(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Αξίωση ενάγουσας εξάλειψης υποθηκών στην οριζόντια ιδιοκτησία της, τις οποίες είχε γράψει η εναγόμενη για την εξασφάλιση απαιτήσεών της από σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό. Σύσταση υποθήκης. Προϋποθέσεις άρσης, αναίρεσης ή κατάργησης αυτής. Για την άρση της υποθήκης δεν αρκεί ότι εχώρησε η απόσβεση, ήτοι ότι υφίσταται κάποιος αποσβεστικός λόγος της υποθήκης, αλλά απαιτείται να εξαλειφθεί αυτή από το οικείο βιβλίο. Το ορισμένο της σχετικής αγωγής. Βάρος απόδειξης. Λόγοι εξάλειψης υποθήκης. Απόσβεση υποθήκης, σε περίπτωση παραγραφής ασφαλιζόμενης απαίτησης, έστω και αν η παραγραφή δεν επιφέρει την απόσβεση της απαίτησης, πλην όμως παρέχει τη δυνατότητα στον οφειλέτη να προβάλλει διαρκώς την ένσταση παραγραφής και να αρνείται την εκπλήρωσή της. Στην προρρηθείσα περίπτωση, ο δανειστής οδηγείται σε αδυναμία δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης, η οποία (αδυναμία) καθιστά άνευ αντικειμένου την ασφάλιση αυτής μέσω της υποθήκης. Εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης και διακοπή της παραγραφής. Αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που πρέπει να προτείνει ο δικαιούχος της απαίτησης, ο ισχυρισμός περί διακοπής αυτής.
Δέχεται την έφεση και εξαφανίζει την υπ’ αρίθμ. 7618/2022 ΜΠΡ ΑΘ απόφαση.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
482/2025
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 13 °
(Τακτική διαδικασία)
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Ιωάννη Μαλλούχο, Εφέτη, τον οποίο όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διευθύνσεως του Εφετείου Αθηνών και από την Γραμματέα Έλενα Πάιλα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του την 11η-4-2024 για να δικάσει την υπόθεση (αρ.πιν. ……..) μεταξύ:
Της εκκαλούσας: υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία « ………. ……. Ο.Ε.» , νομίμως εκπροσωπούμενης από την εκκαθαρίστρια ………. ………. του ………. , η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……………… , με Α.Φ.Μ. ………. , η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Σταματίνας Ρουμελιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της εφεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « ………. . ………. Α.Ε.» , νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ……… , με ΑΦΜ ………. , η οποία παρέστη στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θεοδώρας Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ..
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από ……..-7-2017 αγωγή της κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης, η οποία (αγωγή) κατατέθηκε στην γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ.κατ. ΓΑΚ ………. /ΑΚΔ ………. /28-3-2017.
Το ανωτέρω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την υπ’ αριθμ. 7618/20-7-2022 οριστική απόφαση του (τακτική διαδικασία), με την οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και καταδίκασε την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης τα οποία όρισε στο χρηματικό ποσό των 1.900 ευρώ.
Κατ’ αυτής της αποφάσεως, η εκκαλούσα άσκησε την από 26-12-2022 έφεση, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμ.κατ. ΓΑΚ ………. /ΕΑΚ ………. /3-1-2023 και επιμελεία της ιδίας προσδιορίσθηκε για συζήτηση στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ.σχετ. την υπ’ αριθμ. κατ. ΓΑΚ ………. /ΕΑΚ ………. /3-1-2023 έκθεση καταθέσεως δικογράφου στην γραμματεία του Εφετείου Αθηνών) .
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπροθέσμως τις προτάσεις τους και παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 26-12-2022 και με αριθμ.κατ. ΓΑΚ ………. ΕΑΚ …./3-1-2013 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 7618/20-7-2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό (άρθρο 19 ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1 περ. β`, 516, 517 και 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στην εκκαλούσα και δεν είχε παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία των δύο ετών από την δημοσίευση της εκκαλούμενης αποφάσεως (20-7-2022) μέχρι την άσκηση της εφέσεως (άρθρο 518 παρ. 2 Κ.Πολ. Δ. , όπως αντικ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015) .. Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό, το νόμιμο και το βάσιμο των λόγων της, κατά την αυτή διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 του Κ.Πολ. Δ.), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της προκαταβλήθηκε από την εκκαλούσα, κατά την κατάθεση της, και το οριζόμενο στο το άρθρο 495 παρ. 3 παράβολο των 10 ευρώ (το υπ’ αριθμ. ………. /2023 e – παράβολο ποσού 100 ευρώ, που αναγράφεται στην έκθεση καταθέσεως της εφέσεως) .
Με την από 21-7-2017 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ζητούσε την εξάλειψη των αναλυτικώς αναφερόμενων σε αυτήν υποθηκών πρώτης, δεύτερης, τρίτης τέταρτης και έκτης τάξης που έχει εγγράψει η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη στην οριζόντια ιδιοκτησία κυριότητας της, που βρίσκεται στην πολυώροφη οικοδομή επί των οδών ……………και …….. ………. στην Αθήνα για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της από την από ………. /17-1-1970 σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του χρηματικού ποσού των 23.400.000 δρχ. , ήτοι 68.672,05 ευρώ, όπως η αρχική σύμβαση ίσχυε μετά τις πρόσθετες πράξεις της, επικαλούμενη ως λόγο απόσβεσης τους την παραγραφή των ενυπόθηκων απαιτήσεων καθώς από την 30η-7-1993 που δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 5544/1993 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την από 17-7-1989 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 1224/1988 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την ανακοπή της και επικύρωσε την υπ’ αριθμ. 8571/1987 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που της είχε επιδικάσει τις ενυπόθηκες απαιτήσεις έως και την 30η-7-2013 παρήλθε χρονικό διάστημα είκοσι ετών χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της παραγραφής με αποτέλεσμα την 31η-7-2013 να συμπληρωθεί η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 268 ΑΚ. Επίσης ζητούσε την εξάλειψη και της υποθήκης έβδομης τάξης για εξασφάλιση απαιτήσεων ύψους 7.000 ευρώ από την ίδια σύμβαση πίστωσης που ενέγραψε η εναγόμενη στο ίδιο ακίνητο της την 14η-10-2013 καθώς σύμφωνα με τα άρθρα 272 παρ. 2 ΑΚ και 1329 ΑΚ αφορούσε παραγεγραμμένη απαίτηση και άρα θα μπορούσε να εγγραφεί εγκύρως μόνο βάσει ιδιωτικού τίτλου και όχι διαταγής πληρωμής, βάσει της οποίας την ενέγραψε η εναγόμενη. Σε κάθε δε περίπτωση η ως άνω υποθήκη έβδομης τάξης εγγράφηκε κατά προφανή κατάχρηση δικαιώματος και για αποδυναμωμένη απαίτηση, με αποτέλεσμα το δικαίωμα της αυτό να έχει αποσβεσθεί. Τέλος ειδικά ως προς την από 14η-10-2013 υποθήκη έβδομης τάξης, η ενάγουσα επικαλείτο ότι έπρεπε να εξαλειφθεί καθώς προέκυπτε αβεβαιότητα για το ποσό της ασφαλιζόμενης απαίτησης και συγκεκριμένα αν το χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ για το οποίο ενεγράφη η υποθήκη αφορούσε τους καθυστερημένους τόκους της απαίτησης (άρθρο 1262 περ. 7 ΑΚ) ή το επιδικασθέν με την διαταγή πληρωμής κεφάλαιο μετά τόκων και εξόδων. Για τους λόγους αυτούς ζητούσε την εξάλειψη των ως άνω υποθηκών πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, έκτης και έβδομης τάξης που είχε εγγράψει η εναγόμενη στο ακίνητο της για εξασφάλιση των απαιτήσεων της από την υπ’ αριθμ. ………. /10-1-1970 σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό όπως ίσχυε μετά τις πρόσθετες πράξεις της και της είχαν επιδικασθεί με την υπ’ αριθμ. 8571/1987 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να καταδικασθεί η αντίδικος της στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, η εναγόμενη αρνήθηκε αιτιολογημένως την ιστορική βάση της αγωγής, ενώ προέβαλε και ένσταση διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνώρισης των απαιτήσεων για τις οποίες ενεγράφησαν οι υποθήκες από την ενάγουσα, δεδομένου ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ………. ………. , ενεργώντας υπό αυτήν του την ιδιότητα αναγνώρισε την οφειλή της ενάγουσας προς την εναγόμενη από την ως άνω σύμβαση πίστωσης, την 26η-9-2001 που υπέβαλε αίτηση στην τελευταία για υπαγωγή της οφειλής στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000 και την 20η-9-2004 και 20-10-2004 που υπό αυτήν του την ιδιότητα υπέβαλε στην εναγόμενη αιτήσεις για επανυπολογισμό της οφειλής της ενάγουσας σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν. 3259/2004 και υπαγωγής της στις διατάξεις του ως άνω νόμου, ενώ και την 30η-5-2008 η ………. ………. , νόμιμη εκπρόσωπος τότε της ενάγουσας, υπέβαλε, υπό αυτήν την ιδιότητα, αίτημα στην εναγόμενη με την οποία ζητούσε βεβαίωση της οφειλής προκειμένου να αποδεχθεί την κληρονομιά του θανόντος πατρός της ………. ………. με το ευεργέτημα της απογραφής. Με βάση τα ανωτέρω, σύμφωνα με την εναγόμενη, η εικοσαετής παραγραφή των απαιτήσεων της, που ξεκίνησε κατ’ άρθρο 268 ΑΚ με την δημοσίευση της υπ’ αριθμ. 5544/1993 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών διακόπηκε την 26η-9-2001, την 20η-9-2004, την 20η-10-2004, την 30η-5-2008 με τις αναγνωρίσεις των απαιτήσεων και την 14η-10-2013 με την εγγραφή της υποθήκης έβδομης τάξης. Περαιτέρω, προέβαλε και την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος καθώς σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η συμπεριφορά της ενάγουσας να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών επικαλούμενη απόσβεση του δικαιώματος της εναγόμενης λόγω παραγραφής της απαίτησης είναι κακόπιστη και αντίθετη στα συναλλακτικά χρηστά ήθη, δεδομένου ότι με την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις των νόμων 2789/2000 και 3259/2004 είχε ήδη πετύχει μεγάλη μείωση των οφειλών της. Για τους λόγους αυτούς ζητούσε την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη της αντιδίκου της στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Η ως υπόθεση συζητήθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 10η Μαρτίου 2022 και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 7618/2022 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι ακόμη και αν υποτεθεί ότι ήταν αληθή όσα εξέθετε η ενάγουσα στην αγωγή της, η παραγραφή των απαιτήσεων της εναγόμενης κατ’ αυτής που είχε ξεκινήσει την 30η-7-1993 που δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. 5544/1993 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, διακόπηκε την 18η-10-1993 με την τροπή των προσημειώσεων υποθήκης πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έκτης τάξης που είχε εγγράψει μέχρι τότε σε υποθήκες και διακόπηκε εκ νέου και πριν την συμπλήρωση της, την 14η-10-2013 με την εγγραφής της υποθήκης έβδομης τάξης, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει νέα εικοσαετής παραγραφή. Δεδομένου λοιπόν ότι οι απαιτήσεις που ασφάλιζαν οι υποθήκες δεν είχαν παραγραφεί, δεν είχε αποσβεσθεί το δικαίωμα της εναγόμενης από τις υποθήκες, ενώ επιπλέον για τον ίδιο λόγο (μη παραγραφή) μη νόμιμος κρίθηκε και ο ισχυρισμός ότι ειδικά η υποθήκη έβδομης τάξης έπασχε ακυρότητας καθώς η απαίτηση ύψους 7.000 ευρώ για την οποία είχε εγγραφεί είχε παραγραφεί και επομένως υποθήκη μπορούσε να εγγραφεί για αυτές μόνον αν συναινούσε η ενάγουσα. Επίσης μη νόμιμη απορρίφθηκε και η βάση της αγωγής στην οποία η εξάλειψη της υποθήκης έβδομης τάξης στηριζόταν στην απόσβεση του δικαιώματος της υποθήκης λόγω της κακόπιστης συμπεριφοράς της εναγόμενης, ενώ μη νόμιμη ήταν και η βάση που επικαλείτο ακυρότητα της ίδιας υποθήκης κατ’ άρθρο 1329 παρ. 1 ΑΚ καθώς σύμφωνα με όσα εκθέτει η ίδια για αυτήν την εγγραφή προέκυπτε με σαφήνεια η απαίτηση για την οποία είχε εγγραφεί. Με βάση τα ανωτέρω, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και η ενάγουσα καταδικάσθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης τα οποία ορίσθηκαν στο χρηματικό ποσό των 1900 ευρώ. Κατ’ αυτής της απόφασης, η εκκαλούσα – ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση έφεση και με τους λόγους της που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου παραπονείται ότι εσφαλμένος το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψιν αυτεπαγγέλτως και χωρίς να έχει προταθεί από την εφεσίβλητη την διακοπή της παραγραφής των απαιτήσεων της τελευταίας λόγω της από 18-10-1993 τροπής των προσημειώσεων πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έκτης τάξης σε υποθήκες (πρώτος λόγος έφεσης), ενώ σε κάθε περίπτωση κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη διακόπτει την παραγραφή των απαιτήσεων που εξασφαλίζει και επομένως η εικοσαετής παραγραφή των ένδικων απαιτήσεων που είχε διακοπεί και ξεκινήσει εκ νέου με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 5544/1993 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, διακόπηκε την 18η-10-1993 με την τροπή των προσημειώσεων σε υποθήκες και ότι εγκύρως ενεγράφη την 14η-10-1993 η υποθήκη έβδομης τάξης με τίτλο την υπ’ αριθμ. 8571/1987 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθώς οι ως άνω απαιτήσεις δεν είχαν ακόμη παραγραφεί (παραγράφονταν την 18η-10-1993) και επομένως δεν απαιτείτο ιδιωτικός τίτλος για την έγκυρη εγγραφή της αλλά αρκούσε και η διαταγή πληρωμής ως τίτλος. Για τους λόγους αυτούς ζητεί να γίνει δεκτή η έφεση της, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η αγωγή της ως κατ’ ουσία βάσιμη και να καταδικασθεί η αντίδικος της στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1260,1317 και 1324 ΑΚ προκύπτει ότι, όπως για την κτήση της υποθήκης απαιτούνται δυο νομικά γεγονότα, ένα ουσιαστικό (η ύπαρξη τίτλου, δηλαδή δικαιώματος προς υποθήκη) και ένα τυπικό, που αφορά τη δημοσιότητα (η εγγραφή), έτσι και για την άρση, αναίρεση ή κατάργηση της υποθήκης απαιτούνται αντίστοιχα δύο νομικά γεγονότα, το ουσιαστικό που αναφέρεται στην απόσβεση του δικαιώματος προς υποθήκη, και το τυπικό που αφορά την δημοσιότητα και συνίστανται στην διαγραφή ή εξάλειψη της υποθήκης. Έτσι για την άρση της υποθήκης δεν αρκεί ότι εχώρησε η απόσβεση, ότι δηλαδή υφίσταται κάποιος αποσβεστικός λόγος της υποθήκης, αλλά απαιτείται να εξαλειφθεί αυτή από το οικείο βιβλίο. Ως προς την αγωγή εξάλειψης της υποθήκης, σαφώς προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1324, 1327 και 1328 ΑΚ ότι κατ` αρχήν η υποθήκη εξαλείφεται είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση. Εάν υπάρχει συναίνεση του δανειστή νομίμως παρεχόμενη κατ` αρθρ. 1325 ΑΚ, ο υποθηκοφύλακας υποχρεούται να προβεί στην εξάλειψη χωρίς δικαστική απόφαση. Σε περίπτωση όμως που δεν συναινεί ο δανειστής, τότε καθένας που έχει έννομο συμφέρον [ και τέτοιο συμφέρον πρωτίστως έχει ο κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου, ο οποίος προς νομιμοποίησή του αρκεί να επικαλεσθεί απλώς την ιδιότητά του αυτή, χωρίς να είναι υποχρεωμένος για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρει λεπτομερώς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας επί του ενυπόθηκου, την οποία, αν αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο, πρέπει να αποδείξει ] μπορεί να ζητήσει με αγωγή από το κατά τις γενικές διατάξεις καθ` ύλη αρμόδιο δικαστήριο την εξάλειψη της υποθήκης, επικαλούμενος επί ποινή ακυρότητας, του δικογράφου αυτής, ότι ο εναγόμενος δεν συναινεί στην εξάλειψη και κάποιον από τους νόμιμους λόγους εξάλειψης. Τέτοιοι λόγοι εξαλείψεως της υποθήκης είναι κατά το άρθρο 1328 ΑΚ η απόσβεση της υποθήκης και η ακυρότητα της εγγραφής της. Εξάλλου, λόγους απόσβεσης της υποθήκης αποτελούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1317-1321 του ΑΚ μεταξύ άλλων, οι λόγοι απόσβεσης της απαίτησης (όπως καταβολή, δόση αντί καταβολής, άφεση χρέους, υπόσχεση αντί καταβολής, δημόσια κατάθεση, ανανέωση, συμψηφισμός σύγχυση, άφεση χρέους) και η παραγραφή της απαίτησης, που αποτελεί λόγο απόσβεσης του δικαιώματος της υποθήκης. Από την ειδικότερη δε διάταξη του άρθρου 1320 ΑΚ, που ορίζει ότι με την παραγραφή της απαίτησης επέρχεται απόσβεση της υποθήκης, προκύπτει ότι η υποθήκη αποσβέννυται στην περίπτωση παραγραφής της ασφαλιζόμενης απαίτησης, έστω και αν η παραγραφή δεν επιφέρει την απόσβεση της απαίτησης, πλην όμως δίνει τη δυνατότητα στον οφειλέτη να προβάλει διαρκώς την ένσταση παραγραφής και να αρνείται την εκπλήρωση, γεγονός που οδηγεί τον δανειστή σε αδυναμία δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης, η οποία (αδυναμία) καθιστά άνευ αντικειμένου την ασφάλιση αυτής μέσω της υποθήκης. Περαιτέρω, η παραγραφή διακόπτεται, τόσο με την εγγραφή υποθήκης όσο και με την προσημείωση υπέρ εκείνου για τα δικαιώματα του οποίου έγιναν αυτές (άρθρα 1273 και 1280 ΑΚ) . Μετά την διακοπή αυτή αρχίζει νέα παραγραφή (άρθρο 270 ΑΚ) . Ο χρόνος της νέας παραγραφής είναι ο ίδιος με αυτόν της διακοπείσας. Επίσης, μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, εάν αυτή είναι βεβαιωτική της αξίωσης, αρχίζει κατά το άρθρο 268 ΑΚ νέα εικοσαετής παραγραφή, η διαδρομή της οποίας διακόπτεται και πάλι, όταν τυχόν προσημείωση που είχε εγγραφεί υπέρ της ως άνω αξίωσης τραπεί, σύμφωνα με το άρθρο 1280 ΑΚ, σε υποθήκη (ΕφΑΘ 940/1999, ΕλλΔνη 1999, 1183) . (Εφ. Πατρ 145/2015, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Απ. Γεωργιάδης: Η εξασφάλιση των πιστώσεων, Εκδ. 2001, σελ. 455) . Εξάλλου από την διάταξη του άρθρου 277 ΑΚ, που ορίζει ότι το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως την παραγραφή που δεν έχει προταθεί, συνάγεται ότι, όπως ο ισχυρισμός για παραγραφή της αξίωσης συνιστά ένσταση του υποχρέου, έτσι και ο ισχυρισμός για διακοπή της παραγραφής συνιστά αντένσταση στην ένσταση παραγραφής, που πρέπει να προτείνει ο δικαιούχος της αξίωσης (ΑΠ 824/2022, Α` Δημ. ΝΟΜΟΣ) . Με βάση δε τις ίδιες διατάξεις, σε αγωγή εξάλειψης υποθήκης λόγω απόσβεσης του δικαιώματος συνεπεία παραγραφής της αξίωσης για την οποία εγγράφηκε (άρθρα 1324 και 1320 ΑΚ), αλλά και λόγω ακυρότητας της εγγραφής επειδή η απαίτηση που ασφάλιζε είχε παραγραφεί και η υποθήκη ενεγράφη με δικαστικό και όχι ιδιωτικό τίτλο (άρθρα 272 εδ. β` και 1329 ΑΚ), η διακοπή της παραγραφής δεν λαμβάνεται υπόψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο αλλά προβάλλεται με ένσταση από τον δικαιούχο της απαίτησης. Επίσης, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 262 § 1 Κ.Πολ. Δ. , η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης, όπως και της αντένστασης, που προβάλλεται προς κατάλυση της ένστασης, πρέπει να περιέχονται σε αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν ως έννομη συνέπεια την παρακώλυση της γέννησης ή άσκησης ή κατάλυσης του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής ή της ένστασης για το συγκεκριμένο λόγο (ΑΠ 1431/2022, Α` Δημ. ΝΟΜΟΣ) . Το αίτημα αυτό είναι δυνατόν να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενισταμένου ή αντενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 212/2019, Α` Δημ. ΝΟΜΟΣ) . Ειδικότερα δε η ένσταση διακοπής της παραγραφής για να είναι παραδεκτή, πρέπει, κατά το άρθρ. 262 ΚΠολΔ, να περιέχει σαφώς το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός (ΑΠ 824/2022 ο.π) . Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 1258 ΑΚ η υποθήκη μπορεί να συσταθεί υπέρ οποιοσδήποτε έγκυρης χρηματικής ή τουλάχιστον αποτιμητής σε χρήμα αξίωσης. Ειδικά για απαίτηση που έχει παραγραφεί, σύμφωνα με το άρθρο 272 παρ. 2 β`. η απαίτηση αυτή μπορεί να ασφαλιστεί μόνον με υποθήκη που εγγράφεται με ιδιωτικό τίτλο (Απ. Γεωργιάδης: Η εξασφάλιση των πιστώσεων, Εκδ. 2001, σελ. 415) .
Στην προκειμένη περίπτωση και όπως προαναφέρθηκε, με την από 21-7-2017 αγωγή του, η ενάγουσα – εκκαλούσα επικαλούμενη: α) ως λόγο απόσβεσης του δικαιώματος των υποθηκών, πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έκτης τάξης που είχε εγγράψει η εναγόμενη – εφεσίβλητη την παραγραφή των απαιτήσεων της τελευταίας, αλλά και την ακυρότητα της υποθήκης έβδομης τάξης καθώς ασφάλιζε παραγεγραμμένη απαίτηση, που δεν είχε εγγραφεί με ιδιωτικό τίτλο αλλά με την υπ’ αριθμ. 8571/1987 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την άρνηση της εναγόμενης να συναινέσει στην εξάλειψη τους, ζητούσε να διαταχθεί η εξάλειψη των ως άνω υποθηκών από το βιβλίο υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ……… και να καταδικασθεί η αντίδικος της στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1257, 1258, 1273, 1274, 1280, 13017, 1320, 1329, 1330, 1331, 272 παρ. 2 εδ. β`. 268 ΑΚ, 29 ΕισΝ.Κ.Πολ. Δ. και 176 του Κ.Πολ. Δ. καθώς η ενάγουσα επικαλείτο τα απαιτούμενα στοιχεία από το νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος εξάλειψης των υποθηκών και δη την απόσβεση του δικαιώματος των υποθηκών λόγω παραγραφής των απαιτήσεων της εναγόμενης για τις οποίες είχαν εγγραφεί, την ακυρότητα εγγραφής της υποθήκης έβδομης τάξης αφού δεν έγινε με ιδιωτικό τίτλο και την άρνηση της εναγόμενης για την εξάλειψη τους. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, λαμβάνοντας υπόψιν αυτεπαγγέλτως διακοπή της παραγραφής την 18η 0-1993 με την τροπή των προσημειώσεων των υποθηκών πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έκτης τάξης σε υποθήκες, εσφαλμένως ερμήνευσε το νόμο καθώς εάν συνέτρεχε κάποιος λόγος διακοπής της παραγραφής των απαιτήσεων της εναγόμενης που ήταν εικοσαετής κατ’ άρθρο 268 ΑΚ με χρόνο έναρξης την 30η-7-1993, θα έπρεπε να τον προτείνει η ίδια η εναγόμενη και να τον εξετάσει το δικαστήριο κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης. Συνεπώς ο πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ’ ουσία βάσιμος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την έφεση παράβολου στην εκκαλούσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) . να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις ως άνω διατάξεις, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, κατά τα κεφάλαια που έχει μεταβιβασθεί στο παρόν Δικαστήριο, ήτοι για την εξάλειψη των υποθηκών πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έκτης τάξης λόγω παραγραφής των απαιτήσεων που ασφάλιζαν και συνακόλουθα απόσβεσης του δικαιώματος υποθήκης και για την εξάλειψη της υποθήκης έβδομης τάξης λόγω άκυρης εγγραφής της αφού ασφάλιζε παραγεγραμμένη απαίτηση και δεν είχε εγγραφεί με ιδιωτικό τίτλο, με το παρόν Δικαστήριο να έχει την ευχέρεια, σύμφωνα με το άρθρο 536 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. να την δεχθεί ως βάσιμη ή να την απορρίψει ως αβάσιμη, χωρίς να καθίσταται δυσχερέστερη η θέση της εκκαλούσας. Με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, η εναγόμενη – εκκαλούσα αρνήθηκε αιτιολογημένος την ιστορική βάση της αγωγής ενώ όπως αναφέρθηκε ανωτέρω προέβαλε και τις ενστάσεις διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνώρισης της απαίτησης της από την ενάγουσα και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Επίσης με το δικόγραφο των 10-4-2024 προτάσεων που κατέθεσε στα πλαίσια της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης, προέβαλε για πρώτη φορά νέο διακοπτικό της παραγραφής γεγονός και δη την από 18-10-1993 τροπή των προσημειώσεων πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έκτης τάξης σε υποθήκες. Με αυτό το περιεχόμενο, ο ως άνω ισχυρισμός παραδεκτώς προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, καθώς συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 περ. 6 του Κ.Πολ. Δ. αφού αποδεικνύεται παραχρήμα και άμεσα από τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά τροπής των προσημειώσεων σε υποθήκες και συνομολογείται και από την εκκαλούσα (ΑΠ 824/2022, Α` Δημ. ΝΟΜΟΣ) . Είναι δε νόμιμος στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 262 του Κ.Πολ. Δ. , 261, 1273 και 1277 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Για τους λόγους αυτούς ζητεί την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη της εκκαλούσας στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Από την εκτίμηση των προσκομισθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ` επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και αφού ληφθούν υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 17-1-1970 και με αριθμ. …./1970 σύμβασης πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της εφεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία « ………. ….. ………. » , νομίμως εκπροσωπούμενης και της εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία « ………. ………. ………. ………. ………. .» , νομίμως εκπροσωπούμενης, η εφεσίβλητη χορήγησε στην εκκαλούσα πίστωση μέχρι του χρηματικού ποσού των 2.000.000 δρχ. , ήτοι 5.869,41 ευρώ, προκειμένου να την χρηματοδοτήσει για την απόκτηση της κυριότητας της κάτωθι οριζόντιας ιδιοκτησίας, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 με την υπ’ αριθμ. ………. /1950 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. , ήτοι του υπ’ αριθμ. 6 διαμερίσματος του πέμπτου υπέρ του ισογείου ορόφου εν εσοχή πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της διασταύρωσης των οδών …………. και ………. ………. επιφάνειας 193 τ.μ. και μετά βεραντών 496,80 τμ, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου της πολυκατοικίας και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων έργων, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας, κατά τον τίτλο κτήσης 16,60 % , το οποίο αποτελείται από τέσσερα κύρια δωμάτια, διάδρομο, δύο πλήρη λουτρά, προθάλαμο, αίθουσα υποδοχής, τραπεζαρία, που συνδέονταν μετά του υπό ανατολάς κεκαλυμμένου εξώστη, όφφις, μαγειρείο, δωμάτιο υπηρεσίας μετά ιδιαίτερου αποχωρητηρίου, δεύτερο διάδρομο και ένα ακόμη υπνοδωμάτιο, καταλαμβάνει όλο τον πέμπτο όροφο και του ανήκει και μία αποθήκη, η οποία βρίσκεται στο ημιυπόγειο της πολυκατοικίας και παραπλεύρως του πλυντηρίου, την οποία (κυριότητα) τελικώς απέκτησε η εκκαλούσα, καθώς υπερθεμάτισε και αναδείχθηκε πλειοδότρια στον διενεργηθέντα την 4η-1-1970 αναπλειστηριασμό ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………. ………. , συνταχθείσας της υπ’ αριθμ. ………. /1970 έκθεσης αναπλειστηριασμού που συνέταξε ο ως άνω Συμβολαιογράφος, που συνέταξε και την υπ’ αριθμ. ………. /1970 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …………. στον τόμο ………. και με αύξοντα αριθμό ………. . Ακολούθως, η ως άνω σύμβαση πίστωσης τροποποιήθηκε με τις από 21-3-1970, 13-4-1970, 15-5-1970, 29-9-197, 3-9-1971, 22-10-1971, 28-12-1971, 2-9-1974, 15-5-1975, 7-11-1975, 2-1-1976, 16-1-1976, 7-4-1976, 28-5-1977, 24-3-1978, 29-12-1978, 3-4-1979, 1-6-1979, 28-12-197929-12-1980, 31-3-1981, 28-7-1982, 30-9-1982, 31-12-1982, 30-6-1983, 30-9-1983, 30-12-1983, 30-3-1984, 29-6-1984, 28-9-1984, 31-12-1984 ανήλθε στο χρηματικό ποσό των 23.400.000 δρχ, ήτοι 68.672,05 ευρώ. Κατά την διάρκεια λειτουργίας της ως άνω σύμβασης πίστωσης και για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της εφεσίβλητης από αυτήν, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων: α) δυνάμει της υπ’ αριθμ. 9580/1973 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης πρώτης τάξης στο ως άνω ακίνητο μέχρι του ποσού των 4.000.000 δρχ. , ήτοι 11.738,81 ευρώ, την οποία ενέγραψε η εφεσίβλητη την 4η-9-1973 στον τόμο ………. και με αριθμό ………. των βιβλίων υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου ………….. και β) δυνάμει της υπ’ αριθμ. 5688/1978 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης δεύτερης τάξης στο ίδιο ακίνητο μέχρι του χρηματικού ποσού των 3.000.000 δρχ, ήτοι 8.804,11 ευρώ, στην οποία προχώρησε η εφεσίβλητη την 9η-6-1978, στον ίδιο τόμο και αριθμό. Την 17η-1-1985, η εφεσίβλητη προέβη στο οριστικό κλείσιμο των υπ’ αριθμ. …….. , …. , ……. , …… και ………. τραπεζικών λογαριασμών που τηρούνταν για την εξυπηρέτηση της πίστωσης, που εμφάνιζαν συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο ύψους 24.158.058 δρχ, ήτοι 70.896,72 ευρώ, μεταφέροντας το στον υπ’ αριθμ. ………. λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης. Για την επιδίκαση μέρους της ως άνω απαίτησης της, η εφεσίβλητη υπέβαλε την από 28-4-1987 αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 8571/1987 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η εκκαλούσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εφεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 7.000.000 δρχ, ήτοι 20.542,92 ευρώ, νομιμοτόκως από 17-12-1985, πλέον της αναλογίας του Φ.Κ.Ε. από 5 % και το χαρτόσημο 2,4 % που αναλογούν στους τόκους μέχρι 31-12-1986 από δε της 1ης-1-1987 πλέον ειδικού φόρου επί των τραπεζικών εργασιών 8 % καθώς και 288.500 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-1-1987 ανακοπή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1224/3-2-1988 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου που απέρριψε την ανακοπή ως αβάσιμη και επικύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Μετά την συζήτηση όμως της ως άνω ανακοπής που έλαβε χώρα την 25η-11-1987 και της έκδοσης της απορριπτικής απόφασης, την 12η-1-1988 η εφεσίβλητη για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της, προχώρησε με τίτλο την ως διαταγή πληρωμής σε προσημείωση υποθήκης τρίτης τάξης μέχρι του χρηματικού ποσού των 4.979.907 δρχ. ήτοι 14.614,55 ευρώ στο ακίνητο της εκκαλούσας, στον ίδιο τόμο και αριθμό, . Κατά της ως άνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εκκαλούσα άσκησε την από 17-7-1989 έφεση ενώπιον του Εφετείου επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 5544/1993 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών που την απέρριψε ως αβάσιμη. Η απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε την 30η-7-1993 αλλά πριν από αυτήν, την 10η-1-1990, η εφεσίβλητη για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της, προχώρησε με τίτλο την ως διαταγή πληρωμής σε προσημείωση υποθήκης τέταρτης τάξης μέχρι του χρηματικού ποσού των 12.000.000 δρχ, ήτοι 35.216,43 ευρώ στο ακίνητο της εκκαλούσας, στον τόμο ………. και αριθμό ………. , ενώ την 10η-3-1993 προχώρησε με τίτλο την ίδια διαταγή πληρωμής σε εγγραφή προσημείωσης έκτης τάξης μέχρι του χρηματικού ποσού των 14.000.000 δρχ. , ήτοι 41.085,84, στο ίδιο ακίνητο, στον τόμο ………. και με αύξοντα αριθμό ………. . Ακολούθως την 18η-10-1993, μετά δηλαδή από την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα η ασκηθείσα ανακοπή κατά του κύρους της υπ’ αριθμ. 8571/1987 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εφεσίβλητη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 του ΕισΝ.Κ.Πολ. Δ. προέβη στην τροπή των ως άνω προσημειώσεων πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έκτης τάξης σε υποθήκες, με αποτέλεσμα η καθεμία εξ αυτών να λογίζεται ότι έχει εγγραφεί ως υποθήκη από την ημέρα της προσημείωσης και για περαιτέρω εξασφάλιση των απαιτήσεων της κατ’ άρθρο 1262 εδ. 7 του Κ.Πολ. Δ. και με τίτλο την ίδια διαταγή πληρωμής, την 14η-10-2013, η εφεσίβλητη προέβη σε εγγραφή υποθήκης έβδομης τάξης στο ίδιο ακίνητο, στον ίδιο τόμο και αριθμό μέχρι του χρηματικού ποσού των 7.000 ευρώ. Με βάση επομένως, τα ανωτέρω, για την εξασφάλιση απαιτήσεων της συνολικού ύψους 115.459,74 ευρώ που απορρέουν από την ένδικη σύμβαση πίστωσης με την εκκαλούσα και μέρος τους της έχουν επιδικασθεί με την υπ’ αριθμ. 8571/1987 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή κατ’ άρθρο 268 ΑΚ, που ξεκίνησε την 30η-7-1993 με την έκδοση της υπ’ αριθμ. 5544/1993 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η εφεσίβλητος – δανείστρια έχει εγγράψει έξι υποθήκες στην οριζόντια ιδιοκτησία της εκκαλούσας που βρίσκεται στον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας επί των οδών ……….. και ………. ………. ………. και συγκεκριμένα την υποθήκη πρώτης τάξης με χρόνο εγγραφής την 4η-9-1973, την υποθήκη δεύτερης τάξης με χρόνο εγγραφής την 9η-6-1978, την υποθήκη τρίτης τάξης με χρόνο εγγραφής την 12η-1 -1988, την υποθήκη τέταρτης τάξης με χρόνο εγγραφής την 10η-12-1990, την υποθήκη έκτης τάξης με χρόνο εγγραφής την 10η-3-1993 και την υποθήκη έβδομης τάξης με χρόνο εγγραφής την 14η-10-1993 (βλ.σχετ. τα υπ’ αριθμ. ………. /2017, ………. /2017, ………. /2017, ………. /2017, ………. /2017, ………. /2017 και ………. /2017 πιστοποιητικά του Υποθηκοφύλακα …… από τα οποία προκύπτει η εγγραφή των προσημειώσεων πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έκτης τάξης και η τροπή τους σε υποθήκες την 18η-10-1993) . Η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι το δικαίωμα της εκκαλούσας επί των υποθηκών πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έκτης τάξης έχει αποσβεσθεί καθώς οι απαιτήσεις της που ασφαλίζονται με αυτές έχουν υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 268 ΑΚ καθώς από την 31η-7-1993 (επόμενη ημέρα έκδοσης της υπ’ αριθμ. 5544/1993 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών), που διακόπηκε η προηγούμενη παραγραφή και ξεκίνησε η παραγραφή του άρθρου 268 ΑΚ έως την 30η-7-2013 συμπληρώθηκαν είκοσι έτη με αποτέλεσμα από την 31η-7-2013 οι απαιτήσεις αυτές να είναι παραγεγραμμένες. Με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, η εφεσίβλητη για πρώτη φορά παραδεκτώς προέβαλε την διακοπή της ως άνω παραγραφής την 18η-10-1993 με την τροπή των προσημειώσεων υποθήκης πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης τάξης σε υποθήκες και την εκ νέου διακοπή της παραγραφής την 14η-10-2013 (πριν δηλαδή από την συμπλήρωση εικοσαετίας από την προηγούμενη διακοπή) με την εγγραφή της υποθήκης έβδομης τάξης στο ακίνητο της εκκαλούσας. Με αυτό λοιπόν το περιεχόμενο, η ένσταση διακοπής της παραγραφής που πρότεινε η εφεσίβλητη πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη καθώς όπως αναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη με την οποία εκδηλώνεται η μη αδράνεια του δικαιούχου για την επιδίωξη της απαίτησης του που αποτελεί την γενικότερη δικαιολογία του θεσμού της διακοπής της παραγραφής, διακόπτει την παραγραφή όπως ακριβώς και η εγγραφή της υποθήκης ή της προσημείωσης της υποθήκης, ενώ (η τροπή) αποδεικνύεται από το προαναφερθέντα πιστοποιητικά του Υποθηκοφύλακα …… και ομολογείται και από την εκκαλούσα, η οποία στα πλαίσια της παρούσας δίκης που προτάθηκε για πρώτη φορά αυτό το διακοπτικό της παραγραφής γεγονός δεν προέβαλε κάποια αντένσταση προς αντίκρουση του. Επομένως, το εμπράγματο δικαίωμα των υποθηκών που έχει εγγράψει η εφεσίβλητη στο ακίνητο της εκκαλούσας για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της, που απορρέουν από την υπ` αριθμ. ………. /1970 σύμβαση πίστωσης, όπως ίσχυσε μετά τις τροποποιήσεις της και μέρος τους της επιδικάσθηκαν με την υπ’ αριθ. 8571/1987 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν έχει αποσβεσθεί, με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξάλειψη τους και άρα η αγωγή να είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσία αβάσιμη, γενομένης δεκτής της ένστασης διακοπής της παραγραφής. Τέλος επειδή η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 179 εδ.τελ. του Κ.Πολ. Δ..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την από 26-12-2022 και με αριθμ.κατ. ΓΑΚ ………. ΕΑΚ ………. /3-1-2023 έφεση.
Δέχεται τυπικώς και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 7618/20-7-2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή του υπ’ αριθμ. ………. /2023 παράβολου της εφέσεως στην εκκαλούσα.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 21-7-2017 και με αριθμ.κατ. ΓΑΚ ………. /ΕΑΚ ………. /28-3-2021 αγωγή κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την αγωγή ως αβάσιμη.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του σε έκτακτο δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα την 29-1-2025, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ν.Σ.-Ε.Γ.
**
nomos.gr
