τον ακριβή προσδιορισμό της ταυτότητας ενός προσώπου ή αυτό (το όνομα) έχει δημιουργήσει δικαιολογημένα μη επιθυμητές συνέπειες για τον κάτοχο του, καθώς η αλλαγή κύριου ονόματος δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος (“Βάπτισμα και ονοματισμός” Μπαλής Θέμις ΞΔ/953, Τσάτσου Θέμις ΞΔ/657) του οποίου συστατικό στοιχείο που ανάγεται στην ουσία του δόγματος δεν είναι η ονοματοδοσία (βλ ΑΠ 573/1981 ΝοΒ 30/422, ΕφΑθ3718/2008 ΕλΔ 2009/249, ΕφΑΘ 1905/2003 ΕλΔ 2004/247, ΜΠρΑθ 3646/2007, ΜΠρΚιλ 438/2009 δημ Νόμος, Καρακατσάνης σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλο ΑΚ σε άρθ 58 αρθμ 8 επ, Βαθρακοκοίλης ΕρμηνΚΠολΔ σε άρθ782 αριθμ 15). Aπό την χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου αιτούντος, που περιέχεται στα πρακτικά της παρούσας δίκης και από τα έγγραφα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αιτούντες, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αιτούντες από τον γάμο τους, που τελέσθηκε στις 23-7-2008, απόκτησαν στις …-…-2012 κόρη, για την γέννηση της οποίας συντάχθηκε στις …-…-2012 σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησης από τον ληξίαρχο Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στα βιβλία του ληξιαρχείου Αθηνών με αριθμό … στον τόμο … του έτους 2012 (εν συντομία …/…/2012). Στις …-…-2013 οι αιτούντες βάπτισαν την παραπάνω κόρη τους […]
Read moreΑΠ 1882/2014: Δεδικασμένο απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ.
Δεδικασμένο απόφασης που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ: «Στον με αριθμό 44/2001 Κανονισμό του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (EE Αριθμός L 012 της 16-01-2001 σελ. 0001- 0023), που αντικατέστησε τόσο τη σύμβαση των Βρυξελλών (άρθρο 68 παρ. 1 αυτού), όσο και τις διμερείς συμβάσεις μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, συμβιβασμών και δημοσίων εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου (άρθρο 1 αυτού), ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Στο άρθρο 32 αυτού: “Ως απόφαση, κατά την έννοια του παρόντα κανονισμού, νοείται κάθε απόφαση εκδιδόμενη από δικαστήριο κράτους – μέλους, οποιαδήποτε και αν είναι η ονομασία της, όπως απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτελέσεως, καθώς και ο καθορισμός της δικαστικής δαπάνης από το γραμματέα”. Στο άρθρο 33: “Απόφαση που εκδίδεται σε κράτος – μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη, χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία”. Στο άρθρο 34: “Απόφαση δεν αναγνωρίζεται: 1) αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, 2) αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικασθέντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει, 3) αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως, 4) αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος αναγνωρίσεως”. Συνεπώς, από την έναρξη ισχύος του παραπάνω κανονισμού η αναγνώριση απόφασης δικαστηρίου κράτους – μέλους της ΕΕ σε άλλο κράτος – μέλος γίνεται κατά τους διαγραφόμενους όρους και τη διαδικασία του Κανονισμού και όχι των άρθρων 323 και 905 Κ.Πολ.Δ. έναντι των οποίων υπερισχύει ο Κανονισμός. (ΑΠ 1882/2014) kazoleas-thoma.gr
Read more
