ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
9° ΤΜΗΜΑ
Αριθμός 4192/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Παναγιώτα Μιχαήλ, Εφέτη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Μαρία Αναγνωστοπούλου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 4η Απριλίου 2024 σε συνέχεια της δικασίμου της 2W Μαρτίου 2024 μετά από διακοπή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : ……… του ……… και της ……, τέως συζύγου ……., κατοίκου ……….. Αττικής, οδός ……., ΑΦΜ ……., ΔΟΥ ……, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Τσακαλιά του Αργυρίου (AM ΔΣΑ 018396), ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, έχοντας προκαταθέσει την από 1.04.2024 έγγραφη δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις μαζί με το υπ` αριθ. Π……/20.03.3024 Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών και Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ : ……….. του ….. και της ….., κατοίκου …. Αττικής, οδός ………, ΑΦΜ …….., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Κουλούρη του Πέτρου (AM ΔΣΑ 028352), ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, έχοντας προκαταθέσει την από 20.03.2024 έγγραφη δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και έγγραφες προτάσεις μαζί με το υπ` αριθ. Π……./20.03.2024 Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών και Ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 24.05.2017 (αριθ. εκθ. κατ. δικ. ……../2017) αγωγή αποκτημάτων, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεφε κατά του εναγόμενου, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε — μετά από επαναφορά της υπόθεσης προς συζήτηση με την από 12.01.2022 (αρ. εκθ. κατ. δικ. …../2022) κλήση – στις 7.11.2022 αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρο 592 παρ. 3 περ. δ` ΚΠολΔ), εκδόθηκε η υπ` αριθ. 8209/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 5.10.2023 έφεσή της, το δικόγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 11.10.2023, όπου έλαβε αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ……./11.10.2023, εν συνεχεία, δε, αντίγραφο της εφέσεως με την κάτωθι αυτής έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών προς προσδιορισμό δικασίμου, οπότε έλαβε αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……../2023, προσδιορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της και συζητήθηκε κατά την ανωτέρω αναφερομένη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, με αριθμό πινακίου ….
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω αναφέρεται και κατέθεσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 8209/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της από 24.05.2017 αγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρο 592 παρ. 3 περ. δ` ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπρόθεσμα με την κατάθεσή της στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Πρωτοδικείου Αθηνών στις 11.10.2023, ήτοι εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την, κατά την 13.09.2023, επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (βλ. την υπ` αριθ. …../13.09.2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών ……….) – (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, με τη μνεία ότι για το παραδεκτό της υπό κρίση έφεσης δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου κατά την άσκησή της, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 εδ τελευταίο του ΚΠολΔ, οι διαφορές, μεταξύ άλλων, και της παραγράφου 3 του άρθρου 592 ΚΠολΔ, όπως είναι και η προκειμένη, εξαιρούνται από την υποχρέωση κατάθεσης παράβολου κατά την άσκηση της έφεσης.
Η ενάγουσα με την από 24.05.2017 αγωγή της, όπως παραδεκτώς διορθώθηκε αυτή (άρθρο 224 ΚΠολΔ) εξέθετε ότι με τον εναγόμενο τέλεσε νόμιμο γάμο κατά τον πολιτικό τύπο στις 23.06.2005 στον ……. Αττικής, ο οποίος ιερολογήθηκε σύμφωνα με τους Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 19.08.2006 στον Ιερό Ναό ……. στην ….. Κρήτης. Ότι από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν δύο τέκνα, τη …….. και τον …… που γεννήθηκαν στις 19.02.2006 και 23.05.2008 αντίστοιχα. Ότι η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάστηκε οριστικά στις 14.07.2014 και ο γάμος τους λύθηκε συναινετικά με την υπ` αριθ. 1257/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 28.05.2015. Ότι ο εναγόμενος κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους, είχε την αναφερόμενη στην αγωγή ακίνητη περιουσία, και δη α) ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου εκτάσεως 75 τμ στο Λουτράκι, αξίας κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους 30.000 ευρώ, το οποίο πωλήθηκε από αυτόν διαρκούντος του γάμου τους, β) ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου επί τριών οικοπέδων στο Δήμο Άνω Λιοσίων Αττικής (θέση Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος) στο 606 Ο.Τ., εκτάσεως 148,71, 123,08 και 158,69 τμ, ήτοι συνολικής εκτάσεως 430,48 τμ, αντικειμενικής αξίας τουλάχιστον 27.335,48 ευρώ, τα οποία μεταβίβασε εικονικά για λόγους φορολογικούς στον αδελφό του, αλλά ουσιαστικά εξακολουθούν να του ανήκουν. Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησαν έκαστος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου α) δυνάμει του υπ` αριθ. …../4.06.2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών …….. το περιγραφόμενο στην αγωγή υπό στοιχείο (β-1) διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου πολυκατοικίας, κείμενης στο Μαρούσι Αττικής στη θέση «Μαγκουφάνα» ή «Καμαράκια» ή «Άγιος Νικόλαος» (οδός …….) και την περιγραφόμενη στην αγωγή υπό στοιχεία Υ-5 αποθήκη του υπογείου της ίδιας πολυκατοικίας, β) δυνάμει του υπ` αριθ. …./4.06.2009 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών …….. την υπό στοιχείο ΣΤ-12 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου διπλανής πολυκατοικίας, αντί πραγματικού τιμήματος για τα ακίνητα αυτά 360.000 ευρώ. Ότι εκ του ως άνω τιμήματος αγοράς, τα 210.000 ευρώ που αναγράφονται ως τίμημα πώλησης στο υπ` αριθ. …../2009 αγοραπωλήτηριο συμβόλαιο καταβλήθηκαν από δύο τραπεζικά δάνεια στο όνομα των διαδίκων και το υπόλοιπο ποσό των 150.000 ευρώ καταβλήθηκε στους πωλητές σε μετρητά, προερχόμενο από χρήματα που ενέβασαν σε αυτήν (ενάγουσα) ως χρηματική ενίσχυση οι γονείς της …… και ……. Ότι το υπόλοιπο τίμημα των 210.000 ευρώ πιστώθηκε και καταβλήθηκε από δύο δάνεια, εκ των οποίων το ένα λήγει τον Ιούνιο του 2024 με μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση 645 ευρώ και το άλλο τον Ιούνιο του 2029 με μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση 645 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος ουδέν έχει καταβάλλει για την αποπληρωμή των δανείων κατά την αναλογία του (50%), ότι η συνολική μηνιαία τοκοχρεωλυτική δόση (1.280 ευρώ) καταβάλλεται από την ίδια, ότι έχουν καταβληθεί μέχρι τη σύνταξη της αγωγής 121.600 ευρώ (1.280 ευρώ το μήνα επί 95 δόσεις) και ότι η αναλογία που έχει διασώσει ο εναγόμενος υπέρ του εαυτού του είναι 60.800 ευρώ. Ότι υπολείπονται ακόμη για την εξόφληση των δανείων 147.500 ευρώ και συγκεκριμένα α) το ποσό των 53.975 (85 δόσεις επί 635 ευρώ) ευρώ και β) το ποσό των 93.525 (145 δόσεις επί 645 ευρώ), που θα καταβάλει η ίδια, διασώζοντας ο εναγόμενος για τον εαυτό του, κατά την αναλογία του, το ποσό των 73.750 (147.500 επί 50%) ευρώ. Ότι η ίδια κατέβαλε και τα συμβολαιογραφικά έξοδα και έξοδα μεταγραφής, ποσού 3.900 ευρώ. Ότι αμέσως μετά την αγορά του διαμερίσματος, επειδή αυτό ήταν παλαιό, προέβησαν σε εργασίες ανακαίνισης, οι κόστισαν συνολικά 52.400 ευρώ, όπως ειδικότερα εξειδικεύονται τα επιμέρους ποσά ανά είδος εργασίας. Ότι επίσης για την οικία αυτή αγόρασε η ίδια με χρήματα των γονέων της προς αυτήν την οικοσκευή και τα έπιπλα του σπιτιού, συνολικής αξίας 25.500 ευρώ. Ότι τα ανωτέρω χρηματικά ποσά τα πλήρωσε αυτή (ενάγουσα) με δωρεές χρημάτων από τους γονείς της (176.800 ευρώ) και μόνο 10.000 ευρώ έβαλε η ίδια από τις οικονομίες της, ενώ ο εναγόμενος κατέβαλε μόνο 45.000 ευρώ. Ότι η συνολική δαπάνη για την αγορά, ανακαίνιση και εξοπλισμό της συζυγικής οικίας που εγγράφηκε στα ονόματα και των δύο διαδίκων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, πλην των δανείων ανήλθε σε 231.800 (150.000 + 52.400 + 25.500 + 3.900) ευρώ. Ότι για τη δαπάνη αυτή ο εναγόμενος όφειλε να καταβάλει κατά το ποσοστό του το ποσό των 115.900 ευρώ, ότι αυτός κατέβαλε 45.000 ευρώ μόνο και διέσωσε υπέρ του εαυτού του το ποσό των 70.900 (115.900 μείον 45.000) ευρώ. Ότι επίσης κατά τη διάρκεια του γάμου τους (27.09.2006) αγόρασαν με δικά της χρήματα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ένα αυτοκίνητο μάρκας …….., έτους πρώτης κυκλοφορίας 2006, συνολικής εμπορικής αξίας 27.000 ευρώ, και εμπορικής αξίας του ποσοστού του 1/2 εξ αδιαιρέτου τόσο κατά τον χρόνο αγοράς του (Σεπτέμβριο 2006) όσο και κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής 13.500 ευρώ. Ότι όλο το τίμημα αγοράς του αυτοκινήτου (27.000 ευρώ) το κατέβαλε η ίδια η ενάγουσα παρότι το 1/2 εξ αδιαιρέτου μπήκε στο όνομα του εναγόμενου. Ότι επομένως το απόκτημα του συζύγου της που υπήρχε και κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους είναι το ποσοστό συγκυριότητας του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των ως άνω διαμερίσματος, υπόγειας αποθήκης και υπόγειας θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στο Μαρούσι Αττικής, συνολικής εμπορικής αξίας του εν λόγω ποσοστού κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής αποκτημάτων 350.000 (ήτοι 300.000 ευρώ, 30.000 ευρώ και 20.000 ευρώ αντίστοιχα) ευρώ και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του αυτοκινήτου εμπορικής αξίας κατά την άσκηση της αγωγής 13.500 ευρώ. Ότι η περιουσία του εναγόμενου επαυξήθηκε κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου του και την άσκηση της αγωγής κατά το ποσό των 363.500 (300.000 + 30.000 + 20.000 + 13.500) ευρώ, πλέον του ποσού των 25.500 ευρώ καθόσον ο εναγόμενος πήρε τον εξοπλισμό και τα έπιπλα της οικίας κατά τ ην αποχώρησή του από τη συζυγική οικία, πλέον του ποσού των 245.700 ευρώ που ο εναγόμενος εξοικονόμησε από την προσφορά των υπηρεσιών και φροντίδων της ενάγουσας στο συζυγικό οίκο και στα τέκνα τους πέραν του οφειλόμενου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ μέτρου συνεισφοράς της (ήτοι η ενάγουσα προσδιορίζει την πέραν του οφειλόμενου, κατά τα άρθρα 1389, 1390 ΑΚ, μέτρου συνεισφορά της στις οικογενειακές ανάγκες στο ποσό των 2.275 ευρώ το μήνα χ 12 μήνες χ 9 έτη = 245.700 ευρώ), πλέον των ποσών που αυτός διέσωσε υπέρ του εαυτού του (των 70.900 ευρώ, των 60.800 ευρώ και των 73.750 ευρώ), ήτοι κατά το ποσό των 840.150 ευρώ, αφαιρουμένης δε από το συνολικό αυτό ποσό της αξίας της αρχικής περιουσίας του εξ ευρώ 57.335,48 (30.000 + 27.335,48) ευρώ, η τελική καθαρή περιουσία του κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής ήταν 782.814,52 ευρώ. Ότι η συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου ανέρχεται σε ποσοστό 100%. Με βάση το ιστορικό αυτό, και μετά από παραδεκτά γενόμενο με τις έγγραφες προτάσεις της και με προφορική στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πριν αυτό προχωρήσει στην ουσία της υπόθεσης, δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό (άρθρα 223 εδ. β`, 224 εδ. α`, 225 παρ. 1 εδ. τελευταίο, 227 ΚΠολΔ), ζητούσε κυρίως να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 12.814,52 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 770.000 ευρώ, αμφότερα τα ποσά νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, άλλως να της καταβάλει το ποσό των 12.814,52 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 524.300 ευρώ, αμφότερα τα ποσά νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, επικουρικότερα δε να της καταβάλει το ποσό της περιουσιακής επαύξησης της περιουσία του που οφείλεται στην τεκμαρτή συμβολή της, όλως δε επικουρικότερα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει α) το 1/2 εξ αδιαιρέτου α) των ακινήτων που είναι τυπικά στο όνομά του, δυνάμει των υπ` αριθ. ….. και …../4.06.2009 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, που έχουν μεταγράφει νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου, ήτοι του υπό στοιχείο (β-1) διαμερίσματος του δεύτερου υπέρ το ισόγειο-πιλοτή ορόφου της πολυκατοικίας επί της οδού …….. στο Μαρούσι Αττικής (θέση «Μαγκουάφανα» ή «Καμαράκια» ή «Άγιος Νικόλαος»), της υπό στοιχεία Υ-5 αποθήκης του υπογείου της ιδίας πολυκατοικίας και της υπό στοιχεία ΣΤ-12 θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου πολυκατοικίας κείμενης στη θέση «Μαγκουφάνα» του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής στο Ο.Τ. 52, επί της διασταυρώσεως των οδών ………., β) το 50% της κυριότητας του με αριθμό κυκλοφορίας ….. ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής ….., τύπου ….., όπως αυτό ειδικότερα προσδιορίζεται στην αγωγή. Επίσης ζητούσε να απαγγελθεί σε βάρος του εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της. Επί της αγωγής αυτής η οποία συζητήθηκε κατά την διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 591, 592 παρ. 3 περ. δ` 593-602 ΚΠολΔ), στις 7.11.2022 αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγόμενου, για το λόγο ότι – μετά τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό για το ποσό των 12.814,52 ευρώ και σε αναγνωριστικό για το υπόλοιπο αιτούμενο ποσό – δεν διατάσσεται προσωρινή κράτηση για την καταψήφιση απαίτησης μικρότερης των 30.000 ευρώ (άρθρο 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ δεν διατάσσεται προσωρινή κράτηση σε περίπτωση αναγνωριστικών αγωγών ή αναγνωριστικών αιτημάτων αγωγών – εξέτασε την προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση συμβιβασμού και άφεσης χρέους και έκρινε ότι οι διάδικοι με τη δήλωσή τους στο από 3.07.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο συντάχθηκε στο πλαίσιο της συναινετικής λύσης του γάμου τους, και το οποίο υπέγραψαν αμφότεροι επέλυσαν όλες τις εκατέρωθεν οικονομικές μεταξύ τους εκκρεμότητες μεταξύ των οποίων, λόγω της γενικής και απόλυτης διατύπωσής της, και τις όποιες απαιτήσεις πηγάζουν από τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και την απέρριψε ως μη νόμιμη. Λόγω δε της ήττας της ενάγουσας, καταδίκασε αυτήν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγόμενου, τα οποία όρισε σε έξι χιλιάδες τριακόσια (6.300) ευρώ. Ήδη με την υπό κρίση έφεσή της, η εκκαλούσα (ενάγουσα) βάλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης με λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η σύμβαση της άφεσης χρέους, που αφορά παραίτηση από ενοχικό και μόνο δικαίωμα, ήτοι από απαίτηση, προϋποθέτει υπάρξαν ή υπαρκτό, κατά τον χρόνο της σύναψής της, χρέος και όχι μελλοντικό, αόριστο ή εντελώς άγνωστο. Αν η σύμβαση αφορά χρέος που έχει αποσβεσθεί ή δεν έχει συσταθεί ποτέ, τότε πρόκειται για δικαιοπραξία βεβαιωτική της απόσβεσης ή για αρνητική αναγνωριστική σύμβαση αντίστοιχα, ενώ αν αφορά απαίτηση υπό αίρεση ή ακόμη μη γεννηθείσα, αλλά μέλλουσα, τότε πρόκειται για συμφωνία εκ των προτέρων προσδιοριστική της έκτασης της ενοχής. Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ ανωτέρω αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων, ενώ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου και των άρθρων 3, 174, 178, 871 και 1441 ΑΚ, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει τον χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου, και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη, δεν αποκλείεται, όμως, από τη διάταξη αυτή, όπως το ζήτημα των αποκτημάτων γίνει αντικείμενο ενός γενικότερου διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, στις διαπραγματεύσεις αυτών για να καταλήξουν στην κατά το άρθρο 1441 ΑΚ συμφωνία συναινετικού διαζυγίου, οπότε, κατ` εξαίρεση, η συμφωνία αυτή είναι ισχυρή, με τον όρο ότι η τελευταία (συμφωνία των συζύγων για τα αποκτήματα) τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της, εξ αυτού αποκλειστικά του λόγου διαζυγίου, λύσης του γάμου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για τον δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτό της ενοχικής αξίωσης για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δήλωσης βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου, να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση υπέρ του άλλου (υπόχρεου) συζύγου. Η, ως άνω, παραίτηση έχει νομικό έρεισμα στις προαναφερόμενες διατάξεις και όχι σ` αυτήν του άρθρου 454 ΑΚ, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, η σχετική απαίτηση ανάγεται στο μέλλον και δεν έχει γεννηθεί κατά τον χρόνο που εκείνη (παραίτηση) λαμβάνει χώρα. Αντίθετο επιχείρημα δεν δύναται να αντληθεί από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 4356/2015, η οποία για τους συνάπτοντες σύμφωνο συμβίωσης ορίζει ότι “τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή τους”, διότι αν ο νομοθέτης ήθελε να ισχύει η απαγόρευση αυτή και στην περίπτωση του άρθρου 1400 ΑΚ θα το όριζε σ` αυτό ρητά (ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 1548/2020, ΤΝΠ Νόμος). Με τον πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης η εκκαλούσα βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης αιτιώμενη ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και δεν ερμήνευσε σωστά τη βούλησή της στο από 3.07.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο «δεν διατηρούν μεταξύ τους οιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση απ’ όπου και εάν προέρχεται», καθόσον αυτή δεν ήθελε να παραιτηθεί από την αξίωση συμμετοχής της στην επαύξηση της περιουσίας διαρκούντος του γάμου τους του συζύγου της, με αποτέλεσμα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να κάνει δεκτό τον προταθέντα από τον εναγόμενο ισχυρισμό περί συμβιβασμού των διαδίκων με το από 3.07.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό στο πλαίσιο έκδοσης συναινετικού διαζυγίου τους, να δεχθεί ότι η ρητή αυτή δήλωση επιλύει όλες τις εκατέρωθεν οικονομικές εκκρεμότητες μεταξύ των διαδίκων και περιλαμβάνει και εκείνες που πηγάζουν από το άρθρο 1400 ΑΚ και να απορρίψει την αγωγή. Επί των λόγων αυτών έφεσης λεκτέα τα εξής. Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο μεταξύ τους γάμο κατά τον πολιτικό τύπο στις 23.06.2005 στον ….. Αττικής και στις 19.08.2006 κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ….. Λασιθίου της νήσου Κρήτης, από τον οποίον απέκτησαν δύο τέκνα, την …… και τον …… που γεννήθηκαν στις 19.02.2006 και 23.05.2008 αντίστοιχα. Ο γάμος τους λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο δυνάμει της υπ` αριθ. 1257/15.04.2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), που έχει καταστεί αμετάκλητη. Στο πλαίσιο της λύσης του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο οι διάδικοι υπέγραψαν δύο, υπό την αυτή ημερομηνία (3.07.2014), ιδιωτικά συμφωνητικά, με το πρώτο εκ των οποίων ρύθμισαν τα θέματα επιμέλειας των τέκνων τους, της προσωπικής επικοινωνίας του εναγόμενου με αυτά, της διατροφής των ανήλικων τέκνων, της μετοίκησης του εναγόμενου και των αντικειμένων που θα παρέμεναν στη συζυγική οικία προς όφελος της ενάγουσας και των τέκνων τους, με δε το δεύτερο εκ των οποίων δήλωσαν τα εξής «Στην Αθήνα την 3η Ιουλίου 2014 μεταξύ των κάτωθι συμβαλλομένων, ήτοι α) του ……….. του ………, β) …….. του ……. συμφωνήθηκαν, συνομολογήθηκαν και έγιναν αποδεκτά τα
εξής : Την 23/06/2005 τελέσαμε νόμιμο πολιτικό γάμο στον …… Αττικής και ακολούθως στις 19/8/2006 νόμιμο θρησκευτικό γάμο κατά τους θείους και Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας στον Ιερό Ναό ….. στην …… Κρήτης. Από το γάμο αυτό αποκτήσαμε δύο τέκνα τη …… και τον ….., ηλικίας σήμερα 8.5 και 6 ετών περίπου αντίστοιχα. Εξαιτίας διαφωνιών που προέκυψαν μεταξύ μας, τις οποίες εάν και προσπαθήσαμε δεν κατορθώσαμε μέχρι σήμερα να άρουμε, αποφασίσαμε να λύσουμε οριστικά το γάμο μας με την έκδοση συναινετικού διαζυγίου. Δηλώνουμε ρητά και κατηγορηματικά ότι δε διατηρούμε μεταξύ αλλήλων οιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση από οπουδήποτε και αν προέρχεται. Επειδή η απόφασή μας αυτή είναι ώριμη, σοβαρή και ανεπηρέαστη από οποιονδήποτε και ο,τιδήποτε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συμφωνούμε και επιθυμούμε τη λύση του γάμου μας με την έκδοση συναινετικού διαζυγίου. …». Ωστόσο από μόνη την υπογραφή του ως άνω από 3.07.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο περιέχεται σε μία φράση η ως άνω γενική δήλωση, χωρίς να γίνεται ουδεμία ρητή σε αυτό μνεία σε αμοιβαία παραίτηση των διαδίκων από την αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου διαρκούντος του γάμου τους, δεν προκύπτει ότι η δήλωση αυτή ως προς την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα συμπεριελάμβανε και την αξίωση συμμετοχής της στα αποκτήματα του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου εκ του άρθρου 1400 ΑΚ. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας στις 26.05.2017 της από 24.05.2017 αγωγής αποκτημάτων με τα, στο δικόγραφο αυτής, εκτιθέμενα περιστατικά προς θεμελίωσή της κατά την κύρια βάση της στη πραγματική συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του πρώην συζύγου της-εναγόμενου διαρκούντος του γάμου τους, αλλά και από το υπό ημερομηνία 2.11.2020 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπογράφηκε από τους διαδίκους και από τον κουμπάρο αυτών ………. κατά την αρχική δικάσιμο που είχε οριστεί για τη συζήτηση της αγωγής αποκτημάτων, οπότε και ζητήθηκε η αναβολή της συζήτησής της προκειμένου να επέλθει μεταξύ τους συμφωνία επί της διευθέτησης των διαφορών τους μεταξύ των οποίων και η επίδικη, και στο οποίο (συμφωνητικό) δεν θα προέβαιναν οι διάδικοι εάν πράγματι είχαν επιλύσει οριστικά από τις 3.07.2014 όλες τις μεταξύ τους εκκρεμότητες (οικονομικές και περιουσιακές) και είχαν παραιτηθεί και από την αξίωση συμμετοχής εκάστου στα αποκτήματα του άλλου συζύγου. Με το εν λόγω χειρόγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό οι διάδικοι δήλωσαν ότι επιλύουν τις διαφορές τους, και αφού προηγουμένως έκαναν μνεία στις τρεις αγωγές που είχε ασκήσει η ενάγουσα κατά του εναγόμενου, μεταξύ των οποίων και η από 24.05.2017 αγωγή αποκτημάτων, στη μήνυση της ενάγουσας που κατατέθηκε το έτος 2020 σε βάρος του εναγόμενου για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και στην κατατεθείσα το έτος 2017 της έγκλησης του εναγόμενου σε βάρος της ενάγουσας για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, οι νυν διάδικοι και εκεί συμβαλλόμενοι συμφώνησαν τα εξής κατά λέξη «Ήδη σήμερα τα μέρη αποφασίζουν και δηλώνουν ρητώς ότι επιλύουν συμβιβαστικά τις υφιστάμενες διαφορές τους με τους κάτωθι όρους και συμφωνίες και στο κλίμα αμοιβαίου σεβασμού : 1) ο πρώτος συμβαλλόμενος (ήτοι ο ……..) υπόσχεται όπως μέχρι 14.01.2021 μεταβιβάσει στη δεύτερη (………) το μερίδιο επί των ακινήτων που αναλυτικά περιγράφονται στα υπ` αριθ. …../2009 και ……/2009 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………. υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ενέχεται στις από 4/6/2009 δανειακές συμβάσεις και δε θα έχει καμία υποχρέωση εξ αυτής της αιτίας, 2) Μέχρι 14/1/2021 ο πρώτος υπόσχεται να μεταβιβάσει στη δεύτερη το με αριθμό κυκλοφορίας …… οχήματος ……… Τα έξοδα μεταβίβασης του αυτοκινήτου και των ως άνω ακινήτων θα βαρύνουν αποκλειστικά τη δεύτερη, 3) Η δεύτερη συμβαλλόμενη υπόσχεται να παραιτηθεί των δικογράφων των αγωγών της εν συνόλω καθώς και του δικαιώματος της ως επίσης κ` θα προβεί σε ανάκληση της μήνυσης της (ABM Ε-…/2924) ενώπιον της Εισαγγελίας Πλημ/κών Αθηνών και θα προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια που κατατείνει στην αθώωσή τους, υπό την προϋπόθεση της προγενέστερης σε αυτήν μεταβίβασης κινητών και ακινήτων. Αντίστοιχα και ο πρώτος συμβαλλόμενος θα προβεί σε ανάκληση της υπό στ. ΑΒΜ Β…/1304 έγκλησής του υπό την προϋπόθεση της προγενέστερης μεταβίβασης κινητών και ακινήτων, 4) Όλα τα μέρη παραιτούνται ρητώς και κατηγορηματικώς από οποιαδήποτε απαίτηση ή αξίωση μεταξύ τους γεγενημένη ή μη από οποιαδήποτε αιτία, πλην της αξίωσης διατροφής που έχει η δεύτερη κατά του πρώτου για λογαριασμό των τέκνων τους και περιγράφεται στην υπό στ. ΓΑΚ : ….., ΕΑΚ …../2020, η οποία εκδικάζεται ενώπιον του ΜΠ Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 8/2/2021. 5) Η προθεσμία μεταβίβασης ακινήτων, η παραίτηση από δικόγραφα, δικαιώματα κλπ δύναται να παραταθεί από λόγους ανωτέρας βίας ή λόγω μη ανεύρεσης χρημάτων για τις μεταβιβάσεις κινητών και ακινήτων που περιγράφονται στο παρόν από τη δεύτερη των συμβαλλομένη, πάντως όχι πέραν της 8/2/2021». Με το εν λόγω συμφωνητικό, και δη με τον υπό στοιχείο (3) όρο του συμφωνητικού, η ενάγουσα υποσχέθηκε να παραιτηθεί, μεταξύ άλλων, και από το δικόγραφο της αγωγής εκ του άρθρου 1400 ΑΚ και από το σχετικό δικαίωμα μόνο υπό την προϋπόθεση (όρο) της προηγούμενης μεταβίβασης σε αυτήν από τον εναγόμενο του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του επί των τριών ακινήτων (ήτοι επί των τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών στο Μαρούσι Αττικής επί της συμβολής των οδών ………) και επί των κινητών (ήτοι επί του ΙΧΕ αυτοκινήτου ……..) και εφόσον οι μεταβιβάσεις αυτές γίνουν μέχρι 14.01.2021, και, σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή μη ανεύρεσης χρημάτων, κατόπιν παράτασης της προθεσμίας μέχρι το αργότερο την 8.02.2021, ο δε εναγόμενος υποσχέθηκε να της μεταβιβάσει το μερίδιό του στα ανωτέρω ακίνητα και κινητά υπό την προϋπόθεση να μην ενέχεται αυτός στις δανειακές συμβάσεις. Επομένως η παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο της από 24.05.2017 και από το σχετικό δικαίωμα τελούσε, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο του από 2.11.2020 ιδιωτικού συμφωνητικού, λόγω της ρητής διατύπωσης σε αυτό της βούλησής της (βλ. όρο υπό στοιχείο 3), υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις-όρους, χωρίς την πλήρωση των οποίων δεν θα προέβαινε η ενάγουσα σε δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της από 24.05.2017 αγωγής αποκτημάτων και από το σχετικό δικαίωμα, και υπό αυτήν την έννοια, της πλήρωσης δηλαδή των τιθέμενων προϋποθέσεων, ακολούθησε η δήλωση στον υπό στοιχείο (4) όρο του συμφωνητικού ότι όλα τα μέρη παραιτούνται ρητώς και κατηγορηματικώς από οποιαδήποτε αξίωση ή απαίτηση από οποιαδήποτε αιτία, ήτοι υπό την έννοια ότι η παραίτηση της ενάγουσας θα αποκτούσε ισχύ εφόσον ο εναγόμενος προέβαινε προηγουμένως στις προς αυτήν, κατά τα ως άνω, μεταβιβάσεις ακινήτων και κινητού, οι οποίες μεταβιβάσεις θα ελάμβαναν χώρα εφόσον αυτός δεν θα ευθυνόταν πλέον, κατόπιν διευθέτησης του ζητήματος αυτού με τη δανείστρια τράπεζα, για τις εκ των δύο δανειακών συμβάσεων υποχρεώσεις. Από τα ανωτέρω συνάγεται κατ` εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ότι η βούληση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας όταν υπέγραφε το από 3.07.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν ήταν να παραιτηθεί από το εκ του άρθρου 1400 ΑΚ δικαίωμά της, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις κατοπινές ενέργειές της με την άσκηση της αγωγής αλλά και την υπογραφή του από 2.11.2020 ιδιωτικού συμφωνητικού. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι με το από 3.07.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό τα μέρη με τη δήλωσή τους σε αυτό επέλυσαν όλες τις εκατέρωθεν οικονομικές εκκρεμότητες, μεταξύ των οποίων και τις απαιτήσεις τους από τα αποκτήματα, δεχόμενο ότι οι δηλώσεις στις οποίες προέβησαν έγιναν στο πλαίσιο συμβάσεως συμβιβασμού και ότι η αληθής βούλησή τους και δη της ενάγουσας ήταν να παραιτηθούν έκτοτε από οποιαδήποτε αξίωση είχε ο ένας έναντι του άλλου, ακόμη και από την αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα, και συνεπεία τούτου απέρριψε την αγωγή, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συνεπώς ο πρώτος λόγος και ο δεύτερος αντίστοιχα λόγος έφεσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατόπιν της παραδοχής των πρώτου και δεύτερου λόγων έφεσης ως βάσιμων, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση και ως ουσία βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, και να κρατηθεί και δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό η από 24.05.2017 (ΓΑΚ/ΕΑΚ …../26.06.2017) αγωγή (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την αυτή διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 περ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ, αναφορικά με την ερειδόμενη στην πραγματική συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου καθόσον προσδιορίζεται στην αγωγή η τελική αξία της αποκτηθείσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους από τον εναγόμενο περιουσίας κατά τον χρόνο άσκηση της αγωγής, το ποσοστό της συμβολής της ως 100% καθώς και των τρόπων συμβολής της στην επαύξηση
αυτή με αναφορά μάλιστα του είδους της συμβολής της και της επιμέρους αξίας των τρόπων συμβολής της και ειδικά ως προς τη συμβολή της ενάγουσας με τη συνεισφορά της στις οικογενειακές ανάγκες αναφέρεται το ύψος των κατά μήνα οικογενειακών αναγκών κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, τα εισοδήματα αμφοτέρων των διαδίκων και επιπλέον αποτιμάται χρηματικά η συνεισφορά της σε αυτές και κυρίως γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωσή της προς συνεισφορά της κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους και η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο εναγόμενος, δεν ανακύπτει ζήτημα αοριστίας της αγωγής και ο προβαλλόμενος με τις κατατεθείσες ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτάσεις του εφεσίβλητου (εναγόμενου) ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, ο οποίος είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και είχε απορριφθεί, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η αγωγή είναι νόμιμη ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, πλην του αιτήματος απαγγελίας προσωπικής κράτησης κατά του εναγόμενου, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης, καθόσον, μετά τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό για το ποσό των 12.814,52 ευρώ και σε εν μέρει αναγνωριστικό για το υπόλοιπο αιτούμενο ποσό, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον δεν διατάσσεται προσωρινή κράτηση για την καταψήφιση απαίτησης μικρότερης των 30.000 ευρώ (άρθρο 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ) ούτε σε περίπτωση αναγνωριστικών αγωγών ή αναγνωριστικών αιτημάτων αγωγών. Το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής είναι πλέον άνευ αντικειμένου, διότι με την έκδοση αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η εκκαλουμένη γίνεται τελεσίδικη και ως εκ τούτου εκτελεστή (ΕφΑθ 2755/2024 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΒορΑιγαίου 20/2019, ΕφΑθ 1147/2012, ΕφΔωδ 263/2003, δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση Ε`, σελ. 222). Πρέπει, επομένως η αγωγή να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου επανυπέβαλε τις ενστάσεις που είχε προτείνει με τις έγγραφες προτάσεις του αλλά και προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αναπτύσσοντας διεξοδικά αυτές και επιπλέον προσκόμισε και τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις. Ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαία η επαναφορά ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου των ενστάσεων που είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με σύντομη περίληψη οπότε τότε θα έπρεπε να κάνει αναφορά στις σελίδες και στους στίχους των προτάσεων της συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που περιέχουν τις ενστάσεις αυτές καθώς και να προσκομίσει και τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης (ήτοι αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) ή να ενσωματώσει σε ένα και ενιαίο σώμα στις έγγραφες προτάσεις ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου το περιεχόμενο των προτάσεών του που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Συνεπώς η προταθείσα από την εκκαλούσα, με την προσθήκη στις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ένσταση απαράδεκτου των προτάσεων του εφεσίβλητου, για το λόγο ότι ο εφεσίβλητος, κατά παράβαση του άρθρου 240 ΚΠολΔ, δεν επαναφέρει με αυτές τους αυτοτελείς ισχυρισμούς (ενστάσεις) που είχε προτείνει ως εναγόμενος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δη με αναφορά σε σελίδα και στίχο των προτάσεων που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι οποίες τις περιέχουν (τις ενστάσεις), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 ΑΚ «Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια …». Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανόμενης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 492/2017 ιστοσελίδα Αρείου Πάγου). Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1550/2018, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος).
I.] Κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 1400 ΑΚ, στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Ο λόγος είναι προφανής, αφού στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διάταξης, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 1357/2015). Η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 362/2022, ΑΠ 2120/2017, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (ΑΠ 955/2022 ΤΝΠ Νόμος). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου ή της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 526/2015, ΑΠ 1029/2013, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο, εάν όμως ο δικαιούχος σύζυγος, στην περί αποκτημάτων αγωγή του, αναφέρει την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στον υπόχρεο σύζυγο κατά την τέλεση του γάμου τους, ήτοι την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του ως προς το ζήτημα της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου κατά τη διάρκεια του γάμου, θα λάβει υπόψη την ύπαρξη της επικαλούμενης αρχικής περιουσίας αυτού, ανεξάρτητα από την προβολή ισχυρισμού από τον εναγόμενο υπόχρεο σχετικά με την ύπαρξη αρχικής περιουσίας, ή διαφοροποίησης των στοιχείων αυτής που περιλαμβάνονται στην αγωγή (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 1841/2017, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος). Ο χρόνος της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή ο χρόνος της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των στοιχείων αυτών, ήτοι για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, εφόσον προκύπτει διαφορά της αξίας μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου ή της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 526/2015, ΑΠ 1029/2013, δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου. Η συμβολή αυτή του τελευταίου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1550/2018, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος). Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου. Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση. Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής ως προαναφέρθηκε, όταν αυτή ερείδεται επί της τεκμαρτής συμβολής του τού 1/3 στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής. Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ` είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου. Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου, ένσταση. Έτσι, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β` του ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ` ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1037/2017, ΑΠ 1899/2014, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος). Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020, ο.π.)…………II.] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ’ αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματος τους, μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017). Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν εκ των κοινωνών, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 ΑΚ ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν, παράνομα και υπαίτια, εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 567/2023, 852/2019, ΑΠ 235/2016, ΑΠ 7/2015, ΑΠ 767/2014, ΕφΠειρ 232/2016, όλες στην ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, ήτοι, ακινήτου που από την κατασκευή του είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην, κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως, μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια, που προσδιορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση απόδοσης μισθωμάτων (ΑΠ 2348/2009). Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του, το κοινό πράγμα, είναι, κατ’ αρχήν, αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον, με τον τρόπο αυτό αποκλείει, στην πράξη, τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 276/2016). Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η επ’ αυτού μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, συνιστάμενο στην αξία αυτής, η οποία, προκειμένου περί αστικού ακινήτου ταυτίζεται με την μισθωτική αξία του μεριδίου, του εκτός χρήσεως κοινωνού, της οποίας, συνεπώς, αρκεί η αναφορά. Άλλο στοιχείο και, μάλιστα, αναφορά στη σχετική αγωγή, συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του κοινού ακινήτου, δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω αξία θα προκύψει από τις αποδείξεις (ΑΠ 567/2023 ΤΝΠ Νόμος). Δεν απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται στην αγωγή άλλη έννομη σχέση, βάσει της οποίας ο εναγόμενος συγκοινωνός κάνει χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης), ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το, πέραν της μερίδας του, ποσοστό, βάσει ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημιώσεως (ΑΠ 852/2019, ΑΠ 564/2012, ΑΠ 1761/2008, ΑΠ 1480/2000, ΕφΛαμ 5/2021 ΕφΠειρ όλες σε ΤΝΠ Νόμος). Αίτημα της αγωγής αυτής, είναι η απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε ο κοινωνός που έκανε την αποκλειστική χρήση. Η, με βάση τις προαναφερόμενες ειδικές περί κοινωνίας διατάξεις, άσκηση της αξίωσης για απόδοση της ωφέλειας, αποτελεί ειδικότερη μορφή απόδοσης του πλουτισμού, που, χωρίς νόμιμη αιτία, περιήλθε στον κοινωνό, ο οποίος έκανε την αποκλειστική χρήση σε βάρος της περιουσίας του κοινωνού που δεν έκανε χρήση. Γι` αυτό και η αναζήτηση της παραπάνω ωφέλειας, δεν μπορεί να γίνει και κατ’ εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 904 του ΑΚ, αφού οι δύο αξιώσεις τελούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην απόδοση του πλουτισμού του εναγόμενου, που έκανε την αποκλειστική χρήση (ΑΠ 749/2003, ΕφΛαμ 5/2021 όλες στην ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, ο κοινωνός, όταν ασκεί αγωγή αποζημίωσης κατά άλλου κοινωνού για το όφελος που αποκόμισε, δεν είναι υποχρεωμένος να εκθέτει και να αφαιρεί τις δαπάνες του εναγόμενου και να απαιτεί το υπόλοιπο, διότι, οι δαπάνες δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αγωγής του, αλλά μπορεί να τις απαιτήσει ο εναγόμενος και κατ’ ένσταση. III.] Τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο ότι «Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτοντας αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες», το δε δεύτερο ότι «συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του, απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 84/2019, ΑΠ 1454/2018, ΑΠ 1655/2018, ΑΠ 486/2016, ΕφΠειρ(Μον) 112/2021, ΕφΑΘ 2222/2021 (Μον) ΤΝΠ Νόμος). Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου, με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ, ΑΠ 486/2016). Η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους, όπως και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζομένων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057/2019, ΑΠ 953/2019, ΑΠ 84/2019 ΤΝΠ Νόμος).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ένας από κάθε διάδικη πλευρά) και οι καταθέσεις των οποίων εμπεριέχονται στα, προσκομιζόμενα μετά νομίμου επικλήσεως από αμφότερους τους διαδίκους, αντίγραφα των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, της ένορκης κατάθεσης της ………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ……, για την οποία συνετάγη από την πιο πάνω Συμβολαιογράφο η υπ` αριθ. ……/30.10.2020 πράξη (ένορκη βεβαίωση), και η οποία ελήφθη κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου, των ενόρκων καταθέσεων των …… του …. και της ….., και …. συζύγου ……., το γένος …… και ……, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας …….., για τις οποίες συνετάγησαν από την πιο πάνω Συμβολαιογράφο οι υπ` αριθ. ….. και …../30.10.2020 πράξεις (ένορκες βεβαιώσεις), οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου (βλ. την υπ` αριθ. …/26.10.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……. για τις ένορκες βεβαιώσεις των …….., …….. και ………), όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [μεταξύ των οποίων τα δικόγραφα, οι πολιτικές αποφάσεις σε προγενέστερες μεταξύ των ιδίων διαδίκων δίκες και τα υπ` αριθ. 7309/2023 και 10245/2018 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία εμπεριέχονται ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που δόθηκαν στο πλαίσιο προγενέστερης μεταξύ των ιδίων διαδίκων δίκης διατροφής, και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΕφΠατρ 155/2021, ΕφΘεσσαλ 2948/2017 ΤΝΠ Νόμος), η με αριθμό ΑΒΜ 2017/… έγκληση του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου καθώς και η με ΑΒΜ …/….. μήνυση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας που επίσης εκτιμώνται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων], από τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αντήλλαξαν οι δικηγόροι των διαδίκων για λογαριασμό των τελευταίων κατόπιν εντολής τους αναφορικά με την υπό κρίση υπόθεση, και από τις φωτογραφίες μηνυμάτων μέσω των κινητών τηλεφώνων (sms) των διαδίκων μέσω των δικηγόρων τους που αφορούν στην υπό κρίση υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα αναρτήσεις φωτογραφιών του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης facebook, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα από τον εναγόμενο-εκκαλούντα (άρθρα 444 παρ. 1 περ. γ`, 448 παρ.3, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), από την εκτίμηση των εγγράφων και αποδεικτικών μέσων που αμφότεροι οι διάδικοι προσκομίζουν το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατ` άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως νέα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις που η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προσκομίζει το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 529 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα της ένορκης κατάθεσης της ……… του ……. ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών …….. του ……., για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό ΔΣΑ ΕΒ ……../21.03.2024 ένορκη βεβαίωση, και η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εφεσίβλητου (βλ. την υπ` αριθ. …./15.03.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών …….), τις ένορκες καταθέσεις της …….. του ….. και της …….. του …… ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών ….., για τις οποίες συντάχθηκαν οι υπ` αριθ. ΔΣΑ ΕΒ ……/14.11.2022 και υπ` αριθ. ΔΣΑ ΕΒ ……/4.11.2022 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα (άρθρο 421 ΚΠολΔ, ως τροποποιήθηκε με άρθρα 21 και 120 Ν. 4842/2021 και άρθρο 65 Ν.4871/2021), οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου (βλ. την υπ` αριθ. …../9.11.2022 και την υπ` αριθ. …../1.11.2022 εκθέσεις επίδοσης αντίστοιχα της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………), καθώς και της υπ` αριθ. ΔΣΑ ΕΒ …../16.12.2022 ένορκης βεβαίωσης της …….. του ….. ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών ……, η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου (βλ. την υπ` αριθ. …./13.12.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………), η οποία είχε προσκομιστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσθήκη και αντίκρουση και δεν είχε ληφθεί υπόψη κατά το μέρος της που αφορά, σύμφωνα με την από 13.12.2022 κλήση-γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων, στην αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν με τις προτάσεις του εναγόμενου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο καθώς και στο ακροατήριο του εν λόγω δικαστηρίου, εκ των οποίων εγγράφων ορισμένα μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω στο σκεπτικό χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης (ΑΠ 386/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1804/2012, ΧρΙΔ 2013.372), καθώς και τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος τέλεσαν νόμιμο μεταξύ τους γάμο κατά τον πολιτικό τύπο στις 23.06.2005 στον …… Αττικής, ο οποίος ιερολογήθηκε κατά τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στις 19.08.2006 στον Ιερό Ναό ……. στην …… Λασιθίου της νήσου Κρήτης, όπου και ο τόπος καταγωγής της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα, την …… και τον ….. που γεννήθηκαν στις 19.02.2006 και 23.05.2008 αντίστοιχα. Αμέσως μετά το γάμο τους φιλοξενήθηκαν στην οικία συγγενούς της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας στην Αθήνα μέχρι και το καλοκαίρι του έτους 2006, και το φθινόπωρο του ιδίου έτους διέμειναν σε διαμέρισμα στο Ν. Ηράκλειο Αττικής μέχρι και το καλοκαίρι του έτους 2009. Οι διάδικοι συμβίωσαν ως σύζυγοι μέχρι τις 14 Ιουλίου 2014, ο δε γάμος τους λύθηκε με συναινετικό διαζύγιο δυνάμει της υπ` αριθ. 1257/15.04.2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας), η οποία έγινε αμετάκλητη, μετά από την παραίτηση των διαδίκων από τα ένδικα μέσα κατά αυτής στις 28.05.2015 (βλ. το υπ` αριθ. πρωτοκόλλου …./28.05.2015 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα Ενδίκων μέσων) περί μη άσκησης ενδίκων μέσων και την από 28.05.2017 έκθεση παραίτησης αμφοτέρων των διαδίκων από τα ένδικα μέσα). Οι διάδικοι είναι εκπαιδευτικοί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και ειδικότερα ο μεν εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, γεννηθείς το έτος 1974, είναι δάσκαλος και διδάσκει σε σχολεία ειδικής αγωγής, απόφοιτος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης της Σχολής Αγωγής και Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, η δε ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, γεννηθείσα το έτος 1975 είναι δασκάλα στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και έχει εργαστεί στην ιδιωτική αρχικά και εν συνεχεία από το έτος 2009 και εντεύθεν στη δημόσια εκπαίδευση.
Ειδικότερα η τελευταία είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών (Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις 12.07.2004 απέκτησε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στις νέες τεχνολογίες από το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης της Σχολής Επιστημών της Αγωγής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και η μεταπτυχιακή εργασία της είχε αντικείμενο την «Πληροφορική στην Εκπαίδευση». Το ίδιο έτος 2004 ξεκίνησε το διδακτορικό της στο ίδιο ως άνω Τμήμα, το οποίο δεν ολοκλήρωσε. Το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 έκανε εγγραφή ως προπτυχιακή φοιτήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στο τρίτο (3°) εξάμηνο σπουδών και ολοκλήρωσε τις σπουδές της το Σεπτέμβριο του έτους 2006. Απασχολήθηκε ως ωρομίσθια μεταπτυχιακή φοιτήτρια το μεν ακαδημαϊκό έτος 2001-2002 για εκατό (100) ώρες, το δε ακαδημαϊκό έτος 2002-2003 για ενενήντα (90) ώρες και το ακαδημαϊκό έτος 2003-2004 για τριακόσιες εννέα (309) ώρες, αμειβόμενη με πάγια αντιμισθία, το ύψος της οποίας δεν προσδιορίζει η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. Από το έτος 2003 εργάστηκε ως δασκάλα της αγγλικής γλώσσας στην ιδιωτική εκπαίδευση και δη στο ιδιωτικό σχολείο «………» στο ……. και από 12.09.2005 και συγκεκριμένα κατά τα σχολικά έτη 2005 – 2006 και 2006 έως και 31.08.2007 εργάστηκε στο ιδιωτικό σχολείο «……….» με μειωμένο ωράριο για τρεις (3) ώρες διδασκαλίας την εβδομάδα, πλην του διαστήματος εννέα μηνών που είχε άδεια λοχείας. Από δε το έτος 2009 και μετά εργάζεται στη δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δασκάλα. Σύμφωνα με την από 3.12.2007 βεβαίωση αποδοχών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Διεύθυνση Οικονομικών Υποθέσεων, Τμήμα Δ`) από 28.04.2006 έως 27.01.2007 μισθοδοτήθηκε σύμφωνα με απόφαση της ιδιωτικής εκπαίδευσης από τον ειδικό λογαριασμό ιδιωτικής εκπαίδευσης (Ε.Λ.Ι.Γ.Ε.) για το διάστημα που βρισκόταν σε εννεάμηνη άδεια και το Δεκέμβριο του έτους 2006 ο καθαρός μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε 1.148,31 ευρώ. Σύμφωνα με τα αποσπασματικά προσκομιζόμενα από τους διαδίκους εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος της ΔΟΥ ……….. και της ΔΟΥ …… προκύπτουν τα εξής : Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος δήλωσε για το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 1.01.2005 -31.12.2005) ετήσιο εισόδημα από μισθωτή εργασία 14.944,85 ευρώ που αναλογεί σε 1.245,40 ευρώ το μήνα, για το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 1.01.2008 – 31.12.2008) ετήσιο εισόδημα 18.986,50 ευρώ που αναλογεί σε 1582,20 ευρώ το μήνα, για το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 1.01.2013 – 31.12.2013) ετήσιο εισόδημα από μισθωτή εργασία 11.603,91 ευρώ που αναλογεί σε 966,99 ευρώ το μήνα, για το φορολογικό έτος 2014 (χρήση 1.01.2014 -31.12.2014) ετήσιο εισόδημα από μισθωτή εργασία 13.291,08 ευρώ και από επιχειρηματική δραστηριότητα 675 ευρώ και συνολικό ετήσιο εισόδημα 13.966,08 ευρώ που αναλογεί σε 1.163,91 ευρώ το μήνα, και για το φορολογικό έτος 2015 (χρήση 1.01.2015 – 31.12.2015) ετήσιο εισόδημα 12.362,98 ευρώ το μήνα από μισθωτή εργασία, 3.058,01 ετήσιο εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και συνολικό ετήσιο εισόδημα 15.420,99 ευρώ που αναλογεί σε 1.285,08 ευρώ το μήνα καθώς και 80,01 ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά. Η δε ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δήλωσε για το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 1.01.2005 – 31.12.2005) ετήσιο εισόδημα από μισθωτή εργασία 13.026,69 ευρώ που αναλογεί σε 1.085,55 ευρώ το μήνα, για το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 1.01.2008 -31.12.2008) ετήσιο εισόδημα από μισθωτή εργασία 13.026,69 ευρώ που αναλογεί σε 1.191,20 ευρώ το μήνα, για το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 1.01.2013 – 31.12.2013) ετήσιο εισόδημα από μισθωτή εργασία 13.157,96 ευρώ που αναλογεί σε 1.096,49 ευρώ το μήνα, για το φορολογικό έτος 2014 (χρήση 1.01.2014 – 31.12.2014) ετήσιο εισόδημα από μισθωτή εργασία 13.198,69 ευρώ που αναλογεί σε 1.099,89 ευρώ το μήνα, για το φορολογικό έτος 2015 (χρήση 1.01.2015 – 31.12.2015) ετήσιο εισόδημα από μισθωτή εργασία 13.398,44 ευρώ που αναλογεί σε 1.116,53 ευρώ το μήνα. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά τα ανωτέρω έτη το εισόδημα των διαδίκων ανήλθε, της μεν ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας κατά μέσο όρο σε 1.125 ευρώ το μήνα, και του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου ανήλθε κατά μέσο όρο σε 1.250 ευρώ το μήνα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος είχε επιπλέον εισόδημα από ιδιαίτερα μαθήματα που έκανε σε παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, αποκομίζοντας μηνιαίως κατ` εκτίμηση το ποσό των 200 ευρώ κατ` ελάχιστο [βλ. τις από 12.12.2022 έγγραφες προτάσεις του εναγόμενου προς αντίκρουση της από 30.06.2020 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ..…./2020) αγωγής διατροφής που άσκησε η ενάγουσα για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων της, που λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων], η δε ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα πέραν του μηνιαίου μισθού της ελάμβανε από τον πατέρα της σε σταθερή βάση ως οικονομική ενίσχυση το ποσό των 1280 ευρώ το μήνα, το οποίο προοριζόταν για την αποπληρωμή των δόσεων των δύο δανείων, καθώς επίσης ελάμβανε επιπλέον από τον πατέρα της και τον αδελφό της ………. το ποσό των 6.200 ευρώ κατ` ελάχιστο κατ` έτος, όπως τούτο προκύπτει από το από 18.05.2017 σημείωμα του νυν εναγόμενου ενόψει δίκης που άρχισε με την άσκηση της από 20.02.2017 (ΓΑΚ ……./2017) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της νυν ενάγουσας για προσωρινή επιδίκαση διατροφής υπέρ των ανήλικων τέκνων τους και σε βάρος του εναγόμενου, το οποίο εκτιμάται ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και στο οποίο εμπεριέχεται εξώδικη ομολογία του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου, την οποία δεν ανακάλεσε αυτός στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ούτε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις του και η οποία εκτιμάται ελεύθερα και στη διαδικασία αυτή σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (άρθρο 597 παρ. 1 ΚΠολΔ). Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα παρέδιδε ιδιαίτερα κατ` οίκον μαθήματα εκμάθησης της αγγλικής γλώσσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι σύζυγοι δεν επέλεξαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους να διέπει τις περιουσιακές τους σχέσεις το σύστημα της κοινοκτημοσύνης. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δεν είχε περιουσιακά στοιχεία κατά την τέλεση του γάμου τους. Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος είχε, κατά τον χρόνο της τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα, τα κατωτέρω αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία και συγκεκριμένα α) ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου, εμβαδού 75 τμ, κείμενου στο Λουτράκι Κορινθίας, το οποίο επώλησε διαρκούντος του γάμου τους, εμπορικής αξίας κατά το εν λόγω ποσοστό του κατά τον χρόνο πώλησής του 30.000 ευρώ, και επομένως το ακίνητο αυτό δεν υπήρχε στην περιουσία του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, τα δε χρήματα από την πώληση του μεριδίου του και επιπλέον το ποσό των 15.000 ευρώ, ήτοι συνολικά 45.000 ευρώ, τα διέθεσε αυτός για την ανακαίνιση του διαμερίσματος που αγόρασαν οι διάδικοι το έτος 2009 στο Μαρούσι, β) ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου επί τριών οικοπέδων (το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκει στον αδελφό του), κείμενων στο Δήμο Άνω Λιοσίων Αττικής, και συγκεκριμένα στον Άγιο Θεολόγο Λιοσίων, εντός του 606 οικοδομικού τετραγώνου, επιφάνειας 148,71 τμ, 123,08 τμ και 158,69 τμ αντίστοιχα και συνολικής επιφάνειας 430,48 τμ, αντικειμενικής αξίας και τα τρία 27.335,48 ευρώ. Τα οικόπεδα αυτά, τα οποία είχαν περιέλθει σε αυτόν κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου στις 17.03.2005 με δωρεά εν ζωή από τον …… του …….. με το υπ` αριθ. …./17.03.2005 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ασπροπύργου ……… του ……, μεταβίβασε αυτός κατά το ως άνω ποσοστό του στον αδελφό του …. του … και της ……., δυνάμει του υπ` αριθ. …./26.05.2009 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ……… του ….., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …. στον τόμο …. με αριθμό …. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρίζεται στην αγωγή της ότι τα ακίνητα αυτά, ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος τα μεταβίβασε εικονικά στον αδελφό του για φορολογικούς λόγους και ότι στην πραγματικότητα εξακολουθούν να του ανήκουν. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας περί εικονικότητας της μεταβίβασης από ουδένα αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε. Κατά τη διάρκειά του του γάμου τους οι διάδικοι απέκτησαν τα εξής περιουσιακά στοιχεία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος 1] Στο τέλος Σεπτεμβρίου του έτους 2006 οι διάδικοι αγόρασαν το υπ` αριθ. κυκλοφορίας …… ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ….., τύπου ….., κυλινδρισμού 1794 κυβικών εκατοστών, με ημερομηνία πρώτης αδείας κυκλοφορίας 27.09.2006, έναντι τιμήματος 27.000 ευρώ. Το αυτοκίνητο αυτό εγγράφηκε στα ονόματα και των δύο διαδίκων κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας 50%. Η εμπορική αξία του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου του εναγόμενου, στο οποίο είναι συγκύριος κατά ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου, ανερχόταν, κατά τον χρόνο αγοράς του σε 27.000 ευρώ, ήτοι για το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του σε 13.500 (27.000 Ε επί 50%) ευρώ και κατά τον χρόνο παροχής έννομης προστασίας που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ήτοι κατά τον χρόνο άσκησης της από 24.05.2017 αγωγής αποκτημάτων (η αγωγή ασκήθηκε με την επίδοσή της στον εναγόμενο στις 26.05.2017), ενόψει και της παλαιότητάς του, σε 2.660 ευρώ [βλ. τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας και του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου στην αρμόδια για καθέναν ΔΟΥ για το φορολογικό έτος 2016 (χρήση 1.01.2016 έως 31.12.2016), στις οποίες η εμπορική αξία του 50% εξ αδιαιρέτου του αυτοκινήτου προσδιορίστηκε σε 2.660 ευρώ]. Η ενάγουσα κατέβαλε για την αγορά του αυτοκινήτου όλο το τίμημα εξ ευρώ 27.000, προερχόμενο από τα χρήματα που έκαναν δώρο σε αυτήν για τον θρησκευτικό γάμο της με τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο συγγενείς της και φίλοι της από την Κρήτη (περίπου 1.000 άτομα) και από τη διάθεση χρηματικών ποσών από τους γονείς της, ήτοι συνέβαλε αποκλειστικά αυτή στην απόκτηση από τον εναγόμενο του ως άνω ποσοστού συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου (50%) με το ποσό των 13.500 ευρώ, ο δε εναγόμενος είχε μηδενική συμβολή στην αγορά του αυτοκινήτου αναφορικά με το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας. 2] Α) δυνάμει του υπ` αριθ. …../4.06.2009 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών …….., που καταχωρήθηκε νομίμως στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου με αριθμό καταχώρισης ……../12.06.2009, οι διάδικοι αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος α) από τους συγκυρίους ……. χήρα …….., …… του …….. και της ……. και ………. του ….. και της …… το υπό στοιχείο (β-1) διαμέρισμα του δευτέρου πάνω από το ισόγειο-πιλοτή ορόφου μίας πολυκατοικίας ανεγερθείσας το έτος 1979 επί οικοπέδου, εκτάσεως 916,83 τμ πλέον ή έλαττον, κείμενου στο Δήμο Αμαρουσίου Αττικής της κτηματικής περιφέρειας του εν λόγω Δήμου, στη θέση «Μαγκουφάνα» ή «Καμαράκια» ή «Άγιος Νικόλαος», στο υπ` αριθ. 43 οικοδομικό τετράγωνο του ως άνω Δήμου, επί της διασταυρώσεως των οδών ……. επί της οποίας φέρει τον …… και …. επί της οποίας φέρει τον αριθμό … (όπου και η είσοδός του), εμφαινόμενου του οικοπέδου, στο μεν από 17.04.1935 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ……. που έχει προσαρτηθεί στο υπ `αριθ. ……./1935 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ………, με τον αριθμό (8) του τότε 13ου οικοδομικού τετραγώνου, στο δε από 11.07.1978 και με αύξοντα αριθμό (1) σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ……. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα A Β Γ ΔΑ, συνορευόμενου ανατολικά επί προσώπου μέτρων 26,90 (πλευρά ΑΔ) με την οδό ……., δυτικά επί πλευράς Β-Γ μέτρων 25,25 με το υπ` αριθ. (7) οικόπεδο του σχεδιαγράμματος του 1935 του μηχανικού ……, βόρεια επί πλευράς ΓΔ μέτρων 34,50 με το υπ` αριθ. (10) οικόπεδο του σχεδιαγράμματος …… και νότια επί προσώπου (πλευρά ΑΒ) μέτρων 34,50 με την οδό ……. Το διαμέρισμα αυτό, που αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, αποτελείται από πέντε (5) δωμάτια, είσοδο, κουζίνα, λουτροκαμπινέ, WC ξένων και διαδρόμους, έχει επιφάνεια 162 τμ, όγκο ιδιόκτητο 492,48 κυβικά μέτρα, αναλογία όγκου κοινοχρήστων 87,20 κυβικά μέτρα, ήτοι συνολικό μικτό όγκο 579,68 κυβικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 115/1000 εξ αδιαιρέτου, ψήφους επί γενικών θεμάτων 115 επί συνολικά χιλίων ψήφων, επί ειδικών θεμάτων ψήφους 113 επί συνολικά χιλίων ψήφων, αναλογία στις δαπάνες κεντρικής θέρμανσης 113/1000, αναλογία στις δαπάνες ανελκυστήρος 104/1000 και συμμετοχή στις δαπάνες κοινοχρήστων 113/1000, φέρει, δε, ΚΑΕΚ στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου ………, β) από τη …….. χήρα …….. την υπό στοιχεία (Υ-5) αποθήκη του υπογείου ορόφου της ιδίας πολυκατοικίας (όροφος -1), η οποία αποθήκη αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, αποτελείται από μία μικρή αίθουσα, έχει επιφάνεια 14,60 τμ, όγκο ιδιόκτητο 39,42 κυβικά μέτρα, αναλογία όγκου κοινοχρήστων 6,86 κυβικά μέτρα, ήτοι συνολικό μικτό όγκο 46,28 κυβικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 1,5/1000 εξ αδιαιρέτου, και φέρει ΚΑΕΚ στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου …….., Β] δυνάμει του υπ` αριθ. ……/4.06.2009 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ……., που καταχωρήθηκε νομίμως στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου με αριθμό καταχώρισης …./12.05.2010, αγόρασαν από την …….. θυγατέρα …… και …….. και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος την υπό στοιχεία ΣΤ-12 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του υπογείου μίας πολυκατοικίας, κτισμένης επί οικοπέδου επιφάνειας 939,59 τμ πλέον ή έλαττον, κείμενου στο Δήμο Αμαρουσίου, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου, της κτηματικής περιφέρειας του εν λόγω Δήμου, στη θέση «Μαγκουφάνα», στο υπ` αριθ. 52 οικοδομικό τετράγωνο και επί της διασταυρώσεως των οδών ……… και ……, εμφαινόμενου του οικοπέδου στο από Νοεμβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ……., που έχει προσαρτηθεί στο υπ `αριθ. ……../1987 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ……, με τα στοιχεία A Β Γ Δ Α, συνορευόμενου βορειοανατολικά επί προσώπου Α-Β μέτρων 41,40 με την οδό …., νοτιοανατολικά με πολυκατοικία αγνώστων συνιδιοκτητών επί πλευράς Α-Δ μέτρων 23,05, νοτιοδυτικά με πολυκατοικία αγνώστων συνιδιοκτητών επί πλευράς Δ-Γ μέτρων 40,10 και βορειοδυτικά επί προσώπου Β-Γ μέτρων 23,10 με την οδό ….. Η ως άνω υπό στοιχεία ΣΤ-12 θέση στάθμευσης του υπογείου ορόφου (όροφος -1), της εν λόγω πολυκατοικίας, που αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία, έχει επιφάνεια 15 τμ, ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου και ψήφο έναν (1) επί συνόλου χιλίων ψήφων, φέρει, δε, ΚΑΕΚ στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου ……. Η αντικειμενική αξία του υπό στοιχεία (β-1) διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου και της υπό στοιχεία (Υ-5) αποθήκης του υπογείου της πολυκατοικίας επί του οικοπέδου των 916,83 τμ ανέρχονταν κατά τον χρόνο αγοράς τους, σύμφωνα με το προαναφερόμενο υπ` αριθ. …../4.06.2009 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, σε 202.538,09 ευρώ και σε 2.759,40 ευρώ αντίστοιχα, το δε αναγραφόμενο στο εν λόγω συμβόλαιο τίμημα ήταν για μεν το διαμέρισμα 207.240,60 ευρώ, για δε την αποθήκη 2.759,40 ευρώ, ήτοι συνολικά 210.000 ευρώ, και η αντικειμενική αξία της υπό στοιχεία ΣΤ-12 θέσης στάθμευσης της πολυκατοικίας επί του οικοπέδου, επιφάνειας 939,59 τμ, ανερχόταν κατά τον χρόνο αγοράς της, σύμφωνα με το προαναφερόμενο υπ` αριθ. ……/4.06.2009 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, σε 4.320 ευρώ, στην οποία, κατά τα αναγραφόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο, ανήλθε και το τίμημα πώλησής της, το οποίο καταβλήθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου …… σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο αγοραπωλητήριο αυτό συμβόλαιο. Όμως το πραγματικά συμφωνηθέν και καταβληθέν τίμημα για όλες τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες – οι δύο πρώτες εκ των οποίων ανηγέρθησαν, δυνάμει της υπ` αριθ. …/1979 αδείας οικοδομής της Υπηρεσίας Πολεοδομίας, υπαγόμενης τότε στο Διαμέρισμα της Αγίας Παρασκευής, τριάντα έτη πριν από την αγορά τους από τους διαδίκους και η τρίτη είκοσι δύο έτη πριν από την αγορά της από αυτούς – ανήλθε συνολικά και για τις τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε 320.000 ευρώ, σύμφωνα με την, εμπεριεχόμενη στην υπ` αριθ. …/2022 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας ………., ένορκη κατάθεση του πατέρα της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, …….., ο οποίος ήταν αυτός που βρήκε μέσω μεσιτικού γραφείου το διαμέρισμα και συνομιλούσε και αυτός με τους πωλητές για το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, της αποθήκης και της θέσης στάθμευσης (βλ. την υπ` αριθ. ΔΣΑ ΕΒ …../16.12.2022 ένορκη βεβαίωση της ……. του …..) και ήταν αυτός και η σύζυγός του που διέθεσαν στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα θυγατέρα τους σε μετρητά το εκτός συμβολαίου τίμημα. Άλλωστε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι κοινή πρακτική στις αγοραπωλησίες ακινήτων να αναγράφεται στο σχετικό συμβόλαιο πώλησης τίμημα χαμηλότερο του συμφωνηθέντος και πραγματικά καταβληθέντος, προκειμένου να αποφευχθεί η πληρωμή υψηλότερου φόρου μεταβίβασης. Το εκτιθέμενο στην αγωγή ότι το πραγματικό τίμημα ανήλθε για όλες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες σε 360.000 ευρώ δεν αποδείχθηκε, όπως δεν αποδείχθηκε ο αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου ότι το τίμημα πώλησης ήταν το αναγραφόμενο στα συμβόλαια αγοράς, η δε κατάθεση του μάρτυρά του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το τίμημα ήταν το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο δεν κρίνεται πειστική, καθόσον αυτός δεν είχε άμεση αντίληψη, όσα δε περί τούτου κατέθεσε τα γνώριζε από διηγήσεις του εναγόμενου-εφεσίβλητου προς αυτόν, όπως ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεσή του. Αμέσως μετά την αγορά του διαμερίσματος λόγω της παλαιότητάς του, οι διάδικοι προέβησαν σε ολική ανακαίνισή του πλην των τριών υπνοδωματίων (ήτοι σε αντικατάσταση ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων, καλωδιώσεων και σωληνώσεων, αποξήλωση πατωμάτων και τοποθέτηση πλακιδίων και ξύλινων πατωμάτων, τα οποία έτριψαν και λουστράρισαν, αγορά υδραυλικών υλικών, ειδών υγιεινής και σωμάτων καλοριφέρ, ελαιοχρωματισμός διαμερίσματος, αγορά και τοποθέτηση συναγερμού, αγορά και τοποθέτηση κουζίνας κατασκευής …….. και πάγκου κουζίνας). Το κόστος της ανακαίνισης (αγορά υλικών, κόστος εργασιών, αμοιβές ηλεκτρολόγου, υδραυλικού, και ελαιοχρωματιστή καθώς και εργολάβου και πολιτικού μηχανικών) ανήλθε συνολικά στο ποσό των 52.400 ευρώ, ποσό που δεν αμφισβητεί ειδικά ο εναγόμενος, οπότε στο μερίδιο καθενός των αγοραστών διαδίκων αντιστοιχούσε το ποσό των 26.200 ευρώ. Για την ανακαίνιση αυτή η ενάγουσα διέθεσε το ποσό των 7.400 ευρώ, το υπόλοιπο δε ποσό των 45.000 ευρώ, το διέθεσε ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος όπως ομολογεί η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με το δικόγραφο της αγωγής της (ομολογία που κατ` άρθρο 597 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτιμάται ελεύθερα σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα) και αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από αυτόν αντίγραφα κοινού με τη μητέρα του, …… του ….., λογαριασμού στην τράπεζα ……, από τον οποίο έγινε ανάληψη στις 22.04.2009 του ποσού των 45.000 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε την ίδια ημέρα στον υπ` αριθ. …… λογαριασμό στην τράπεζα «…….. Τράπεζα ΑΕ» (κατάθεση η οποία εμφαίνεται στα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα αντίγραφα λογαριασμού της «…….. Τράπεζα ΑΕ»), Συνεπώς η ενάγουσα διέθεσε χρήματα για την εν λόγω ανακαίνιση για το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου το ποσό των 3.700 (7.400 επί 50%) ευρώ και ο εναγόμενος διέθεσε για το ποσοστό της ενάγουσας το ποσό των 22.500 (45.000 επί 50%) ευρώ. Οι ανωτέρω τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες υπήρχαν κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων στην περιουσία του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου κατά το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου (50%), και κατά το λοιπό ποσοστό εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας ανήκαν στην ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. Η εμπορική αξία τους κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής αποκτημάτων (26.05.2017) – λαμβανομένων υπόψη της παλαιότητας του διαμερίσματος (1979) και της ανακαίνισής του το έτος 2009, του ορόφου στον οποίον βρίσκεται, του εμβαδού του, της θέσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών όχι στο κέντρο του Αμαρουσίου, όπου είναι πιο αυξημένες οι τιμές μονάδος πώλησης διαμερισμάτων ανά τετραγωνικό μέτρο, αλλά στη θέση «Μαγκουφάνα» ή «Καμαράκια», του ότι οι αντικειμενικές αξίες ακινήτων (διαμερισμάτων), με την οικονομική κρίση που ανέκυψε στην Ελλάδα και ιδίως στον τομέα της κτηματαγοράς από το έτος 2010 τουλάχιστον, δεν είχαν ανακάμψει το έτος 2017, ήταν όμως παρ` όλα αυτά στην περιοχή του Αμαρουσίου χαμηλότερες των εμπορικών αξιών, συνεκτιμώμενου και του ότι, σύμφωνα με τη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) της αρμόδιας ΔΟΥ για το φορολογικό έτος 2016 (χρήση 2016), η αντικειμενική αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος των 162 τμ και της υπό στοιχεία Υ-5 αποθήκης του υπογείου (η οποία αναφέρεται ως βοηθητικός χώρος εμβαδού 14,60 τμ και όχι ως αυτοτελής ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία) προσδιορίστηκε, σε 80.934,43 ευρώ και του 1/2 εξ αδιαιρέτου της θέσης στάθμευσης που αναφέρεται ως αποθήκη σε 1.559,25 ευρώ και συνολικά σε 82.533,68 ευρώ – αποτιμάται κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου και σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας για το εν λόγω ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου σε 220.000 ευρώ και ειδικότερα 205.000 ευρώ για το υπό στοιχεία β-1 διαμέρισμα, 7.500 ευρώ για την υπό στοιχεία Υ-5 αποθήκη του υπογείου της πολυκατοικίας επί της οδού ……. και 7.500 ευρώ για την υπό στοιχεία ΣΤ-12 θέση στάθμευσης του υπογείου σε γειτονική πολυκατοικία επί της συμβολής των οδών ……… Συνεπώς η περιουσία του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου αυξήθηκε διαρκούντος του γάμου του με την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα κατά το ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία των ως άνω τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών στο Μαρούσι Αττικής και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο αυτοκίνητο ………, με αξία του εν λόγω ποσοστού συγκυριότητας αναγόμενη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής σε 222.660 (220.000 + 2.660) ευρώ. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου ότι για την εξεύρεση της τελικής καθαρής περιουσίας του πρέπει να αφαιρεθεί από την τελική περιουσία του το ποσό των 27.335,48 ευρώ που είναι η αξία της αρχικής του περιουσίας και δη των τριών οικοπέδων στον Άγιο Ιωάννη Θεολόγο του Δήμου Άνω Λιοσίων, είναι αβάσιμος διότι, ως ανωτέρω στην απόφαση αναφέρεται, τα εν λόγω οικόπεδα μεταβιβάστηκαν λόγω δωρεάς εν ζωή από αυτόν στον αδελφό του το μήνα Μάιο του έτους 2009 και επομένως κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων δεν υφίστατο αρχική περιουσία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το πραγματικά συμφωνηθέν και καταβληθέν για τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες τίμημα αγοράς των 320.000 ευρώ, το ποσό των 210.000 ευρώ προήλθε από δύο δανειακές συμβάσεις, καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων ως συνοφειλετών και της τράπεζας «….. ΑΕ» ως δανείστριας, δυνάμει των οποίων πιστώθηκαν στον προαναφερόμενο με αριθμό …… λογαριασμό στην τράπεζα αυτή τα ποσά των 95.671,32 ευρώ και των 114.328,68 ευρώ αντίστοιχα, και εν συνεχεία εκδόθηκαν από την ως άνω τράπεζα την 1.07.2009 στην ….. κατ` εντολή της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας (που είναι η αναγραφόμενη στις αποδείξεις συναλλαγής (έκδοσης επιταγών) της τράπεζας χρεούμενη εντολέας) οι υπ` αριθ. ……, ….., ……, ……, ……. και …….. δίγραμμες επιταγές, σε διαταγή …… χήρας …… και ποσού 15.196,71 ευρώ η πρώτη, σε διαταγή ……. και ποσού 25.905,07 ευρώ η δεύτερη, σε διαταγή …….. και ποσού 25.905,07 ευρώ η τρίτη, σε διαταγή …… και ποσού 25.905,07 ευρώ η τέταρτη, σε διαταγή …… χας ……. και ποσού 2.759,40 ευρώ η πέμπτη, σε διαταγή …….. χας ……. και ποσού 114.328,68 ευρώ η έκτη (βλ. τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα-εκκαλούσα αντίγραφα των επιταγών και αποδείξεις της τράπεζας για τη συναλλαγή της έκδοσης των επιταγών). Το υπόλοιπο εκτός συμβολαίου τίμημα καταβλήθηκε σε μετρητά, από χρηματικά ποσά που διέθεσαν στην ενάγουσα οι γονείς της, οι οποίοι ζουν μόνιμα στην Ιεράπετρα Κρήτης και έχουν πολύ καλή οικονομική κατάσταση, καθόσον ο πατέρας της έχει το μεγαλύτερο ελαιουργείο στην Ιεράπετρα, το οποίο λειτουργεί υπό τη μορφή ομόρρυθμης εταιρείας με εταίρο και τον αδελφό της ενάγουσας-εκκαλούσας, ….., και είναι ως επιχείρηση ανθηρή και κερδοφόρα, καθόσον κάνει εξαγωγές τόνων ελαιόλαδου στην Ιταλία. Το γεγονός ότι το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα καταβλήθηκε από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με χρηματικές παροχές των γονέων της προς οικονομική ενίσχυση αυτής και δη με εμβάσματα μέσω της τράπεζας «……. Τράπεζα ΑΕ» (Κατάστημα ….. και …… Κρήτης), αποδεικνύεται από τις καταθέσεις του μάρτυρα απόδειξης και όλων των ενόρκως βεβαιούντων που εξετάστηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας και ιδίως του πατέρα της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, ……., και της αδελφής του πατέρα της …….., το γένος …….., για τις οποίες συντάχθηκαν από τη συμβολαιογράφο Ιεράπετρας ……. οι υπ` αριθ. …. και …./30.10.2020 ένορκες βεβαιώσεις αντίστοιχα. Οι ένορκες αυτές καταθέσεις ενισχύονται από την προσκομιδή από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα του αντιγράφου του υπ` αριθ. …….. λογαριασμού ταμιευτηρίου της τράπεζας «…… Τράπεζα ΑΕ», Κατάστημα …… Κρήτης (ήδη από το έτος 2013 «Τράπεζα ….»), στον οποίον αναγράφεται ως πρώτος δικαιούχος η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και στον οποίον εμφαίνονται εμβάσματα από το Κατάστημα ……. Κρήτης και ……. Κρήτης τον Απρίλιο του έτους 2009 ύψους 105.000 ευρώ (πέραν των 45.000 ευρώ που κατέθεσε ο εναγόμενος στον λογαριασμό αυτό στις 22.04.2009) και μεταφορά στον ίδιο λογαριασμό στις 6.05.2009 και στις 14.05.2009 των ποσών των 10.000 ευρώ και 10.000 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι 125.000 ευρώ (βλ. το σχετικό με αριθμό 30 έγγραφο της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας). Ειδικά ως προς τα δύο δάνεια, δυνάμει της από 4.06.2009 σύμβασης στεγαστικού δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ως συνοφειλετών, και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «……. Τράπεζα ΑΕ» (Κατάστημα ….. ….), χορηγήθηκε στους διαδίκους από την ως άνω δανείστρια τράπεζα, για την αγορά κατοικίας, δάνειο ποσού 114.328,68 ευρώ. Επίσης με την υπό την αυτή ημερομηνία «σύμβαση στεγαστικού δανείου με επιδότηση από τον Ο.Ε.Κ.», που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ως πιστούχων, και της ιδίας ως άνω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (Κατάστημα …..), χορηγήθηκε στους διαδίκους δάνειο για την αγορά κατοικίας, ύψους 95.671,32 ευρώ, επιδοτούμενο από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.). Την εκπλήρωση των όρων αμφοτέρων των συμβάσεων δανείου εγγυήθηκε η μητέρα της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, …… σύζυγος ……. Το πρώτο δάνειο, συνολικής διάρκειας 240 μηνών, έπρεπε να αποπληρωθεί από τους συνοφειλέτες σε 240 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού εκάστης δόσης 644,97 ευρώ, με πρώτη δόση καταβλητέα στις 30.07.2009 και τελευταία δόση καταβλητέα στις 30.06.2029, το δε δεύτερο επιδοτούμενο δάνειο, συνολικής διάρκειας 180 μηνών, έπρεπε να αποπληρωθεί σε 180 μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού εκάστης δόσης 636,56 ευρώ, με πρώτη δόση καταβλητέα στις 30.07.2009 και τελευταία δόση καταβλητέα στις 30.06.2024. Στο λογαριασμό στην ως άνω τράπεζα «…….. Τράπεζα ΑΕ» μέσω του οποίου εξυπηρετούνται τα δύο δάνεια αναγράφηκαν ως δικαιούχοι και οι δύο διάδικοι, καθόσον τα δάνεια λήφθηκαν στα ονόματα αμφοτέρων των διαδίκων ως συνοφειλετών λόγω της επιδότησης του δανείου των 95.671,32 ευρώ από τον ΟΕΚ, η χορήγηση του οποίου δεν δικαιολογείτο με μόνα τα ένσημα της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας. Παρότι όμως συνοφειλέτης εις ολόκληρον και συνακόλουθα ενεχόμενος προς εξόφλησή τους ήταν και ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, οι μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις των δύο δανείων (συνολικού ύψους 1.281,53 ευρώ εκάστη εξ αυτών) αποπληρώνονταν μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων και συνέχισαν και μετά την αμετάκλητη λύση να αποπληρώνονται στην δανείστρια τράπεζα με την επωνυμία «…….. ΑΕ» (και ήδη από Νοέμβριο τουέτους2013 Τράπεζα ……) από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με χρήματα που της απέστελναν με εμβάσματα οι γονείς της [βλ. τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα αντίγραφα κίνησης λογαριασμού της τράπεζας «……. ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ», νυν Τράπεζας …., όπου οι καταθέσεις γίνονταν από τα καταστήματα της τράπεζας «……. ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ» στον …… Κρήτης και στην ……. Κρήτης), από δε το έτος 2016 και μετά οι δόσεις και των δύο δανείων αποπληρώνονται από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα κατά μεν το μεγαλύτερο μέρος τους από τα μισθώματα που εισπράττει αυτή από μία ισόγεια οικία εμβαδού 98,49 τμ με υπόγειο χώρο εμβαδού 25, 53 τμ, κείμενη στο με αριθμό Γ.214 Ο.Τ. της Ιεράπετρας Κρήτης, και από ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 62,30 τμ με μεσοπάτωμα εμβαδού 24 τμ, κείμενο στην Ιεράπετρα Κρήτης επί των οδών ………, τα οποία περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητά της μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο με γονική παροχή από τον πατέρα της η οικία, με γονική παροχή από αμφότερους τους γονείς της το κατάστημα (βλ. τα υπ` αριθ. ……/6.07.2016 και …../30.12.2015 συμβόλαια γονικής παροχής το πρώτο της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας ………. και το δεύτερο της συμβολαιογράφου Ιεράπετρας ……), και κατά ένα μικρό μέρος από τη μισθό της. Το ότι τα δάνεια αυτά αποπληρώνονταν με χρήματα των γονέων της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας και από την ίδια την ενάγουσα από τα δικά της, κατά τα ως άνω, εισοδήματα και το ότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος ουδέποτε κατέβαλε κάποια δόση για την αποπληρωμή τους προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και από τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων και ιδίως των στενών συγγενών της, όπως του ιδίου του πατέρα της ενάγουσας-εκκαλούσας και της αδελφής του και θείας της ενάγουσας και δεν αναιρούνται από την αόριστη κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία τα δάνεια αποπληρώνονταν από «τον κοινό λογαριασμό του εναγόμενου και της ενάγουσας», δεδομένου και του ότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος ουδεμία απόδειξη τραπεζικής συναλλαγής προσκομίζει περί ανάληψης του ποσού των 640,76 (1281,53 ευρώ Ε χ 50%) ευρώ από ατομικό του λογαριασμό, μισθοδοσίας ή έτερο τυχόν λογαριασμό, και κατάθεσης του ποσού αυτού στον κοινό με την ενάγουσα λογαριασμό εξυπηρέτησης των δανείων στην ως άνω τράπεζα «……. ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ» και ήδη από το 2013 «Τράπεζα ….. ΑΕ». Μάλιστα οι ανωτέρω καταθέσεις του μάρτυρα της ενάγουσας-εκκαλούσας και των ενόρκως βεβαιούντων ενισχύονται και από τα με αριθμό 7309/2023 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία τηρήθηκαν κατά την εκδίκαση της από 30.06.2020 αγωγής διατροφής των ανήλικων τέκνων του εναγόμενου, από τα οποία πρακτικά προκύπτει ότι ο μάρτυρας του εναγόμενου στην δίκη εκείνη σαφώς κατέθεσε ότι οι μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις των δύο δανείων αποπληρώνονται στο σύνολό τους από μόνη την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα. Επομένως η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα συμμετείχε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου [ήτοι του ποσοστού εξ αδιαιρέτου (50%) επί του διαμερίσματος, της υπόγειας αποθήκης και της υπόγειας θέσης στάθμευσης] διαρκούντος του γάμου τους και μέχρι την αμετάκλητη λύση του με το χρηματικό ποσό των 62.500 (125.000 χ 50%) ευρώ. Κατέβαλε επίσης για συμβολαιογραφικά έξοδα και τέλη μεταγραφής το ποσό των 3.900 ευρώ. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προσκομίζει τη με αριθμό πρωτοκόλλου No Β ……./12.06.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών και απόδειξη παραλαβής εγγράφων (11 πιστοποιητικά σχετικά με την αγοραπωλησία με το με αριθμό …../2009 συμβόλαιο) του Υποθηκοφυλακείου ….., που έχει εκδοθεί στο όνομα του εναγόμενου για ποσό 1.282,94 ευρώ, πλην όμως, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα αντίγραφο του με αριθμό …….. λογαριασμού στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «…… Τράπεζα ΑΕ» το ποσό αυτό των 1.282,94 ευρώ έχει αναληφθεί στις 12.06.2009 από το με αριθμό …… λογαριασμό των διαδίκων που ετροφοδοτείτο, ως προαναφέρθηκε, με χρήματα των γονέων της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας προς αυτήν για οικονομική και ηθική ενίσχυσή της. Επίσης η ενάγουσα συνέβαλε και με την αγορά του οικιακού εξοπλισμού (ηλεκτρικές συσκευές) και των επίπλων του διαμερίσματος τους με το ποσό των 25.500 ευρώ, μέρος του οποίου καλύφθηκε από τα δώρα που έκαναν σ` αυτήν για τον θρησκευτικό γάμο της συγγενείς της και φίλοι της από την Κρήτη και μέρος από τις χρηματικές παροχές των γονέων της και του αδελφού της προς αυτήν. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δεν συμμετείχε στην αγορά του εξοπλισμού της οικίας και των επίπλων, άλλα ότι αυτά αγοράστηκαν από τον ίδιο είναι αβάσιμος. Σε άλλη κρίση δεν δύναται να αχθεί το Δικαστήριο από το από 3.07.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της έκδοσης του συναινετικού διαζυγίου τους, στο οποίο μεταξύ άλλων συμφωνούν υπό το στοιχείο (1) και το εξής «Ο πρώτος (εκ παραδρομής αναφέρει «ο δεύτερος) μετοικεί, σήμερα, από τη μέχρι σήμερα συζυγική οικία που βρίσκεται στο Μαρούσι Αττικής (……..), αποκομίζοντας ταυτόχρονα και όλα τα προσωπικά του είδη. Αντικείμενα που είχαν αγοραστεί από δικά του χρήματα και αφορούν στην οικοσκευή παραμένουν προς όφελος της της δεύτερης και των τέκνων τους», καθόσον ουδόλως προσδιορίζεται στο ως άνω συμφωνητικό εάν, τα αντικείμενα αυτά που αναφέρονται αόριστα ως αντικείμενα οικοσκευής (στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα έπιπλα), ανήκουν στον οικιακό εξοπλισμό που αγοράστηκε το έτος 2006 για την εγκατάσταση των διαδίκων στο διαμέρισμα στο Ν. Ηράκλειο Αττικής και σε θετική περίπτωση εάν αποτελούν το σύνολο του αγορασθέντος το 2006 εξοπλισμού ή μέρος του ή εάν αγοράστηκαν σε άλλο χρόνο. Επίσης η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα κατέβαλε η ίδια, ως προαναφέρθηκε, από χρήματα που της έστελναν οι γονείς της κάθε μήνα ολόκληρο το ποσό της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσης εκάστου δανείου (1.281,53 ευρώ) και όχι μόνο το αναλογούν στο μερίδιό της ποσό των 640,76 ευρώ (1.281,53 ευρώ επί 50%) για την αποπληρωμή των δύο δανείων μέχρι και την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων που ενδιαφέρει εν προκειμένω και συγκεκριμένα έχει καταβάλει μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου εβδομήντα μία (71) μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές για κάθε δάνειο δόσεις, ήτοι για μεν την αποπληρωμή του δανείου των 114.328,68 ευρώ, έχει καταβάλει για τις ως άνω 71 δόσεις το ποσό των 45.792,87 (71 δόσεις χ 644,97 Ε) ευρώ, για δε την αποπληρωμή του δανείου των 95.671,32 ευρώ έχει καταβάλλει για τις ως άνω 71 δόσεις το ποσό των 45.195,76 (71 δόσεις χ 636,56 Ε) ευρώ και συνολικά και για τις ως άνω δόσεις των δύο δανείων μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου το ποσό των 90.988,63 (45.792,87 + 45.195,76) ευρώ, ήτοι έχει καταβάλλει για το μερίδιο του 1/2 του εναγόμενου το ποσό των 45.494,31 (90.988,63 ευρώ επί 50%) ευρώ. Συνεπώς το ποσό των 45.494 ευρώ αποτελεί επίσης συμμετοχή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου διαρκούντος του γάμου τους. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα μετά τη γέννηση της θυγατέρας της το Φεβρουάριο του έτους 2006, ούσα άπειρη μητέρα χωρίς να έχει βοήθεια από τη δική της μητέρα της, η οποία ήταν και είναι μόνιμος κάτοικος Κρήτης, και επειδή κατά το ακαδημαϊκό έτος 2005-2006 ήταν προπτυχιακή φοιτήτρια στο τελευταίο έτος παρακολούθησης του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, απασχόλησε μετά τη γέννηση της θυγατέρας τους το Φεβρουάριο του έτους 2006 μία κοπέλα για να τη βοηθάει στο σπίτι με το παιδί μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2006, οπότε προσέλαβε ως οικιακή βοηθό για να έχει βοήθεια στο σπίτι με το μωρό και με κάποιες οικιακές εργασίες την ……., την οποία απασχόλησε έως το τέλος του έτους 2007. Επομένως κατά το χρονικό αυτό διάστημα οι προσφερόμενες στον συζυγικό οίκο φροντίδες και υπηρεσίες της δεν υπερέβαιναν το μέτρο της εκπλήρωσης της, επιβαλλόμενης από τα άρθρα 1389, 1390 ΑΚ, υποχρέωσής της προς συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες. Από τις αρχές του έτους 2008 μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου της με τον εναγόμενο δεν αποδείχθηκε ότι απασχόλησε οικιακή βοηθό καθώς ουδεμία σαφής περί τούτου υφίσταται κατάθεση. Από το έτος 2008 και μέχρι και τις 14.07.2014 που ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος αποχώρησε από τη συζυγική οικία με πρόθεση διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προσέφερε αποκλειστικά την προσωπική της εργασία στη συζυγική κατοικία που είχε σχέση με τη λειτουργία του κοινού οίκου, και ιδίως με την οργάνωση και καθαριότητα του οίκου και μελών της οικογένειάς τους, την παρασκευή φαγητού, την φροντίδα και περιποίηση του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου, την αποκλειστική φροντίδα για την ανατροφή, διαπαιδαγώγηση και μελέτη των ανήλικων τέκνων τους καθώς και τη μεταφορά τους με το αυτοκίνητο στις εξωσχολικές (εκπαιδευτικές και αθλητικές) δραστηριότητές τους ώστε να παραμένει απερίσπαστος ο εναγόμενος στην εργασία του και να εξοικονομεί τις αντίστοιχες δαπάνες που θα κατέβαλε προς τούτο σε τρίτα πρόσωπα. Η προσωπική αυτή εργασία της ενάγουσας στο συζυγικό οίκο και η φροντίδα του συζύγου και των τέκνων της, με αντίστοιχη εξοικονόμηση δαπανών προς τρίτους και απαλλαγή του εναγόμενου από τα σχετικά έξοδα υπερέβαινε το μέτρο της εκπλήρωσης της επιβαλλομένης από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στο κοινό οίκο), καθόσον η ενάγουσα, παρότι εργαζόμενη, εκμεταλλευόταν στο έπακρο τον χρόνο που είχε στη διάθεσή της και δεν στερούσε τα τέκνα της ούτε το σύζυγό της από την παροχή των ως άνω υπηρεσιών και φροντίδων της, με αποτέλεσμα να εξοικονομεί ο τελευταίος δαπάνες, τις οποίες θα κατέβαλε για την πρόσληψη οικιακών βοηθών από το έτος 2008 μέχρι την αποχώρηση του εναγόμενου από τη συζυγική οικία. Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα κάλυπτε τις οικογενειακές δαπάνες με το μισθό της και συνεπώς κατά τα εννέα έτη και τους επτά μήνες της έγγαμης συμβίωσής τους από το μήνα Ιούνιο του 2005 μέχρι και 14 Ιουλίου 2014 που αποχώρησε ο εναγόμενος από τη συζυγική οικία, αυτή συμμετείχε στις οικογενειακές ανάγκες με το σύνολο του μισθού της. Με δεδομένο ότι οι οικογενειακές ανάγκες τους ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 1.250 ευρώ το μήνα (χωρίς στα ποσά αυτά να συνυπολογίζεται το ποσό της μηνιαίας τοκοχρεωλυτικής δόσης των δύο δανείων που αντιστοιχεί στο μερίδιο του εναγόμενου, και το οποίο κατέβαλε η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα), ότι τα εισοδήματα του εναγόμενου ανέρχονταν κατά μέσο όρο σε 1.250 ευρώ το μήνα και της ενάγουσας σε 1.125 ευρώ το μήνα, η οφειλόμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 ΑΚ συνεισφορά της στις οικογενειακές ανάγκες ήταν αυτή των 590 ευρώ το μήνα. Η, πέραν της επιβαλλομένης από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωσή της προς συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες για το ανωτέρω διάστημα των έξι (6) ετών και επτά (7) μηνών από Ιανουάριο 2008 μέχρι και 14 Ιουλίου 2014 (οπότε αποχώρησε ο εναγόμενος από τη συζυγική οικία και πλέον δεν υφίσταται υποχρέωση συνεισφοράς εκάστου συζύγου στις οικογενειακές ανάγκες) αποτιμάται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας λαμβανομένων υπόψη των οικογενειακών αναγκών και των εισοδημάτων αμφοτέρων των διαδίκων, στο ποσό των 660 ευρώ το μήνα και επομένως για το ανωτέρω διάστημα ανέρχεται συνολικά σε 52.140 ευρώ [47.520 ευρώ (ήτοι 660 ευρώ επί 12 μήνες = 7.920 ευρώ το έτος επί 6 έτη = 47.520 ευρώ) + 4.620 ευρώ (ήτοι 7 μήνες επί 660 ευρώ = 4.620 ευρώ) = 52.140 ευρώ)]. Επίσης η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα μέχρι και την πρώτη πρόσκαιρη διάστασή τους με τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, τον Ιανουάριο του έτους 2010 και συγκεκριμένα μέχρι και το τέλος του μήνα Δεκεμβρίου του έτους 2009, βοηθούσε τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο τα Σαββατοκύριακα διορθώνοντας κείμενα μαθητών του και κάνοντας την προετοιμασία των ιδιαίτερων μαθημάτων που αυτός έκανε σε παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, απασχολούμενη γύρω στις τέσσερεις ώρες κάθε Σάββατο και τέσσερεις ώρες κάθε Κυριακή του μήνα, καθόσον ο εναγόμενος είχε και άλλες υποχρεώσεις όπως η διδασκαλία θεμάτων αγωγής σε επιστημονικά προγράμματα του Κέντρου Μελέτης Ψυχοφυσιολογίας και Εκπαίδευσης του Ε.Κ.Π.Α., για τις οποίες έπρεπε να προετοιμαστεί κατάλληλα. Εάν ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος απασχολούσε τρίτο πρόσωπο για να του παρέχει τις εν λόγω υπηρεσίες θα έπρεπε να του καταβάλλει – λαμβάνοντας υπόψη ότι το μέσο ημερομίσθιο ήταν 30 ευρώ και ότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα βοηθούσε το σύζυγό της για τέσσερεις μόνο ώρες κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή (30 ευρώ : 2 = 15 ευρώ την ημέρα) κατά τα τέσσερα Σαββατοκύριακα καθενός των εννέα (9) μηνών κάθε σχολικού έτους από το Σεπτέμβριο του 2005 μέχρι και το Δεκέμβριο του 2009, ήτοι για τέσσερα (4) έτη και τέσσερεις (4) μήνες – το ποσό των 120 (15 ευρώ επί 8 ημέρες) ευρώ το μήνα, και για τους εννέα (9) μήνες κάθε σχολικού έτους το ποσό των 1080 (120 ευρώ επί 9 μήνες) ευρώ κάθε σχολικό έτος και συνεπώς για τα τέσσερα σχολικά έτη από το Σεπτέμβριο του έτους 2005 μέχρι και τον Μάιο του έτους 2009, και για τέσσερεις μήνες από το Σεπτέμβριο του έτους 2009 μέχρι και το Δεκέμβριο του έτους 2009 το συνολικό ποσό των 4.800 ευρώ [(1.080 ευρώ το σχολικό έτος χ 4 σχολικά έτη) + (120 ευρώ το μήνα χ 4 μήνες) = 4.320 + 480 = 4.800 ευρώ], ποσό το οποίο εξοικονόμησε ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών και απόκειται στη δική της συμμετοχή στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου. Τέλος αυτή συμμετείχε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου με το ποσό των 6.200 ευρώ που ελάμβανε από το μήνα Δεκέμβριο μέχρι και το μήνα Μάϊο κάθε έτους από τον πατέρα της και τον αδελφό τη [βλ. το από 18.05.2017 σημείωμα του εναγόμενου, το οποίο κατέθεσε αυτός στο πλαίσιο της εκδίκασης της από 20.02.2017 (ΓΑΚ/ΕΑΚ ……../2017) αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας για προσωρινή επιδίκαση διατροφής σε βάρος του και υπέρ των ανήλικων τέκνων τους] ήτοι για τα εννέα έτη και τους εννέα μήνες από τον Αύγουστο του 2005 μέχρι την, κατά την 28.05.2015, αμετάκλητη λύση του γάμου τους με το ποσό των 60.966 ευρώ [ήτοι 55.800 ευρώ (6200 ευρώ ετησίως επί 9 έτη) + 5.166 ευρώ (9 μήνες επί 516,66 ευρώ το μήνα, όπου το ποσό των 516,66 ευρώ είναι το αναλογούν σε κάθε μήνα του έτους ποσό εκ του συνολικού ποσού των 6.200 ευρώ ετησίως) = 60.966 ευρώ]. Επομένως η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της, υφιστάμενης κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου, περιουσίας του εναγόμενου (με αναγόμενη αξία αυτής για το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του τού 50% κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής σε 222.660 ευρώ) με το ποσό των 272.500 (13.500 + 3.700 + 62.500 + 25.500 + 3.900 + 45.494 + 52.140 + 4.800 + 60.966) ευρώ, και συνεπώς η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου στα ως άνω τρία ακίνητα και στο αυτοκίνητο, η οποία επαύξηση υπήρχε και κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, ανήλθε σε ποσοστό 100% και επομένως αποτιμάται σε 222.660 ευρώ. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα με την αγωγή της υπολογίζει ως επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου το ποσό των δόσεων των δύο δανείων που αντιστοιχούν στο εξ αδιαιρέτου μερίδιό του στα ως άνω ακίνητα (διαμέρισμα αποθήκη και θέση στάθμευσης) για το χρονικό διάστημα μετά την άσκηση της αγωγής και έως και την αποπληρωμή των δανείων, πλην όμως τα ποσά αυτά των δόσεων που είναι καταβλητέες από την άσκηση της αγωγής και μετά και που ανέρχονται για το μερίδιό του, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σε 73.750 ευρώ, δεν αποτελούν επαύξηση της περιουσίας του αλλά παθητικό αυτής, για το οποίο ο εναγόμενος δεν προέβαλε ένσταση αφαίρεσής του από την τελική περιουσία του ώστε να εξευρεθεί καθαρή τελική περιουσία του (ΑΠ 588/2020 ΤΝΠ Νόμος). Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προτείνει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), που είχε προτείνει και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν εξετάστηκε, ισχυριζόμενος ότι από τις 3.07.2014 αυτός και η ενάγουσα είχαν λύσει όλες τις μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες και πιο συγκεκριμένα ότι είχε παραιτηθεί αυτή από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα με το υπό την αυτή ημερομηνία (3.07.2014) ιδιωτικό συμφωνητικό, και ότι δεν είχε αμφισβητήσει ποτέ τις μεταξύ τους συμφωνίες. Ότι επίσης πριν από τη συζήτηση της από 24.05.2017 αγωγής κατά την ορισμένη αρχικά δικάσιμο της 2.11.2020 συμφώνησαν με την ενάγουσα να επιλύσουν όλες τις μεταξύ τους διαφορές και διενέξεις, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης, και για το λόγο αυτό υπέγραψαν το από 2.11.2020 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν ότι παραιτούνται ρητώς και κατηγορηματικώς από οποιαδήποτε απαίτηση ή αξίωση μεταξύ τους, γεγενημένη ή μη, από οποιαδήποτε αιτία, πλην της αξίωσης διατροφής που έχει η πρώτη κατά του δεύτερου για λογαριασμό των ανήλικων τέκνων τους, και ότι ειδικότερα αυτός συμφώνησε να της μεταβιβάσει το μερίδιό του στα ανωτέρω τρία επίκοινα ακίνητα στο Μαρούσι Αττικής, των οποίων είναι συγκύριοι έκαστος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, όπως της είχε υποσχεθεί και στο παρελθόν, καθώς και το μερίδιό του στο κοινό αυτοκίνητο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ενεχόταν αυτός έναντι της δανείστριας τράπεζας από τις δύο δανειακές συμβάσεις, ότι η ενάγουσα τον είχε διαβεβαιώσει ότι θα συμφωνούσε με τη δανείστρια τράπεζα ώστε να μην ενέχεται αυτός εφεξής για την αποπληρωμή των δανείων, ενώ παράλληλα του υποσχέθηκε ότι θα παραιτηθεί τόσο από τα δικόγραφα των αγωγών της, συμπεριλαμβανομένου και του δικογράφου της από 24.05.2017 αγωγής αποκτημάτων, όσο και από τα αντίστοιχα δικαιώματά της. Ότι ωστόσο η ενάγουσα δεν συνέπραξε στη μεταβίβαση αυτή αδιαφορώντας να προβεί σε οποιαδήποτε συνεννόηση με τη δανείστρια τράπεζα, αθετώντας τη μεταξύ τους συμφωνία, παρόλο που αυτός είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη μεταβίβαση των ακινήτων. Ότι με την εκ μέρους της ενάγουσας υπογραφή του από 3.07.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού δημιουργήθηκε σε αυτόν ευλόγως η πεποίθηση ότι η τελευταία δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της, με δε την υπογραφή του από 2.11.2020 ιδιωτικού συμφωνητικού επίλυσης των μεταξύ τους δικαστικών διαφορών, στο οποίο διατύπωνε ρητά τη βούλησή της να μη συνεχίσει τις δίκες που είχε ανοίξει στρεφόμενη κατά αυτού, είχε δημιουργηθεί σε αυτόν η εύλογη πεποίθηση ότι θα παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμά της, ότι ωστόσο επέλεξε να ασκήσει την από 24.05.2017 αγωγή της, και μάλιστα δύο ημέρες πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την άσκησή της, προκειμένου να την χρησιμοποιήσει ως μέσο πίεσης ώστε να προβεί αυτός στις προς αυτήν μεταβιβάσεις του ποσοστού της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς του στις ανωτέρω τρεις οριζόντιες ιδιοκτησίες, χωρίς επιπλέον να απαλλάσσεται αυτός των δανειακών υποχρεώσεων του αναφορικά με τα δύο δάνεια που λήφθηκαν για την αγορά τους, ενώ επίσης δεν παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής αποκτημάτων ούτε από το σχετικό δικαίωμά της,. Ότι η συμπεριφορά της αυτή συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της, ασκούμενου καθ` υπέρβαση των επιβαλλομένων από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της αυτού, ορίων. Επί της ενστάσεως αυτής λεκτέα τα εξής. Μόνη η υπογραφή του από 3.07.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού δεν καθιστά, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στην απόφαση κατά την εξέταση των πρώτου και δεύτερου λόγων έφεσης, τη μεταγενέστερη εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα του εναγόμενου καταχρηστική ούτε βέβαια η μη παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 24.05.2017 αγωγής παρά την υπογραφή μεταξύ τους στις 2.11.2020 του υπό την ίδια ημερομηνία ιδιωτικού συμφωνητικού, οι όροι του οποίου δεν τηρήθηκαν κυρίως από τον εναγόμενο, υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της όρια, καθόσον η υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού από την ενάγουσα δεν μπορούσε να δημιουργήσει σε αυτόν (εναγόμενο) ευλόγως την πεποίθηση ότι θα έληγε η αντιδικία τους σε όλα τα επίπεδα, πολλώ δε μάλλον που οι όροι τους οποίους είχαν συμφωνήσει με το εν λόγω συμφωνητικό, και από την τήρηση των οποίων εξάρτησαν την επίλυση των διαφορών και δικαστικών διενέξεών τους, και ιδίως ο όρος περί προηγούμενης συναίνεσης της δανείστριας τράπεζας στην απαλλαγή του από την ευθύνη του απέναντι της για την αποπληρωμή των δανείων, δεν εξαρτάτο από αυτούς αλλά από την πολιτική της τράπεζας. Δηλαδή τα εκτιθέμενα από τον εναγόμενο προς θεμελίωση της ένστασής του πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν το δικαίωμά της να αξιώσει δια της δικαστικής οδού την αξία της συμβολής του στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου καταχρηστική ούτε η συνέχιση της δίκης από την ενάγουσα υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια, και επομένως η ένσταση αυτή που είχε προταθεί από τον εναγόμενο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρεται από αυτόν παραδεκτώς και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο από τα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο ούτε και από το μάρτυρά του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος παρείχε υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο, και δη ότι έκανε εκείνος τα ψώνια του σπιτιού, ότι μαγείρευε, ότι έκανε δουλειές στο σπίτι, ότι πραγματοποιούσε τεχνικές εργασίες στο διαμέρισμα, ότι επιμελείτο του αυτοκινήτου και ότι συναλλασσόταν με το Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ για τη λειτουργία του οίκου, όπως ο ίδιος αβάσιμα ισχυρίζεται με τις προτάσεις του. Ούτε αποδείχθηκε ότι ασχολείτο αυτός με τη μελέτη και απασχόληση των ανήλικων τέκνων τους, τα όσα δε κατέθεσε ο μάρτυρας που εξετάστηκε με επιμέλεια του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν κρίνονται πειστικά αφού αυτός δεν είχε ιδία και άμεση αντίληψη. Εξάλλου μέχρι και το τέλος του έτους 2007, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα απασχολούσε άτομα για να τη βοηθάνε με τα παιδιά και με τις απαραίτητες εργασίες για το σπίτι τις καθημερινές που αυτή εργαζόταν, ενώ από το έτος 2010 και μετά οι σχέσεις των διαδίκων δεν ήταν καλές και ο εναγόμενος επέστρεφε αργά στη συζυγική οικία και απούσιαζε συνήθως τα Σαββατοκύριακα. Ούτε αποδείχθηκε, ως ήδη προαναφέρθηκε, ότι ο εναγόμενος κατέβαλε μέρος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων για την αποπληρωμή των δύο δανείων που αφορούσαν στο δικό του εξ αδιαιρέτου μερίδιο στο διαμέρισμα, στην αποθήκη και τη θέση στάθμευσης ή το σύνολο των δόσεων μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου ή και μετά από αυτήν, γεγονός που παραδέχεται και ο ίδιος με τις κατατεθείσες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έγγραφες προτάσεις του κατά τη συζήτηση της από 30.06.2020 αγωγής διατροφής της ενάγουσας, σύμφωνα με τις οποίες η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα κατέβαλε τις δόσεις των δανείων με το ποσό των 1.268 ευρώ το μήνα που της έστελναν κάθε μήνα οι γονείς της. Το ισχυριζόμενο από τον εναγόμενο με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι αυτός διέθετε το σύνολο του μισθού του στα οικογενειακά βάρη δεν αποδείχθηκε. Επομένως ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος συμμετείχε στην ανακαίνιση του υπό στοιχεία β-1 διαμερίσματος της πολυκατοικίας επί της οδού …….. στο Μαρούσι Αττικής αναφορικά με το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας με το ποσό των 22.500 (45.000 επί 50%) ευρώ που πράγματι κατέβαλε αυτός, και το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 10,22 % (22.500/220.000). Ως εκ τούτου η συμβολή του στην επαύξηση της, υφιστάμενης κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου, περιουσίας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας αποτιμάται στο ποσό των 22.755,85 ευρώ [ήτοι 222.660 ευρώ η αξία της τελικής περιουσίας της ενάγουσας κατά τον χρόνο άσκηση της αγωγής χ 10,22%). Συνακόλουθα ο καθ` υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής υποβληθείς από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρισμός περί μηδενικής συμβολής του εναγόμενου στην επαύξηση της περιουσίας της, προταθείς ως άμυνα στην κατ` ένσταση προταθείσα από τον εναγόμενο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αξίωσή του για την απόδοση της συμβολής του στην επαύξηση κατά τη διάρκεια του γάμου τους της περιουσίας της ενάγουσας (άρθρο 1400 ΑΚ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συνεπώς η συμβολή του εναγόμενου στην επαύξηση, διαρκούντος του γάμου τους, της περιουσίας της ενάγουσας (ήτοι του ποσοστού της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητάς της του 1/2 επί των υπό στοιχείο β-1 διαμερίσματος, υπό στοιχείο Υ-5 αποθήκης, υπό στοιχείο ΣΤ-12 θέσης στάθμευσης και επί του αυτοκινήτου …….), αναγομένης αξίας κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής σε 222.660 ευρώ, αποτιμάται στο ποσό των 22.755,85 (ήτοι 222.660 χ 10,22%) ευρώ. Την ανταπαίτησή του αυτή ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος, με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με προφορική στο ακροατήριο του ιδίου δικαστηρίου δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την πρότεινε σε συμψηφισμό με την απαίτηση της ενάγουσας εκ του άρθρου 1400 ΑΚ. Η ένσταση συμψηφισμού που είχε προταθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τον εναγόμενο και επαναφέρεται και ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη (άρθρα 440, 441, 443, και 1400 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη, και κατόπιν απόσβεσης των ομοειδών και ληξιπρόθεσμων απαίτησης και ανταπαίτησης καθ` ο μέρος αλληλοκαλύπτονται, η οφειλή του εναγόμενου απέναντι στην ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 199.904,15 (222.660 Ε -22.755,85 Ε) ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 12.814,52 ευρώ πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα, και το υπόλοιπο ποσό των 187.089,63 ευρώ να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να το καταβάλλει στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά και με προφορική στο ακροατήριο δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρότεινε την ένσταση συμψηφισμού προς την απαίτηση της ενάγουσας εκ του άρθρου 1400 ΑΚ δικής του ομοειδούς και ληξιπρόθεσμης ανταπαίτησης, ύψους 60.600 ευρώ, για αποζημίωσή του i) λόγω της αποκλειστικής χρήσης εκ μέρους της ενάγουσας από 17.07.2014 μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ήτοι για 101 μήνες) αφενός μεν του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του στο υπό στοιχείο β-1 επίκοινο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου και στην υπό στοιχεία Υ-5 αποθήκη του υπογείου της, κείμενης στο Μαρούσι και επί της οδού ………., πολυκατοικίας, αφετέρου δε του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του στην υπό στοιχεία ΣΤ-12 θέση στάθμευσης της γειτονικής πολυκατοικίας επί της συμβολής των οδών …….. στο Μαρούσι Αττικής πολυκατοικίας, Η) λόγω της αποκλειστικής χρήσης εκ μέρους της ενάγουσας για χρονικό διάστημα από 17.07.2014 μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ήτοι για 101 μήνες) του με αριθμό κυκλοφορίας ……. ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου ……., ισχυριζόμενος ότι η μισθωτική αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του (50%) στο ως άνω διαμέρισμα, την αποθήκη και τη θέση στάθμευσης είναι 500 ευρώ το μήνα και η μισθωτική αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του (50%) στο ως άνω αυτοκίνητο είναι 100 ευρώ το μήνα και συνολικά 600 ευρώ το μήνα, ότι κατά τους ως άνω 101 μήνες που η ενάγουσα κάνει αποκλειστική χρήση του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του επί των ως άνω τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών και επί του αυτοκινήτου, ωφελήθηκε αυτή κατά το ποσό των 60.600 (600 ευρώ επί 101 μήνες) ευρώ, το οποίο θα κατέβαλε για την χρήση του κατά το διάστημα των ως άνω μηνών εάν το μίσθωνε από τρίτα πρόσωπα, ωφέλεια την οποία οφείλει να του αποδώσει η ενάγουσα και για το λόγο αυτό αιτείται το συμψηφισμό της απαίτησης της ενάγουσας εκ του άρθρου 1400 ΑΚ με την ανταπαίτησή του προς αποζημίωση για την αποκλειστική χρήση του επίκοινου κατά την εξ αδιαιρέτου μερίδα του από την ενάγουσα, που ανέρχεται στο ποσό των 60.600 ευρώ. Η ένσταση συμψηφισμού, ως προς το εν λόγω σκέλος της, είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 785, 786, 787 και 792 παρ. 2 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην όμως απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η μισθωτική αξία του ποσοστού της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του εναγόμενου επί των ως άνω ακινήτων και επί του αυτοκινήτου, αφού ο εναγόμενος-ενιστάμενος που έχει το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν προσκομίζει πρόσφορα προς σύγκριση στοιχεία τόσο για τη μισθωτική αξία παρόμοιων με το επίκοινο διαμέρισμα ακινήτων, κείμενων στη ίδια θέση με τις ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες στο Μαρούσι (θέση «Μαγκουφάνα») και για το επικαλούμενο χρονικό διάστημα της αποκλειστικής χρήσης του εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητάς του από την ενάγουσα, όσο και για τη μισθωτική αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού συγκυριότητας του επί του αυτοκινήτου, ο δε ενόρκως εξετασθείς με επιμέλεια του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρας ουδέν κατέθεσε για τη μισθωτική αξία των επίκοινων. Σε κάθε δε περίπτωση η ένσταση συμψηφισμού ασκείται καταχρηστικά, καθ` υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του ενιστάμενου, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της, εκ μέρους της ενάγουσας προταθείσας με τις έγγραφες προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αντένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός του προς συμψηφισμό με την απαίτησή της δικής του ανταπαίτησης για αποζημίωση από την αποκλειστική χρήση των επίκοινων κατά το εξ αδιαιρέτου μερίδιό του, καθόσον ο εναγόμενος παρότι είναι συγκύριος στα ως άνω ακίνητα και στο αυτοκίνητο κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ουδέν ποσό έχει καταβάλει για την αγορά τους και για την αποπληρωμή των δύο δανείων λαμβανομένου υπόψη και του ότι κανένα ουσιαστικά όφελος δεν αποκομίζει η ενάγουσα από την αποκλειστική χρήση του εξ αδιαιρέτου μεριδίου του εναγόμενου επί αυτών, καθόσον αυτή καταβάλλει ανελλιπώς από τη σύναψη των δύο στεγαστικών δανείων και μετά τα ποσά των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων για την αποπληρωμή τους που αναλογούν στο μερίδιο του εναγόμενου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος αυτού που κατέχει το έγγραφο, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 575/2004 ΕΕργΔ 2005,725 ΕφΘεσ 415/2008 ΤΝΠ Νόμος). Για την πληρότητα του αιτήματος επιδείξεως εγγράφου πρέπει να εκτίθεται ότι αυτό βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου, να προσδιορίζεται αυτό και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του (ΑΠ 953/2002 ΕλλΔνη 44.1310). Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι και αυτή με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι και η αίτηση επίδειξης εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι στην αίτηση αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο του αιτούντος, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 348/2019, ΑΠ 168/2015). Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας παραλείψει να αποφανθεί επί αόριστης ή μη νόμιμης αίτησης για επίδειξη εγγράφου δεν υποπίπτει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ήτοι δεν αφήνει αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 414/2016, ΑΠ 1625/2014 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση το υποβληθέν εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αίτημα επίδειξης, το οποίο επαναφέρει ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου τόσο με την έφεσή της όσο και με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο πλαίσιο της εκκρεμούς δίκης, να προσκομίσει ο αντίδικός της την εγγραφή της εισαγωγής του στο …………. Νοσοκομείο τον Ιανουάριο του έτους 2010 ώστε να διαπιστωθεί η αιτία (ασθένεια) της εισαγωγής του, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, κατ` αρχάς λόγω αοριστίας διότι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα δεν επικαλείται ότι το έγγραφο αυτό βρίσκεται στην κατοχή του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου και σε κάθε περίπτωση λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, καθόσον το αιτούμενο προς επίδειξη έγγραφο ουδόλως σχετίζεται με τα αποδεικτέα ζητήματα της προκείμενης δίκης αποκτημάτων και αποτελεί υπό αυτή την έννοια απρόσφορο προς απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού αποδεικτικό μέσο, και συνεπώς η εκκαλούσα δεν έχει έννομο συμφέρον για την επίδειξη του κατά τις διατάξεις των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως με την οριστική απόφαση του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο ανάλογα με την ευθύνη καθενός χρηματική ποινή από πεντακόσια (500) ευρώ έως χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ που περιέρχονται στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων, αν προκύψει από τη δίκη που έγινε ότι αν και το γνώριζαν 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή η παρέμβαση, ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο, ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξεως, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της αποφάσεως, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. Η διάταξη αναφέρεται στην άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου. Η απαρίθμηση όμως αυτή είναι ενδεικτική και πρέπει να γίνει δεκτό ότι, από το όλο πνεύμα και το σκοπό της διατάξεως, καταλαμβάνει κάθε μορφής αίτηση παροχής έννομής προστασίας. Ως προφανώς αβάσιμο, κατά την έννοια της διατάξεως, νοείται το μέσο προστασίας που ασκήθηκε, ενώ ήταν απαράδεκτο ή νομικώς ή ουσιαστικώς αβάσιμο ή ισχυρισμός που προτάθηκε ενώ ήταν αναληθής. Το καθήκον αλήθειας επεκτείνεται και στην άρνηση ισχυρισμών. Για την επιβολή της ποινής απαιτείται εν γνώσει επιχείρηση των απαγορευμένων πράξεων και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος και ακόμη περισσότερο η βαριά αμέλεια. Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ` ουσίαν αβάσιμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης. (ΑΠ 1443/2014, ΑΠ 738/2012, ΕφΑθ 4944/2015 δημ. ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 3978/2018 ΝοΒ2018.1445). Εν προκειμένω η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, επαναφέρει παραδεκτώς ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου το αίτημά της με το οποίο ζητεί να επιβληθεί σε βάρος του εναγόμενου-εφεσιβλήτου ποινή του άρθρου 205 ΚΠολΔ, καθώς αυτός δεν τήρησε το καθήκον αλήθειας και καλόπιστης διεξαγωγής της δίκης επειδή όσα υποστηρίζει με τις έγγραφες προτάσεις του είναι εν γνώσει του ψευδή. Το αίτημα, όμως, αυτό πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, καθόσον δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος ενήργησε υπαίτια, με άμεσο δόλο, και κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας ούτε προέκυψε δικονομική εκ μέρους του συμπεριφορά με αρνητική επενέργεια στην απονομή της δικαιοσύνης. Κατόπιν τούτων και με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πρέπει η από 24.05.2017 αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, και α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 12.814,52 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής, β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 187.089,63 ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Επίσης πρέπει να κατανεμηθούν τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός των διαδίκων και να καταδικαστεί ο εναγόμενος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας κατά την έκταση της ήττας του (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος ενόψει του ότι η έφεση αφορά σε διαφορά από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση της παραγράφου 3 περ. δ` του άρθρου 592 ΚΠολΔ, η εκκαλούσα δεν είχε υποχρέωση κατάθεσης παράβολου κατά την άσκηση της έφεσης (βλ. άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου πρέπει η επιστροφή σε αυτήν του κατατεθέντος κατά την άσκηση της έφεσης παράβολου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τύποις και κατ` ουσία την από 5.10.2023 (αρ. εκθ. κατ. ενδίκου μέσου στο Πρωτοδικείο Αθηνών ……../11.10.2023 και αριθ. εκθ. κατ. δικογρ. στο Εφετείο ……./2023) έφεση κατά της υπ` αριθ. 8209/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση.
Κρατεί και δικάζει την από 24.05.2017 (αρ. εκθ. κατ. δικ. ……../2017) αγωγή.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των δώδεκα χιλιάδων οκτακόσιων δεκατεσσάρων ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (12.814,52 €) ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των εκατόν ογδόντα επτά χιλιάδων ογδόντα εννέα ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (187.089,63 €) ευρώ, εντόκως από την επίδοση της αγωγής.
Διατάσσει την απόδοση του υπ` αριθ. ……../2023 ηλεκτρονικού παραβόλου της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης (φορέας : Υπουργείο Δικαιοσύνης), ποσού εκατό (100) ευρώ, στην εκκαλούσα.
Κατανέμει τη δικαστική δαπάνη ανάλογα με την έκταση της νίκης ή της ήττας καθενός των διαδίκων και καταδικάζει τον εναγόμενο (εφεσίβλητο) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (εκκαλούσας) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει κατά την έκταση της ήττας του σε εννέα χιλιάδες διακόσια (9.200) ευρώ.
Αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2025 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με την παρουσία της Γραμματέως της έδρας.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Κ.Π.-Ρ.Κ.
Nomos
