ΟΔΗΓΊΑ (EE) 2016/681 σχετικά με τη χρήση των δεδομένων που περιέχονται στις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων.

5 Μαΐου, 2016

ΟΔΗΓΊΑ (EE) 2016/681 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 σχετικά με τη χρήση των δεδομένων που περιέχονται στις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 82 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και το άρθρο 87 παράγραφος 2 στοιχείο α), Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1), Αφού ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών, Ενεργώντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Στις 6 Νοεμβρίου 2007 η Επιτροπή εξέδωσε πρόταση απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου για τη χρήση των δεδομένων από τις καταστάσεις ονομάτων επιβατών (PNR) με σκοπό την επιβολή του νόμου. Εντούτοις, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας την 1η Δεκεμβρίου 2009, η πρόταση της Επιτροπής, η οποία δεν είχε εγκριθεί από το Συμβούλιο μέχρι τότε, κατέστη παρωχημένη. (2) Με το «Πρόγραμμα της Στοκχόλμης — Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες» (3) η Επιτροπή κλήθηκε να υποβάλει πρόταση σχετικά με τη χρήση των δεδομένων PNR για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων. (3) Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της της 21ης Σεπτεμβρίου 2010 με τίτλο «Γενική προσέγγιση για τις διαβιβάσεις δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών (PNR) σε τρίτες χώρες» περιέγραψε έναν αριθμό βασικών στοιχείων μιας πολιτικής της Ένωσης στον συγκεκριμένο τομέα. (4) Η οδηγία 2004/82/ΕΚ του Συμβουλίου (4) διέπει τη διαβίβαση εκ των προτέρων συλλεγόμενων δεδομένων για τους επιβάτες (ΑΡΙ) από τους αερομεταφορείς προς τις αρμόδιες εθνικές αρχές για τους σκοπούς της βελτίωσης των ελέγχων στα σύνορα και της καταπολέμησης της παράνομης μετανάστευσης. (5) Στόχοι της παρούσας οδηγίας είναι, μεταξύ άλλων, η ασφάλεια, η προστασία της ζωής και ασφαλείας των προσώπων και η δημιουργία νομικού πλαισίου για την προστασία των δεδομένων PNR όταν τα επεξεργάζονται οι αρμόδιες αρχές. (6) Η αποτελεσματική χρήση δεδομένων PNR, π.χ. μέσω της αντιπαραβολής δεδομένων PNR με διάφορες βάσεις δεδομένων για αναζητούμενα πρόσωπα και αντικείμενα, είναι αναγκαία για την αποτελεσματική πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη τρομοκρατικών και σοβαρών εγκλημάτων και την κατ’ αυτόν τον τρόπο ενίσχυση της εσωτερικής ασφάλειας, με στόχο τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και, κατά περίπτωση, την εξεύρεση συνεργών και την εξάρθρωση εγκληματικών κυκλωμάτων. (7) Η αξιολόγηση δεδομένων PNR επιτρέπει την ταυτοποίηση προσώπων για τα οποία δεν υπήρχαν υποψίες εμπλοκής σε τρομοκρατική πράξη ή σοβαρό έγκλημα πριν την αξιολόγηση, και πρέπει κατά συνέπεια να εξετασθούν περαιτέρω από τις αρμόδιες αρχές. Με τη χρήση των δεδομένων PNR μπορεί να αντιμετωπισθεί η απειλή της τρομοκρατίας και των σοβαρών εγκλημάτων από διαφορετική οπτική γωνία, πέραν εκείνης που προσφέρει η επεξεργασία άλλων κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εντούτοις, προκειμένου η επεξεργασία δεδομένων PNR να είναι περιορισμένη στο απολύτως αναγκαίο, η θέσπιση και η εφαρμογή κριτηρίων αξιολόγησης πρέπει να περιοριστεί στην τρομοκρατία και στα σοβαρά εγκλήματα όπου η χρήση τέτοιων κριτηρίων έχει νόημα. Επιπλέον, τα κριτήρια αξιολόγησης θα πρέπει να ορίζονται κατά τρόπο ώστε το σύστημα να ταυτοποιεί […]

Read more

ΟΔΗΓΊΑ (EE) 2016/680 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων.

5 Μαΐου, 2016

ΟΔΗΓΊΑ (EE) 2016/680 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 16 παράγραφος 2, Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (1), Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης») και το άρθρο 16 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. (2) Οι αρχές και οι κανόνες για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν θα πρέπει, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή τον τόπο διαμονής, να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες τους, ιδίως το δικαίωμά τους στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η παρούσα οδηγία σκοπεύει να συμβάλει στην επίτευξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. (3) Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και η παγκοσμιοποίηση δημιούργησαν νέες προκλήσεις για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η κλίμακα της συλλογής και της ανταλλαγής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυξήθηκε σημαντικά. Η τεχνολογία επιτρέπει να γίνεται επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μια πρωτοφανή κλίμακα για τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων όπως η πρόληψη, η διερεύνηση, η ανίχνευση ή η δίωξη ποινικών αδικημάτων ή η εκτέλεση ποινικών κυρώσεων. (4) H ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ των αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων της προστασίας από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους εντός της Ένωσης και της διαβίβασης τέτοιων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, θα πρέπει να διευκολύνεται με παράλληλη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Οι εν λόγω εξελίξεις απαιτούν την οικοδόμηση ενός ισχυρού και συνεκτικότερου πλαισίου προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην Ένωση, υποστηριζόμενου από αυστηρή επιβολή της νομοθεσίας. (5) Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) εφαρμόζεται σε κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στα κράτη μέλη, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, όπως δραστηριότητες στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας. (6) Η απόφαση-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου (4) εφαρμόζεται στους τομείς της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις και της αστυνομικής συνεργασίας. Το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω απόφασης-πλαισίου περιορίζεται στην επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται ή καθίστανται διαθέσιμα μεταξύ κρατών μελών. (7) Η διασφάλιση συνεκτικής και υψηλής προστασίας δεδομένων προσωπικού […]

Read more

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/679 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

5 Μαΐου, 2016

ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΕ) 2016/679 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΊΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 16, Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μετά από διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια, Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1), Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2), Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3), Εκτιμώντας τα ακόλουθα: (1) Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Χάρτης») και το άρθρο 16 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. (2) Οι αρχές και οι κανόνες για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τους θα πρέπει, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια ή τον τόπο διαμονής τους, να σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες τους, ιδίως το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο παρών κανονισμός σκοπεύει να συμβάλλει στην επίτευξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και μιας οικονομικής ένωσης, στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο, στην ενίσχυση και σύγκλιση των οικονομιών εντός της εσωτερικής αγοράς και στην ευημερία των φυσικών προσώπων. (3) Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) επιδιώκει την εναρμόνιση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των φυσικών προσώπων όσον αφορά τις δραστηριότητες επεξεργασίας και τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ κρατών μελών. (4) Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να προορίζεται να εξυπηρετεί τον άνθρωπο. Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα· πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία. (5) Η οικονομική και κοινωνική ολοκλήρωση, η οποία προέκυψε από τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, έχει ως αποτέλεσμα σημαντική αύξηση των διασυνοριακών ροών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. H ανταλλαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, περιλαμβανομένων των φυσικών προσώπων, ενώσεων και επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Ένωση, έχει αυξηθεί. Οι εθνικές αρχές των κρατών μελών καλούνται από το δίκαιο της Ένωσης να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα προκειμένου να μπορούν να εκτελούν τις υποχρεώσεις τους ή να ασκούν καθήκοντα για λογαριασμό αρχής άλλου […]

Read more

C‑543/14 : ΦΠΑ — Οδηγία 2006/112/EΚ — Κύρος και ερμηνεία — Δικηγορικές υπηρεσίες — Μη απαλλαγή από τον ΦΠΑ — Πρόσβαση στη δικαιοσύνη — Δικαίωμα συνδρομής από δικηγόρο — Ισότητα των όπλων — Ευεργέτημα πενίας.

14 Μαρτίου, 2016

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ELEANOR SHARPSTON της 10ης Μαρτίου 2016 (1) Υπόθεση C‑543/14 Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ. Vlaams Netwerk van Verenigingen waar armen het woord nemen ASBL κ.λπ. Jimmy Tessens κ.λπ. Orde van Vlaamse Balies Ordre des avocats du barreau d’Arlon κ.λπ. κατά Conseil des ministres [αίτηση του Cour constitutionnelle (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] «ΦΠΑ — Οδηγία 2006/112/EΚ — Κύρος και ερμηνεία — Δικηγορικές υπηρεσίες — Μη απαλλαγή από τον ΦΠΑ — Πρόσβαση στη δικαιοσύνη — Δικαίωμα συνδρομής από δικηγόρο — Ισότητα των όπλων — Ευεργέτημα πενίας» 1. Δυνάμει μεταβατικής διατάξεως θεσπισθείσας με την έκτη οδηγία περί ΦΠΑ (2), η οποία, μολονότι αρχικώς προοριζόταν να έχει εφαρμογή για πέντε έτη από την 1η Ιανουαρίου 1978, περιέχεται ακόμη στην τωρινή οδηγία περί ΦΠΑ (3), το Βέλγιο απήλλασσε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013 από τον ΦΠΑ τις δικηγορικές υπηρεσίες. Ήταν το μόνο κράτος μέλος που χρησιμοποιούσε την παρέκκλιση αυτή. 2. Ορισμένοι βελγικοί δικηγορικοί σύλλογοι, από κοινού με διάφορες οργανώσεις προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και φιλανθρωπικές οργανώσεις και με ορισμένους ιδιώτες που χρεώθηκαν με δικηγορικές αμοιβές υποκείμενες σε ΦΠΑ, κίνησαν δίκη ενώπιον του Cour constitutionnelle (Συνταγματικού Δικαστηρίου), βάλλοντας κατά της από 1ης Ιανουαρίου 2014 καταργήσεως της εν λόγω απαλλαγής. Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας τους συνίσταται στο ότι η εντεύθεν αύξηση των δικαστικών εξόδων συνιστά παράβαση διαφόρων εγγυήσεων του δικαιώματος προσβάσεως στη δικαιοσύνη. 3. Πριν αποφανθεί επί της επιχειρηματολογίας αυτής, το Cour constitutionnelle υπέβαλε αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επί της ερμηνείας και του κύρους ορισμένων διατάξεων της οδηγίας περί ΦΠΑ. Νομικό πλαίσιο Διεθνείς συμβάσεις 4. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής: ΕΣΔΑ) (4) προβλέπει ειδικότερα: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση, είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως». Μεταξύ των ελάχιστων δικαιωμάτων που το άρθρο 6, παράγραφος 3, παρέχει σε κάθε κατηγορούμενο περιλαμβάνεται το δικαίωμα «όπως υπερασπίση ο ίδιος εαυτόν ή αναθέση την υπεράσπισίν του εις συνήγορον της εκλογής του, εν ή δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση συνήγορον να τω παρασχεθή τοιούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης». 5. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (στο εξής: ΔΣΑΠΔ) (5) προβλέπει ειδικότερα: «Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει συσταθεί με νόμο, το οποίο θα αποφασίσει για το βάσιμο κάθε κατηγορίας σχετικά με ποινικό αδίκημα, η οποία έχει απαγγελθεί εναντίον του, καθώς και για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα». Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 3, στοιχεία βʹ και δʹ, κάθε κατηγορούμενος για ποινικό αδίκημα έχει, σε πλήρη ισότητα, δικαίωμα «επικοινωνίας με τον δικηγόρο της επιλογής του» καθώς και «να παρίσταται στη δίκη και να υπερασπισθεί τον εαυτό του αυτοπροσώπως ή με τη βοήθεια του συνηγόρου της επιλογής του. Αν δεν έχει συνήγορο, να ενημερωθεί για το δικαίωμά […]

Read more

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΕΕ της 1ης Μαρτίου 2016 (τμήμα μείζονος συνθέσεως) στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C 443/14 και C 444/14: ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ [συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-443/14 Alo και C-444/14 Osso]

2 Μαρτίου, 2016

Ιστορικό Κατά την Οδηγία 2011/95/ΕΕ(link is external), τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτρέπουν στα πρόσωπα, τα οποία έχουν αναγνωρίσει ως δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός του εδάφους τους υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με εκείνες που προβλέπονται για τους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο έδαφός τους. Το γερμανικό δίκαιο προβλέπει ότι, όταν οι δικαιούχοι του καθεστώτος επικουρικής προστασίας λαμβάνουν κοινωνικές παροχές, η άδεια διαμονής τους πρέπει να συνοδεύεται με την υποχρέωση να διαμένουν σε συγκεκριμένο τόπο (υποχρέωση διαμονής). Αφενός, με την υποχρέωση αυτή είναι δυνατόν να διασφαλίζεται κατάλληλος επιμερισμός της επιβάρυνσης που συνεπάγονται οι παροχές αυτές μεταξύ των διαφόρων αρμοδίων επί τούτου φορέων. Αφετέρου, μπορεί να έχει ως στόχο τη διευκόλυνση της ένταξης των υπηκόων τρίτων χωρών στη γερμανική κοινωνία. Οι Ι. Alo και Α. Osso είναι Σύριοι υπήκοοι, οι οποίοι εισήλθαν στη Γερμανία, όπου τους χορηγήθηκε καθεστώς επικουρικής προστασίας. Επιπλέον, τους επιβλήθηκε υποχρέωση διαμονής την οποία αμφισβητούν ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων. Η διαφορά εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, Γερμανία), το οποίο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον η υποχρέωση διαμονής συμβιβάζεται με την οδηγία. Απόφαση Με τη σημερινή του απόφαση, το Δικαστήριο διαπιστώνει καταρχάς ότι η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν στα πρόσωπα, στα οποία χορήγησαν το καθεστώς επικουρικής προστασίας, όχι μόνον να μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα εντός του εδάφους τους, αλλά, επίσης, να μπορούν να επιλέγουν τον τόπο διαμονής τους στο εν λόγω έδαφος. Κατά συνέπεια, η επιβληθείσα στα πρόσωπα αυτά υποχρέωση διαμονής συνιστά περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας την οποία εγγυάται η οδηγία. Όταν η εν λόγω υποχρέωση διαμονής επιβάλλεται μόνον στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας που λαμβάνουν κοινωνικές παροχές, συνιστά, επίσης, περιορισμό στην πρόσβαση των δικαιούχων αυτών στην κοινωνική προστασία που προβλέπει το δίκαιο της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι δικαιούχοι του καθεστώτος επικουρικής προστασίας δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να υπάγονται, σε πιο περιοριστικό καθεστώς από το εφαρμοστέο στους άλλους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο οικείο κράτος μέλος, όσον αφορά την επιλογή του τόπου διαμονής τους, και από το εφαρμοστέο στους υπηκόους του κράτους αυτού, όσον αφορά την πρόσβαση στην κοινωνική αρωγή. Εντούτοις, το Δικαστήριο φρονεί ότι είναι δυνατόν να επιβάλλεται υποχρέωση διαμονής στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας, εάν αυτοί δεν τελούν, σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από την επίμαχη εθνική ρύθμιση σκοπό, σε κατάσταση αντικειμενικώς συγκρίσιμη με εκείνη των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως στο οικείο κράτος ή με εκείνη των υπηκόων του κράτους αυτού. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η μετακίνηση των δικαιούχων κοινωνικών παροχών ή η άνιση συγκέντρωσή τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να συνεπάγεται μη κατάλληλο επιμερισμό της επιβάρυνσης που απορρέει από τις παροχές αυτές μεταξύ των διαφόρων αρμοδίων επί τούτου φορέων. Εντούτοις, ο άνισος αυτός επιμερισμός των επιβαρύνσεων δεν συνδέεται ειδικά με την τυχόν ιδιότητα των προσώπων που λαμβάνουν κοινωνικές παροχές ως δικαιούχων του καθεστώτος επικουρικής προστασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η οδηγία αντιτίθεται στην επιβολή υποχρέωσης διαμονής στους δικαιούχους του καθεστώτος επικουρικής προστασίας η οποία αποσκοπεί στον κατάλληλο επιμερισμό της επιβάρυνσης που συνεπάγονται οι επίμαχες παροχές. Αντιθέτως, το Δικαστήριο αναφέρει ότι απόκειται στο γερμανικό δικαστήριο να […]

Read more

ΔΕΕ υπόθ. C-312/14 : MiFID και δάνεια σε ελβετικό φράγκο – Απορριπτικές οι Προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα .

21 Φεβρουαρίου, 2016

(Banif Plus Bank) ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ NIILO JÄÄSKINEN της 17ης Σεπτεμβρίου 2015 (1) Υπόθεση C‑312/14 Banif Plus Bank Zrt. κατά Márton Lantos και Mártonné Lantos [αίτηση του Ráckevei Járásbíróság (Ουγγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] «Παραδεκτό — Προστασία των επενδυτών — Σύμβαση δανείου που έχει συνομολογηθεί σε ξένο νόμισμα — Έννοια του χρηματοπιστωτικού μέσου κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 17, της οδηγίας 2004/39/ΕΚ — Έννοια των επενδυτικών υπηρεσιών κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 2, της οδηγίας 2004/39 — Περιστάσεις υπό τις οποίες οι πάροχοι τέτοιων υπηρεσιών υποχρεούνται να αξιολογούν την καταλληλότητα αυτών για τους πελάτες — Κύρος συμφωνιών που παραβιάζουν τις εν λόγω υποχρεώσεις — Κυρώσεις δυνάμει του άρθρου 51 της οδηγίας 2004/39» I – Εισαγωγή Με την παρούσα διάταξη περί παραπομπής, το Ráckevei Járásbíróság, Ουγγαρία (περιφερειακό δικαστήριο Ráckeve), ζητεί, μεταξύ άλλων, να διευκρινιστεί ποια είδη χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2004/39 (2). Επίσης ερωτά εάν απορρέει από την ως άνω οδηγία υποχρέωση αξιολογήσεως της καταλληλότητας επενδυτικών υπηρεσιών και χρηματοπιστωτικών προϊόντων για κάθε πελάτη χωριστά. Τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα υπεβλήθησαν στο Δικαστήριο στο πλαίσιο δίκης που αφορά σύμβαση δανείου σε ξένο νόμισμα, η οποία συνήφθη για τη χρηματοδότηση αγοράς αυτοκινήτου. Ωστόσο, φρονώ ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας κατά την περιγραφή τόσο των επίμαχων πραγματικών περιστατικών όσο και του εθνικού νομικού πλαισίου. Πάντως, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θίγει ένα δυσχερές κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα που είναι μείζονος σημασίας σε πολλά κράτη μέλη. Δυστυχώς, η διάταξη περί παραπομπής και η κύρια δίκη δεν παρέχουν την κατάλληλη ευκαιρία για την ανάπτυξη της νομολογίας του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, καθόσον το πλέον ενδεδειγμένο πλαίσιο συναφώς θα ήταν εκείνο των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, και ειδικότερα της οδηγίας 2008/48 (3), και όχι του δικαίου προστασίας των επενδυτών. II – Νομικό πλαίσιο Α — Δίκαιο της Ένωσης Οδηγία 2004/39 Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 και 31 της οδηγίας 2004/39 έχουν ως εξής: «(2) Ο αριθμός των επενδυτών που συμμετέχουν ενεργά στις χρηματοπιστωτικές αγορές αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια και το φάσμα των υπηρεσιών και των μέσων που τους προσφέρονται διευρύνθηκε και έγινε πιο πολυσύνθετο. Ενόψει των εξελίξεων αυτών, το νομοθετικό πλαίσιο της Κοινότητας θα πρέπει να καλύψει όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων που απευθύνονται στους επενδυτές. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να εξασφαλιστεί ο απαιτούμενος βαθμός εναρμόνισης που θα προσφέρει στους επενδυτές υψηλό επίπεδο προστασίας και θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε όλη την Κοινότητα, ως ενιαία αγορά, βάσει της εποπτείας της χώρας καταγωγής. Για τους λόγους αυτούς, η οδηγία 93/22/ΕΟΚ θα πρέπει να αντικατασταθεί από νέα οδηγία. […] (31) Ένας από τους στόχους της παρούσας οδηγίας είναι η προστασία των επενδυτών. Τα μέτρα προστασίας των επενδυτών θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες καθεμιάς από τις διάφορες κατηγορίες επενδυτών (ιδιώτες, επαγγελματίες και αντισυμβαλλόμενοι).» Το άρθρο 1 της οδηγίας 2004/39 ορίζει τα εξής: «1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων και στις ρυθμιζόμενες αγορές. Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται επίσης σε πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2000/12/ΕΚ, όταν τα εν λόγω ιδρύματα παρέχουν/ασκούν μία ή πλείονες επενδυτικές υπηρεσίες/δραστηριότητες: […] […]

Read more

ΔΕΕ Υποθέσεις C‑509/09 και C‑161/10 : Σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας μέσω πληροφοριών που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο, μπορεί να ασκηθεί αγωγή, είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους εγκαταστάσεως του φορέα μεταδόσεως των επίμαχων πληροφοριών, είτε ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται το κέντρο των συμφερόντων του θιγομένου. Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 .

21 Φεβρουαρίου, 2016

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 25ης Οκτωβρίου 2011 (*) «Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 – Διεθνής δικαιοδοσία και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις – Δικαιοδοσία σε περίπτωση “ενοχών εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας” –Οδηγία 2000/31/ΕΚ– Δημοσίευση πληροφοριών στο διαδίκτυο – Προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας – Τόπος όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός – Δικαίωμα που εφαρμόζεται στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας» Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑509/09 και C‑161/10, με αντικείμενο δύο αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλαν το Bundesgerichtshof (Γερμανία) (C‑509/09) και το tribunal de grande instance de Paris (Γαλλία) (C‑161/10), με αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2009 και της 29ης Μαρτίου 2010, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 9 Δεκεμβρίου 2009 και στις 6 Απριλίου 2010, στο πλαίσιο των δικών eDate Advertising GmbH κατά X, και Olivier Martinez, Robert Martinez κατά MGN Limited, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, A. Tizzano, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, J.-C. Bonichot, U. Lõhmus και M. Safjan (εισηγητή), προέδρους τμήματος, E. Levits, A. Ó Caoimh, L. Bay Larsen και T. von Danwitz, δικαστές, γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón γραμματέας: B. Fülöp, υπάλληλος διοικήσεως, έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Δεκεμβρίου 2010, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν: – η eDate Advertising GmbH, εκπροσωπούμενη από τους H. Graupner και M. Dörre, Rechtsanwälte, – ο X, εκπροσωπούμενος από τον A. Stopp, Rechtsanwalt, – η MGN Limited, εκπροσωπούμενη από τον C. Bigot, avocat, – η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Möller και την J. Kemper, – η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την B. Beaupère-Manokha, – η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον C. Vang, – η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Σ. Χαλά, – η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την W. Ferrante, – η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον C. Schlitz, – η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer και τον E. Riedl, – η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την F. Penlington, επικουρούμενη από την J. Stratford, QC, – η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον M. Wilderspin, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 2011, εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση 1 Οι αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001 L 12, σ. 1, στο εξής: κανονισμός), και του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ L 178, σ. 1, στο εξής: οδηγία). 2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο διαφορών, αφενός, μεταξύ του ενάγοντος Χ και της εναγόμενης eDate Advertising GmbH (στο εξής: eDate Advertising) και, αφετέρου, μεταξύ των εναγόντων Olivier και Robert Martinez και της εναγομένης MGN Limited (στο εξής: MGN) σχετικά με την αστική […]

Read more

ΕΔΔΑ (CASE OF DELFI AS v. ESTONIA – Application no. 64569/09) : Μια ιστοσελίδα μπορεί να φέρει ευθύνη για ανώνυμα υβριστικά ή δυσφημιστικά σχόλια που δημοσιεύονται σε αυτήν από τους αναγνώστες της.

20 Φεβρουαρίου, 2016

Ιστορικό Η Delfi είναι μια επαγγελματικά ειδησεογραφική ιστοσελίδα που δημοσίευε πάνω από 330 νέα άρθρα την ημέρα, όταν ασκήθηκε η προσφυγή, όντας μία από τις μεγαλύτερες ιστοσελίδες αυτού του είδους στην Εσθονία. Όπως συνηθίζεται, στο κάτω μέρος κάθε νέου υπήρχε πεδίο για την καταχώρηση σχολίων από τους αναγνώστες, η δημοσίευση του οποίου γινόταν αυτόματα, χωρίς επεξεργασία από την ιστοσελίδα, αφού ο χρήστης είχε εισάγει όνομα και, προαιρετικά, email, ενώ υπήρχε σημείωση ότι οι απόψεις των σχολίων δεν εκφράζουν την ιστοσελίδα και διαθέσιμος οδηγός για την πολιτική διαχείρισης σχολίων. Στη σελίδα καταχωρούνταν ημερησίως πάνω από 10.000 σχόλια από χρήστες που στην πλειοψηφία τους χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμο, τα οποία μπορούσαν να αφαιρεθούν από τους διαχειριστές της ιστοσελίδας, έπειτα από την αναφορά τους από κάποιον χρήστη ή σε περίπτωση που περιείχαν συγκεκριμένες λέξεις οι οποίες περιλαμβάνονταν σε ένα προκαθορισμένο φίλτρο. Στις 24 Ιανουαρίου η Delfi δημοσίευσε ένα άρθρο για την επίδραση που είχε η πρακτική μιας ναυτιλιακής εταιρίας, της SLK, στο οδικό δίκτυο που χρησιμοποιείτο παραδοσιακά για την επικοινωνία του ηπειρωτικού με το νησιωτικό μέρος της χώρας. Το άρθρο συγκέντρωσε 185 σχόλια, 20 από τα οποία κρίθηκαν από την SLK υβριστικά ή επιθετικά για τον μέτοχο L της SLK και τα οποία αφαιρέθηκαν από την ιστοσελίδα άμεσα κατόπιν αιτήματος της εταιρίας. O L ζήτησε επίσης από την Delfi αποζημίωση ύψους 32.000€ την οποία η ιστοσελίδα αρνήθηκε να καταβάλει. Το εθνικό πρωτοδικείο έκρινε πως η Delfi δεν φέρει ευθύνη για αποζημίωση της L αλλά το εφετείο έκρινε το αντίθετο, θεωρώντας πως η Delfi ως εκδότης των σχολίων φέρει ευθύνη. Αφού η ιστοσελίδα εξάντλησε τα εθνικά ένδικα μέσα προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ισχυριζόμενη ότι παραβιάζεται το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης της (άρθρο 10 ΕΣΔΑ). Απόφαση Το Δικαστήριο έκρινε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, συντασσόμενο με την άποψη των εθνικών δικαστηρίων περί ευθύνης της ιστοσελίδας ως εκδότη των σχολίων. Πιο αναλυτικά, το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε το ότι η ιστοσελίδα απέσυρε άμεσα τα υβριστικά σχόλια αλλά εξέτασε το αν η αναγνώριση αστικής ευθύνης της Delfi για τα υβριστικά σχόλια θα ήταν δυσανάλογη προσβολή του δικαιώματος της στην ελεύθερη έκφραση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ιστοσελίδα θα μπορούσε να έχει υποθέσει ότι η είδηση θα μπορούσε να προκαλέσει αρνητικές αντιδράσεις κατά της ναυτιλιακής εταιρείας και των διαχειριστών της και να αναγνωρίσει ότι έχει υψηλότερο από τον του μέσο όρο κίνδυνο τα αρνητικά σχόλια να ξεπεράσουν το όριο της αποδεκτής κριτικής και να φθάσουν το επίπεδο της αδικαιολόγητης προσβολής ή της ρητορικής μίσους. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Delfi θα έπρεπε να έχει επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια για να μην της αναγνωρισθεί ευθύνη από τα σχόλια, συνυπολογίζοντας τον επαγγελματικό χαρακτήρα της ιστοσελίδας. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε πως η πρόβλεψη δυνατότητας αφαίρεσης σχολίων μετά από αναφορά και η μη δημοσίευση σχολίων που περιέχουν συγκεκριμένες λέξεις βάσει ενός φίλτρου δεν επαρκούν ως μέσα πρόληψης, καθώς το φίλτρο είναι ανεπαρκές για την πρόληψη βλάβης σε τρίτους ενώ η αφαίρεση μετά από αναφορά δεν αποτρέπει την προβολή υβριστικών σχολίων για το διάστημα μέχρι την αφαίρεση τους. Τέλος, το Δικαστήριο θεώρησε ότι, δεδομένου ότι η εφημερίδα δίνει τη δυνατότητα στους αναγνώστες […]

Read more

Kανονισμός 1259/2010: Διαζύγιο και Δικαστικός χωρισμός, Εφαρμοστέο δίκαιο.

17 Ιανουαρίου, 2016

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε ως στόχο να αναπτύξει έναν χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, θεσπίζοντας μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις με διασυνοριακές επιπτώσεις. Ταυτόχρονα, η αύξηση της κινητικότητας των πολιτών στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτει, αφενός, περισσότερη ευελιξία και, αφετέρου, μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2010, για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό (ο λεγόμενος κανονισμός Ρώμη ΙΙΙ) διασφαλίζει στους πολίτες ενδεδειγμένες λύσεις από άποψη ασφάλειας δικαίου, προβλεψιμότητας και ευελιξίας, προστατεύει τους ασθενέστερους εταίρους κατά τις διαφορές λόγω διαζυγίων και αποτρέπει την καταχρηστική αναζήτηση της «πλέον ευνοϊκής έννομης τάξης». Επίσης συμβάλλει στην αποφυγή πολύπλοκης, χρονοβόρας και επώδυνης διαδικασίας. Ειδικότερα, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1259/2010 επιτρέπει στα διεθνή ζευγάρια να συμφωνήσουν εκ των προτέρων το δίκαιο που θα εφαρμοσθεί στη δική τους διαδικασία διαζυγίου ή δικαστικού χωρισμού εφόσον το δίκαιο που επιλέγεται είναι το δίκαιο του κράτους μέλους με το οποίο διατηρούν στενότερο δεσμό. Σε περίπτωση που το ζευγάρι δεν μπορεί να συμφωνήσει, οι δικαστές δύνανται να χρησιμοποιήσουν κοινή μέθοδο για να αποφασίσουν σχετικά με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Ο εν λόγω κανονισμός, εξάλλου, δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα ζητήματα: την ικανότητα δικαίου φυσικών προσώπων, την ύπαρξη, το κύρος ή την αναγνώριση ενός γάμου, την ακύρωση ενός γάμου, το όνομα των συζύγων, τα περιουσιακά αποτελέσματα του γάμου, τη γονική μέριμνα, τις υποχρεώσεις διατροφής και καταπιστεύματα ή κληρονομική διαδοχή. Επίσης δεν επηρεάζει την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2201/2003 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας. Ο υπόψη κανονισμός αποτελεί μέσο για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών. Η ενισχυμένη συνεργασία επιτρέπει σε ομάδα αποτελούμενη από εννέα τουλάχιστον κράτη μέλη να εφαρμόσουν μέτρα σε κάποιον από τους τομείς που υπάγονται στις Συνθήκες στο πλαίσιο των μη αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 331 της ΣΛΕΕ, τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να συμμετάσχουν στην καθιερωμένη υπό εξέλιξη ενισχυμένη συνεργασία. (ec.europa.eu) Διαβάστε τον Κανονισμό 1259/2010 για τη θέσπιση ενισχυμένης συνεργασίας στον τομέα του δικαίου που είναι εφαρμοστέο στο διαζύγιο και τον δικαστικό χωρισμό : http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:L:2010:343:0010:0016:EL:PDF legalnews24.gr

Read more

ΔΕΕ C-231/14, Πλαίσιο της επιβολής (και προσδιορισμού του ύψους) προστίμου για παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού.

9 Οκτωβρίου, 2015

ΔΕΕ 9.7.2014, C-231/14, Innolux Corp. (σκέψη 75) Στο πλαίσιο της επιβολής (και προσδιορισμού του ύψους) προστίμου για παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού, ούτε η αρχή ne bis in idem ούτε καμία άλλη αρχή του δικαίου υποχρεώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συνεκτιμήσει τις διώξεις και κυρώσεις που υπέστη μια επιχείρηση σε τρίτες χώρες (βλ. Showa Denko κατά Επιτροπής, C‑289/04 P, EU:C:2006:431, σκέψεις 52 έως 58· SGL Carbon κατά Επιτροπής, C‑308/04 P, EU:C:2006:433, σκέψεις 28 έως 34, και SGL Carbon κατά Επιτροπής, C‑328/05 P, EU:C:2007:277, σκέψεις 24 έως 35)

Read more